1289/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1289 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1289/2012
Legislator headnote
AI generated1289/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1289 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1289/2012
Full text
Απόφαση 1289 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1289/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Β. του Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Αδάση.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. Χ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9730/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 509/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 3 -5-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης ανέγνωσε την από 20-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1,2 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά την συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον οριζόμενο από τον νόμο τρόπο, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήσαν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο τον οποίον ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 8702/12-9-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, ..., αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως περιέχον πράξη περί ορισμού δικασίμου και κλήση για να παραστεί κατά την παρούσα δικάσιμο επεδόθη νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη με φροντίδα της επισπεύδουσας την συζήτηση αναιρεσείουσας. Επομένως, εφόσον η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με νόμιμο τρόπο, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία της.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει την αποδεικτική του κρίση ως προς την αλήθεια ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι αναγκαίο, να προβεί και σε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά. Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το ίδιο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν οι διάδίκοι. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αρθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος, ως αποδεικνυόμενο ή ανταποδεικνυόμενο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σε εκείνην αποδεικτικό πόρισμα ως προς τον κρίσιμο πραγματικό ισχυρισμό της εναγούσης- αναιρεσίβλητης, ότι δηλαδή οι περιληφθέντες σε δύο αγωγές της εναγομένης- αναιρεσείουσας κατά του συζύγου της για διαζύγιο και διατροφή ισχυρισμοί της, κατά τους οποίους ο τελευταίος είχε ερωτικό δεσμό με την ενάγουσα- αναιρεσίβλητη, ήσαν ψευδείς και η αναιρεσείουσα τελούσε εν γνώσει του ψευδούς και ενήργησε κατ' αυτόν τον τρόπο εκ δόλου και προκειμένου να έχουν επιτυχή έκβαση οι δίκες κατά του συζύγου της, έλαβε (το Εφετείο) υπόψη του και συνεκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων και όλα τα έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσεκόμισαν νομίμως οι διάδικοι. Από την γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό και με όλο το αιτιολογικό της αποφάσεως επί των προβαλλομένων εκατέρωθεν ισχυρισμών, δεν καθίσταται βέβαιο, αλλά αντιθέτως καταλείπονται αμφιβολίες ως προς το εάν το Εφετείο συνεκτίμησε και τις υπ' αριθ. 26324/1997, 1610/1998 και 515/2000 αποφάσεις αντιστοίχως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, του Εφετείου Θεσ/νίκης και του Αρείου Πάγου, με τις οποίες έγινε αμετακλήτως μερικώς δεκτή η αγωγή διατροφής της αναιρεσείουσας κατά του συζύγου της με βάση το (κριθέν αποδεδειγμένο) γεγονός, ότι η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διασπάσθηκε οριστικώς κατά τον μήνα Μάιο του έτους 1996, όταν ο σύζυγος της εδώ αναιρεσείουσας εδημιούργησε εξωσυζυγικό δεσμό με την εδώ αναιρεσίβλητη και εγκατέλειψε την συζυγική οικία. Τις αποφάσεις αυτές επικαλέσθηκε και προσεκόμισε στο Εφετείο η αναιρεσείουσα, προκειμένου να αποδείξει, ότι οι ισχυρισμοί της ενώπιον των δικαστηρίων περί εξωσυζυγικών σχέσεων του συζύγου της με την αναιρεσίβλητη, δεν ήσαν ψευδείς και συκοφαντικοί, αλλά αληθείς και διετυπώθησαν για την προστασία των δικαιωμάτων της. Για τα αποδεικτικά αυτά έγγραφα (αποφάσεις) σε ουδεμία μνεία ή σχολιασμό προέβη το Εφετείο (όπως έπραξε για τα άλλα αποδεικτικά μέσα) παρά την αποδεικτική των σπουδαιότητα, ουδέ καν εμμέσως ανεφέρθη σ' αυτές. Φυσικά δεν δεσμεύεται το ουσιαστικό δικαστήριο από το περιεχόμενο των ως άνω αποφάσεων και μπορούσε να καταλήξει, όπως και κατέληξε, σε αντίθετο με αυτές πόρισμα, είναι όμως αμφίβολο αν τις συνεξετίμησε για την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, όπως υπεχρεούτο. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Π.ολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη τα ως άνω έγγραφα, είναι βάσιμος.
Η αίτηση του άρθρου 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, για να είναι ορισμένη, πρέπει να είναι ακριβής, σαφής και εξειδικευμένη και δεν αρκεί η απλή αναφορά της επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, επί πλέον δε, πρέπει να γίνεται και μνεία των αποδεικτικών μέσων της συντελεσθείσης εκτελέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τις ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου κατατεθείσες προτάσεις της, ισχυρίζεται τα εξής: "Επειδή έχει ξεκινήσει εκτέλεση της αναιρεσιβαλλόμενης σε βάρος μου και ήδη καταβάλλω στην αντίδικο το ποσό των 300,00 ευρώ ανά μήνα (συνολική οφειλή 15.000 ευρώ -βλ. προσαγόμενο έγγραφο -σχετικό 14 το με ημερομηνία 22-6-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό-), ζητώ, σε περίπτωση που γίνει δεκτή η υπό κρίσην αίτησή μου, την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση". Με το περιεχόμενο αυτό, η αίτηση είναι απορριπτέα ως αόριστη, καθόσον δεν αναφέρονται τα έως της ημέρας της καταθέσεως των προτάσεων καταβληθέντα και αιτούμενα ποσά, ούτε και οι τυχόν υπάρχουσες περί τούτου αποδείξεις.
Ακολούθως, πρέπει, κατά παραδοχήν του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), παρελκούσης ως εκ τούτου της ερεύνης των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 509/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές πλην εκείνων οι οποίοι εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσειούσης από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2012. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιουλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ