1289/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28 Απριλίου 2005 προσφυγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, το οποίο εξέδωσε τις αποφάσεις του 508/2006 μη οριστική και 324/2008 οριστική. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή της και τους από 9 Δεκεμβρίου 2009 προσθέτους λόγους της.
Legislator headnote
AI generated1289/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Βέβαια με τη διάταξη του άρθρ. 10§10 ν.1418/1984 ορίζεται ότι πέρα από την προβλεπόμενη στις διατάξεις του ίδιου άρθρου, όπως τροποποιημένο ισχύει, αναθεώρηση των συμβατικών τιμών αποκλείεται η αναπροσαρμογή του εργολαβικού ανταλλάγματος ή η διάλυση των συμβάσεων δημόσιων έργων, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 288 και 388 ΑΚ, ένεκα της αυξομείωσης των τιμών.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1289 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1289/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρεία με την επωνυμία "ΕΡΓΑ ΟΣΕ Α.Ε", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Χριστοδούλου και Χαρίκλεια Τζέλλη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης τεχνικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΕΓΕΚ ΑΕ" που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολική διάδοχος της απορροφηθείσας εταιρίας "ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ Α.Τ.Ε", 2. Ανώνυμης τεχνικής εταιρίας με την επωνυμία "ΘΕΜΕΛΗ Α.Ε", που εδρεύει στη Νέα Ιωνία Aττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 3. Κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΑΕΓΕΚ ΑΕ - ΘΕΜΕΛΗ Α.Ε" και το δικαριτικό τίτλο "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΣΗΡΑΓΓΑΣ ΙΚΟΝΙΟΥ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Φιλιώ Μεντή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28 Απριλίου 2005 προσφυγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, το οποίο εξέδωσε τις αποφάσεις του 508/2006 μη οριστική και 324/2008 οριστική. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή της και τους από 9 Δεκεμβρίου 2009 προσθέτους λόγους της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 12 Ιανουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, η πληρεξουσία των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη της αντίδικης πλευράς στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία του άρθρ. 13§§4&5 ν.1418/1984 υπ' αριθ. 324/2008 τελεσίδικη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 508/2006 προδικαστικής απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την από 27.4.2005 προσφυγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και αφού αναγνώρισε ότι υπήρξε απρόοπτη μεταβολή στις συνθήκες εκτέλεσης του δημόσιου έργου, που για λογαριασμό της ήδη αναιρεσείουσας εκτελούσε η τρίτη αναιρεσίβλητη, υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει νομιμοτόκως στις αντιδίκους της το ποσό των 815.653,48 ευρώ, κατά το οποίο επιβαρύνθηκε το κατασκευαστικό κόστος του έργου λόγω της απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών εκτέλεσής του. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552,553,556, 558,564,566§1 ΚΠολΔ ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της ( άρθρ. 577§3 ΚπολΔ) ). Παραδεκτά επίσης με το από 9.12.2009 ιδιαίτερο δικόγραφο η αναιρεσείουσα άσκησε ως προς τα αυτά προσβαλλόμενα με την αίτηση αναίρεσης κεφάλαια της εφετειακής απόφασης πρόσθετους λόγους (άρθρ. 569§2 ΚΠολΔ), οι οποίοι πρέπει να συνεξετασθούν με τους λόγους της αίτησης αναίρεσης.
2. Η γενική ρήτρα του άρθρ. 288 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή, που απορρέουν από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, όταν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων αυτών κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την τυχόν προβλεπόμενη ειδική προστασία, λειτουργεί δε όχι μόνο ως συμπληρωματική, αλλά και ως διορθωτική ρήτρα των δικαιοπρακτικών βουλήσεων στις περιπτώσεις που εξ αιτίας ειδικών συνθηκών μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης των συμβατικών παροχών στο συμφωνημένο μέτρο και έγιναν δυσβάστακτες για τον οφειλέτη ή το δανειστή.
Αντίθετα έτσι με τη ρήτρα του άρθρ. 200 ΑΚ που αναφέρεται στην ερμηνεία των συμβάσεων, όταν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων δεν είναι σαφείς, επιβάλλοντας ως ερμηνευτικά κριτήρια την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη με στόχο την ανεύρεση του αποφασιστικού νοήματος των δηλώσεων βουλήσεως, δηλαδή τον καθορισμό της ενυπάρχουσας στη σύμβαση αυτόνομης δικαιοπρακτικής ρύθμισης, η εφαρμογή της ρήτρας του άρθρ. 288 ΑΚ έπεται της ερμηνείας της δικαιοπραξίας με στόχο την προσαρμογή της στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης, επιβάλλοντας στα μέρη ετερόνομη ρύθμιση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους, όταν κατά τα παραπάνω χρειάζεται να συμπληρωθούν ή να διορθωθούν για να μην προκαλούνται στο ένα μέρος δυσβάστακτες συνέπειες από τη λειτουργία του ενοχικού δεσμού.
Παρέχεται έτσι τότε στο δικαστήριο η δυνατότητα, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, να αποκλίνει από τα συμφωνηθέντα και να επαναπροσδιορίσει τις οφειλόμενες παροχές, αυξάνοντας ή ανάλογα μειώνοντας το συμφωνημένο μέγεθός τους, ώστε αυτές να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης κατά το χρόνο της εκπλήρωσής τους (ΟλΑΠ 927/1982? ΟλΑΠ 9/1997).
Η ρήτρα της καλόπιστης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη εκπλήρωσης των παροχών είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς δεν επιτρέπεται παραίτηση απ' αυτή, είτε ρητή είτε σιωπηρή. Δεν αποτελεί όμως παραίτηση η ειδικότερη συμφωνία σε αμφοτεροβαρή σύμβαση, με την οποία προβλέπεται η εκπλήρωση των παροχών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκαν, ακόμη και σε περίπτωση συγκεκριμένης μελλοντικής μεταβολής των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης, διότι τότε με την ειδική αυτή συμφωνία, που βρίσκεται μέσα στα όρια της ελευθερίας των συμβάσεων και δεν αντίκειται χωρίς άλλο στη συναλλακτική καλή πίστη και εντιμότητα, αναλαμβάνεται από τον οφειλέτη ο σχετικός κίνδυνος και τονίζεται η ευθύνη του για την πιστή και στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση εκπλήρωση της παροχής του.
Όμως και στην περίπτωση αυτή που προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών, στις οποίες τα μέρη στήριξαν τη σύμβασή τους, η ρήτρα του άρθρ. 288 ΑΚ επεμβαίνει και πάλι διορθωτικά, αλλιώς θα υπήρχε ανεπίτρεπτη απ' αυτή παραίτηση, αν η μεταβολή που επήλθε είναι τόσο μεγάλη, ώστε η εκπλήρωση πλέον της παροχής ενός των μερών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκε, να συνεπάγεται υπέρβαση του κινδύνου ζημιάς που το μέρος αυτό πρόβλεψε και ανέλαβε, συνιστώντας στην περίπτωση αυτή η εμμονή στη συμφωνηθείσα εκπλήρωση της παροχής συμπεριφορά αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές.
Συνεπώς η ρήτρα του άρθρ. 288 ΑΚ εφαρμόζεται και μάλιστα πολύ περισσότερο και όταν από υπαιτιότητα των μερών, κοινή ή μόνο του οφειλέτη ή του δανειστή, δεν προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης, ενώ η ανυπαίτια έλλειψη πρόβλεψης επισύρει την εφαρμογή του άρθρ. 388 ΑΚ με τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων που το άρθρο αυτό απαιτεί. Δηλαδή το άρθρ.288 ΑΚ εφαρμόζεται στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ειδικότερης διάταξης του άρθρ. 388 ΑΚ, που απαιτεί η μεταβολή των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης, στις οποίες από κοινού τα μέρη στήριξαν τη σύναψή της, να είναι απρόβλεπτη χωρίς υπαιτιότητα των μερών, προκειμένου αυτή να μπορεί να αναπροσαρμοσθεί (ΟλΑΠ 927/1982).
Συνεπώς στην παραπάνω έκταση η ρήτρα του άρθρ. 288 ΑΚ εφαρμόζεται και στις συμβάσεις δημόσιων έργων και μπορεί με βάση αυτή το δικαστήριο, εάν αυτό δεν επιτεύχθηκε κατά τη διαδικασία στα διοικητικά όργανα, να παρεμβαίνει διορθωτικά στη σύμβαση, καθορίζοντας, κατά παρέκκλιση από τα συμφωνημένα, την παροχή και την αντιπαροχή, όταν αυτό επιβάλλεται από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, στις περιπτώσεις δηλαδή εκείνες που συντρέχουν ειδικές συνθήκες, οι οποίες δεν επισύρουν μεν την εφαρμογή του άρθρ. 388 ΑΚ, όμως καθιστούν την παροχή που οφείλεται από το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δυσβάστακτη για το άλλο μέρος και μάλιστα σε βαθμό που υπερβαίνει τον κίνδυνο που αυτό ανέλαβε, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Βέβαια με τη διάταξη του άρθρ. 10§10 ν.1418/1984 ορίζεται ότι πέρα από την προβλεπόμενη στις διατάξεις του ίδιου άρθρου, όπως τροποποιημένο ισχύει, αναθεώρηση των συμβατικών τιμών αποκλείεται η αναπροσαρμογή του εργολαβικού ανταλλάγματος ή η διάλυση των συμβάσεων δημόσιων έργων, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 288 και 388 ΑΚ, ένεκα της αυξομείωσης των τιμών.
Όμως η διάταξη αυτή του άρθρ. 10§10 ν. 1418/1984 αποκλείει την εφαρμογή των άρθρ. 288 και 388 ΑΚ μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ζητείται η αναπροσαρμογή του εργολαβικού ανταλλάγματος ή η διάλυση των συμβάσεων δημόσιων έργων εξαιτίας της αυξομείωσης των τιμών, που οφείλεται σε γενικούς λόγους, την οποία θεωρεί ο νόμος καλυπτόμενη με τη θεσμοθετημένη αναθεώρηση των συμβατικών τιμών, ενώ δεν αποκλείεται κατά τα λοιπά η εφαρμογή των άρθρων αυτών και στις συμβάσεις δημόσιων έργων, όταν η οφειλόμενη σε άλλους λόγους μεταβολή των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης δικαιολογεί τη διορθωτική παρέμβαση του δικαστηρίου με σκοπό την αναπροσαρμογή των συμβατικών παροχών ή τη διάλυση της σύμβασης σύμφωνα με τις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης (ΣτΕ 1888/2007).
Εξ άλλου κατά την έννοια τoυ άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005? 7/2006).
Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης.
Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης , ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΟλΑΠ 20/2005), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο και οι σχετικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
Περαιτέρω κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της ,όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά πιθανολόγηση, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Με την από 20.11.2001 εργολαβική σύμβαση, που καταρτίσθηκε μεταξύ της κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΤΕ-ΘΕΜΕΛΗ ΑΕ", της οποίας η επωνυμία, μετά την συγχώνευση δια απορροφήσεως...
της εταιρείας "ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΤΕ" με την εταιρεία "ΑΕΓΕΚ ΑΕ" (πρώτη αναιρεσίβλητη), που υπεισήλθε ως καθολική πλέον διάδοχος στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της εταιρείας "ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΤΕ", τροποποιήθηκε σε "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΑΕΓΕΚ ΑΕ-ΘΕΜΕΛΗ ΑΕ", και της καθ' ης η προσφυγή εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΑ ΟΣΕ ΑΕ" (αναιρεσείουσας), η τελευταία με την ιδιότητα της κυρίας, ανέθεσε στην πρώτη, με την ιδιότητα της αναδόχου, κατόπιν του από 18.9.2000 ανοικτού διαγωνισμού, στον οποίο αναδείχθηκε μειοδότης..., την εκτέλεση του έργου "Κατασκευή Χωματουργικών και Τεχνικών Έργων για τη Γραμμή Σύνδεσης του Λιμένα Ν.
Ικονίου με το Σιδηροδρομικό Δίκτυο, Τμήμα από χ.θ. +000 έως χ.θ. 6+000", αντί του ποσού (συμβατικού χρηματικού αντικειμένου) των 38.041.321,68 ευρώ, στο οποίο περιλαμβάνονταν Γ.Ε. και Ο.Ε., απολογιστικά ποσού 293.470,29 ευρώ και απρόβλεπτα ποσού 3.070.755,23 ευρώ. Η συνολική προθεσμία περαίωσης του έργου ορίσθηκε σε 1.180 ημέρες από την υπογραφή της σύμβασης και συμφωνήθηκε ρητά ότι το έργο θα εκτελεσθεί σύμφωνα με τους ν. 1418/1984 και 2465/1997, τους όρους της υπ' αριθ. 196 διακήρυξης, καθώς και τα συμβατικά στοιχεία και τεύχη με βάση τα οποία δημοπρατήθηκε.
Στο παράρτημα της ειδικής συγγραφής υποχρεώσεων ορίστηκε ότι για το χρονοδιάγραμμα του έργου θα φαίνονται ανά μήνα τα ποσοτικά εκτέλεσης και οι ποσότητες των διαφόρων δραστηριοτήτων, που αντιστοιχούν στα τεχνικά- φυσικά αντικείμενα του έργου... και ότι το χρονοδιάγραμμα αυτό θα συνοδεύεται από τεύχος παραδοχών και ανάλυσης μετώπων εργασίας, των συνεργείων κατασκευής, των μηχανημάτων, του τρόπου κατασκευής κλπ...
Στη συνέχεια, στις 3.12.2001, υπογράφηκε σύμβαση σύστασης κατασκευαστικής κοινοπραξίας μεταξύ της πιο πάνω κοινοπραξίας και της εταιρείας "ΘΕΜΕΛΗ ΑΕ" (δεύτερης αναιρεσίβλητης), η οποία υποβλήθηκε στη διευθύνουσα υπηρεσία της κυρίας του έργου και εγκρίθηκε απ' αυτή, με αποτέλεσμα να συσταθεί η κοινοπραξία με το διακριτικό τίτλο "Κ/Ξ ΣΗΡΑΓΓΑΣ ΙΚΟΝΙΟΥ" (τρίτη αναιρεσίβλητη).
Η διάνοιξη της σήραγγας του έργου αποφασίστηκε να χωριστεί σε δυο τμήματα, έτσι ώστε να επιτυγχάνεται παράλληλη εργασία σε διαφορετικά μέτωπα. Το πρώτο τμήμα περιλάμβανε την έναρξη κατασκευής των δύο άκρων της υπόγειας σήραγγας, δηλαδή από την περιοχή του Σχιστού και την περιοχή του Περάματος, ενώ το δεύτερο τμήμα περιλάμβανε την εκσκαφή του ενδιάμεσου κυρίως κορμού της σήραγγας και έως τα σημεία όπου τα δυο μέτωπα θα ενώνονταν.
Για τις εργασίες του δεύτερου αυτού τμήματος κατασκευάσθηκε μικρή σήραγγα διόδευσης προσωπικού και μηχανημάτων που θα χρησιμοποιείτο ως έξοδος διαφυγής, όταν το έργο ολοκληρωνόταν. Η εκσκαφή εξάλλου της σήραγγας περιλάμβανε δυο φάσεις. Την πρώτη κατά την οποία θα πραγματοποιείτο η διάνοιξη του θόλου της σήραγγας, δηλαδή του επάνω κυκλικού μέρους αυτής, ενώ η δεύτερη θα περιλάμβανε το κάτω μέρος της σήραγγας, από το οποίο θα διήρχετο η σιδηροδρομική γραμμή.
Τα τελευταία στάδια περιλάμβαναν: α) εκσκαφή και αντιστήριξη της σήραγγας και β) σκυροδέτηση αυτής. Κατά τη διάρκεια εκτέλεσης των εργασιών εκσκαφής και αντιστήριξης της σήραγγας και ειδικότερα στα μέσα Φεβρουαρίου 2004, όταν οι εργασίες εκσκαφής του Β τμήματος είχαν προχωρήσει έως τη χ.θ. 1+757, παρουσιάστηκαν δυσμενείς ατμοσφαιρικές συνθήκες εντός του χώρου της σήραγγας δηλαδή έντονες αναθυμιάσεις και αυξημένα ποσοστά διοξειδίου του άνθρακα.
Το αέριο αυτό είναι άοσμο, υπόξινης γεύσης, άχρωμο... έχει μοριακό βάρος 44,01, ειδικό βάρος 1,527 και είναι βαρύτερο του ατμοσφαιρικού αέρα κατά 52% περίπου. Βρίσκεται στη φύση ως συστατικό σε αναλογία 0,03-0,04%, παράγεται δε κατά την καύση ή την αποσύνθεση διαφόρων οργανικών ουσιών και η τοξική του δράση αφορά την αναπνευστική λειτουργία...
Η δηλητηρίαση με διοξείδιο του άνθρακος (CO2)οφείλεται στις ανοξυγοναιμικές συνθήκες, που δημιουργούνται λόγω αντίστοιχης μείωσης της συγκέντρωσης του οξυγόνου στον εισπνεόμενο αέρα. Το όριο ασφάλειας για να εκτεθεί ο εργαζόμενος σε χώρο που περιέχει διοξείδιο του άνθρακα, ανέρχεται σε ποσοστό 0,5% αυτού στον ατμοσφαιρικό αέρα.
Συγκεντρώσεις αυτού σε ποσοστό 10-12,5% έχουν ως αποτέλεσμα την εμφάνιση στο άτομο συμπτωμάτων δύσπνοιας, άγχους, αισθήματος πίεσης στο θώρακα και δυσχερούς και επίμονης αναπνοής. Σε συγκεντρώσεις 15% τα συμπτώματα αυτά είναι αρκετά έντονα και διαρκούν περισσότερο χρόνο. Θεωρείται ότι είναι αδύνατη η παραμονή περισσότερο από 9-10 λεπτά σε χώρο που περιέχει διοξείδιο του άνθρακα σε συγκέντρωση 4-5%.
Εξ αιτίας του λόγου αυτού (παρουσίας αυξημένου ποσοστού διοξειδίου του άνθρακα στο χώρο εργασίας του έργου στη χ.θ. 1+757) μειώθηκε η παραγωγικότητα του έργου, διότι το ανθρώπινο δυναμικό (εργάτες και χειριστές μηχανημάτων) παραπονιόνταν ότι δεν μπορούσαν να εργασθούν λόγω δύσπνοιας και κόπωσης. Οι επιβλέποντες μηχανικοί του έργου...
έλεγξαν τη συντήρηση των μηχανημάτων για να εξακριβώσουν μήπως οι δυσμενείς ατμοσφαιρικές συνθήκες οφείλονταν σε εκπομπές καυσαερίων απ' αυτά. Ο έλεγχος απέβη αρνητικός, διότι διαπιστώθηκε ότι εκτός της σήραγγας λειτουργούσαν άψογα. Τουναντίον εντός αυτής, στην ως άνω χιλιομετρική θέση, υπήρχε δυσχέρεια θέσεώς τους σε λειτουργία, διότι ξαφνικά σταματούσαν λόγω διακοπής τροφοδοσίας του κινητήρα τους.
Παράλληλα οι εργαζόμενοι παραπονιόνταν για λιποθυμικές τάσεις. Μετά ταύτα οι επιβλέποντες το έργο μηχανικοί προέβησαν με ανιχνευτικό εξοπλισμό σε μέτρηση του οξυγόνου στον ατμοσφαιρικό αέρα στο σημείο αυτό και οι μετρήσεις έδειξαν ότι το οξυγόνο είχε μειωθεί σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα, δηλαδή σε 14% αντί του κανονικού 21% και 19,5% σύμφωνα με το π.δ/γμα 225/1989 για τους εργαζομένους σε υπόγειους χώρους εργασίας, ενώ το διοξείδιο του άνθρακα είχε αυξηθεί σε 4%-14%.
Για την καταστολή του φαινομένου και την αντιμετώπιση του προβλήματος αύξησαν αμέσως (τετραπλασίασαν) την ισχύ των ανεμιστήρων του συστήματος αερισμού και ζήτησαν από την εξειδικευμένη σε μετρήσεις αερίων εταιρεία με την επωνυμία "ΕΠΕΜ ΑΕ", καθώς και από την εταιρεία "ENCO ΕΠΕ", αλλά και από το εργαστήριο μεταλλευτικής τεχνολογίας και περιβαλλοντικής τεχνολογίας του Εθνικού Μετσόβειου Πολυτεχνείου, να διενεργήσουν μετρήσεις στο χώρο, να τις ερμηνεύσουν και να αξιολογήσουν το σύστημα αερισμού στην υπό διάνοιξη σιδηροδρομική σήραγγα.
Οι μετρήσεις κατέδειξαν τα αυτά ως άνω αποτελέσματα, τα οποία διαπίστωσε και ο διορισθείς με την υπ' αριθ. 508/2006 προδικαστική απόφαση του δικαστηρίου πραγματογνώμων Β. Κ., διπλωματούχος χημικός μηχανικός Ε.Μ.Π., κατά την αυτοψία που διενήργησε σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο (27.9.2006) και γνωμοδότησε ότι στο επίδικο τμήμα του έργου κατά τη διάνοιξη αυτού το ποσοστό του οξυγόνου στον ατμοσφαιρικό αέρα ήταν της τάξεως των 11%, 7% και 5%, ενώ του διοξειδίου του άνθρακα ήταν της τάξεως των 10%, 14% και 16% αντίστοιχα, ότι το φαινόμενο της εμφανίσεως του διοξειδίου του άνθρακα στο επίδικο τμήμα της υπό διάνοιξης σήραγγας ήταν διαρκές από το Φεβρουάριο του 2004 έως την ημέρα της αυτοψίας (27.9.2006), η ένταση όμως του φαινομένου μειώθηκε αποκλειστικά και μόνο από τα μετέπειτα κατασκευασθέντα έργα της επένδυσης και στεγανοποίησης της κοίλης επιφάνειας της σήραγγας, ότι φαινόμενο έκλυσης διοξειδίου του άνθρακα δεν έχει εμφανισθεί σε μεγάλες ποσότητες και για μεγάλη χρονική διάρκεια ροής σε ασβεστολιθικά πετρώματα, όπως είναι αυτά της επίδικης σήραγγας, αλλά και της ευρύτερης περιοχής αυτής, ότι η έκλυσή τους στο επίδικο τμήμα του έργου δεν οφείλεται σε οποιαδήποτε γεωλογική διεργασία, ότι η πηγή και η αποκλειστική αιτία εμφάνισης του φαινομένου ήταν η μετανάστευση του διοξειδίου του άνθρακα από τον πυθμένα της παλαιάς χωματερής του Σχιστού διαμέσου των ασυνεχειών των πετρωμάτων και μάλιστα η βίαιη υπό πίεση μετανάστευση και εκτόνωση των πιέσεων της χωματερής προς τη σήραγγα με την έκλυση του διοξειδίου του άνθρακα.
Ειδικότερα: Α) Σε σχέση με την αιτία αυτή σημειώνονται τα κάτωθι: Σε οριζόντια απόσταση 500 μέτρων περίπου από το επίδικο τμήμα της υπό διάνοιξης σήραγγας και σε υψομετρική διαφορά (άνω της σήραγγας) 100 μέτρων περίπου βρίσκεται ο χώρος διάθεσης απορριμμάτων (Χ.Δ.Α.) του Σχιστού, η λειτουργία του οποίου διακόπηκε το έτος 1990.
Ο χώρος αυτός μετά τη διακοπή της λειτουργίας του καλύφθηκε με στρώσεις προστασίας και γαιώδους υλικού ανάπτυξης φυτεύσεων (επιχωματώσεις). Αυτός είχε δεχθεί κατά τη λειτουργία του μεγάλες ποσότητες στερεών αποβλήτων της τάξεως των 8.000.000 τόνων. Οι ασβεστόλιθοι της περιοχής της σήραγγας ανήκουν στους υδροπέρατους σχηματισμούς και εμφανίζουν έντονο κερματισμό, πολλές διαρρήξεις, ρηγματώσεις, πτυχές, διακλάσεις και ασυνέχειες, με αποτέλεσμα την εύκολη κίνηση και διείσδυση υγρών και αερίων δια μέσου των πάσης φύσεως ασυνεχειών των πετρωμάτων αυτών.
Ετέρωθεν τα θαμμένα οργανικά συστατικά αποσυντίθενται από αναερόβιους μικροοργανισμούς σε μια διεργασία που διαρκεί χρόνια. Κατά τη διεργασία αυτή παράγονται και μικρομοριακές ενώσεις, όπως το διοξείδιο του άνθρακα, το μεθάνιο κλπ. Το ειδικό βάρος του μεθανίου είναι 0,55 και του διοξειδίου του άνθρακα 1,527, δηλαδή είναι βαρύτερο του μεθανίου κατά 200% περίπου.
Ως εκ τούτου εντός της χωματερής κατά την αερόβια, αλλά κυρίως κατά την εναερόβια αποδόμηση των απορριμμάτων το διοξείδιο του άνθρακα συμπιέζεται στα κάτω στρώματα αυτής και το μεθάνιο στα άνω στρώματα. Οι μεγάλες πιέσεις που αναπτύσσονται από την παραγωγή και έκλυση των ανωτέρω αερίων στο σώμα της χωματερής εκτονώνονται στις πλαϊνές επιφάνειες και στο πυθμένα της, αφού δεν υπάρχει έξοδος προς την επιφάνεια, με αποτέλεσμα το διοξείδιο του άνθρακα, που βρίσκεται στα κατώτερα στρώματα, από τη μέση του βάθους και κάτω, να εισέρχεται στα διαπερατά πετρώματα και να διαχέεται πλάγια με τάση προς τα βαθύτερα μέρη και δη στο πλησιέστερο τμήμα της σήραγγας προς τη χωματερή, που ήταν και το επίδικο τμήμα, όπου εμφανίστηκαν οι δυσμενείς συνθήκες στον ατμοσφαιρικό αέρα.
Με τη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα συμπορεύονται και: 1) η από Οκτωβρίου 2004 έκθεση της ανώνυμης εταιρείας "ΕΠΕΜ ΑΕ" και 2) η από Σεπτεμβρίου 2004 τεχνική έκθεση του ερευνητικού προγράμματος του προαναφερθέντος εργαστηρίου του Ε.Μ.Π., που θεωρεί "σύμφωνα με τα δεδομένα για τις περιβάλλουσες του έργου χρήσεις γης πιθανότερη πηγή προέλευσης του διοξειδίου του άνθρακα την παρακείμενη χωματερή του Σχιστού, λαμβάνοντας υπόψη α) ότι τα αποτιθέμενα στη χωματερή απορρίμματα έχουν δυνατότητα παραγωγής μεγάλων ποσοτήτων διοξειδίου του άνθρακα, β) ότι το φαινόμενο εκδηλώθηκε όταν ο άξονας της σήραγγας έφθασε στην πλέον πλησιέστερη περιοχή από τη χωματερή, γ) τη φύση και τα χαρακτηριστικά του γεωλογικού σχηματισμού, δ) ότι η σήραγγα βρίσκεται σε χαμηλότερο απόλυτο υψόμετρο από τον πυθμένα της χωματερής, ο οποίος σημειώνεται ότι δεν είναι στεγανοποιημένος.
Τα ως άνω συμπλέοντα επιστημονικά συμπεράσματα έρχονται σε αντίθεση μόνο με την μελέτη του γεωλόγου του Ι.Γ.Μ.Ε. Δρ. Β., ο οποίος στην από 9.5.2007 έκθεσή του συμφωνεί με τις μετρήσεις του πραγματογνώμονος σε σχέση με τις τιμές συγκέντρωσης του διοξειδίου του άνθρακα στο επίδικο τμήμα της σήραγγας, υποστηρίζοντας ότι πιθανή πηγή του είναι τα βαθύτερα τμήματα του ασβεστολιθικού σχηματισμού που διατέμνει τη σήραγγα.
Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι με την υπ' αριθ. 713/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, που έκρινε άλλη οικονομική διαφορά των αυτών διαδίκων, διορθωτικής επέμβασης στο ύψος του κόστους του έργου, κρίθηκε ότι η μετανάστευση του διοξειδίου του άνθρακα προέρχεται από τον πυθμένα της παλαιάς χωματερής του Σχιστού δια μέσου των ασυνεχειών των πετρωμάτων.
Β) Σε σχέση με την επάρκεια του κυκλώματος αερισμού, σύμφωνα με τα μέτρα που έλαβε η ανάδοχος και τον ενδεδειγμένο τρόπο αντιμετώπισης του σχετικού προβλήματος κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου της διάνοιξης του επίδικου τμήματος της σήραγγας: Σύμφωνα με το άρθρ. 80.6.1.1 της Τ.Σ.Υ. "ο ανάδοχος θα μελετήσει, θα προμηθεύσει, θα εγκαταστήσει και θα λειτουργήσει συστήματα αερισμού κατά τη διάνοιξη της σήραγγας...
Όταν από τους σχετικούς ελέγχους διαπιστώνεται ότι ο φυσικός αερισμός της σήραγγας δεν επαρκεί, πρέπει αμέσως να γίνεται εξυγίανση της ατμόσφαιρας με τεχνητό αερισμό. Ο τεχνητός αερισμός αποσκοπεί στα ακόλουθα: α) να δώσει στους εργαζομένους αέρα καθαρό, σε αντικατάσταση αυτού που έχει χρησιμοποιηθεί από τους ίδιους ή έχει απορροφηθεί από τα αέρια και τα νερά που τυχόν αναβλύζουν, β) να διαλύσει και να απομακρύνει αέρια και κονιορτούς που παράγονται από την εργασία, τις εκρήξεις ή αναδίδονται από το έδαφος...".
Στο δε άρθρ. 80.6.1.2 ορίζεται ότι "σε περίπτωση που ανιχνευθεί ή αναμένεται η παρουσία μεθανίου, η παραπάνω τιμή (μέση ταχύτητα αέρα στη μεγαλύτερη διατομή εκσκαφής) θα είναι 50cm/sec". Τέλος στο άρθρ. 1.3.34 των Γενικών Όρων του Τιμολογίου Προσφοράς αναφέρεται ότι "για τις εργασίες που εκτελούνται σε σήραγγες περιλαμβάνονται ανηγμένα όλες οι δαπάνες εξασφάλισης επαρκούς φωτισμού, αερισμού διαμήκους αποστράγγισης-αποχέτευσης σήραγγας και όλων των ενδεδειγμένων μέτρων ασφαλείας, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και τους όρους δημοπράτησης".
Το επίδικο τμήμα βρίσκεται στο δεύτερο μέτωπο διάνοιξης της όλης σήραγγας, το οποίο αρχίζει από τη σήραγγα αερισμού και διαφυγής (Σ.Α.Δ.) μήκους 170 μέτρων στη χ.θ. 1+757. Κατά τη διάνοιξη της σήραγγας μέχρι την ως άνω θέση, όπου εμφανίστηκε το πρόβλημα, το υφιστάμενο κύκλωμα αερισμού λειτουργούσε κανονικά και ελεγχόταν και από τους παριστάμενους επιβλέποντες μηχανικούς της καθ' ης η προσφυγή.
Σύμφωνα με το υπ' αριθ. 99 Φ.2/1036/10.5.2002 έγγραφο των προσφευγουσών προς την καθ' ης με θέμα "Μεθοδολογία διάνοιξης και άμεσης υποστήριξης σηράγγων", όπου αναφέρεται το θέμα αερισμού, προτείνεται και γίνεται αποδεκτό για μήκος σήραγγας 1000 μέτρων σύστημα αερισμού με δυο ανεμιστήρες ονομαστικής ισχύος 2Χ21=42 ΚW με διαδρομή ο ένας να τοποθετηθεί έξω από το στόμιο της σήραγγας και ο άλλος στα 500 μέτρα περίπου μέσα στη σήραγγα από τον προηγούμενο.
Μετά την εμφάνιση της έκλυσης του διοξειδίου του άνθρακα οι προσφεύγουσες προέβησαν σε βελτιώσεις στο κύκλωμα του αερισμού, όπως η αλλαγή πτερυγίων στους ανεμιστήρες, η αύξηση της διαμέτρου του εύκαμπτου αγωγού από 1200mm σε 1400mm και η προσθήκη ενός ακόμη σταθερού ανεμιστήρα, εν σειρά, ισχύος 30 KW και ενός δίδυμου μεταθετού ανεμιστήρα ισχύος 2Χ15 KW.
Η συνολική ονομαστική ισχύς των ανεμιστήρων ανήλθε σε δύναμη 160 KW, δηλαδή τέσσερις φορές επιπλέον της προβλεπόμενης (42KW), χωρίς όμως να επιφέρει ουσιαστικά αποτελέσματα. Η ουσιαστική βελτίωση δεν επερχόταν, διότι είχαν αλλάξει τα δεδομένα της ροής των αερίων εντός αυτής μετά την έκλυση μεγάλων ποσοτήτων διοξειδίου του άνθρακα.
Ειδικότερα αφού το ειδικό βάρος του διοξειδίου του άνθρακα είναι κατά 52% μεγαλύτερο του αέρα, οι μεγάλες ποσότητες του διοξειδίου του άνθρακα καταλάμβαναν τα κατώτερα στρώματα της σήραγγας, με αποτέλεσμα το σύστημα αερισμού να μετακινεί πολύ ευκολότερα προς την έξοδο τις μάζες αέρα, που ήταν πάνω από το διοξείδιο του άνθρακα, χωρίς να μπορεί να απομακρύνει άμεσα το τελευταίο.
Η ανάδοχος λόγω του αιφνίδιου και απρόβλεπτου ως άνω γεγονότος αντιμετώπισε το πρόβλημα με τον πλέον πρόσφορο τρόπο, δηλαδή της βελτιώσεως και αυξήσεως σημαντικά της ισχύος των ανεμιστήρων. Άλλη τροποποίηση του κυκλώματος αερισμού με εκτροπή ή παρεμπόδιση της ροής του αερίου προς τη σήραγγα με τεχνητά φράγματα ή απομάκρυνση του αερίου μέσω κατακόρυφων ή οριζόντιων γεωτρήσεων, η οποία θα εξασφάλιζε ικανοποιητικές συνθήκες εργασίας για την ολοκλήρωση του έργου, δεν αποτελούσε ενδεδειγμένη λύση κατά τη φάση λειτουργίας της σήραγγας, λόγω της ιδιαίτερης δαπανηρότητας της επιλογής αυτής και του απαιτούμενου χρόνου των εργασιών της.
Η έκλυση τόσο μεγάλων ποσοτήτων διοξειδίου του άνθρακα στο επίδικο τμήμα του έργου δεν αποτελούσε σύνηθες ή αναγνωρισμένο ή προβλεπόμενο φαινόμενο, αλλά οφειλόταν αποκλειστικά και μόνο σε εξωγενή και απρόβλεπτο παράγοντα (παλαιά χωματερή Σχιστού), ο οποίος δεν ήταν δυνατόν να εκτιμηθεί και να αξιολογηθεί πριν από την εμφάνισή του.
Ο ισχυρισμός της καθ' ης η προσφυγή ότι η εισροή του διοξειδίου του άνθρακα δεν στοιχειοθετεί εξωγενή και απρόβλεπτο παράγοντα, διότι αφενός οφειλόταν σε παραγωγή του διοξειδίου του άνθρακα εντός αυτής (σήραγγας) από τις κατασκευαστικές δραστηριότητες και αφετέρου η ίδια όφειλε, σύμφωνα με τους προπαρατεθέντες όρους της Τ.Σ.Υ.
να εξυγιάνει την ατμόσφαιρα με τεχνητό αερισμό και όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα ασφάλειας και ειδικότερα μόλις εμφανίστηκε το φαινόμενο αυτό έπρεπε να υποβάλει νέα μελέτη αερισμού και τροποποίηση της εγκαταστάσεως του συστήματος, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος για τους προεκτεθέντες λόγους. Εξ άλλου ουδόλως πιθανολογήθηκε και ο ισχυρισμός της ότι χρησιμοποιούσε η ανάδοχος για τη διάνοιξη της σήραγγας μηχανήματα ισχύος 600 HP και όχι 263 HP, η ισχύς των οποίων συνέβαλε στη δημιουργία του δυσμενούς αυτού ατμοσφαιρικού φαινομένου...
Σημειώνεται ότι το φαινόμενο αυτό απασχόλησε και το 11ο Διεθνές Συνέδριο των Κέντρων Ερευνών Υπόγειων Χώρων που κατέληξε στο συμπέρασμα ότι "ένας απρόβλεπτος παράγων, δηλαδή εισροή διοξειδίου του άνθρακα, διατάραξε το σχεδιασμένο σύστημα αερισμού με αποτέλεσμα κακές συνθήκες ασφάλειας και ότι για να ξεπερασθεί το πρόβλημα θα έπρεπε να γίνουν σοβαρές τροποποιήσεις που θα κόστιζαν χρόνο και χρήμα...".
Γ) Σε σχέση με την οικονομική επιβάρυνση του κόστους του έργου του επίδικου τμήματος με το κόστος κατασκευής του υπόλοιπου τμήματος του έργου που δεν επηρεάστηκε από την εμφάνιση αυξημένης ποσότητας διοξειδίου του άνθρακα: Κατά το χρονικό διάστημα από 1.9.2003 έως 12.2.2004, που οι συνθήκες εργασίας διάνοιξης της σήραγγας ήταν ομαλές, είχαν κατασκευασθεί 690,78 μέτρα διάνοιξης της σήραγγας σε 98 εργάσιμες ημέρες.
Αντίστοιχα το χρονικό διάστημα από 13.2.2004, που εμφανίστηκε το πρόβλημα, το οποίο δυσχέρανε τις εργασίες του ανθρώπινου δυναμικού και τη λειτουργία του μηχανολογικού εξοπλισμού, διότι αρκετές εργάσιμες ώρες οι εργαζόμενοι δεν μπορούσαν να εργασθούν κανονικά και τα μηχανήματα να λειτουργήσουν, πολλάκις δε εκκενωνόταν η σήραγγα για μεγάλα χρονικά διαστήματα και γίνονταν διακοπές βάρδιας προκειμένου η σήραγγα να αεριζόταν λόγω των ασφυκτικών συνθηκών που επικρατούσαν εντός αυτής, κατασκευάσθηκαν έως 5.5.2004, δηλαδή σε 68 ημέρες, 223,02 μέτρα διάνοιξης σήραγγας και από 6.5.2004 έως 10.6.2004 κατασκευάσθηκαν 49,93 μέτρα διάνοιξης σήραγγας σε 29 εργάσιμες ημέρες.
Για το χρονικό διάστημα α) από 1.9.2003 έως 12.2.2004 το κόστος ανά μέτρο μήκους σήραγγας ήταν ίσο με 1.823,88 ευρώ [μισθοδοσία προσωπικού 230.315,05 ευρώ + κόστος μηχανημάτων 1.029.588 (10.506 ευρώ Χ 98 εργάσιμες ημέρες) = 1.259.903,05 : 690,78 μέτρα]. Ο ισχυρισμός των προσφευγουσών ότι η ημερήσια δαπάνη του μηχανολογικού εξοπλισμού ανερχόταν στο ποσό των 11.238 ευρώ δεν πιθανολογήθηκε...
β) από 13.2.2004 έως 5.5.2004 το κόστος ανά μέτρο εκσκαφής μήκους σήραγγας ήταν ίσο με 3.741,90 ευρώ [μισθοδοσία προσωπικού 120.000 ευρώ + κόστος μηχανημάτων 714.408 ευρώ (10.506 ευρώ Χ 68 εργάσιμες ημέρες) = 834.408 ευρώ : 223,02 μέτρα], γ) από 6.5.2004 έως 10.6.2004 το κόστος ανά μέτρο εκσκαφής μήκους σήραγγας ήταν ίσο με 7.103 ευρώ [μισθοδοσία προσωπικού 50.000 ευρώ + κόστος μηχανημάτων 304.679 ευρώ (10.506 ευρώ Χ 29 εργάσιμες ημέρες) = 354.674 ευρώ : 49,93 μέτρα].
Η οικονομική ζημιά της αναδόχου κοινοπραξίας για το χρονικό διάστημα από 13.2.2004 έως 5.5.2004 ανέρχεται στο ποσό των 427.645,31 ευρώ (3741,40 - 1823,88 ευρώ = 1.917,52 ευρώ Χ 223,02 μέτρα) και για το χρονικό διάστημα από 6.5.2004 έως 10.6.2004 στο ποσό των 263.586,46 ευρώ (7.103 ευρώ - 1.823,88 ευρώ = 5.279,12 ευρώ Χ 49,93 μέτρα). Δηλαδή συνολικά ζημιώθηκε το ποσό των 691.231,77 ευρώ (427.645,31 + 263.586,46), η οποία προσαυξανόμενη κατά το ποσοστό του εργολαβικού οφέλους και των γενικών εξόδων, που δεν αμφισβητείται ότι είναι 18%, ισούται με 815.653,48 ευρώ (691.231,77 + 124.421,71).
Ο ισχυρισμός των προσφευγουσών ότι η δαπάνη μισθοδοσίας του προσωπικού, που εργαζόταν στην υπό διάνοιξη σήραγγα, ανερχόταν από 13.2.2004 έως 5.5.2004 και από 6.5.2004 έως 10.6.2004 στα ποσά αντίστοιχα των 152.389,70 και 64.877,30 ευρώ δεν πιθανολογείται βάσιμος... Αλλά και ο ισχυρισμός της καθ' ης ότι η τυχόν οικονομική ζημιά των προσφευγουσών ανέρχεται στο ποσό των 371.633,28 ευρώ, που υπολογίζεται με βάση ημερήσια αποζημίωσή τους και μάλιστα για καθυστέρηση εργασιών στη σήραγγα 25 ημερών, δεν πιθανολογείται βάσιμος, διότι το έργο ανατέθηκε ως ποσοτική εκτέλεση διάνοιξης υπόγειας σήραγγας χ.θ. 0+000 έως χ.θ.6+000 και η ζημιά υπολογίζεται με βάση τη μείωση της παραγωγικότητας σε μέτρα εκσκαφής κατά το χρόνο διάρκειας του απρόβλεπτου εξωγενούς παράγοντα και όχι με καθυστέρηση εργασιών για 29 ημέρες, που ισχυρίζεται αορίστως και αβασίμως η καθ' ης.
Δ) Σύμφωνα με το άρθρ. 288 ΑΚ, που αποτελεί κανόνα αναγκαστικού δικαίου τόσο υπέρ του οφειλέτη όσο και υπέρ του δανειστή και ορίζει ότι ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, το δικαστήριο προσδιορίζει, ακόμη και κατ' απόκλιση των συμφωνηθέντων, την συμφωνηθείσα παροχή ή αντιπαροχή δια της περιστολής ή επεκτάσεώς της ή της συμπληρώσεώς της, διορθωτικά, όταν τούτο επιβάλλει η καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών.
Η αρχή αυτή ισχύει για κάθε σύμβαση και περιλαμβάνει και την σύμβαση της μισθώσεως δημόσιου έργου, όταν άνευ υπαιτιότητας των συμβαλλομένων, εν όψει του προς εξέταση αντικειμένου και των δια ταύτην υπαρχόντων τεχνικών μέσων, δεν καθίσταται δυνατή η ακριβής διαπίστωση των επηρεαζόντων το κόστος του έργου και συντελούντων στον προσδιορισμό της συμφωνηθείσης αμοιβής του εργολάβου στοιχείων και εκ του λόγου τούτου επέρχεται, από τις ανυπαιτίως μη προβλεφθείσες δυσμενείς συνθήκες, ζημιά στον εργολάβο κατά την εκτέλεση του έργου λόγω αυξήσεως του προβλεφθέντος κόστους, υπερβαίνουσα (η ζημιά) τον κατά τα συναλλακτικά ήθη αναλαμβανόμενο απ' αυτόν κίνδυνο, οπότε περιορίζεται αυτή, αυξανομένης προς τούτο της αμοιβής του".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την ένδικη προσφυγή και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει νομιμοτόκως στις αναιρεσίβλητες το παραπάνω ποσό των 815.653,48 ευρώ, αναγνωρίζοντας ότι η εισροή διοξειδίου του άνθρακα στην υπό κατασκευή σήραγγα του έργου αποτελεί φαινόμενο απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών που δικαιολογεί την επιδίκαση σ' αυτές του εν λόγω ποσού πρόσθετης αποζημίωσης.
Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι απρόοπτη μεταβολή στις συνθήκες εκτέλεσης του επίδικου έργου συνιστά η ύπαρξη όχι βέβαια αυτής καθαυτής της παλαιάς χωματερής του Σχιστού πλησίον του έργου, όπως φαίνεται να αντιλαμβάνεται η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης και με τον τρίτο των πρόσθετων λόγων της, αλλά η συγκέντρωση στον πυθμένα της χωματερής μεγάλων ποσοτήτων διοξειδίου του άνθρακα, οι οποίες διαμέσου των ασυνεχειών των ασβεστολιθικών πετρωμάτων του υπεδάφους εκτονώθηκαν βίαια στο χώρο της σήραγγας του έργου, όπου η συγκέντρωσή τους υπερέβη το όριο ασφάλειας για τους εκεί εργαζομένους, προκαλώντας σ' αυτούς αναπνευστικά προβλήματα, αλλά και προβλήματα λειτουργίας στα μηχανήματα του έργου, αφού το σύστημα εξαερισμού της σήραγγας, που εκπληρώνοντας συμβατική τους υποχρέωση είχαν εγκαταστήσει και ακολούθως ενισχύσει οι αναιρεσίβλητες, δεν μπορούσε και δεν όφειλε να ανταποκριθεί στις εξαιρετικές αυτές συνθήκες συγκέντρωσης διοξειδίου του άνθρακα, με συνέπεια να μειωθεί το παραγωγικό αποτέλεσμα του έργου σε ημερήσια βάση μ' αντίστοιχη έτσι αύξηση του κόστους ανά μονάδα παραγόμενου έργου, δηλαδή για κάθε μέτρο διάνοιξης της σήραγγας το κόστος ήταν πλέον συγκριτικά υπέρτερο, γεγονός που επιβάρυνε τις αναιρεσίβλητες με συνολικό κατασκευαστικό κόστος 815.653,48 ευρώ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 288 ΑΚ και 10§10 ν. 1418/1984, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, δέχθηκε ότι η εμφάνιση αυξημένων ποσοτήτων διοξειδίου του άνθρακα στην κατασκευαζόμενη υπόγεια σήραγγα σύνδεσης του λιμένα Ν.
Ικονίου με το σιδηροδρομικό δίκτυο της περιοχής συνιστά γεγονός απρόβλεπτης μεταβολής των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης των διαδίκων, που κατέστησε την παροχή των αναιρεσιβλήτων ουσιωδώς δυσανάλογη σε σχέση με την αντιπαροχή της αναιρεσείουσας, γι' αυτό και αναπροσάρμοσε την αντιπαροχή της, ώστε κατά τις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης να βρίσκεται σε σωστή ανταλλακτική σχέση με την παροχή των αντιδίκων της, μετακυλίοντας προς το σκοπό αυτό στην ίδια το επιπλέον κατασκευαστικό κόστος, με το οποίο οι αναιρεσίβλητες επιβαρύνθηκαν προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις δυσμενείς συνέπειες από το ως άνω απρόβλεπτο γεγονός.
Η αναπροσαρμογή της αντιπαροχής της αναιρεσείουσας στην έκταση αυτή, δηλαδή λαμβάνοντας το Εφετείο υπόψη μόνο την αύξηση του κόστους ανά μονάδα παραγόμενου έργου κατά το χρονικό διάστημα από 13.2.2004 έως 10.6.2004, χωρίς αναγωγή κατά τα λοιπά στο συνολικό κόστος του έργου, δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας κατά την εφαρμογή της γενικής ρήτρας του άρθρ. 288 ΑΚ στη συγκεκριμένη περίπτωση και δεν καθιστά ασήμαντη τη διατάραξη στη σχέση παροχής και αντιπαροχής των μερών, ώστε να μην απαιτείται η αναπροσαρμογή της αντιπαροχής, αφού η διορθωτική παρέμβαση του δικαστηρίου μπορεί να γίνει σε κάθε στάδιο εκτέλεσης του έργου (πρβλ.
ΣτΕ 413/2003) και στην ίδια έκταση θα είχε ασφαλώς προϋπολογισθεί εξ αρχής η αντιπαροχή της αναιρεσείουσας, αν μπορούσε να προβλεφθεί το γεγονός που προκάλεσε συγκριτικά την αύξηση του κατασκευαστικού κόστους. Επομένως τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, καθώς και με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο, ενδέκατο και δωδέκατο των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους αποδίδονται πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι αυτοί.
Βέβαια η εφετειακή απόφαση χαρακτηρίζει ως αποζημίωση το ποσό που επιδίκασε για την άνω αιτία στις αναιρεσίβλητες και κατά τούτο δεν κυρολεκτεί, όπως επισημαίνει και η αναιρεσείουσα με τον έβδομο των πρόσθετων λόγων της, όμως είναι αναμφίβολο ότι πρόκειται για αναπροσαρμογή της αντιπαροχής της στο πλαίσιο του άρθρ. 288 ΑΚ και στο μέτρο που ο κρίσιμος παράγων, δηλαδή το κόστος ανά μονάδα παραγόμενου έργου κατά τις εργασίες εκσκαφής και αντιστήριξης της σήραγγας το χρονικό διάστημα από 13.2.2004 έως 10.6.2004, επηρεάσθηκε από την απρόβλεπτη μεταβολή των συνθηκών εκτέλεσης του επίδικου έργου.
Συνεπώς είναι αλυσιτελή τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον πρόσθετο αυτό λόγο, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη αδυναμία επιδίκασης αποζημίωσης κατ' εφαρμογή του άρθρ. 288 ΑΚ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και πρέπει έτσι να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο πρόσθετος αυτός λόγος. 3.Το δικαίωμα για την άσκηση αναίρεσης και γενικότερα ένδικων μέσων δεν έχει συνταγματική κατοχύρωση, αφού ναι μεν το άρθρ. 20§1 του Συντάγματος επιβάλλει στην Πολιτεία την υποχρέωση παροχής στους πολίτες ένδικης έννομης προστασίας προς επίλυση των ιδιωτικών διαφορών τους, αναγνωρίζοντας σ' αυτούς αντίστοιχο δημόσιο δικαίωμα, όμως στο νομοθέτη εναπόκειται, κατ' αρχήν, να κρίνει αν, πόσα και ποια ένδικα μέσα θα χορηγήσει, καθώς και για ποιους λόγους, συνεκτιμώντας ενδεχομένως την αξία του αντικειμένου της διαφοράς και το είδος της διαδικασίας με την οποία η υπόθεση δικάζεται.
Το ίδιο ισχύει και στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ (κύρωση με ν.δ. 53/1974), που αναγνωρίζει μεν με το άρθρ. 6§1 το δικαίωμα στα πρόσωπα για δικαστική επίλυση των ιδιωτικών διαφορών τους σε συνθήκες δίκαιης δίκης, στην έννοια όμως αυτής δεν περιλαμβάνεται και η πρόβλεψη οπωσδήποτε ένδικων μέσων. Ανάλογα και η θέσπιση περιορισμών στην απόδειξη ή η επιλογή της πιθανολόγησης ως συστήματος απόδειξης δεν παραβιάζουν εξ ορισμού τις αρχές της δίκαιης δίκης, εφόσον δεν έχουν ως στόχο να καταστρατηγήσουν, αλλά να διασφαλίσουν κατά περίπτωση τις αρχές της, επιταχύνοντας χωρίς σοβαρούς κινδύνους τη δικαστική διαδικασία και συντελώντας έτσι στην απονομή ουσιαστικότερης δικαιοσύνης, όπως συμβαίνει με τις διαφορές από τις συμβάσεις κατασκευής δημόσιου έργου, που απαιτούν γρήγορη εκκαθάριση.
Συνεπώς δεν είναι αντισυνταγματικές και αντίθετες προς την επιταγή της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη οι τροποποιημένες με το άρθρ. 3§3 ν.2940/2001 διατάξεις των παραγράφων 4,5 και 6 του άρθρ. 13 ν. 1418/1984 για τα δημόσια έργα, που ορίζουν, μεταξύ άλλων, ότι το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, ότι η απόφαση εκδίδεται το ταχύτερο και αρκεί πιθανολόγηση και ότι η αίτηση αναίρεσης κατά των αποφάσεων του πολιτικού εφετείου επιτρέπεται μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρ. 559 αριθ. 1 έως 7, 9, 16, 17 ,19 και 20 ΚΠολΔ.
Η αναιρεσείουσα αποδίδει με τον ένατο των πρόσθετων λόγων της πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση από τους αριθμούς 8β, 10 και 12 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και άφησε αδίκαστο τον ισχυρισμό της ότι "δεν συντρέχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της έκλυσης διοξειδίου και αύξησης του κόστους του έργου", με αποτέλεσμα να δεχθεί χωρίς απόδειξη και αντίθετα προς το περιεχόμενο της έκθεσης του ΙΓΜΕ την ύπαρξη τέτοιας συνάφειας.
Σύμφωνα όμως με όσα προεκτέθηκαν, στο πλαίσιο της παρούσας δίκης αποκλείονται από τη διάταξη του άρθρ. 13§6 ν. 1418/1984 τέτοιοι λόγοι και συνεπώς είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο ένατος των πρόσθετων λόγων της αναιρεσείουσας, ο οποίος δεν αφορά σε κάθε περίπτωση αυτοτελή ισχυρισμό της κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 8 και 10 ΚΠολΔ, αλλά απλό αρνητικό ισχυρισμό της. 4.
Η αναιρεσείουσα αρνείται ουσιαστικά με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και με τους όγδοο και δέκατο των πρόσθετων λόγων της την εγκατάσταση από τις αναιρεσίβλητες επαρκούς συστήματος εξαερισμού στη σήραγγα του έργου, αμφισβητώντας έτσι ανεπίτρεπτα την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς το ζήτημα αυτό κρίση του Εφετείου (άρθρ.561§1 ΚΠολΔ) και μάλιστα θεωρεί ότι η αθέτηση της σχετικής συμβατικής υποχρέωσης των αντιδίκων της συνιστά δικό τους πταίσμα, το οποίο αν και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις της στο Εφετείο, έμεινε αδίκαστος ο σχετικός ισχυρισμός της.
Ωστόσο ισχυρισμός για οικείο πταίσμα των αναιρεσιβλήτων δεν διατυπώθηκε σαφώς με το κύριο σώμα των προτάσεων της αναιρεσείουσας στο Εφετείο, όπως από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεών της προκύπτει, ενώ εξ άλλου ένας τέτοιος ισχυρισμός, ως διακωλυτικός της επίδικης αξίωσης των αναιρεσιβλήτων, συνιστά πράγμα κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ και ιδρύει συνεπώς λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8 και όχι 9 του άρθρου αυτού, όπως εσφαλμένα η αναιρεσείουσα υπολαμβάνει, αφού ως αίτηση αδίκαστη, που δημιουργεί το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 9 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, νοείται μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία.
Όμως λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ είναι ανεπίτρεπτος κατά τη διάταξη και πάλι του άρθρ. 13§6 ν. 1418/1984 και πρέπει έτσι να απορριφθούν σε κάθε περίπτωση ως απαράδεκτοι ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, ο όγδοος των πρόσθετων λόγων και κατά το πρώτο σκέλος του και ο δέκατος των πρόσθετων επίσης λόγων (από τους οποίους μάλιστα ο όγδοος αντιστοιχίζεται με ανύπαρκτο όγδοο λόγο της αίτησης αναίρεσης), ενώ απαράδεκτα στην αναιρετική δίκη (άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ) προτείνεται από την αναιρεσείουσα σε επίσχεση της επίδικης απαίτησης των αναιρεσιβλήτων ισόποση κατ' αυτών απαίτησή της.
Επίσης απαράδεκτος και απορριπτέος είναι ο δέκατος των πρόσθετων λόγων και κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο, κατ' εκτίμηση, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων της αναιρεσείουσας, τους οποίους δεν κατονομάζει, καθώς και το περιεχόμενο της υπ' αριθ. 73469/27.1.2006 απόφασης του Διευθύνοντος Συμβούλου και Γενικού Διευθυντή της αναιρεσείουσας, αφού κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ έγγραφα των οποίων η παραμόρφωση του περιεχομένου ιδρύει το σχετικό λόγο αναίρεσης είναι εκείνα μόνον που χαρακτηρίζονται κατά τα άρθρ. 339 και 432 επ.
του ΚΠολΔ ως αποδεικτικά έγγραφα και όχι (και) εκείνα που αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και οι ένορκες βεβαιώσεις τρίτων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου. Εξ άλλου δεν γίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου η οποιαδήποτε αναφορά στο περιεχόμενο της υπ' αριθ. 73469/27.1.2006 απόφασης του Διευθύνοντος Συμβούλου και Γενικού Διευθυντή της αναιρεσείουσας, ώστε να μπορεί να τεθεί θέμα παραμόρφωσης του εγγράφου αυτού με τη μορφή της ελλιπούς παράθεσης του περιεχομένου του, όπως στηριζόμενη σε εσφαλμένη προϋπόθεση υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα και ούτε βέβαια είχε λόγο το Εφετείο να αναφερθεί στην παραπάνω απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε άσχετη με την παρούσα υπόθεση ένσταση των αναιρεσιβλήτων, δηλαδή η από 29.11.2005 ένστασή τους, που αφορά την υπόθεση των διαδίκων για την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθ.713/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Πρέπει επομένως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, δηλαδή κατά τους αρχικούς και τους πρόσθετους λόγους της, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά τους (άρθρ. 176,183,189§1,191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24.9.2008 αίτηση και τους από 9.12.2009 πρόσθετους λόγους της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΑ ΟΣΕ Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 324/2008 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011, όπου και δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21.7.2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ