1289/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1289/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, κατά τα αναφερόμενα από το αναιρεσείον στο λόγο αυτό, την περί αοριστίας της αγωγής ένστασή του, προέβαλε το αναιρεσείον απαραδέκτως το πρώτο στο Εφετείο με τις προτάσεις του και όχι με ειδικό ή πρόσθετο λόγο.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1289 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1289/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Δημήτριο Καμάρη, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1, οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Τιμόθεο Μυλωνά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-5-1993 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8952/1993, 1354/1998 προδικαστικές 6478/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 4662/2001 προδικαστική και 2624/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 18-4-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 24-9-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 2 ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 ν. 2721/1999, το κατά την παράγραφο 3 του πρώτου από τα άρθρα αυτά αρμόδιο τμήμα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους μέσα σε τρείς μήνες από την άσκηση της αναίρεσης αποφαίνεται αιτιολογημένα για το κατά τη γνώμη του παραδεκτό της και για το παραδεκτό και βάσιμο τουλάχιστον ενός από τους λόγους της, λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη και τη νομολογία του οικείου δικαστηρίου. Αν μέσα στην ανωτέρω προθεσμία των τριών μηνών ο εξουσιοδοτημένος δικαστικός πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος δεν καταθέσει στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο έχει κατατεθεί η αναίρεση, κυρωμένο αντίγραφο θετικής γνώμης, η αίτηση αναίρεσης θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και δεν διαβιβάζεται στο δικαστήριο που απευθύνεται. Η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση μόνο ως προς τους λόγους του αναιρετηρίου, ως και τους τυχόν προσθέτους, για τους οποίους υπάρχει ήδη θετική γνώμη του αρμοδίου τμήματος του Ν.Σ.Κ. Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. ....... γνωμοδότηση του Β' Τμήματος του Ν.Σ.Κ. προκύπτει, ότι το τμήμα αυτό γνωμοδοτεί, ότι ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο εφετείο η από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ αιτίαση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ερευνάται θεωρούμενος ως μη εισαγόμενος προς συζήτηση.
ΙΙ. Το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σ' αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία και θεμελιώνουν το αίτημα αυτής (ποσοτική και ποιοτική αοριστία) εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η κρίση του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονταν στο δικόγραφο αυτής ή αντιθέτως έκρινε αυτή αόριστη επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα καίτοι διαλαμβάνονταν στην αγωγή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αρ.8 και 14 λόγοι αναίρεσης.
Η αοριστία του δικογράφου της αγωγής, για να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης από τις προαναφερόμενες διατάξεις, πρέπει να έχει προταθεί νομίμως στο πρωτοβάθμιο και να επαναφέρεται στο δευτεροβάθμιο από τον εναγόμενο εκκαλούντα, η εναντίον του οποίου αγωγή του αντιδίκου του έγινε δεκτή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ, με ειδικό λόγο έφεσης ή με δικόγραφο προσθέτων λόγων (σε όσες περιπτώσεις οι πρόσθετοι λόγοι ασκούνται μόνο με αυτοτελές δικόγραφο προσθέτων) και όχι με τις προτάσεις του που κατατίθενται κατά τη συζήτηση της έφεσης.
Για το ορισμένο δε και άρα παραδεκτό του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο περί αοριστίας ισχυρισμός προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο και επαναφέρθηκε στο εφετείο και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον αποδίδει στο εφετείο την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο απέρριψε ένσταση αυτού ως εκκαλούντος, η εναντίον του οποίου αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου έγινε δεκτή με την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, την οποία προέβαλε το πρώτο με τις από 14.12.2004 προτάσεις του στο Εφετείου κατά τη συζήτηση της έφεσής του, περί αοριστίας της εναντίον του αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, κατά τα αναφερόμενα από το αναιρεσείον στο λόγο αυτό, την περί αοριστίας της αγωγής ένστασή του, προέβαλε το αναιρεσείον απαραδέκτως το πρώτο στο Εφετείο με τις προτάσεις του και όχι με ειδικό ή πρόσθετο λόγο.
ΙΙΙ. Ο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Και ναι μεν το δικαστήριο έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα προς για άμεση ή έμμεση απόδειξη.
Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τότε ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το από ......
έγγραφο της Οικονομικής Εφορίας Κρωπίας, το οποίο αυτό επικαλέστηκε και προσκόμισε, προς ανταπόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού του ενάγοντος, ότι ο άμεσος και απώτεροι δικαιοπάροχοί του έγιναν κύριοι των επιδίκων ακινήτων, ως νεμηθέντες αυτά, κατά τον πριν την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα χρονικό διάστημα (23.2.1946), από το έτος 1850, μέχρι και την 11.09.1915, και από το οποίο έγγραφο προκύπτει, ότι ο Οικονομικός 'Εφορος Κρωπίας, προσκαλούσε τον απώτερο δικαιοπάροχο του ενάγοντος Ψ να παράσχει πληροφορίες σχετικά με τα κατεχόμενα και δηλούμενα από αυτόν (Ψ1) ως δημόσια κτήματα στην περιοχή "......".
Από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου προκύπτει, ότι αυτό, δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν τα εξής κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: 'Ότι τα επίδικα ακίνητα, εντός των οποίων υπάρχουν ελαιόδενδρα ηλικίας ήδη άνω των 150 ετών και πηγάδι, αποτελούσαν τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, την οποία κατείχε και ενέμετο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, καλλιεργώντας αυτή με αμπέλι, από το έτος 1850 μέχρι το θάνατό του το έτος 1883, ο απώτερος δικαιοπάροχος του ενάγοντος Ψα(προπάππος του), ο οποίος και έγινε κύριος αυτών με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθείς επί χρονικό διάστημα πλέον της τριακονταετίας συνεχώς, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, μέχρι και την 11.9.19915 (έναρξη ισχύος του ν.
ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν αυτού και του άρθρου 21 ν.δ. 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" με τις οποίες ανεστάλη η χρησικτησία και επι ακινήτων του Δημοσίου). 'Ότι μετά τον θάνατο αδιαθέτου του Ψα, το έτος 1883, τα τέκνα αυτού Ψα1 (παππούς του ενάγοντα), Ψα2, ...., .....
και Ψα3, υπεισήλθαν στην κληρονομία του Ψα με πρόθεση κληρονόμου και συνέχισαν να νέμονται την μεγαλύτερη έκταση, τμήμα της οποίας αποτελούν και τα επίδικα διεκδικούμενα ακίνητα, συνεχίζοντας τις πράξεις νομής του κληρονομηθέντος πατέρα τους, κατά το ανήκον σε καθέναν εξ αδιαιρέτου ποσοστό. 'Ότι το έτος 1896 με το υπ' αριθμ. ......
συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτη Μπάρδη, που μεταγράφτηκε νόμιμα, οι άνω κληρονόμοι Ψα, διένειμαν την κληρονομιαία περιουσία. Με τη διανομή αυτή περιήλθαν στον Ψα1(παππού του ενάγοντος) τρία αγροτεμάχια συνολικού εμβαδού 2.400 τ.μ., αυτός δε το έτος 1910, με συμβόλαιο που καταστράφηκε κατά την πυρπόληση του υποθηκοφυλακείου Κρωπίας από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής, αγόρασε από τις αδελφές του Ψα2 και Ψα3 και τα περιελθόντα σ' αυτές, με την άνω διανομή τεμάχια και έτσι έκτοτε ο Ψα1 έγινε κύριος συνολικής εκτάσεως 7.200 τ.μ.
τμήμα της οποίας αποτελούσαν και τα επίδικα, την οποία αυτός εξακολούθησε να νέμεται μέχρι το έτος 1955, καλλιεργώντας την με κηπευτικά σιτάρι, κριθάρι και άλλα δημητριακά. 'Ότι το έτος 1955, ο εν λόγω Ψα1, με τα υπ' αριθμ. ......, .... και ..... συμβόλαια του συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Δημ. Καζιάνη, νομίμως μεταγραφέντων, επώλησε στα τέκνα του Ψβ (πατέρα του ενάγοντος), ΨΒ1, Ψβ2 και Ψβ3, ποσοστά εξ αδιαιρέτου της έκτασης αυτής και επέμεινε στον ίδιο (πωλητή) το 1/5 εξ αδιαιρέτου, το οποίο το ίδιο έτος (1955) αυτός εδώρησε ατύπως από κοινού στα άνω τέκνα του. 'Ότι ο Ψβ (πατέρας του ενάγοντος) εκ του ανήκοντος σ' αυτόν εξ αδιαιρέτου ποσοστού, επώλησε το έτος 1956 στον ........
ποσοστό 26,92/140, το οποίο ο τελευταίος επώλησε το έτος 1976 στον Γ1. Ο Ψβ2 το έτος 1974, με το υπ' αριθμ. ...... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Μαρίας Μπάτα, νομίμως μεταγραφένος, έδωσε το εξ αδιαιρέτου μερίδιο του ως προίκα στην θυγατέρα του ...... 'Ότι ο Ψβ3 απεβίωσε και με ιδιόγραφη διαθήκη του άφησε το εξ αδιαιρέτου μερίδιό του στα τέκνα του ...., ....
και ....., τα οποία αποδέχτηκαν την κληρονομία και μετέγραψαν τη σχετική υπ' αριθμ. ...... δήλωση αποδοχής ενώπιον του συμβολαιογράφου Κρωπίας Κόνωνος Λεβαντή. Τέλος ο πατέρας του ενάγοντος Ψβ επώλησε στον ενάγοντα με το υπ' αριθμ. ..... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κρωπίας Αικατερίνης Μπουαίμη, νομίμως μεταγραφέντος το εξ αδιαιρέτου μερίδιο του από 8,96/140.
Ότι οι άνω συγκύριοι (ενάγων, Γ1, κληρονόμοι Ψβ3, και Ψβ1) με το υπ' αριθμ. ...... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κρωπίας Κόνωνος Λεβαντή, νομίμως μεταγραφέντος, διένειμαν τα άνω κοινά ακίνητα, τα οποία ήσαν έξι τεμάχια, και με τη διανομή αυτή περιήλθαν στον ενάγοντα τα ήδη επίδικα διεκδικούμενα ακίνητα εμβαδού το ένα 253,50 τ.μ.
και άλλο 585 τ.μ. τα οποία έκτοτε κατείχε και ενέμετο ο ενάγων μέχρι και την άσκηση της αγωγής το έτος 1993. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δέχτηκε ότι ο ενάγων έγινε κύριος των επιδίκων ακινήτων, με παράγωγο τρόπο (αγορά από συγκύριο και διανομή μεταγραφέντων των οικείων συμβολαίων), αλλά και πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), δεχόμενο, ότι ο ενάγων και οι δικαιοπάροχοί του (άμεσος και απώτεροι) ενέμοντο τα επίδικα, σε μεγαλύτερη έκταση, από τους παραπάνω αναφερόμενους χρόνους, με διάνοια κυρίου και με την ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλεται δικαίωμα κυριότητας του Δημοσίου επ' αυτών (καλή πίστη) αρχήθεν από το έτος 1850 μέχρι την εισαγωγή του Α.Κ. (23.2.1946) και με νόμιμο δε τίτλο από της εισαγωγής του Α.Κ.
και εντεύθεν μέχρι και την άσκηση της αγωγής. Στην κρίση του αυτού κατέληξε το Εφετείο και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αφού έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων, και όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, όπως στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται, μεταξύ των οποίων και το επικληθέν και προσκομισθέν από το ενάγον από ......
έγγραφο της Οικονομικής Εφορίας Κρωπίας, με το οποίο ο οικονομικός έφορος προσκαλούσε τον απώτερο δικαιοπάροχο του ενάγοντος Ψ να παράσχει πληροφορίες σχετικά με τα κατεχόμενα και δηλούμενα από αυτόν ως εθνικά κτήματα στη θέση "'....." Αδιστάκτως προκύπτει ότι το έγγραφο αυτό λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αντιμετωπίζεται ειδικώς ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος Δημοσίου ότι τα επίδικα αποτελούν δημόσια κτήματα, και αξιολογούνται τα εκδοθέντα εις βάρος των κληρονόμων Ψ1 πρωτόκολλα κατάληψης και καθορισμού αποζημίωσης, καθώς και οι σχετικές αποφάσεις που εκδόθηκαν επί ανακοπών, δεχόμενο το Εφετείο ότι τα επίδικα ακίνητα δεν ταυτίζονται με εκείνα για τα οποία εκδόθηκαν πρωτόκολλα καθορισμού αποζημίωσης από τον αρμόδιο Οικονομικό 'Εφορο Κρωπίας, ενώ αξιολογείται και η υπ' αριθμ. 16/1978 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, με την οποία έγινε δεκτή ανακοπή των κληρονόμων Ψ1 και ακυρώθηκε το από 17.5.1977 πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης, δεχθέντος του δικαστηρίου εκείνου ότι η φερόμενη ως κατεχόμενη αυθαιρέτως από του τότε ανακόπτοντες έκταση εμβαδού 7.125 τ.μ.
διακατέχεται από εκατονταετίας από τους δικαιοπαρόχους των τότε ανακοπτόντων. Επομένως ο λόγος αυτός (4ος) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
IV. 'Ελλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για την οποία ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.ΠολΔ λόγος αναίρεσης υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στην συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως που εφαρμόστηκε η περί της μη συνδρομής τούτων που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγησή τους το εκ των οποίων πόρισμα εκτίθεται σαφώς. Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντίφασης των αιτιολογιών, ποίες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, στη δε περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αποδίδεται στο εφετείο η αιτίαση, ότι στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών και ειδικότερα διότι, ενώ δέχεται ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος (παππούς) του ενάγοντος Ψ ήταν κύριος εκτάσεως 7.200 τ.μ., στην οποία περιλαμβάνονταν και τα επίδικα ακίνητα, ο δε ενάγων ήταν κύριος ποσοστού 8,96/140 εξ αδιαιρέτου, στο οποίο αναλογούσε έκταση 455 τ.μ.
αντιφατικώς δέχεται ότι με την μεταξύ των συγκυρίων διανομή που έλαβε χώρα το έτος 1981, περιήλθαν στον ενάγοντα τα επίδικα δύο τεμάχια συνολικού εμβαδού 835,50 τ.μ. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι ανάγεται στην εκτίμηση και ανάλυση των αποδείξεων το εκ των οποίων πόρισμα εκτίθεται σαφώς, με τις παραδοχές του εφετείου ότι το επίδικα ακίνητα εμπίπτουν στην ευρύτερη έκταση την οποία από το έτος 1850 μέχρι το έτος 1883 ενέμετο ο Ψα, από το έτος 1883 μέχρι το έτος 1896 τα τέκνα του προαναφερομένου που αναμείχθηκαν στην κληρονομία, από το 1896 μέχρι το 1955 ο Ψ1, από το 1955 μέχρι το 1968 ο πατέρας του ενάγοντος Ψβ, και από το έτος 1968 και εντεύθεν ο ενάγων, όλοι δε αυτοί με καλή πίστη αρχήθεν, και νόμιμο τίτλο από της εισαγωγής του Αστικού Κώδικα.
Απορριφθέντων όλων των λόγων αναίρεσης πρέπει αυτή να απορριφθεί, καταδικασθεί δε το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 22 ν. 3693/57 και την Υ.Α. 134423/1992.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18.04.2006 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ.2.624/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από ευρώ διακόσια ενενήντα τρία (293).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ