Supreme Court annuls appeal judgment and remands case for new substantive trial under Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Athens Court of Appeal's judgment of 6087/2020 and remanded the case for a new substantive trial. The Court held that the lower court improperly merged the appeal review with the substantive hearing without a new summons, violating procedural rules. Consequently, the case must be retried before the same panel with a fresh hearing following the mandatory summons procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 580, 581, 570, 524, 527 of the Code of Civil Procedure; The appellate court must conduct a new substantive trial after annulment with a fresh summons, rather than merging the appeal and substantive phases.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1288 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1288/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανδριανή Παπαδοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Αθηναίων, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξούσιες δικηγόρους του Αικατερίνη Ευκλείδου και Αικατερίνη Παππά και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/11/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6745/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 423/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 11/8/2011 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1604/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 423/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Ακολούθως, εκδόθηκε η 6087/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/7/2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιες του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ` αριθ. 6087/2020 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, επί της εφέσεως της αναιρεσείουσας, κατά της υπ` αριθ. 6745/2007 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά την έκδοση της υπ` αριθ. 1604/2014 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την υπ` αριθ. 423/2010 απόφαση του ίδιου Εφετείου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η έφεση της αναιρεσείουσας, είχε εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση (που απέρριψε την αγωγή της ως αόριστη) και είχε απορριφθεί η αγωγή της, κατά την κύρια βάση της από αδικοπραξία, ως ουσιαστικά αβάσιμη και κατά την επικουρική βάση της από αδικαιολόγητο πλουτισμό, ως μη νόμιμη. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο Αθηνών δέχτηκε κατ` ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την προαναφερόμενη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς τη διάταξή της που αφορά την κύρια βάση της αγωγής και επαναδικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή, ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με το άρθρο 94 του Συντάγματος, όπως αυτό ίσχυε πριν αναθεωρηθεί με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων "1.Η εκδίκασις των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει εις τα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια.
Εκ των ως άνω διαφορών αι μη υπαχθείσαι εισέτι εις τα δικαστήρια ταύτα, δέον να υπαχθούν υποχρεωτικώς εις την δικαιοδοσίαν αυτών, εντός πέντε ετών από της ισχύος του παρόντος της προθεσμίας ταύτης δυναμένης να παρατείνεται δια νόμου. 2. Μέχρι της υπαγωγής εις τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και των λοιπών ουσιαστικών διοικητικών διαφορών, είτε εν τω συνόλω είτε κατά κατηγορίας, αύται εξακολουθούν να υπάγωνται εις τα πολιτικά δικαστήρια, πλην εκείνων δια τας οποίας ειδικοί νόμοι συνέστησαν ειδικά διοικητικά δικαστήρια, εις τα οποία τηρούνται αι διατάξεις των παραγράφων 2 έως 4 του άρθρου 93. 3.
Εις τα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται πάσαι αι ιδιωτικαί διαφοραί, ως και αι δια νόμου ανατιθέμεναι εις ταύτα υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας. 4. Εις τα πολιτικά ή διοικητικά δικαστήρια δύναται να ανατεθή και πάσα άλλη υπό του νόμου οριζομένη διοικητικής φύσεως αρμοδιότης". Αντίστοιχα ο ΚΠολΔ ορίζει στο άρθρο 1 ότι "στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν:
α) Οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β)...και δ) οι διοικητικές διαφορές που δεν υπάγονται στη δικαιοδοσία διοικητικών δικαστηρίων" και στο άρθρο 2 ότι "τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια ή αρχές, όπως επίσης απαγορεύεται τα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές να επεμβαίνουν σε διαφορές ή υποθέσεις του ιδιωτικού δικαίου και επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως", εφόσον βέβαια τα ζητήματα αυτά δεν καλύπτονται από δεδικασμένο (ΑΠ 1271/2019).
Σε εκτέλεση της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος εκδόθηκε ο ν. 1406/1983 "Ολοκλήρωση της δικαιοδοσίας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων κ.λ.π.", ο οποίος στα άρθρα 1, 9, 10 και 31 όρισε και τα ακόλουθα: "1. Υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας που δεν έχουν μέχρι σήμερα υπαχθεί σε αυτή. 2.
Στις διαφορές αυτές περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά: α)... η) την ευθύνη του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα.
θ)..." (άρθρο 1), "1. Η εκδίκαση των διαφορών του άρθρου 1 από τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια αρχίζει: α) για τις διοικητικές διαφορές των περιπτώσεων α, β, και γ της παραγράφου 2 του άρθρου 1, από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού. β) για τις διοικητικές διαφορές των περιπτώσεων δ, ε, στ και ζ από 11 Ιουνίου 1984 και γ) για τις λοιπές διοικητικές διαφορές από 11 Ιουνίου 1985. 2.
Για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος, κατά τον οποίο εκδόθηκε η διοικητική πράξη ή συντελέστηκε η παράλειψη ή κατά τον οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. 3. Η προθεσμία του άρθρου 94 παράγραφος 1 του Συντάγματος, που παρατάθηκε με το άρθρο 33 του Ν. 1366/1983 (ΦΕΚ 81) μέχρι την 31.12.83 παρατείνεται από την παραπάνω λήξη της έως την 11η Ιουνίου 1985" (άρθρο 9), "Διοικητικές πράξεις που εκδίδονται ή παραλείψεις που συντελούνται ή αξιώσεις που γεννιούνται και είναι δικαστικώς επιδιώξιμες μέχρι τις χρονολογίες, που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του προηγουμένου άρθρου, εξακολουθούν να υπόκεινται στα ένδικα ή ενδικοφανή μέσα, που προβλέπονται από τις ισχύουσες, κατά το χρόνο της έκδοσης, συντέλεσης ή γέννησής τους, διατάξεις και εκδικάζονται από τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις αυτές αρμόδια δικαστηρία ή διοικητικά όργανα" (άρθρο 10) και "Καταργούνται οι διατάξεις:
α) ...καθώς και κάθε άλλη διάταξη που δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του νόμου αυτού ή που αναφέρεται σε θέματα τα οποία ρυθμίζονται από αυτές" (άρθρο 31). Εξάλλου, στα άρθρα 104, 105 εδ. α'και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα ορίζεται ότι "Για πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου, που ανάγονται σε έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου ή σχετικές με την ιδιωτική του περιουσία, το δημόσιο ευθύνεται κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τα νομικά πρόσωπα"(άρθρο 104), "Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας, που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος..."(άρθρο 105) και "Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους"(άρθρο 106).
Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες με τη διάταξη του άρθρου 71 του ΑΚ, προκύπτει ότι μπορεί να δημιουργηθεί ευθύνη του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) προς αποζημίωση κατά τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ και από υλική πράξη οργάνου τους, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους(ΑΕΔ 5/1995, ΟλΑΠ3/1994), συνεπώς δε να δημιουργηθεί εντεύθεν διοικητική διαφορά, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, όταν η πράξη αυτή ενέχει άσκηση δημόσιας εξουσίας, είτε γιατί εντάσσεται σε έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, μεταξύ κράτους και πολίτη, την οποία πραγματώνει ή επ` ευκαιρία της οποίας τελείται, είτε γιατί συνιστά καθεαυτή δραστηριότητα, η οποία αναπτύσσεται υπό καθεστώς νομοθετικής υπεροχής έναντι των πολιτών, το οποίο αρμόζει αποκλειστικά στο κράτος ή στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, ως φορείς δημόσιας εξουσίας.
Αντίθετα δε, αν η υλική πράξη δεν συνδέεται αιτιωδώς με έννομη σχέση του δημοσίου δικαίου, μεταξύ κράτους και πολίτη, ούτε καλύπτεται καθεαυτή από εξαιρετική νομοθετική ρύθμιση, δημιουργική σχέσεως υπεροχής έναντι των πολιτών, αλλά με τη διαχείριση της ιδιωτικής περιουσίας των ανωτέρω νομικών προσώπων, τότε η πηγάζουσα από αυτή ευθύνη προς αποζημίωση θεμελιώνεται αναγκαίως στις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου και, συνεπώς, η διαφορά που ανακύπτει είναι ιδιωτική (ΟλΑΠ 3/1994, ΑΠ 1271/2019, ΑΠ 1175/2014, ΑΠ 599/2013, ΣτΕ 1033/2019, ΣτΕ 1159/2018).
Στο πλαίσιο αυτό ευθύνη του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και κατ` επέκταση δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων υπάρχει όχι μόνον όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνου του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης (ΑΠ 1271/2019, ΣτΕ 1033/2019, ΣτΕ 1159/2018).
Περαιτέρω, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να επιληφθούν αγωγών κατά του Δημοσίου (συνεπώς και κατά των λοιπών ΝΠΔΔ, που αναφέρονται στο άρθρο 106 ΕισΝ ΑΚ), περί ευθύνης αυτού σε αποζημίωση από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις οργάνων του κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας, που τους έχει ανατεθεί, εφόσον οι σχετικές αξιώσεις γεννήθηκαν και κατέστησαν δικαστικώς επιδιώξιμες πριν από την 11η Ιουνίου 1985 και η δικαιοδοσία αυτή των πολιτικών δικαστηρίων εξακολουθεί να υπάρχει και στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες οι συνέπειες των ανωτέρω παράνομων πράξεων ή παραλείψεων των οργάνων του Δημοσίου εκτείνονται και μετά την ημερομηνία αυτή, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι σχετικές αξιώσεις είναι, είτε πριν, είτε μετά την ως άνω ημερομηνία, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, προσδιορίσιμες.
Αντιθέτως, εάν οι αξιώσεις αυτές γεννήθηκαν και κατέστησαν δικαστικώς επιδιώξιμες μετά την 11η Ιουνίου 1985, η επίλυση των σχετικών διαφορών ανήκει στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 31/2008). Εξάλλου, προσδιορίσιμες κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι και οι αξιώσεις εκείνες, οι οποίες γεννήθηκαν από παράνομη πράξη, τελεσθείσα πριν τις 11-6-1985, αρμοδίων οργάνων Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), που στο πλαίσιο ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως κηρυχθείσας νομίμως, προβαίνουν παρανόμως, πριν την συντέλεση της απαλλοτριώσεως, στην κατάληψη του ρυμοτομούμενου ιδιωτικού ακινήτου και, ακολούθως, παρά την αντίδραση του ιδιοκτήτη του ακινήτου, χωρίς να ολοκληρώνουν τη διαδικασία απαλλοτριώσεως, παραλείπουν, αντίθετα στην καλή πίστη και συνεπώς παράνομα, την άρση της καταλήψεως, με την απόδοση του ακινήτου στον ιδιοκτήτη του, και οι οποίες (αξιώσεις) αφορούν αποζημίωση του ιδιοκτήτη του ακινήτου για την στέρηση αυτού, που άρχισε πριν τις 11-6-1985 και συνεχίζεται και μετά την ημερομηνία αυτή.
Συνεπώς, δικαιοδοσία να δικάσουν και τις διαφορές αυτές έχουν τα πολιτικά και όχι τα διοικητικά δικαστήρια, αφού πρόκειται, αφενός μεν για παράνομη πράξη τελεσθείσα πριν τις 11-6-1985, από την οποία δημιουργήθηκε παρατεταμένη ζημιογόνος κατάσταση, οι συνέπειες της οποίας εκτείνονται και μετά την ημερομηνία αυτή, αφετέρου δε για αξιώσεις του ιδιοκτήτη προς αποκατάσταση της ζημίας του, απορρέουσες και μετά την 11-6-1985 από την παρατεταμένη αυτή κατάσταση, δηλαδή την προεκτεθείσα παράνομη κατάληψη του ακινήτου και την εν συνεχεία διαρκή παράνομη παράλειψη άρσης της καταλήψεως αυτής, οι οποίες ήταν, κατά τα ανωτέρω, προσδιορίσιμες (πρβλ για το συναφές ζήτημα της παράνομης παραλείψεως ολοκληρώσεως ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως ΣτΕ 907/2022, ΣτΕ 2299/2010).
Η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους, ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.4 ΚΠολΔ, κατά την έννοια της οποίας υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υποθέσεως, η οποία, κατά το νόμο, ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΟλΑΠ 1/2018, ΟλΑΠ 5/1995, ΑΠ 1271/2019), ενώ, όταν το δικαστήριο, αν και έχει δικαιοδοσία για την έρευνα της υποθέσεως, απορρίπτει εσφαλμένα την αίτηση δικαστικής προστασίας για έλλειψη δικαιοδοσίας (αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας), υποπίπτει στην πλημμέλεια της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου του αριθ. 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/1999, ΑΠ781/2019, ΑΠ 741/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή της, κατά την κύρια βάση της αδικοπραξίας, λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων.
Από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης από 19-11-2002 αγωγής, προκύπτει ότι η ενάγουσα ιστορούσε τα ακόλουθα ενδιαφέροντα για την έρευνα του αναιρετικού λόγου, ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ότι το έτος 1998 κατέστη καθολική διάδοχος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ...", με την οποία συγχωνεύθηκε με απορρόφησή της από την ίδια.
Ότι με την συγχώνευση αυτή κατέστη κυρία και του περιγραφόμενου στην αγωγή κατά θέση, έκταση και όρια οικοπέδου επιφάνειας 2.071,75 τ.μ., που βρίσκεται στα Κάτω Πατήσια Αττικής, το οποίο είχε αποκτήσει κατά κυριότητά η δικαιοπάροχός της με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Α.
Π. - Μ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα. Ότι στις 28-10-1982 ο εναγόμενος Δήμος προέβη σε παράνομη κατάληψη του ανωτέρω ακινήτου, καθαιρώντας το μανδρότοιχο αυτού και απομακρύνοντας την επ' αυτού μεταλλική θύρα εισόδου, η δε δικαιοπάροχός της άσκησε την 1-6-1983 κατά του εναγομένου αγωγή αποβολής από την νομή της, ζητώντας την αναγνώρισή της ως νομέα και την απόδοση του ακινήτου, η οποία αγωγή έγινε δεκτή τελεσίδικα.
Ότι, για το ακίνητο αυτό, που είχε κηρυχθεί απαλλοτριωτέο υπέρ του εναγομένου δυνάμει του από 14-9-1981 Π.Δ.(ΦΕΚ Δ'570/1981) περί τροποποιήσεως του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Αθηναίων, κατόπιν αιτήσεως της ενάγουσας, εκδόθηκε η υπ' αρ. 6577/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία καθόρισε την οριστική τιμή μονάδος της αποζημιώσεως στο ποσό των 125.000 δρχ.
ανά τ.μ.. Ότι το εναγόμενο δεν προέβη σε παρακατάθεση του καθορισθέντος ποσού της αποζημιώσεως εντός ενάμισι έτους από τη δημοσίευση της παραπάνω αποφάσεως, με αποτέλεσμα να ανακληθεί αυτοδίκαια η απαλλοτρίωση. Ότι ήδη έχει προβεί σε ενέργειες για τη βεβαίωση της αυτοδίκαιης ανακλήσεως της απαλλοτριώσεως, προκειμένου να ελευθερωθεί το άνω ακίνητό της από το υφιστάμενο ρυμοτομικό βάρος.
Ότι ο εναγόμενος εξακολουθεί, παρά την αντίθετη θέλησή της, να κατέχει παράνομα και υπαίτια το ακίνητο συνεχώς από το έτος 1982 και μέχρι την άσκηση της αγωγής, με αποτέλεσμα να υφίσταται ζημία, που αφορά στα απωλεσθέντα εισοδήματα, που θα αποκτούσε, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν νεμόταν και μπορούσε να διαθέσει ελεύθερα το ακίνητο.
Ότι αν δεν κατείχε παράνομα ο εναγόμενος το ακίνητό της θα μπορούσε να το εκμισθώνει σε τρίτους, ως υπαίθριο χώρο σταθμεύσεως ή να το αξιοποιήσει ως κτίριο διαμερισμάτων με χώρους σταθμεύσεως, οπότε για το χρονικό διάστημα από 1-11-1982 έως 30-9-2002, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε το συνολικό ποσό των 1.190.468 ευρώ, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, το οποίο και απώλεσε.
Με βάση το ιστορικό αυτό και αφού περιόρισε το αίτημα της αγωγής της, η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει ως αποζημίωση για το ανωτέρω χρονικό διάστημα το ποσό των 1.181.468 ευρώ, νομιμοτόκως για κάθε επιμέρους ποσό, που αντιστοιχεί σε κάθε μήνα του παραπάνω χρονικού διαστήματος, από τη λήξη του αντιστοίχου μηνός.
Επικουρικά, ζήτησε το ίδιο ως άνω ποσό κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, εκθέτοντας ότι ο εναγόμενος αποκόμισε ως ωφέλεια από την χρήση του ακινήτου της το ποσό αυτό, το οποίο θα αναγκαζόταν να καταβάλει στην ενάγουσα ή σε τρίτο για τη μίσθωση του επίδικου ή άλλου όμοιου ακινήτου.
Περαιτέρω, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα : "....Mε το από 14.9.1981 Προεδρικό Διάταγμα (ΦΕΚ Δ' 570/13.10.1981) εγκρίθηκε η τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου Αθηνών στο οικοδομικό τετράγωνο που περικλείεται από τις οδούς ...
στη περιοχή "..." ή "..." Κάτω Πατησίων, με τον χαρακτηρισμό τμήματος του εν λόγω οικοδομικού τετραγώνου ως χώρου κοινοχρήστου πρασίνου. Σε εφαρμογή δε του παραπάνω διατάγματος εκδόθηκε η με αριθμό 20/1990 πράξη αναλογισμού αποζημίωσης της αρμόδιας υπαλλήλου του Τμήματος Απαλλοτριώσεων της Νομαρχίας Αθηνών, που κυρώθηκε εν μέρει με τη 7708/212/1994 απόφαση του προϊσταμένου της Δ/νσης Πολεοδομίας της ίδιας Νομαρχίας.
Μεταξύ των κατά τα ανωτέρω απαλλοτριωθέντων ακινήτων, περιλαμβάνεται και ακίνητο φερόμενο ως ιδιοκτησίας της ενάγουσας, ήδη εκκαλούσας, επιφάνειας 2.071,75 τετ. μέτρων, ευρισκόμενο στην γωνία των οδών .... Με τη με αριθμό 6577/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που δημοσιεύθηκε στις 8.7.1998, καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως του εν λόγω ακινήτου, στο ποσό των 125.000 δραχμών/τ.μ. (ήδη 366,84 ευρώ).
Παρά ταύτα όμως, το οφειλόμενο ποσό αποζημίωσης δεν καταβλήθηκε στη φερόμενη δικαιούχο-κυρία του ακινήτου εντός της από το Σύνταγμα τασσόμενης 18μηνης προθεσμίας από τη δημοσίευση της ανωτέρω απόφασης, ούτε δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως εντός της ίδιας προθεσμίας γνωστοποίηση για την παρακατάθεση του ποσού αυτού.
Μετά ταύτα η ενάγουσα με την από 8.10.2002 αίτησή της προς την Διοίκηση, αντίγραφο της οποίας υπέβαλε στις 9.10.2002 στο ΥΠΕΧΩΔΕ, τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αθηνών-Πειραιώς και τον Δήμο Αθηναίων (εναγόμενο-εφεσίβλητο) ζητούσε να βεβαιωθεί η αυτοδικαίως επελθούσα άρση της απαλλοτρίωσης του προαναφερθέντος ακινήτου της, λόγω μη συντελέσεως αυτής εντός της υπό του Συντάγματος τασσόμενης προθεσμίας.
Η αίτηση όμως αυτή απορρίφθηκε σιωπηρώς από τη Διοίκηση με τη παρέλευση απράκτου τριμήνου από την υποβολή της. Ακολούθως, η ενάγουσα πέτυχε την έκδοση της με αριθμό 5019/2005 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, επί αιτήσεώς της για την αναγνώριση της αυτοδίκαιης άρσης της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης επί του υπόψη ακινήτου, με την οποία ακυρώθηκε η άρνηση της Διοίκησης να εκδώσει πράξη βεβαιώνουσα αυτήν και αναπέμφθηκε η υπόθεση στην Διοίκηση για να προβεί στη εν λόγω βεβαίωση.
Στη συνέχεια, με τη με αριθμό 7082/270/21.7.2006 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών έγινε άρση και ταυτόχρονη επανεπιβολή της αρθείσης απαλλοτρίωσης, ενώ με τη με αριθμό 2867/2015 απόφαση του ΣτΕ επί αιτήσεως ακυρώσεως της ενάγουσας, απορρίφθηκε η αίτηση, καθόσον κρίθηκε, ότι προέκυψε σοβαρή πολεοδομική ανάγκη διατηρήσεως του επιδίκου κοινοχρήστου χώρου καθώς και πρόθεσης και δυνατότητας της Διοίκησης να αποζημιώσει την θιγόμενη από τη ρυμοτομική απαλλοτρίωση ιδιοκτήτρια εφόσον στους προϋπολογισμούς εναγομένου Δήμου των ετών 2006, 2007 και 2008 έχουν εγγραφεί για την απαλλοτρίωση του συγκεκριμένου ακινήτου πιστώσεις και εξελίσσετο η διαδικασία συντάξεως της οικείας πράξεως αναλογισμού.
Δια της αναιρετικής ως άνω υπ' αριθ. 1605/2014 αποφάσεως του Αρείου Πάγου έγινε δεκτό ότι όταν η γενεσιουργός της ζημίας παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του υπόχρεου δεν έλαβε χώρα άπαξ αλλά συνεχίζεται, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που ο δράστης υπαιτίως παραλείπει να άρει δημιουργηθείσα από αυτόν επιζήμια κατάσταση, από τη διατήρηση της οποίας προκαλείται ζημία σε άλλον και ότι στην περίπτωση αυτή η ζημία που προκαλείται σε άλλον από την υπαίτια παράλειψη του δράστη να άρει τη γενεσιουργό της ζημίας κατάσταση δεν είναι άμεση συνέπεια της άπαξ τελεσθείσης και ολοκληρωθείσης πράξεως του δράστη, με την οποία δημιουργήθηκε η κατάσταση, αλλά της διατηρήσεως και μη άρσεως της ζημιογόνου αυτής καταστάσεως, γεννάται δε, όσο χρόνο διαρκεί η κατάσταση αυτή και όχι άπαξ με την τέλεση της πράξεως με την οποία η κατάσταση αυτή δημιουργήθηκε.
Εκρίθη δε δεσμευτικώς για το Δικαστήριο τούτο ότι "στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για ζημιογόνο κατάσταση, η οποία δημιουργήθηκε, διετηρείτο και δεν ήρετο από τον αναιρεσίβλητο (εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο), με συνέπεια να προκαλείται στην αναιρεσείουσα (ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα) ζημία για όσον χρόνο διαρκούσε η κατάσταση αυτή.
Έτσι, η πενταετής παραγραφή, στην παρούσα υπόθεση, της απαιτήσεως της ζημιωθείσης προς αποζημίωση δεν αρχίζει από τον χρόνο που αυτή έλαβε γνώση της αρχικής ζημιογόνου συμπεριφοράς με την οποία δημιουργήθηκε η ζημιογόνος κατάσταση (Οκτώβριος 1982), αλλά από τα αναφερόμενα στην αγωγή μεταγενέστερα χρονικά σημεία, κατά τα οποία εξακολουθεί να υφίσταται η κατάσταση αυτή και να προκαλεί ζημία στην αναιρεσείουσα και μάλιστα από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο εμπίπτουν τα εν λόγω χρονικά σημεία".
Κρίθηκε δηλαδή, κατ' άρθρ. 580 παρ. 4 του ΚΠολΔ δεσμευτικώς για το Δικαστήριο τούτο ότι οι δια της αγωγής καταγόμενες σε δίκη επίδικες αξιώσεις απορρέουν από έννομη σχέση που στηρίζεται όχι στην παράνομη πράξη της καταλήψεως του επιμάχου ακινήτου που έλαβε χώρα το έτος 1982 αλλά στην μη άρση αυτής κατά το ήδη επίδικο διάστημα που είναι μεταγενέστερο της 11ης Ιουνίου 1985.
Συνεπώς προς τα ανωτέρω, η ένδικη αγωγή η οποία ασκήθηκε το έτος 2002 (2.12.2002), το οποίο (έτος) καθορίζει στο πλαίσιο παροχής δικαστικής προστασίας την δικαιοδοσία των δικαστηρίων, δεδομένου ότι κρίσιμος χρόνος για τη θεμελίωση της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων είναι ο χρόνος ασκήσεως της αγωγής, και ενδεχόμενη μεταγενέστερη της ασκήσεως νομοθετική μεταβολή της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων δεν επιδρά στο ένδικο βοήθημα που έχει ήδη κατατεθεί και εκκρεμεί σ' αυτά, ούτε καθιστά ανίσχυρη την εκδιδόμενη υπ' αυτού δικαστική απόφαση, εισάγει διαφορά δημοσίου δικαίου, καθόσον η υλική πράξη που περιγράφεται στην αγωγή, δηλαδή, η αυθαίρετη διατήρηση του καθεστώτος της παράνομης κατάληψης του επιμάχου ακινήτου ιδιοκτησίας της ενάγουσας υπό του εναγομένου Δήμου Αθηναίων ενέχει άσκηση δημόσιας εξουσίας, καθόσον συνιστά καθεαυτή δραστηριότητα που αναπτύσσεται υπό καθεστώς νομοθετικής υπεροχής έναντι της εναγόμενης, διότι τελέστηκε στα πλαίσια επισπευδόμενης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης και συνεπώς το διοικητικό όργανο, έδρασε στη προκειμένη περίπτωση ως protentior persona, δηλαδή έκανε χρήση της ειδικής κατά νόμο υπερέχουσας θέσης του έναντι της ενάγουσας ως άλλου υποκειμένου, καθόσον προέβη σε διαχείριση χώρου που περιλήφθηκε στα πλαίσια τροποποίησης ρυμοτομικού σχεδίου, και δη ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης που ήρθη, πλην επανεπιβλήθηκε αρμοδίως και κρίθηκε αναγκαία και από το ΣτΕ προκειμένου να διατηρηθεί το επίδικο ακίνητο ως κοινόχρηστος χώρος πρασίνου.
Επομένως, το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας προς εκδίκαση της προκειμένης διαφοράς, η οποία υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ως αναφυόμενη κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά την ευθύνη του εναγομένου ΟΤΑ σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ. Σημειώνεται, ότι ως προς το ζήτημα αυτό ανεβίωσε η εκκρεμοδικία από την από 15.9.2008 (αρ.εκθ.κατ.9400/13.10.2008) έφεση της ενάγουσας, και δεδομένου ότι ουδέν διελήφθη περί τούτου στην επί της έφεσης αυτής εκδοθείσα με αριθμό 423/2010 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, ερευνάται από το παρόν Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως.......
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε αντίθετα και δέχθηκε ότι η ένδικη υπόθεση υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων διότι η φερομένη ως παράνομη πράξη του εναγόμενου κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας έλαβε χώρα πριν τις 11.6.1985 έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πρέπει, κατ' αυτεπάγγελτη περί τούτου έρευνα, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, να κρατηθεί η υπόθεση και να απορριφθεί η αγωγή ως προς την κυρία βάση της, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των Πολιτικών Δικαστηρίων".
Ακολούθως με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, ως προς τη διάταξή της που αφορά την κύρια βάση (αδικοπραξία) της αγωγής και κρατώντας και δικάζοντας αυτήν, την απέρριψε, ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, αφού, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ήτοι : α) ότι η κατάληψη του επίδικου ακινήτου ιδιοκτησίας της αναιρεσείουσας έγινε παράνομα από τα αρμόδια όργανα του αναιρεσιβλήτου Δήμου, κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας τους, στις 28-10-1982 και β) ότι έκτοτε συνεχώς και μέχρι τις 30-9-2002, ο Δήμος συνεχίζει να νέμεται το ακίνητο, παραλείποντας να ολοκληρώσει την απαλλοτρίωση, υπάρχει δικαιοδοσία των πολιτικών και όχι των διοικητικών δικαστηρίων για εκδίκαση της ένδικης αξιώσεως για αποζημίωση της ενάγουσας για την ζημία, που υφίσταται από τη στέρηση του ακινήτου της και για το επίδικο, μετά την 11-6-1985, χρονικό διάστημα της αγωγής.
Τούτο διότι, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, υπό τα ως άνω επικαλούμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά η αξίωση της αναιρεσείουσας για αποζημίωση γεννήθηκε και κατέστη δικαστικώς επιδιώξιμη πριν τις 11-6-1985 με την παράνομη κατάληψη του ακινήτου της στις 28-10-1982 από τα αρμόδια όργανα του αναιρεσιβλήτου, οι συνέπειες όμως της παράνομης αυτής πράξεως εκτείνονται και μετά την ημερομηνία αυτή μέχρι τις 30-9-2002, καθόσον τα αρμόδια όργανα του αναιρεσιβλήτου, χωρίς να έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία της απαλλοτριώσεως του επιδίκου ακινήτου με την καταβολή της καθορισθείσης αποζημιώσεως, παραλείπουν παράνομα να άρουν την κατάληψη, οι εξ αυτών δε των συνεπειών αξιώσεις της αναιρεσείουσας για το μετά τις 11-6-1985 χρονικό διάστημα μέχρι τις 30-9-2002, για το οποίο ζητείται με την αγωγή αποκατάσταση της ζημίας της από τη διαρκή παράνομη παράλειψη άρσεως της καταλήψεως του ακινήτου της, ήταν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων προσδιορίσιμες.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι στερείται δικαιοδοσίας και απέρριψε για το λόγο αυτό την αγωγή κατά την κύρια βάση της, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Δεδομένου δε, ότι επί αγωγής, με δύο βάσεις, κύρια και επικουρική (άρθρο 219ΚΠολΔ) η αναίρεση της αποφάσεως ως προς την κύρια βάση, επεκτείνεται κατ' ανάγκη και στη διάταξη που αναφέρεται στην επικουρική βάση, είτε αυτή περιέχεται στην ίδια απόφαση είτε και σε άλλη, αφού η έρευνα της επικουρικής βάσεως προϋποθέτει λογικώς την απόρριψη της κύριας, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 18 ΚΠολΔ, άλλως του άρθρου 559 αρ.16 του ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο δεν εξέτασε την επικουρική (από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό) βάση της αγωγής, δεχόμενο εσφαλμένα ότι ως προς αυτήν υφίσταται δεδικασμένο από την προηγούμενη υπ' αρ. 423/2010 (αναιρεθείσα ως άνω) απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, δεν έχει πλέον αντικείμενο και γι' αυτό παρέλκει η εξέτασή του, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση μετά την παραδοχή του ανωτέρω πρώτου λόγου της αναιρέσεως δεν έχει καμία ισχύ όσον αφορά την ένδικη αγωγή (ΑΠ 282/2020, ΑΠ 546/2009, ΑΠ 1683/2008, 1608/1991).
Από τις συνδυασμένες διατάξεις της παρ.3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υποθέσεως και ότι στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα, της παραγράφου 2 του άρθρου 570 ΚΠολΔ, κατά την οποία νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υποθέσεως από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας και της παρ. 2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις, κατά το άρθρο 524 παράγραφος 1 εδάφιο β` ΚΠολΔ, προκύπτουν τα εξής:
Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής αποφάσεως για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει ο ίδιος την υπόθεση κατ` ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της αποφάσεως στην ουσιαστική εκδίκαση της υποθέσεως, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υποθέσεως, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται, υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων, ενοποιημένο στάδιο συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως και της ουσίας της υποθέσεως, αλλά στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα.
Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ` ουσίαν την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 του ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 524 παράγραφος 1 εδάφιο β` ΚΠολΔ και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υποθέσεως, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις.
Μπορεί, δηλαδή, να προβληθούν από τους διαδίκους στον Άρειο Πάγο, με κρίσιμη χρονική αφετηρία τη, μετά την αναίρεση συζήτηση της υποθέσεως, κατ` ουσίαν νέοι ισχυρισμοί, υπό τους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ή και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι εφέσεως υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο, από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, υποχρεώσεως για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υποθέσεως κατ` ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υποθέσεως, μετά την έκδοση της αναιρετικής αποφάσεως, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διατάξεως του άρθρου 581 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή (ΑΠ 1196/2020, ΑΠ 87/2019).
Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη, εφόσον στην κρινόμενη υπόθεση αναιρείται η υπ' αρ. 6087/2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που δίκασε μετά από αναίρεση της προηγούμενης με αριθμό 423/2010 αποφάσεώς του, πρέπει η υπόθεση να διακρατηθεί και να δικασθεί, από το Τμήμα τούτο, σε νέα συζήτηση, που θα λάβει χώρα μετά από κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Δικαστικά έξοδα θα επιδικαστούν από το παρόν Δικαστήριο με την απόφαση που θα εκδοθεί μετά τη νέα συζήτηση της υποθέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αρ. 6087/2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση από το Τμήμα τούτο, η οποία θα λάβει χώρα σε νέα συζήτηση της υποθέσεως, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ