Legislator Case Law & Legislation
1288/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on adverse possession requiring ten years of open possession and good faith.

Case Number 1288/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellants' request to overturn the lower court's decision regarding adverse possession. The appellants argued against the respondent's claim of ownership based on long-term use, while the court found the respondent had possessed the property openly for over a decade with good faith. The court ruled that the respondent's possession met all legal requirements, including the absence of serious negligence, thereby upholding the original judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 974, 1041, 1042, 1043, 1044 of the Civil Code; To acquire ownership through adverse possession, one must have open possession with intent of ownership, good faith at the time of acquisition, legal title, and passage of ten years.

Keywords

AI generated
adverse possession good faith requirement open possession Civil Code provisions property ownership ten year period appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Articles 974, 1041, 1042, 1043, 1044 of the Civil Code
Article 1192 paragraph a of the Civil Code
Article 1198 of the Civil Code
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 419/2020
Supreme Court Case 1082/2019
Supreme Court Case 195/2019
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1288 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1288/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μ. Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μ. Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Χ. συζ. Μ. J., το γένος Κ. Β., κατοίκου ..., 2) Μ. συζ. Κ. Β., το γένος Κ. Κ., κατοίκου ..., 3) Ε.-Ζ. Β. του Κ., συζ. D. B. (Ν. Μ.), κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Σαλαμαστράκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Κ. του Ι., κατοίκου Δημοτικής Κοινότητας ... του Δήμου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Βλάχο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27-10-2006 και 8-5-2008 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 202/2013 μη οριστική, 156/2018 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 24-12-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 24-12-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, με αριθμ. 156/2018, τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, με την οποία, έγινε δεκτή η από 11-02-2010 έφεση του αναιρεσιβλήτου, κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με αριθμ. 1/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία, είχε απορριφθεί η από 27-10-2006 αγωγή, του ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη ως προς τον αναιρεσίβλητο, κράτησε την υπόθεση ως προς αυτόν, δίκασε την αγωγή ως προς τον αναιρεσίβλητο και έκανε δεκτή αυτήν ως προς τον αναιρεσίβλητο.

Ι. [1] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043 και 1044 ΑΚ προκύπτει, ότι για να αποκτήσει κάποιος κυριότητα σε ακίνητο με τακτική χρησικτησία, απαιτούνται φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που αποκτάται η νομή, νόμιμος τίτλος, που πρέπει να υποβληθεί σε μεταγραφή (άρθρα 1192 περ.

α' και 1198 ΑΚ), πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας. Ειδικότερα, ως προς το στοιχείο της καλής πίστης, αυτό συντρέχει, όταν ο νομέας, με βάση τα εκάστοτε συντρέχοντα περιστατικά, έχει, κατά τη κτήση της νομής, την πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα, βαρυνόμενος με το σχετικό βάρος απόδειξης (ΑΠ 419/2020, ΑΠ 1082/2019, ΑΠ 195/2019).

Η φυσική εξουσίαση του πράγματος συνίσταται στην άσκηση εξωτερικών, εμφανών υλικών πράξεων επ' αυτού που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Τέτοιες πράξεις νομής επί ακινήτου, θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, η φύλαξη, ο καθαρισμός, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτο, η εκμίσθωση και η εποπτεία του ακινήτου, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας, ενώ περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερόμενων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά σε κάθε περίπτωση (ΑΠ 1221/2022, ΑΠ 623/2020, ΑΠ 419/2020). [2] Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης.

Πράγματα αποτελούν οι διάφορες βάσεις της αγωγής, κύριες, επάλληλες ή επικουρικές και τα προς θεμελίωση αυτών και των σχετικών αιτημάτων τους περιστατικά (ΑΠ 544/2021, ΑΠ 281/2021, ΑΠ 1034/2021). Στην προκείμενη, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης και της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα ακόλουθα :

Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος), με την από 27-10-2006 αγωγή του, αφού εξέθετε ότι κατέστη (συγ)κύριος, με παράγωγο τρόπο, και δη με το με αρθμ. 887/1989 συμβόλαιο της συμβ/φου ... Μ. Πρώτου, που μεταγράφηκε νόμιμα, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, του αναφερόμενου ακινήτου, ότι από την, από το έτος 1989, παράδοση της νομής του και της απόκτησης της κυριότητάς του, με καλή πίστη, ασκούσε, επ' αυτού, συνεχώς, πράξεις διανοία (συγ)κυρίου, με περίφραξη, εποπτεία, επιτήρηση και καθαρισμό από τα αγριόχορτα, με νόμιμο τίτλο, νομίμως μεταγεγραμμένο, και πεποίθηση ότι είναι (συγ)κύριος, και ότι το έτος 2010, αποβλήθηκε, από τις αναιρεσείουσες, από εδαφική αυτού λωρίδα, έκτασης 19,10 τ.μ., ζήτησε να αναγνωριστεί η (συγ)κυριότητά του στο ανωτέρω όλο ακίνητο, να διαταχθεί η απόδοση της εδαφικής λωρίδας και η αφαίρεση και απομάκρυνση κάθε κατασκευάσματος.

Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι νόμιμη και στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 1033, 1192, 974, 1041, 1042 Α.Κ., ήτοι σωρεύονται αντικειμενικώς δύο βάσεις της αγωγής, μία στηριζόμενη σε παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας, με συμφωνία, αιτία πώλησης περιβληθείσα το συμβ/φικό έγγραφο και μεταγραφή αυτού, από αληθή κύριο, και τη δεύτερη σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας με τακτική χρησικτησία, διαλαμβάνοντας τα απαραίτητα στοιχεία (συν)νομής διανοία (συγ)κυρίου, καλή πίστη από την, κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης αγοραπωλησίας, παράδοση σ' αυτόν της (συν)νομής του επικοίνου, άσκηση των αναφερόμενων εμφανών πράξεων νομής του ιδίου και δια της ετέρας (συγ)κυρίας, ήδη μη διάδικου, (περίφραξης, επίβλεψης, εποπτείας, καθαρισμό αγριόχορτων), νόμιμο τίτλο νομίμως μεταγεγραμένο, για χρόνο μεγαλύτερο της δεκαετίας.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ότι η αγωγή στηρίζεται και στη βάση κτήσης κυριότητας με πρωτότυπο τρόπο και δη με τακτική χρησικτησία, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, από τον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα, με την ένδικη αγωγή, και, συνεπώς, ο, από τον αρ. 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμος. [2] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1608/2022).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 1586/2022, ΑΠ 1542/2022). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το υπ' αριθ. 8.887/1989 συμβόλαιο πώλησης της συμβολαιογράφου ...

Μ. Πρώτου, που καταχωρίστηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σύμης [τόμος 24, α.α. 29, όπως προκύπτει από το με επίκληση προσαγόμενο εκ των εναγόντων υπ' αριθ. ... πιστοποιητικό του εκτελούσας χρέη υποθηκοφύλακα Σύμης, συμβολαιογράφου Ε. Μ.), ο πρώτος ενάγων Μ. Κ. (ήδη αναιρεσίβλητος) και Φ. Κ.

απέκτησαν τη συγκυριότητα σε ιδανικό μερίδιο 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας μιας ερειπωμένης οικοδομής, στην περιοχή "..." και θέση "...", κείμενης στη Σύμη του νομού Δωδεκανήσου, επιφάνειας 81,60 τ.μ. εμφαίνεται με τα αλφαβητικά στοιχεία (Κ-Η-Θ-ΚΙ-Κ) στο από Φεβρουάριου 2017 τοπογραφικό - κτηματογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την από 28-02-2017 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της πραγματογνώμονος ορισθείσης Π.

Ν., αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού. Το επίδικο διαχωρίζεται σε τέσσερα τμήματα και ειδικότερα :α] τμήμα (Α)=(Κ-Η-Θ'-Α'-μ-ν-ξ-Κ), συνολικού εμβαδού 53,40τ.μ., εντός του οποίου κατασκευάστηκε το τοιχίο ε-ζ-η-θ-ι-Θ'-ε, β) από το προς ανατολάς τμήμα (Β)=(Α-Α'-Θ'-Θ-Α), εμβαδού 11,50τ.μ., γ) από το παρτέρι (Γ)=(Α-Α'-μ-ν-ο-Α), εμβαδού 2,10τ.μ.

και δ) από τον πλακοστρωμένο χώρο (Δ)=(Κ 1-ο-ν-ξ-Κ 1), εμβαδού 14,60 τ.μ., όπως τα τμήματα αυτά απεικονίζονται πλήρως στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Το επίδικο ακίνητο ορθά είχε χωροθετηθεί κατά την αρχική καταχώρηση του Εθνικού Κτηματολογίου και είχε λάβει τον αριθμό ΚΑΕΚ ..., όπως απεικονίζεται στο με αρ.

πρωτ. 34310/6-09-2004 συνημμένο, στη ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης κτηματογραφικό απόσπασμα και έχει όμορους ιδιοκτήτες προς Ανατολάς και Βορρά τους δικαιοπαρόχους του Κ. Β. [δικαιοπαρόχου εναγομένων (ήδη αναιρεσειουσών)] (...), Δυτικά τους ιδιοκτήτες του ΚΑΕΚ ... και νότια συνορεύει με δημοτική οδό. Εν συνεχεία, με το υπ' αριθ. ...

συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου ... Μ. Πρώτου, η Φ. Κ. μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στο δεύτερο ενάγοντα (ήδη μη διάδικο) Γ. - Ά. Χ., υιό της, το παραπάνω ιδανικό μερίδιο του 1/2 εξ αδιαιρέτου ..... Περαιτέρω, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι και από τον χρόνο της κατά τα ανωτέρω μεταγραφής του κτητικού τίτλου της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, από τον πρώτο ενάγοντα, αυτός, που έγινε συγκύριος με παράγωγο τρόπο, κατά τα ανωτέρω ποσοστά, ενήργησε τις κατωτέρω πράξεις φυσικής εξουσίασής του, με καλή πίστη και την πεποίθηση ότι είναι κύριος, μέχρι το έτος 2000, (που οι εναγόμενες κατέλαβαν το επίδικο τμήμα) (ήδη αναιρεσείουσες), δηλαδή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας, συνέχισε να νέμεται το ως άνω ακίνητο κατά το περιελθόν σ' αυτόν ποσοστό, με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο συνεχώς ασκώντας επ' αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής και συγκεκριμένα επισκεπτόταν, επέβλεπε, επόπτευε αυτό και φρόντιζε να το καθαρίζει από αγριόχορτα.

Έτσι ο πρώτος ενάγων κατέστη συγκύριος του ως άνω ακινήτου και με πρωτότυπο τρόπο ήτοι με τακτική χρησικτησία, καθόσον νεμήθηκε αυτό με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο από το έτος 1989 έως το έτος 2000 ήτοι επί δέκα και πλέον έτη χωρίς ποτέ να ενοχληθεί ή να αμφισβητηθεί το δικαίωμά του από τις εναγόμενες, ήδη εφεσίβλητες, ιδιοκτήτριες όμορου ακινήτου προς το επίδικο, και τους δικαιοπαρόχους αυτών.

Τα παραπάνω περιστατικά ήτοι ότι ο πρώτος ενάγων νεμήθηκε το επίδικο με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας προκύπτουν από όλα τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, αλλά κυρίως από την κατηγορηματική κατάθεση της μάρτυρας απόδειξης, η οποία έχοντας ιδία και άμεση γνώση της περιοχής και του επιδίκου κατέθεσε τόσον για τη φύση του ακινήτου και την ιδιότητα του επιδίκου, ως ερειπωμένη οικοδομή, όσο και για τις γενόμενες στο επίδικο τμήμα διακατοχικές πράξεις από τον ενάγοντα, ενισχύεται δε η κατάθεση αυτή και από τα προαναφερόμενα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία.

Εξάλλου στο συμπέρασμα ότι το επίδικο εμπίπτει στους τίτλους του ενάγοντος καταλήγει και η διορισθείσα από το παρόν Δικαστήριο πραγματογνώμονας Π. Ν., αγρονόμος τοπογράφος - μηχανικός, με την από 28.2.2017 έκθεση πραγματογνωμοσύνης και συγκεκριμένα γνωμοδότησε ότι ολόκληρο το επίδικο ορθά είχε χωροθετηθεί κατά την αρχική καταχώρηση του Εθνικού Κτηματολογίου και είχε λάβει τον αριθμό ΚΑΕΚ ..., όπως απεικονίζεται στο με αρ.

πρωτ. 34310/6-9-2004 συνημμένο, στην ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης κτηματογραφικό απόσπασμα. Τα όσα αντίθετα αναφέρει στην έκθεσή της η διορισθείσα από τους εναγόμενους τεχνική σύμβουλος Ε. Β., τοπογράφος μηχανικός, ότι δηλαδή το επίδικο αποτελεί κοινόχρηστος χώρος - δρόμος, πλατεία του Δήμου Σύμης, ιδιοκτησίας Ελληνικού Δημοσίου δεν κρίνονται ικανά να αναιρέσουν την παραπάνω κρίση, καθόσον δεν αποδείχθηκε, ότι το επίδικο ακίνητο χρησιμοποιούσαν οι όμοροι ή άλλοι κάτοικοι της περιοχής, ούτε περαιτέρω ότι ο ενάγων ή οι δικαιοπάροχοί του κατά το παρελθόν εκδήλωσαν την πρόθεσή τους, ρητά η σιωπηρά, να εγκαταλείψουν το επίδικο σε κοινή χρήση.

Ειδικότερα, ο ισχυρισμός των εκκαλούντων (εναγομένων), ότι το επίδικο ακίνητο είναι κοινόχρηστος χώρος, κατά την κρίση Δικαστηρίου δεν αποδείχθηκε. Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξε το Δικαστήριο εκτιμώντας ιδιαίτερα, μεταξύ άλλων, την από 28-02-2017 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της ως πραγματογνώμονος ορισθείσης Π.

Ν., αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, στην οποία, μεταξύ άλλων, διαπιστώνονται τα εξής: α] από την ανάγνωση των συμβολαίων και διαγραμμάτων όμορων ιδιοκτησιών, δεν δηλώνεται πουθενά η ύπαρξη δρόμου στο δυτικό όριο του επίδικου (όριο Κ-Η), ούτε στο ΒΔ όριο του όμορου ... (όριο Η-Ι-Ζ), παρά μόνο στην οριστική καταγραφή των διαγραμμάτων από το Εθνικό Κτηματολόγιο, β], επί της Μελέτης Κτηματογράφησης του οικισμού της Σύμης, που έλαβε χώρα τα έτη 1995-1996, το επίδικο αποτυπώθηκε ως πλήρως αποκλεισμένο στη πίσω βόρεια πλευρά του με διπλή συνεχή γραμμή (σύμβολο που χρησιμοποιείται για τους μαντρότοιχους), με το όμορο υπ' αρ. 007 γεωτεμάχιο να καταλαμβάνει όλο το προς βορρά χώρο (νυν ...). 'Αρα, ούτε από την Κτηματογράφηση προκύπτει η ύπαρξη δρόμου δια μέσου του επίδικου, 3] Όσον αφορά την υπ' αρ. ...

απόφαση του Ο.Κ.Χ.Ε., σύμφωνα με την οποία το επίδικο αποτελεί κοινόχρηστο χώρο, εκ του οποίου διέρχεται δίοδος βάσει των φωτογραφιών που προσκόμισε ο Δήμος και βάσει της απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου Σύμης (υπ' αρ. 220/2001 απόφαση), αυτή έρχεται σε αντίθεση με την κτηματογράφηση του οικισμού της Σύμης στην οποία παραπέμπει, ως προς το σκέλος της ύπαρξης διόδου, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, 4] Η ανωτέρω διαπίστωση συνάδει και με την ερμηνεία των αεροφωτογραφιών του ... (...) έτους 1991 και 1996, όπου δεν φαίνεται η ύπαρξη δρόμου μεταξύ του ΚΑΕΚ ...

και του επίδικου. Ειδικά σε αυτήν έτους 1991, στη πίσω βόρεια πλευρά του επίδικου υπάρχει κτίσμα, γεγονός που περιορίζει τη διέλευση οδού. Επιπλέον, στην πολύ καλής ευκρίνειας φωτογραφία έτους 1990 που προσκόμισαν οι εναγόμενοι, φαίνεται ευδιάκριτα το ίχνος του κατεστραμμένου τοίχου του επίδικου σε επαφή με την όμορη προς βορρά ιδιοκτησία.

Η υψομετρική διαφορά των επιπέδων, καθιστά απίθανη την ύπαρξη δρόμου και 5] Το από Ιούνιος 2001 τοπογραφικό διάγραμμα- σκαρίφημα του Δήμου Σύμης, το οποίο ταυτίζεται με την τελική καταχώρηση του Εθνικού Κτηματολογίου, με το οποίο δηλώνεται ο κοινόχρηστος χαρακτήρας του επίδικου, δεν ελήφθη υπόψη, καθώς είναι μεταγενέστερο όλων των κρίσιμων συμβολαίων και διαγραμμάτων, και ως εκ τούτου θεωρήθηκε ότι δεν τεκμηριώνει αποδείξεις για τη χρήση του χώρου αυτού.

Οι παραπάνω διαπιστώσεις και πορίσματα και η εν λόγω πραγματογνωμοσύνη εν γένει, κρίνονται αξιόπιστα και από το παρόν Δικαστήριο, καθώς είναι επαρκώς αιτιολογημένα. Βέβαια, το παρόν Δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψη του, όλα τα ως άνω νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ δε αυτών και την τεχνική έκθεση της Ε.

Β., τοπογράφου μηχανικού, που διορίσθηκε νόμιμα με την από 17-5-2016 δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, η οποία αντιτίθεται κατά περιεχόμενο και στις διαπιστώσεις και στα πορίσματά της σε σχέση με την ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης της διορισμένης από το Δικαστήριο αυτό πραγματογνώμονα Π. Ν., αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού.

Κατά την κρίση, όμως, του παρόντος Δικαστηρίου, η πραγματικότητα αποτυπώνεται στην τελευταία ως άνω πραγματογνωμοσύνη, η οποία διεξήχθη από εξ ορισμού αμερόληπτο πραγματογνώμονα που όρισε το Δικαστήριο αυτό και δεν έγινε κατόπιν παραγγελίας ή εντολής κάποιου διαδίκου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τον Οκτώβριο του έτους 2000 οι εναγόμενες, έχοντας σκοπό να προβούν στην ανέγερση του όμορου ακινήτου τους με αριθμό ..., κατέλαβαν από την επίδικη έκταση, εμβαδού 15,10 τ.μ.

Η εν λόγω καταληφθείσα από τους εναγόμενους έκταση, όπως αυτή εμφαίνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα της πραγματογνώμονος Π. Ν., αγρονόμου τοπογράφου - μηχανικού ανήκει, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, στην συγκυριότητα του ενάγοντας. Ειδικότερα οι εναγόμενες επεξέτειναν το δυτικό όριο της ιδιοκτησίας τους (Α-Θ) στη θέση (Α'-Θ') κατά 2,05 μέτρα ως προς τη κορυφή Α και κατά 1,95 μέτρα ως προς τη κορυφή Θ, και κατέλαβαν το τμήμα (Α-Α'-Θ'-Θ-Α) εμβαδού 11,50 τ.μ., εντός του οποίου κατασκεύασαν μέρος ισόγειου κτίσματος υπό στοιχεία γωνιών α,β,γ,δ, και εμβαδού 3,50 τ.μ.

καθώς και τοιχίο με ενδιάμεση πλαϊνή είσοδο υπό στοιχεία γωνιών Α,Α',ε,Θ',κ,α,δ,γ εμβαδού 4,00 τ.μ. Ακόμη οι εναγόμενες μετατόπισαν το βόρειο - δυτικό όριο (ι-Θ') κατασκευάζοντας το τοιχίο ε-ζ-η-θ-ι-Θ'-ε, εμβαδού 3,60 τ.μ., ήτοι συνολικά κατέλαβαν έκταση εμβαδού 15,10 τ.μ., η οποία εμφαίνεται με τα αλφαβητικά στοιχεία (Α-Α'-ε-ζ-η-θ-ι-Θ'-Θ-Α)στο από μηνάς Φεβρουάριου 2017 τοπογραφικό - κτηματογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την από 28-02-2017 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της Π.

Ν., αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού...". Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, το Εφετείο δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την από 11-02-2010 έφεση κατά της εκκαλούμενης απόφασης, κατά το μέρος που απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 27-10-2006 και με αριθμ. έκθ. κατ. 547/15-12-2008 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την ανωτέρω αγωγή του αναιρεσιβλήτου και δέχθηκε αυτήν ως κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς αυτόν, αναγνώρισε τη (συγ)κυριότητα του αναιρεσιβλήτου στο επίδικο ακίνητο και υποχρέωσε τις αναιρεσείουσες :

α) να αποδώσουν στον αναιρεσίβλητο, κατά το ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου την επίδικη έκταση 15.10 τ.μ., και β) να αφαιρέσουν και απομακρύνουν κάθε κατασκεύασμα που καταλαμβάνει το τμήμα των 15,10 τ.μ., από το οποίο, απέβαλαν τον αναιρεσίβλητο, επαναφέροντας τα πράγματα στην προτέρα κατάσταση. Ειδικότερα, με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι : 1.

Ο αναιρεσίβλητος κατέστη (συγ)κύριος, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, του επίδικου ακινήτου, εμβαδού 81,60 τ.μ., που περιγράφεται παραπάνω, με παράγωγο τρόπο, και δη με το με αριθμ. 8.887/1989 συμβόλαιο πώλησης της συμβ/φου ... Μ. Πρώτου, που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω αγοράς από αληθή κυρία, και με τον πρωτότυπο τρόπο της τακτικής χρησικτησίας, με καλή πίστη, δηλαδή με την πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την (συγ)κυριότητα, από την παράδοση της (συν)νομής του ανωτέρω ακινήτου, που έλαβε χώρα με την κατάρτιση του ως άνω συμβολαίου αγοραπωλησίας καθώς και τη μεταγραφή του ανωτέρω νόμιμου τίτλου κυριότητας, δέκα έτη πριν τον Οκτώβριο του έτους 2000, οπότε οι εναγόμενες κατέλαβαν την επίδικη έκταση των 15,10 τ.μ.

του ανωτέρω ακινήτου, δηλαδή για χρόνο μεγαλύτερο της δεκαετίας, ασκώντας εμφανείς πράξεις φυσικής εξουσίασης, προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του (επίσκεψη, επίβλεψη, εποπτεία, φροντίδα και καθαρισμό από αγριόχορτα), χωρίς ποτέ να ενοχληθεί ή να αμφισβητηθεί το δικαίωμά του από τις αναιρεσείουσες. 2.

Το επίδικο εμπίπτει στους τίτλους κυριότητας του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος, με βάση τα παραπάνω συντρέχοντα περιστατικά (κατάρτιση συμβολαίου αγοραπωλησίας, μεταγραφή του, μη ύπαρξη δρόμου στην πλευρά Κ-Η, ύπαρξη κτηρίου στη βόρεια πλευρά του επίδικου, μορφολογία της περιοχής), ο αναιρεσίβλητος είχε την πεποίθηση, κατά την κτήση της (συν)νομής, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την (συγ)κυριότητα του επίδικου ακίνητου, στην οποία περιλαμβάνεται και η καταληφθείσα επίδικη έκταση.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης, αλλά διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1041, 1042, 974, 976 ΑΚ ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης από τον αναιρεσίβλητο της (συγ)κυριότητας επί του επίδικου, με τον ανωτέρω παράγωγο τρόπο αλλά και με τον πρωτότυπο τρόπο, της τακτικής χρησικτησίας, και ενώ από τις αναιρεσείουσες, αμφισβητήθηκε η κυριότητα της δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου, από την οποία απέκτησε το παραπάνω ακίνητο, διαλαμβάνοντας σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες και για την, κατά την κτήση της (συν)νομής, που έλαβε χώρα με την κατάρτιση το έτος 1989, της σύμβασης αγοραπωλησίας και τη μεταγραφή αυτής, που έλαβε χώρα δέκα έτη πριν τον Οκτώβριο του έτους 2000, καλή πίστη, με την πεποίθηση ότι είναι (συγ)κύριος, η οποία, με βάση τα ανωτέρω συντρέχοντα περιστατικά, δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την (συγ)κυριότητα, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, με τις αναφερόμενες παραπάνω εμφανείς πράξεις (συν)νομής διανοία (συγ)κυρίου.

Επομένως, ο, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατόπιν αυτών, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και να διαταχθεί η εισαγωγή του προκαταβληθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν του αιτήματος αυτού, πρέπει να επιβληθούν στις αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-12-2018 αίτηση αναίρεσης των 1) Χ. συζ. Μ. J., το γένος Κ. Β., 2) Μ. συζ. Κ. Β., το γένος Κ. Κ., 3) Ε. - Ζ. Β. του Κ., συζ. D. B. κατά της με αριθμ. 156/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουλίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Αυγούστου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ