Supreme Court dismisses appeal against lower court's evaluation of medical evidence in civil dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by three parties against a Third Instance Court decision regarding a civil dispute. The appellants argued that the lower court failed to consider specific medical reports and expert testimonies, claiming these documents were omitted from the evidentiary assessment. The court rejected these claims, ruling that the lower court had properly evaluated all submitted evidence and that the appeal's assertions regarding omitted documents were inadmissible as they concerned the lower court's discretionary evaluation of proof.
Legislator headnote
AI generatedArt. 556, 559, 561 KPolD: The appellate court must reject an appeal if the lower court's evaluation of evidence is not arbitrary, as the assessment of proof weight is a matter of judicial discretion not subject to appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1288 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1288/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Τ. του Χ., συζύγου Π. Μ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στο δήμο Αμαρουσίου Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Η 1η αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Γεωργιάδη, ο οποίος ανακάλεσε την με ημερομηνία κατάθεσης 7-10-2021 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο, η 2η αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παρθένιο Επεσλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και η 3η αναιρεσείουσα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παντελή Πετμεζά, ομοίως με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Της αναιρεσιβλήτου: Α. (ή και Α.) Δ. του Κ., συζύγου Σ. Π., κατοίκου .... Παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεώνη Σγουράκη - Παπασπυροπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αριθ. κατάθεσης 35316/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, την υπ' αριθ. κατάθεσης 18294/2013 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσείουσας και την υπ' αριθ. κατάθεσης 18528/2014 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη τρίτης αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11672/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 2238/2019 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-12-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της πρώτης αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 556 παρ. 1 ΚΠολΔ, δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, μεταξύ άλλων, και εκείνοι που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής.
Ειδικότερα, ο προσθέτως παρεμβαίνων στο δικαστήριο της ουσίας ασκεί και αυτοτελή αναίρεση, ακόμη και με λόγους διαφορετικούς έναντι του κύριου διαδίκου (ΑΠ 101/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) και ο σύζυγός της (μη διάδικος στην παρούσα δίκη) άσκησαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αγωγή κατά της πρώτης αναιρεσείουσας (ως αδικοπραγήσασας εξ αμελείας ιατρού) και της δεύτερης εξ αυτών ανώνυμης εταιρείας (ως προστήσασας) με αίτημα την επιδίκαση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως συνεπεία της επελθούσας στην πρώτη ενάγουσα βλάβης της υγείας της κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή.
Η πρώτη αναιρεσείουσα με προσεπίκληση, στην οποία σώρευσε και παρεμπίπτουσα αγωγή, κάλεσε την τρίτη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, στην οποία είχε ασφαλίσει την έναντι τρίτων αστική της ευθύνη, να παρέμβει στη δίκη που ανοίχθηκε μεταξύ αυτής, της δεύτερης αναιρεσείουσας ως προστήσασας και της αναιρεσίβλητης με την άσκηση της ένδικης αγωγής.
Η εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία άσκησε υπέρ της πρώτης αναιρεσείουσας πρόσθετη παρέμβαση. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε την κυρία αγωγή, την προσεπίκληση με τη σωρευθείσα παρεμπίπτουσα αγωγή και την πρόσθετη παρέμβαση, απέρριψε με την 11672/2017 απόφασή του την κύρια αγωγή ως αβάσιμη και ακολούθως την παρεμπίπτουσα αγωγή.
Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης άσκησαν έφεση οι άνω ενάγοντες, υπό την αίρεση δε της παραδοχής αυτής άσκησε έφεση και η πρώτη αναιρεσείουσα, η δε ασφαλιστική εταιρεία άσκησε υπέρ της τελευταίας πρόσθετη παρέμβαση. Το Εφετείο Θεσσαλονίκης με την αναιρεσιβαλλομένη 2238/2019 απόφασή του, απέρριψε την πρόσθετη παρέμβαση και κατά παραδοχή αμφοτέρων των εφέσεων εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, ερεύνησε εκ νέου την υπόθεση, απέρριψε την κύρια αγωγή ως προς τον δεύτερο ενάγοντα (σύζυγο της παθούσας- αναιρεσίβλητης) και δέχθηκε αυτήν ως προς την τελευταία κατά ένα μέρος κατ' ουσίαν, αλλά και την παρεμπίπτουσα σε βάρος της ασφαλιστικής εταιρείας αγωγή της πρώτης αναιρεσείουσας ομοίως εν μέρει κατ' ουσίαν.
Κατά συνέπεια, και σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η προσθέτως παρεμβάσα νομιμοποιείται να ασκήσει αίτηση αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εφόσον ηττήθηκε η διάδικος υπέρ της οποίας είχε παρέμβει. Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β' 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται οπωσδήποτε παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί και η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της ένδικης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης για τη λήψη ορισμένων μέτρων επιμελείας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπισε όμως ότι θα το αποφύγει.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες και γι` αυτό η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεμελιώσει ή όχι υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) και να θεωρηθεί ή όχι πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου (περιουσιακού ή ηθικού) αποτελέσματος που επήλθε.
Η συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων θεμελιώνει και την αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού για ζημία που προκαλείται από αυτόν κατά την παροχή των ιατρικών υπηρεσιών του, απαιτείται δηλαδή παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως, με βάση τη θεώρηση της αμέλειας, ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας ("διπλή λειτουργία της αμέλειας") (ΑΠ693/2020, ΑΠ237/2016).
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 24 του α.ν. 1565/1939 "περί Κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 47 του ΕισΝΑΚ, "Ο ιατρός οφείλει να παρέχει μετά ζήλου, ευσυνειδησίας και αφοσιώσεως την ιατρικήν αυτού συνδρομήν, συμφώνως προς τας θεμελιώδεις αρχάς της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσης πείρας, τηρώντας τας ισχύουσας διατάξεις περί διαφυλάξεων της υγείας των ασθενών και προστασίας των υγιών".
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες που προαναφέρθηκαν, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη ιατρού προς αποζημίωση ή και προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης θεμελιώνεται και εάν ο ιατρός ενεργήσει από αμέλεια, η οποία υπάρχει στις περιπτώσεις εκείνες, που το ανεπιθύμητο αποτέλεσμα οφείλεται σε παράβαση των θεμελιωδών αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης και η ενέργειά του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας.
Δηλαδή, θα πρέπει να μην καταβλήθηκε από τον ιατρό η επιβαλλόμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή και επιμέλεια, την οποία ο μέσος εκπρόσωπος του κύκλου του (ΑΠ 687/2013, ΑΠ 1009/2013, ΑΠ 181/2011), θα μπορούσε και όφειλε να καταβάλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις και συγχρόνως να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ιατρικής πράξης ή παράλειψης και του αξιόποινου μη επιδιωκόμενου αποτελέσματος.
Κατ' εφαρμογή των ανωτέρω, στο χώρο της ιατρικής ευθύνης γίνεται κάθε φορά αναγωγή στην ειδικότητα του κάθε ιατρού για την ανεύρεση του προτύπου επιμέλειας, το οποίο σχηματίζεται από τα κατά κοινή συνείδηση και αντικειμενική κρίση, δεοντολογικώς κρατούντα σε ορισμένη ειδικότητα ιατρού. Έτσι, αν, στο πλαίσιο μιας ιατρικής πράξης, παραβιασθούν οι κανόνες και αρχές της ιατρικής επιστήμης και εμπειρίας ή (και) οι, εκ του γενικού καθήκοντος πρόνοιας και ασφάλειας, απορρέουσες υποχρεώσεις επιμέλειας του μέσου συνετού ιατρού της ειδικότητας του ζημιώσαντος, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και, συγχρόνως, υπαίτια (ΑΠ 655/2019, ΑΠ1478/2018, ΑΠ 1598/2017, ΑΠ 237/2016).
Αντιθέτως, ουδεμία ευθύνη φέρει ο ιατρός, αν ενήργησε σύμφωνα με τους ως άνω κανόνες (lege artis), και ειδικότερα, όπως θα ενεργούσε υπό τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και έχοντας στη διάθεση του τα ίδια μέσα ένας μέσος, συνετός και επιμελής ιατρός (ΑΠ 1478/2018, ΑΠ 1343/2017). Μάλιστα, οφείλει ο ιατρός να παρέχει την ιατρική του συνδρομή όχι μόνο, όπως ορίζει το άρθρον 330 ΑΚ, δηλαδή κατά το μέτρο της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές, αλλά με ζήλο, ευσυνειδησία και αφοσίωση, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και της πείρας που έχει αποκτήσει(ΑΠ 1194/2021, ΑΠ 864/2020, ΑΠ1683/2014).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ1/2020, ΟλΑΠ4/2018, ΟλΑΠ6/2017), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ917/2020, ΑΠ3/2020).
Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Τον Μάρτιο του έτους 2007 η πρώτη ενάγουσα (αναιρεσίβλητη), ηλικίας τότε 30 ετών, έχοντας διαπιστώσει ότι είναι έγκυος, επισκέφθηκε την πρώτη των κυρίως εναγομένων (πρώτη αναιρεσείουσα), Ε.
Τ., μαιευτήρα-γυναικολόγο στο ιδιωτικό ιατρείο που διατηρούσε στη … και συμφώνησε μαζί της να την παρακολουθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της και να αναλάβει τη διενέργεια του τοκετού σε κάποια ιδιωτική κλινική, με την οποία συνεργάζονταν στη ….. Στην ως άνω εναγομένη η πρώτη ενάγουσα απευθύνθηκε κατόπιν σύστασης της αδελφής του συζύγου της, δευτέρου ενάγοντος, η οποία παρακολουθείτο κατά το παρελθόν από την ίδια.
Στις 8-5-2007 και ενώ διήνυε τον δεύτερο μήνα της κύησής της η πρώτη ενάγουσα υπεβλήθη σε όλες τις ενδεδειγμένες αιματολογικές και ουρολογικές εξετάσεις, από τις οποίες προέκυπτε ότι εμφάνιζε αυξημένο ουρικό οξύ (6, 8 mg/dl με φυσιολογικές τιμές 2,4 - 6.00 mg/dl), χαμηλή αιμοσφαιρίνη (10,8 με φυσιολογικές τιμές 12 16 g/100ml)e χαμηλό αιματοκρίτη (31,4 με φυσιολογικές τιμές 36 - 46%) και ίχνη λευκώματος στα ούρα.
Στις αιματολογικές εξετάσεις στις οποίες υποβλήθηκε η πρώτη ενάγουσα στις 6-7-2007 εμφάνιζε και πάλι χαμηλή αιμοσφαιρίνη (9,80 g/100ml), χαμηλό αιματοκρίτη αλλά και χαμηλά αιμοπετάλια (136.000 με φυσιολογικές 140.000- 440.000 κ,κ.χ). Σημειωτέον ότι η αιμοσφαιρίνη, ο αιματοκρίτης, η ουρία κα το ουρικό οξύ της πρώτης ενάγουσας σύμφωνα με τις εργαστηριακές εξετάσεις στις οποίες αυτή είχε υποβληθεί στις 23-2-2006, ήτοι πριν την εγκυμοσύνη της, ήταν εντός των φυσιολογικών ορίων (αιμοσφαιρίνη 127gr/dl, αιματοκρίτης ουρία 38 mg/dl και ουρικό οξύ 533 mg/dl), ενώ στις εξετάσεις ούρων στις οποίες υποβλήθηκε στις 23-2-2006 και στις 24-7-2006 δεν εμφάνιζε ίχνη λευκώματος.
Περί τα μέσα Ιουλίου του έτους 2007 και διανύοντας τον πέμπτο μήνα της εγκυμοσύνης της η πρώτη ενάγουσα εμφάνισε οιδήματα στα κάτω άκρα. Αμέσως ενημέρωσε την πρώτη εναγομένη η οποία, όμως, την καθησύχασε λέγοντάς της, πως τα συμπτώματα αυτά οφείλονταν στην εγκυμοσύνη της, χαρακτηρίζοντας τις εξετάσεις στις οποίες είχε υποβληθεί καλές.
Κατά την επόμενη προγραμματισμένη επίσκεψή της στο ιατρείο της η πρώτη ενάγουσα ενημέρωσε και πάλι την πρώτη εναγομένη για τα οιδήματα, που εμφάνιζε κυρίως στα κάτω άκρα και τα οποία εμφανίζονταν πλέον και στα χέρια, αλλά και για τις κράμπες, οι οποίες είχαν αρχίσει να εμφανίζονται καθημερινά, πλην όμως η πρώτη εναγομένη την καθησύχασε πάλι αποδίδοντας την εμφάνιση των ανωτέρω συμπτωμάτων (οιδήματα, κράμπες) στην έλλειψη μαγνησίου και της χορήγησε φαρμακευτική αγωγή για μαγνήσιο.
Στις 26-9-2007 και ενώ διήνυε τον έβδομο μήνα της κύησής της, η πρώτη ενάγουσα υπεβλήθη σε νέες ουρολογικές και αιματολογικές εξετάσεις, από τις οποίες προέκυπτε ότι εμφάνιζε λεύκωμα 30 mg/dl, χαμηλή αιμοσφαιρίνη (10,2 g/100ml) και χαμηλό αιματοκρίτη (30,9%). Περί τα τέλη του έβδομου μήνα της κύησής της η πρώτη ενάγουσα ένιωσε έναν πολύ δυνατό πόνο στους νεφρούς της.
Αμέσως, ενημέρωσε και πάλι την πρώτη εναγομένη, η οποία εκτιμώντας ότι ο πόνος αυτός προέρχεται από πίεση, που ασκούσε το έμβρυο στους νεφρούς της και ότι δεν ήταν αναγκαίο να προβεί σε περαιτέρω εξετάσεις για τη διερεύνησή του, της υπέδειξε τη λήψη κάποιου παυσίπονου Voltaren ή BUSCOPAN. Στις 15-10-2007 η πρώτη ενάγουσα υπεβλήθη σε νέες ουρολογικές εξετάσεις, από τις οποίες προέκυπτε ότι εμφάνιζε λεύκωμα 100 mg/dl και αιμοσφαιρίνη θετική (++).
Η αρτηριακή πίεση της πρώτης ενάγουσας στις μετρήσεις που έγιναν κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της στο ιδιωτικό ιατρείο της πρώτης εναγομένης εμφάνιζε τις ακόλουθες τιμές: στις 7-5-2007 120/60, στις 4-6-2007 105/60, στις 6-7-2007 120/60, στις 17-9-2007 120/80, στις 18-10-2007 120/70, ήτοι εμφάνισε αύξηση της διαστολικής πίεσης μεταξύ του πρώτου και δευτέρου τριμήνου της κύησής της κατά 20 mm/hg, αφού η αρτηριακή πίεσή της στις 7-5-2007 βρέθηκε 120/60, ενώ στις 17-9-2007 βρέθηκε 120/80.
Κατά την προγραμματισμένη επίσκεψή της στο ιατρείο της πρώτης εναγομένης, το Νοέμβριο του έτους 2007, η πρώτη ενάγουσα εμφάνισε ελαφρώς αυξημένη αρτηριακή πίεση, όταν δε ρώτησε την πρώτη εναγομένη, τι πρέπει να κάνει, εκείνη της απηύθυνε τη φράση "Τώρα δεν με νοιάζει τι έχεις. Τώρα γεννάμε..". Στις 12-12-2007 η πρώτη ενάγουσα, διανύουσα ήδη τον ένατο μήνα της εγκυμοσύνης της εισήχθη στην κλινική της δεύτερης εναγομένης (δεύτερης αναιρεσείουσας) στη Θ … ("...").
Κατά το χρόνο της εισαγωγής της στην ανωτέρω κλινική είχε ήδη ξεκινήσει η διαδικασία του φυσιολογικού τοκετού (ωδύνες), ωστόσο, η στενότητα του πυελικού ανοίγματός της καθιστούσε αδύνατη τη συνέχιση του φυσιολογικού τοκετού και έτσι υποβλήθηκε σε καισαρική τομή με επισκληρίδιο αναλγησία. Η σχετική επέμβαση πραγματοποιήθηκε στις 13-12-2007 και περί ώρα 00.05 με τη γέννηση ενός υγιούς άρρενος τέκνου βάρους 2.860 Kgr.
Πριν από την έναρξη του τοκετού, η πρώτη ενάγουσα υποβλήθηκε σε εργαστηριακές εξετάσεις από τις οποίες, σύμφωνα με σχετική καταγραφή στην καρτέλα μαιευτικού ιστορικού, που τηρεί η δεύτερη εναγομένη, το λεύκωμα στα ούρα ήταν αρνητικό. Όσον αφορά τα οιδήματά της, αυτά εξακολουθούσαν να υφίστανται καθ' όλη της διάρκεια της εγκυμοσύνης, κατά τη διάρκεια δε του τοκετού είχαν επεκταθεί και στην περιοχή των γεννητικών οργάνων, γεγονός το οποίο διαπίστωσε και η πρώτη εναγομένη κατά τη διαδικασία του τοκετού, χωρίς ωστόσο να το αξιολογήσει ως ανησυχητικό για την περαιτέρω πορεία της υγείας της πρώτης ενάγουσας (βλ- σχετικές περικοπές της απολογίας της ενώπιον του Μονομελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης "...Οταν της έκανα κολπική εξέταση μετά τον τοκετό, έδειξα στο σύζυγό της τα οιδήματα..." και ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης "...
πίστεψα ότι οφείλεται σε κολπίτιδα γι' αυτό δεν προέβην σε περαιτέρω διερεύνηση του θέματος..."). Επίσης, η πρώτη ενάγουσα ενώ κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της στην κλινική της δεύτερης εναγομένης εμφάνισε έντονους πονοκεφάλους, για την αντιμετώπιση των οποίων της χορηγήθηκε από το νοσηλευτικό προσωπικό, κατόπιν οδηγιών της πρώτης εναγομένης, το μη στερεοειδές αντιφλεγμονώδες φαρμακευτικό σκεύασμα voltaren σε υπόθετο και σε ταμπλέτες...
και επιπλέον στις 16-12-2007 είχε έναν ακατάσχετο έμετο, τον οποίο και ακολούθησε δυνατός πονοκέφαλος (βλ, σχετικές περικοπές της κατάθεσης της κατάθεσης της πρώτης ενάγουσας ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης "... Ξαφνικά στο διάδρομο δεν αισθάνθηκα καλά και έκανα έναν έμετο που έφθασε ως πέρα.
Με πονούσε φοβερά το κεφάλι μου. Ούρλιαζα από τον πόνο..."), στις 17-12-2007 έλαβε εξιτήριο, χωρίς προηγουμένως να υποβληθεί σε εργαστηριακές εξετάσεις, για να διαπιστωθεί το αίτιο που της προκάλεσε τον έμετο και τους έντονους πονοκεφάλους και χωρίς να εξετασθεί από την πρώτη εναγομένη, η οποία εν τω μεταξύ είχε ενημερωθεί για την κατάστασή της στις 16-12-2007 μέσω του προσωπικού της κλινικής.
Μετά την έξοδό της από την κλινική της δεύτερης εναγομένης η πρώτη ενάγουσα συνέχισε να υποφέρει από έντονους πονοκεφάλους για τους οποίους παραπονέθηκε κατ' επανάληψη στην πρώτη εναγομένη, μέσω της μαίας, που απασχολούνταν στο ιατρείο της, Ε. Κ. και η οποία απαντούσε στις κλήσεις της ενάγουσας, είτε στο σταθερό τηλέφωνο του ιατρείου της εναγομένης είτε στο κινητό της τηλέφωνο.
Η πρώτη εναγομένη, η οποία ενημερωνόταν από την προαναφερόμενη μαία δεν της συνέστησε ούτε να την επισκεφθεί στο ιατρείο της να την εξετάσει, ούτε να προβεί σε μέτρηση της αρτηριακής πίεσής της, απέδιδε δε τους πονοκεφάλους της σε ψυχολογικά αίτια (βλ, σχετικές περικοπές της κατάθεσης της πρώτης ενάγουσας ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης " μου είπε...
να αφήσεις τα χαζά σου και τα ψυχολογικά σου... Την ρώτησα μήπως οι πονοκέφαλοι προέρχονται σπό την επισκληρίδιο και από τη νάρκωση. Εκείνη επέμενε ότι είναι ψυχολογικό το θέμα.. . " και ενώπιον του Μονομελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης " ...να αφήσεις τα ψυχολογικά σου... Επέμενε ότι είναι ψυχολογικό το θέμα...".
Στις 22-12-2007, επειδή εξακολουθούσε να υποφέρει από πονοκεφάλους, η πρώτη ενάγουσα επισκέφθηκε στην κλινική της δεύτερης εναγομένης στη … τον Γ. Γ., χειρούργο ορθοπεδικό, ο οποίος της συνέστησε τη χρήση αυχενικού κολάρου και τη λήψη του μη στερεοειδούς αντιφλεγμονώδους φαρμακευτικού σκευάσματος brexin των 20 mg σε ταμπλέτες, φαρμακευτική αγωγή την οποία και ακολούθησε.
Στις 28-122007 η πρώτη ενάγουσα άρχισε να εμφανίζει θάμβος οράσεως, για το οποίο ενημέρωσε αμέσως τον ως άνω ορθοπεδικό, ο οποίος της συνέστησε να συνεχίσει την ως άνω φαρμακευτική αγωγή, καθόσον η λήψη του συγκεκριμένου φαρμάκου δεν συνδέονταν με το ανωτέρω πρόβλημα υγείας, που είχε εμφανίσει. Ωστόσο, το θάμβος οράσεως της πρώτης ενάγουσας επιδεινωνόταν προοδευτικά και στις 3-1-2008 είχε σχεδόν χάσει την όρασή της ενώ εμφάνισε και εκροή υγρού στο επάνω μέρος του ποδιού της.
Αμέσως επικοινώνησε με την πρώτη εναγομένη, η οποία της συνέστησε να επισκεφθεί κάποιο χειρουργό, άλλως να μεταβεί αμέσως σε νοσοκομείο. Στις 4-1-2008 η πρώτη ενάγουσα επισκέφθηκε την Οφθαλμολογική Κλινική του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου, όπου και διαπιστώθηκε ότι εμφάνιζε οιδήματα οπτικής θηλής και βλεφάρων και θάμβος οράσεως άμφω, με οπτική οξύτητα 2/10, οιδήματα βλεφάρων και κάτω άκρων ενώ η αρτηριακή της πίεση μετρήθηκε σε 17/12.
Αυθημερόν και μετά από υποδείξεις του οφθαλμιάτρου. που την εξέτασε στο προαναφερόμενο νοσοκομείο, για περαιτέρω έλεγχο της κατάστασης της υγείας της από ειδικό ιατρό και δη παθολόγο - νεφρολόγο, εισήχθη στην κλινική της δεύτερης εναγομένης με εικόνα, όπως χαρακτηριστικά καταγράφεται στην προσκομιζόμενη εκ μέρους των εναγόντων καρτέλα ιστορικού, που τηρεί η ανωτέρω κλινική, "νεφρωσικού συνδρόμου, ανθεκτική υπέρταση και θάμβος οράσεως".
Οι εξετάσεις, στις οποίες υποβλήθηκε, κατέδειξαν αυξημένη κρεατινίνη 1,6
(φ,τ. 0,6-1,1), ιδιαίτερα αυξημένο ουρικό οξύ 9,4 (φ.τ 2,3 -6), χαμηλή αιμοσφαιρίνη (9,80 με φ.τ12-16), χαμηλό αιματοκρίτη (30,3 % με φτ 36 - 46%), χαμηλά αιμοπετάλια (126.000 με φτ 140.000 - 440.000 κ.κ,χ) και λεύκωμα ούρων 9052 mg/24h με τιμές αναφοράς 20-150, ενώ εμφάνιζε και "οίδημα ανά σάρκα", Από το σπινθηρογράφημα νεφρών, στο οποίο υποβλήθηκε στις 10-1-2008, προέκυψε ότι και οι δύο νεφροί της εμφάνιζαν λειτουργική καμπύλη με πρώιμη επίτευξη κορυφής και σημαντική παράταση της αποχετευτικής φάσης, ενώ η ποσοστιαία συμμετοχή κάθε νεφρού στη συνολική νεφρική λειτουργία ήταν 50 % για τον αριστερό νεφρό και 50% για τον δεξιό νεφρό, εμφάνιζαν δηλαδή ελαττωμένη αιμάτωση και μετρίου βαθμού διαταραχή της λειτουργίας τους.
Επίσης, από τις εξετάσεις των οφθαλμών της στον βυθό προέκυψαν σημεία υπερτασικής αμφιβληστροειδοπάθειας, βαμβακοφόρα εξιδρώματα και γενικευμένη στένωση αγγείων- Κατά τη νοσηλεία της στην κλινική της δεύτερης εναγομένης υποβλήθηκε σε τετραπλή αντιυπερτασική και αποιδηματική αγωγή. Βιοψία των νεφρών της δεν έγινε, λόγω αιμορραγίας ρινός και ούλων, εμπύρετου και αιματουρίας.
Στις 14-1-2008 η πρώτη ενάγουσα εξήλθε από την ανωτέρω κλινική με διάγνωση εξόδου "προεκλαμπτικό σύνδρομο - νεφρική δυσλειτουργία". Έκτοτε υποβαλλόταν σε συνεχείς εξετάσεις για να διαπιστωθεί η δυνατότητα πλήρους αποκατάστασης της υγείας της, ακολουθούσε αντιυπερτασική θεραπεία και δίαιτα άναλο, προσπαθώντας να αποκαταστήσει, αρχικά, και στη συνέχεια να ανακόψει τη βλάβη των νεφρών της.
Τούτο όμως δεν κατέστη δυνατόν και έτσι στις 26-3-2008 εισήλθε εκ νέου στην κλινική της δεύτερης εναγομένης στη …. (...") για επίμονη λευκωματουρία - νεφρική ανεπάρκεια πρώτου σταδίου, παρέμεινε δε νοσηλευόμενη σ' αυτή για μία ημέρα, υποβληθείσα και σε βιοψία νεφρού, ενώ από τον Οκτώβριο του έτους 2009 τέθηκε σε διαδικασία αιμοκάθαρσης και παρέμεινε αιμοκαθαρόμενη μέχρι και τον Ιούλιο του 2010, τελώντας υπό συνεχή ιατρική παρακολούθηση.
λαμβάνοντας ειδική φαρμακευτίκή αγωγή και ακολουθώντας ειδική διατροφή, καθόσον υπήρχε κίνδυνος είτε υπερκαλιαιμίας, είτε υποκαλιαιμίας. Ακολούθως και αφού διαπιστώθηκε ότι η μητέρα της ήταν συμβατή δότρια, στις 7-7-2010 υποβλήθηκε επιτυχώς σε επέμβαση μεταμόσχευσης νεφρού στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης.
Οι εναγόμενοι, με τις προτάσεις τους τόσον ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όσον και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ισχυρίζονται ότι η νεφρική ανεπάρκεια, που υπέστη η πρώτη ενάγουσα, δεν είναι συνέπεια προεκλαμψίας, καθώς ουδέν χαρακτηριστικό σύμπτωμα της νόσου αυτής εμφάνισε, αλλά πιθανώς αποτελεί συνέπεια, είτε αυτοάνοσου νοσήματος, που προϋπήρχε στον οργανισμό της και για άγνωστο αίτιο εκδηλώθηκε μετά τον τοκετό είτε ιογενούς λοίμωξης, που προσέβαλε την ενάγουσα μετά τον τοκετό, είτε λόγω των αντιφλεγμονωδών φαρμάκων που έλαβε για την αντιμετώπιση των πονοκεφάλων της, οι οποίοι ουδόλως σχετίζονταν με προεκλαμψία, αλλά πιθανότατα με αυχενικό σύνδρομο.
Οι ισχυρισμοί τους όμως αυτοί κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι για τους εξής λόγους: Η προεκλαμψία αποτελεί την εκδήλωση μιας νόσου, η οποία έχει επικρατήσει να ονομάζεται τοξιναιμία της κύησης. Εμφανίζεται συνήθως στο τελευταίο τρίμηνο της εγκυμοσύνης ( μετά την 24η εβδομάδα) και στην αρχή της λοχείας.
Χαρακτηρίζεται από υπέρταση, οιδήματα και λευκωματουρία. Τα κριτήρια για να αξιολογηθεί μια κατάσταση ως βαριά προεκλαμψία είναι τα παρακάτω: α) αρτηριακή συστολική πίεση μεγαλύτερη από 160 mmHg και διαστολική πίεση μεγαλύτερη από 110 mmHg, β) λεύκωμα ούρων 24ωρου περί τα 4 g, γ) ολιγουρία, δ) εγκεφαλικές και οπτικές διαταραχές.
Τα κριτήρια για να χαρακτηρισθεί μια κατάσταση ως μέσης βαρύτητας προεκλαμψία είναι, η εμφάνιση ενός ή περισσοτέρων από τα παρακάτω συμπτώματα, μετά την 24 η εβδομάδα της κύησης: α) συστολική πίεση αίματος περί τα 140mmHg ή μια αύξηση κατά 30 mmHg ή και περισσότερο από τα συνηθισμένα επίπεδα, β) διαστολική πίεση από 90 mmHg ή μια αύξηση 15 mmHg από τα συνηθισμένα επίπεδα.
Η αύξηση της αρτηριακής πίεσης μετά τον πέμπτο μήνα της εγκυμοσύνης, και της διαστολικής είναι ένα σημαντικό κλινικό εύρημα της προεκλαμψίας. Αυτή, θα πρέπει να αναφέρεται σε δύο τουλάχιστον μετρήσεις, με μεταξύ τους διαφορά τουλάχιστον 6 ωρών, γ) πρωτεϊνουρία. Η πρωτεινουρία ή λευκωματουρία είναι το τρίο κύριο σύμπτωμα της τοξίναιμίας, το οποίο εμφανίζεται τελευταίο.
Όταν και αυτό το σύμπτωμα παρουσιασθεί. η νόσος έχει πια οριστικά εγκατασταθεί, δ) οίδημα προσώπου ή χεριών. Το οίδημα είναι πολλές φορές σημαντικό σημείο της προεκλαμψίας. Περίπου το 40% των εγκύων γυναικών έχουν οιδήματα, ενώ προκλαμψία δεν αναπτύσσεται σε περισσότερες από το 8%. Το οίδημα της προεκλαμψίας φαίνεται να γενικεύεται σύντομα και να γίνεται ιδιαίτερα αισθητό στο πρόσωπο, στα χέρια και στα πόδια.
Πονοκέφαλος, επιγαστρικό άλγος, ναυτία, έμετος, διπλωπία και άλλες οπτικές διαταραχές είναι χαρακτηριστικά συμπτώματα της βαριάς προεκλαμψίας, Ως νεφρική βλάβη στην προεκλαμψία χαρακτηρίζεται το οίδημα των ενδοθηλιακών κυττάρων και των τριχοειδών του σπειράματος, που είναι και το πιο σταθερό μικροσκοπικό εύρημα.
Η οριστική διάγνωση μπορεί να γίνει με νεφρική βιοψία, η οποία όμως πρέπει να γίνει στην περίοδο της άμεσης λοχείας, ήτοι 72 ώρες αμέσως μετά τον τοκετό... Η αύξηση των επιπέδων του ουρικού οξέος του πλάσματος είναι ίσως ο πλέον πρώιμος ευαίσθητος δείκτης προεκλαμψίας... Επειδή οι περισσότερες έγκυες γυναίκες είναι ασυμπτωματικές στα αρχικά στάδια της νόσου, καθίσταται απαραίτητος ο τακτικός έλεγχος, ιδιαίτερα σε εκείνες, οι οποίες εμφανίζουν προδιάθεση για την εμφάνιση της νόσου, Κάθε έγκυος γυναίκα θα πρέπει να εξετάζεται τουλάχστον μια φορά το μήνα και τακτικότερα, μετά την 31η εβδομάδα της κύησης.
με έλεγχο του σωματικού βάρους, της αρτηριακής πίεσης και με τον απαραίτητο εργαστηριακό έλεγχο. Η θεραπευτική αντιμετώπιση της προεκλαμψίας έχει ως στόχο την πρόληψη εκδήλωσης της βαριάς μορφής της νόσου. καθώς και την πρόληψη των σοβαρών επιπλοκών της μητέρας και του εμβρύου... Η πρώτη εναγομένη, ενώ γνώριζε ότι η πρώτη ενάγουσα από τον δεύτερο μήνα της εγκυμοσύνης της είχε εμφανίσει αυξημένο ουρικό οξύ, που ήταν και ο πλέον πρώιμος δείκτης προεκλαμψίας.
ότι από τον πέμπτο μήνα εμφάνιζε οιδήματα κυρίως στα κάτω άκρα τα οποία προοδευτικά επεκτάθηκαν στα χέρια και στην περιοχή των γεννητικών οργάνων, ότι τον έβδομο μήνα της κύησής της είχε αισθανθεί έναν πολύ δυνατό πόνο στους νεφρούς της, ότι τον ίδιο μήνα εμφάνισε αύξηση και του λευκώματος στα ούρα κατά 70 mg/dl, οτι μεταξύ του πρώτου και δευτέρου τριμήνου της κύησής της σημείωσε αύξηση της διαστολικής της πίεσης κατά 20 mm/hg, ενώ αύξηση της αρτηριακής πίεσής της σε 140/80 σημείωσε και κατά τη διάρκεια του τοκετού..., ότι αμέσως μετά τον τοκετό και μέχρι την εκ νέου εισαγωγή της στην κλινική της δεύτερης εναγομένης, στις 4-1-2008, εμφάνιζε έντονη κεφαλαλγία και ότι την τέταρτη ημέρα της λοχείας της, ευρισκόμενη εντός της κλινικής της δεύτερης εναγομένης, είχε και έναν αιφνίδιο έμετο, δεν αξιολόγησε σωστά τα ανωτέρω συμπτώματα, τα οποία καθιστούσαν επιβεβλημένη την περαιτέρω διερεύνησή τους βάσει των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης και σύμφωνα με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας, έτσι ώστε να προστατευθεί η υγεία της πρώτης ενάγουσας και έτσι δεν συνέστησε στην πρώτη ενάγουσα να υποβληθεί σε εργαστηριακές εξετάσεις αίματος και ούρων, το τελευταίο δίμηνο της κύησής της, για τον έλεγχο των τιμών του ουρικού οξέος, το οποίο ήδη από τον Μάιο του έτους 2007 ανερχόταν σε 6,80 mg/dl, καθώς και του λευκώματος στα ούρα, το οποίο στις 15-10-2007 ανερχόταν σε 100 mg/dl, ενώ εξακολουθούσε να εμφανίζει οιδήματα, τα οποία πλέον είχαν γίνει πιο έντονα και είχαν επεκταθεί σε ολόκληρο το σώμα της και να ελέγχει τουλάχιστον δύο φορές ημερησίως την αρτηριακή της πίεση με διαφορά μεταξύ των δύο μετρήσεων τουλάχιστον 6 ωρών, ενώ μετά τον τοκετό, και παρά την επιδείνωση της κατάστασης της υγείας της (αιφνίδιος έμετος και έντονη κεφαλαλγία), δεν επιμελήθηκε για την υποβολή της σε περαιτέρω εξετάσεις (αιματολογικές και ουρολογικές) εντός της κλινικής της δεύτερης εναγομένης, ούτε της υπέδειξε τη συστηματική παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης και την κλινική εξέτασή της από την ίδια κατά το χρονικό διάστημα που ακολούθησε.
Εάν η πρώτη ενάγουσα υποβαλλόταν στις ανωτέρω εξετάσεις, θα διαπιστωνόταν η ακριβής αιτία των προαναφερομένων συμπτωμάτων της, που ήταν στην προκειμένη περίπτωση η επιβάρυνση της νεφρικής λειτουργίας συνεπεία της σταδιακής εμφάνισης της νόσου της προεκλαμψίας και είναι βέβαιο ότι η κατάσταση της υγείας της θα ήταν πολύ διαφορετική και δεν θα είχε την προαναφερθείσα δυσμενή εξέλιξη, η οποία οφείλεται αποκλειστικά μόνο προαναφερθείσες παραλείψεις της πρώτης εναγομένης που είχαν ως αποτέλεσμα να δημιουργηθούν οι επιβαρυντικές εκείνες, ως προς την υγεία της προϋποθέσεις που προοδευτικά οδήγησαν σε νεφρική ανεπάρκεια.
Σημειωτέον ότι οι εργαστηριακές εξετάσεις στις οποίες υποβλήθηκε η πρώτη ενάγουσα στις 17-9-2007 ήταν οι τελευταίες, που διενεργήθηκαν κατά τη διάρκεια της κύησής της και τούτο παρόλο που η πρώιμη εμφάνιση οιδημάτων στα κάτω άκρα της πρώτης ενάγουσας και η προοδευτική επέκτασή τους στα χέρια καθιστούσαν απολύτως αναγκαίο το νέο εργαστηριακό έλεγχο του αίματος και των ούρων και τη συστηματική παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσής της, εφόσον η εμφάνιση ενός ή περισσότερων εκ των συμπτωμάτων της αύξησης της πίεσης, του λευκώματος των ούρων και των οιδημάτων αποτελούσαν σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, κριτήρια για το χαρακτηρισμό μιας κατάστασης ως μέσης τουλάχιστον, βαρύτητας προεκλαμψίας.
Επίσης, η μέτρηση του λευκώματος εντός της κλινικής της δεύτερης εναγομένης και πριν τον τοκετό έγινε με ταινία αντίδρασης (stick) η οποία έδειξε μεν αρνητικό αποτέλεσμα, ωστόσο η μέτρηση του λευκώματος κατά τον ανωτέρω τρόπο δεν παρείχε ασφαλή αποτελέσματα, καθόσον, όπως αποδείχθηκε, η πρώτη ενάγουσα στις 4-1-2008 εμφάνισε λεύκωμα στα ούρα 9052 mg/24h, ενώ μέχρι την έξοδό της από την κλινική του δευτέρου εναγομένου, δεν υποβλήθηκε σε εξέταση ούρων 24ώρου για έλεγχο του λευκώματος.
Οι ανωτέρω δε παραλείψεις της πρώτης εναγομένης συνιστούν παράνομη και υπαίτια (αμελή) εκ μέρους της συμπεριφορά, αφού αποτελούν παραβίαση των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, τους οποίους θα ακολουθούσε ο κάθε μέσος συνετός μαιευτήρας-γυναικολόγος και οιοσδήποτε ιατρός της αυτής εμπειρίας και ειδικότητας της πρώτης εναγομένης εφεσίβλητης σε παρόμοια περίπτωση, εάν δε τους ακολουθούσε και η πρώτη εναγομένη, θα μπορούσε να αποτρέψει το αποτέλεσμα, που προαναφέρθηκε, αφού θα διαπίστωνε σε πρώιμο στάδιο την εμφάνιση της προεκλαμψίας, που είχε αρχίσει να εκδηλώνεται με την εμφάνιση των οιδημάτων και τη ανίχνευση λευκώματος στα ούρα και στη συνέχεια, με τη μικρή αύξηση της διαστολικής πίεσης, ενώ με τη σωστή αξιολόγηση των εμφανισθέντων συμπτωμάτων, τόσον κατά τον τοκετό, όσο και κατά τις πρώτες τρεις εβδομάδες της λοχείας (οιδήματα σε όλο το σώμα, έμετο και έντονη κεφαλαλγία), την έγκαιρη παραπομπή της πρώτης ενάγουσας σε κάποιο νοσηλευτικό ίδρυμα για έλεγχο της νεφρικής λειτουργίας της και την έγκαιρη χορήγηση κατάλληλης θεραπευτικής αγωγής θα είχε αποφευχθεί η εμφάνιση βαριάς προεκλαμψίας (υψηλή αρτηριακή πίεση 17/120, οιδήματα ανά σάρκα, θάμβος οράσεως, έντονη κεφαλαλγία και λεύκωμα ούρων 9052 mg/24h με τιμές αναφοράς 20-150 ) και τη συνεπεία αυτής βλάβη των νεφρών της, οι παραλείψεις δε αυτές της πρώτης εναγομένης ήταν πρόσφορες και ικανές σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων να επιφέρουν το ανωτέρω αποτέλεσμα και συνδέονται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα αυτό, χωρίς να διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος από τη λήψη αντιφλεγμονωδών φαρμάκων, που έλαβε η πρώτη ενάγουσα για τους έντονους πονοκεφάλους που αντιμετώπισε μετά τον τοκετό καθ' υπόδειξη του ορθοπεδικού ιατρού Γ.
Γ., δεδομένου ότι η επελθούσα βλάβη των νεφρών της ήταν αποτέλεσμα της εμφάνισης της προεκλαμψίας, η οποία δεν διαγνώστηκε έγκαιρα εκ μέρους της πρώτης εναγομένης. Σε αντίθετη κρίση ως προς τα αίτια, τα οποία οδήγησαν στην νεφρική ανεπάρκεια της πρώτης ενάγουσας, δεν μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο: α) από τις καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με επιμέλεια των εναγομένων, μαρτύρων, οι οποίοι τόσον με τις ανωτέρω καταθέσεις τους, όσον και με τις συνταχθείσες εκ μέρους των και με επιμέλεια των εναγομένων, εκθέσεις ιατρικής πραγματογνωμοσύνης αποκλείουν την εμφάνιση της προεκλαμψίας στην πρώτη ενάγουσα κατά τη διάρκεια της κύησης λόγω μη ύπαρξης αυξημένης αρτηριακής πίεσης, αποδίδουν δε τη νεφρική βλάβη που υπέστη σε ιογενή λοίμωξη, καθώς και από την ένορκη βεβαίωση του Α.
Α., Καθηγητή Μαιευτικής και Γυναικολογίας, ο οποίος επίσης αποδίδει τη νεφρική βλάβη, που υπέστη είτε σε ιογενή λοίμωξη, είτε σε προυπάρχουσα ασυμπτωματική σπειραματονεφρίτιδα, η οποία πυροδοτήθηκε τελικώς συνεπεία της λήψης αντιφλεγμονωδών φαρμάκων, είτε εξαιτίας κάποιου αυτοάνοσου νοσήματος και τούτο διότι σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, αλλά και όσα περιελήφθησαν στην από 2-12-2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των Π.
Π., Διευθυντή ΕΣΥ στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης και Γ. Μ., Επίκουρου Καθηγητή του ΑΠΘ, οι οποίοι ορίσθηκαν ως πραγματογνώμονες στα πλαίσια της διενεργηθείσας προανάκρισης, με αφορμή την άσκηση σε βάρος της πρώτης εναγομένης ποινικής δίωξης για την πράξη της σωματικής βλάβης απο αμέλεια από υπόχρεο, η αύξηση της διαστολικής πίεσης κατά 15 mmHg συνδέεται με την εμφάνιση της νόσου, στην προκειμένη δε περίπτωση τέτοια αύξηση της διαστολικής πίεσης της πρώτης ενάγουσας υπήρξε, ενώ από τα προσκομιζόμενα εκ μέρους των διαδίκων έγγραφα δεν αποδεικνύεται, ούτε προϋπάρχουσα ασυμπτωματική σπειραματονεφρίτιδα στον οργανισμό της πρώτης ενάγουσας, ούτε εμφάνιση εμπύρετου κατά την είσοδο αυτής στην κλινική της δεύτερης εναγομένης στις 4-1-2008, έτσι ώστε να γίνει λόγος για προηγηθείσα ιογενή λοίμωξη..., ενώ από τον ανοσολογικό έλεγχο, στον οποίο υποβλήθηκε εκ των υστέρων αποκλείσθηκε και η ύπαρξη αυτοάνοσου νοσήματος..., β) από την έκθεση ιστολογικής εξέτασης, που συντάχθηκε από τον Θ.
Ζ., αναπληρωτή καθηγητή παθολογικής ανατομικής, σύμφωνα με την οποία το ληφθέν με βελόνα νηματοειδές τεμάχιο μήκους 1,7 εκ του αριστερού νεφρού εμφάνιζε "...σημαντικές αλλοιώσεις σπειραματονεφρίτιδος..." και τούτο διότι, η ανωτέρω ιστολογική εξέταση έγινε μετά την πάροδο τριών μηνών και πέντε ημερών από τον τοκετό και επομένως η μη ανεύρεση κατά τη βιοψία ενδοθηλίωσης, η οποία αναμφίβολα αποτελεί εύρημα υπερτασικής νόσου της κύησης, δεν αποκλείει την εμφάνιση στην πρώτη ενάγουσα προεκλαμψίας, γ) από την "εντός των φυσιολογικών ορίων" αρτηριακή πίεση που εμφάνισε κατά τη νοσηλεία της εντός της κλινικής της δεύτερης εναγομένης, εφόσον και πάλι η διαστολική της πίεση κατά τον ανωτέρω χρόνο ήταν αυξημένη σε σχέση με την διαστολική πίεση, που εμφάνιζε κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησής της...
δ) από τη μη ανεύρεση λευκώματος ούρων κατά την είσοδό της στην κλινική της δεύτερης εναγομένης στις 12-12-2007 καθόσον η μέτρηση λευκώματος έγινε με ταινία αντίδρασης και δεν ακολούθησε η μέτρηση του λευκώματος σε συλλογή ούρων 24ώρου, η οποία είναι η πλέον ασφαλής για την ποσοτική εκτίμηση της λευκωματουρίας...
Πέραν τούτων οι περικοπές της κατάθεσης του εξετασθέντος ενώπιον του Μονομελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης μάρτυρος Μ. Π. ομ. Καθηγητή Παθολογίας Νεφρολογίας "... Μπορεί να ξεκινήσει με το οίδημα, τον τοκετό και να εγκατασταθεί η προεκλαμψία μετά τον τοκετό... Πολύ σπάνιο να μην υπάρχει πίεση. Υπάρχουν και περιπτώσεις με πίεση 12 με 8 Το ουρικό οξύ είναι προάγγελος μιας πιθανής προεκλαμψίας..
Τα συμπτώματα που είχε η κ, Δ. θα έπρεπε να θορυβήσουν την κ. Τ...,", η αναφορά στο ιστορικό νοσηλείας της πρώτης ενάγουσας, αλλά και στο εξιτήριο. που της χορηγήθηκε από την Κλινική της δεύτερης εναγομένης ως διάγνωση εξόδου " Νεφρική δυσλειτουργία - Προεκλαπτικό σύνδρομο", οι από 25-2-2008 και 4-3-2008 ιατρικές γνωματεύσεις, που χορηγήθηκαν στην πρώτη ενάγουσα από τον προαναφερόμενο Καθηγητή Παθολογίας Νεφρολογίας για να τις χρησιμοποιήσει στον ασφαλιστικό της φορέα ( ΙΚΑ) και στις οποίες η ανωτέρω ενάγουσα φέρεται να πάσχει "από νεφρική δυσλειτουργία (ανεπάρκεια) λόγω προεκλαμψίας, η από 6-4-2008 ιατρική γνωμάτευση, στην οποία η ανωτέρω ενάγουσα φέρεται να πάσχει " από νεφρογενή υπέρταση- νεφρική δυσλειτουργία μετά από προεκλαπτική συνδρομή", το από 27-3-2008 εξιτήριο το οποίο εκδόθηκε από την κλινική της δεύτερης εναγομένης (μετά τη νοσηλεία της πρώτης ενάγουσας στην κλινική αυτή από 26-3-2008) με διάγνωση "λευκωματουρία μετά από προεκλαπτική συνδρομή", η με αριθμ. 1964/8-5-2008 ιατρική γνωμάτευση του Διευθυντή της νεφρολογικής κλινικής του 2ου νοσοκομείου ΙΚΑ ΕΤΑΜ Θεσσαλονίκης στην οποία η πρώτη ενάγουσα φέρεται να πάσχει από νεφρογενή υπέρταση - νεφρική δυσλειτουργία, μετά από προεκλαμπτική συνδρομή, είναι στοιχεία, τα οποία σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδειχθέντα (ως άνω πραγματικά περιστατικά οδηγούν στο σχηματισμό ασφαλούς δικανικής πεποίθησης ότι γενεσιουργός αιτία της νεφρικής δυσλειτουργίας, την οποία εμφάνισε η πρώτη ενάγουσα στις 4-1-2008 και η οποία στη συνέχεια την οδήγησε σε νεφρική ανεπάρκεια ήταν η μη διαγνωσθείσα εγκαίρως προεκλαμψία.
Σημειωτέον ότι η πρώτη εναγομένη με την υπ' αριθμ. 1011/2014 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης κηρύχθηκε ένοχη της πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο σε βάρος της πρώτης ενάγουσας και μετά την αναγνώριση στο πρόσωπό της της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ,2αΠΚ της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 10 μηνών για την ανωτέρω πράξη, η απόφαση δε αυτή έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη εφόσον με την υπ' αριθμ. 182/2015 απόφαση του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η ασκηθείσα εκ μέρους της αναίρεση...
Η πρώτη ενάγουσα εξαιτίας της ως άνω κατάστασης στην οποία περιήλθε και της υποβολής της σε μεταμόσχευση νεφρού χαρακτηρίζεται πλέον πρόσωπο με αναπηρία σε ποσοστό 80% εφ' όρου ζωής... Η αναπηρία της αυτή, η οποία προκλήθηκε από την προπεριγραφείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης και οφείλεται σε αποκλειστική της υπαιτιότητα..., είχε δυσμενή επιρροή στο μέλλον της και συγκεκριμένα.
στην επαγγελματικής οικονομική και κοινωνική εξέλιξη αυτής..." . Ακολούθως το Εφετείο δεχόμενο την κύρια αγωγή ως προς την αναιρεσίβλητη- παθούσα, της επιδίκασε (πέραν των δαπανών στις οποίες έκρινε ότι υποβλήθηκε), ιδιαίτερη αποζημίωση λόγω της άνω αναπηρίας της (κατ' αρθρο 931 ΑΚ) και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αδικοπρακτική κατά τα ανωτέρω συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 931, 932, 297, 298, 330, 24 του ν.1565/1939, αφού τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετούν αδικοπραξία και δη παράνομη και υπαίτια, υπό τη διπλή λειτουργία της αμέλειας, συμπεριφορά της πρώτης αναιρεσείουσας, ιατρού γυναικολόγου, σε βάρος της αναιρεσίβλητης, καθόσον οι αναφερόμενες παραλείψεις αυτής, να συστήσει να υποβληθεί η αναιρεσίβλητη σε περαιτέρω ενδεδειγμένες εξετάσεις και να λάβει έτσι, την ανάλογη των ευρημάτων ενδεδειγμένη φαρμακευτική παρέμβαση, παρά την ύπαρξη των έντονων συμπτωμάτων προεκλαμψίας, που καθιστούσαν επιβεβλημένη την περαιτέρω διερεύνησή τους, αποτελούν παραβίαση των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, τους οποίους θα ακολουθούσε ο κάθε μέσος συνετός μαιευτήρας-γυναικολόγος, της αυτής εμπειρίας και ειδικότητας της πρώτης αναιρεσείουσας σε παρόμοια περίπτωση, ήσαν δε αυτές (παραλείψεις) πράγματι πρόσφορες, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να προκαλέσουν κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το ανωτέρω επιζήμιο αποτέλεσμα (νεφρική ανεπάρκεια και εξ αυτής μόνιμη αναπηρία της αναιρεσίβλητης), το οποίο και προκάλεσαν, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στη συγκεκριμένη περίπτωση και, ως εκ τούτου, τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με την προκληθείσα στην αναιρεσίβλητη βλάβη και θεμελιώνουν, ως εκ τούτου, την ένδικη αξίωση αυτής προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Εξ άλλου το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις εν λόγω διατάξεις, καθόσον κατέληξε στο σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και κυρίως χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο σχετικά με την ουσιαστική βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού, ότι η βλάβη της υγείας της αναιρεσίβλητης και η εξ αυτής μόνιμη αναπηρία της οφείλεται σε αμέλεια της πρώτης αναιρεσείουσας κατά την άσκηση των ιατρικών καθηκόντων της, με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή ειδικότερες παραδοχές:
α) ότι η παθούσα αναιρεσίβλητη εμφάνισε κατά τη διάρκεια της κύησης, τον τοκετό και τη λοχεία, συμπτώματα συμβατά με προεκλαμπτικό σύνδρομο, που διαδραμόντος του χρόνου εξελίχθηκε σε νεφρική ανεπάρκεια και οδήγησε στην απώλεια των νεφρών της, την υποβολή της σε αιμοκαθάρσεις μέχρις ότου υποβλήθηκε σε μεταμόσχευση λαμβάνοντας από τη μητέρα της ως συμβατό δότη τον ένα νεφρό με συνέπεια από την ηλικία των 30 ετών να περιέλθει σε μόνιμη αναπηρία, β) ότι η πρώτη αναιρεσείουσα ιατρός γυναικολόγος- μαιευτήρας, ενώ γνώριζε ότι η αναιρεσίβλητη είχε εμφανίσει τα αναλυτικώς περιγραφόμενα ευρήματα, ήτοι από τον δεύτερο μήνα της κύησης αυξημένο ουρικό οξύ (πλέον πρώϊμο δείκτη προεκλαμψίας), από τον πέμπτο μήνα οιδήματα στα κάτω άκρα που επεκτάθηκαν στα χέρια και την περιοχή των γεννητικών οργάνων, τον έβδομο μήνα της κύησης έντονο πόνο στους νεφρούς της κλπ, δεν αξιολόγησε σωστά τα ανωτέρω συμπτώματα, που καθιστούσαν επιβεβλημένη την περαιτέρω διερεύνησή τους βάσει των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης και σύμφωνα με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας, έτσι ώστε να προστατευθεί η υγεία της αναιρεσίβλητης και έτσι δεν της συνέστησε να υποβληθεί στις αναφερόμενες εργαστηριακές εξετάσεις αίματος και ούρων, καίτοι εξακολουθούσε να εμφανίζει οιδήματα, τα οποία πλέον είχαν γίνει πιο έντονα και είχαν επεκταθεί σε ολόκληρο το σώμα της, ελέγχοντας τουλάχιστον δύο φορές ημερησίως την αρτηριακή της πίεση με διαφορά μεταξύ των δύο μετρήσεων τουλάχιστον 6 ωρών, ενώ μετά τον τοκετό, και παρά την επιδείνωση της κατάστασης της υγείας της, δεν επιμελήθηκε για την υποβολή της σε περαιτέρω εξετάσεις (αιματολογικές και ουρολογικές), ούτε της υπέδειξε τη συστηματική παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης και την κλινική εξέτασή της από την ίδια κατά το χρονικό διάστημα που ακολούθησε, γ) εάν η αναιρεσίβλητη υποβαλόταν στις ανωτέρω εξετάσεις, θα διαπιστωνόταν η ακριβής αιτία των προαναφερομένων συμπτωμάτων της, που ήταν στην προκειμένη περίπτωση η επιβάρυνση της νεφρικής λειτουργίας συνεπεία της σταδιακής εμφάνισης της νόσου της προεκλαμψίας και είναι βέβαιο ότι η κατάσταση της υγείας της θα ήταν πολύ διαφορετική και δεν θα είχε την προαναφερθείσα δυσμενή εξέλιξη, η οποία οφείλεται αποκλειστικά μόνο προαναφερθείσες παραλείψεις της πρώτης αναιρεσίβλητης που είχαν ως αποτέλεσμα να δημιουργηθούν οι επιβαρυντικές εκείνες, ως προς την υγεία της προϋποθέσεις που προοδευτικά οδήγησαν σε νεφρική ανεπάρκεια.
Οι παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης περί παράλειψης σύστασης υποβολής της αναιρεσίβλητης στις ενδεδειγμένες εν όψει των επίμαχων ως άνω συμπτωμάτων εξετάσεις αρκούν για να χαρακτηρίσουν ως αμελή τη συμπεριφορά της πρώτης αναιρεσείουσας κατά την άσκηση των ιατρικών της καθηκόντων υπό τις ως άνω συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις και να συνδέσουν αιτιωδώς την εν λόγω συμπεριφορά της με την επελθούσα βλάβη της υγείας της αναιρεσίβλητης.
Συνεπώς ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στις εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, με την αιτίαση της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 914, 297, 298, 300 ΑΚ, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος, ως προς τις λοιπές προβαλλόμενες αιτιάσεις, ήτοι ότι η προσβαλλόμενη "δεν διαλαμβάνει αιτιολογίες α) πόσο μεγάλα, τι μορφής και χαρακτηριστικών ήταν τα οιδήματα της παθούσας, β) δεν εξηγεί πως οι αυξημένοι δείκτες οδηγούσαν σε υπόνοια προεκλαμψίας, γ) δεν διαλαμβάνει σκέψη ότι και αν την υπέβαλε σε εξετάσεις και προέκυπταν αυξημένοι δείκτες θα ήταν αυτοί ικανοί ώστε να διαγνωσθεί προεκλαμψία και να χορηγηθεί κατάλληλη θεραπεία, δ) δεν αναφέρει τι είδους θεραπεία έπρεπε να λάβει ώστε να αποσοβηθεί η νεφρική ανεπάρκεια, ε) δεν αναφέρει πως αποκλείσθηκε η εμφάνιση προεκλαμψίας μετά τον τοκετό, στ) δεν εξηγεί γιατί ακόμη κι αν παρέλειψε να συστήσει εξετάσεις, παρ'ότι η κλινική της εικόνα δεν παρέπεμπε σε προεκλαμψία, το δικαστήριο δέχθηκε τα αντίθετα, πως προκλήθηκε νεφρική ανεπάρκεια, ζ) δεν εξηγεί γιατί θεωρεί τον μαιευτήρα αρμόδιο για την παρακολούθηση της εγκύου και μετά τον τοκετό", είναι απαράδεκτος, διότι οι αναφερόμενες ελλείψεις ανάγονται στην πληρέστερη ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο εκτίθεται σαφώς στην απόφαση.
Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αρ.11α του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, της λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει, ιδρύεται όταν ληφθεί υπόψη αποδεικτικό μέσο άλλο από εκείνα που καθορίζονται στα άρθρα 339 και 270 παρ.2 εδ.β' και γ' του ΚΠολΔ είτε για άμεση είτε για έμμεση απόδειξη, καθώς και όταν η χρήση του νόμιμου αποδεικτικού μέσου δεν είναι επιτρεπτή στη συγκεκριμένη περίπτωση λόγω της φύσεως της υποθέσεως, όπως και όταν προβλέπεται απόδειξη μόνον με συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (Ολ.ΑΠ 8/1987,ΑΠ865/2017, ΑΠ755/2011), κατά δε τον αρ. 11γ του ίδιου άρθρου ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Με την τελευταία αυτή διάταξη, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά. Ο λόγος όμως είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, ενώ ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1244/2021, ΑΠ1417/2019, ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 306/2018).
Εν προκειμένω με τον πρώτο αναιρετικό λόγο η πρώτη αναιρεσείουσα ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην εκ του αρ. 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο "εσφαλμένα έλαβε υπόψη του μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσον, άλλως αποδεικτικό μέσο για το οποίο δεν τηρήθηκαν οι όροι του άρθρου 416 ΚΠολΔ (περί εξετάσεως των διαδίκων) και ειδικότερα ότι έλαβε υπόψη του την κατάθεση της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης στην απόφαση του οποίου παρέπεμψε αναφορικά με τα συμπτώματα που η τελευταία εμφάνισε κατά τον τοκετό και τη νοσηλεία της στην κλινική της δεύτερης αναιρεσείουσας εταιρείας ώστε να τεκμηριώσει την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράλειψής της και της προεκλαμψίας-νεφρικής ανεπάρκειας". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον από τις ως άνω παραδοχές προκύπτει ότι Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία και την απόφαση με τα πρακτικά της ποινικής δίκης που ανοίχθηκε σε σχέση με την υπόθεση, που νόμιμα και με επίκληση προσκομίσθηκαν ως έγγραφο, στο οποίο περιέχεται και η κατάθεση της αναιρεσίβλητης παθούσας, το οποίο βεβαίως δεν συνιστά μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο ούτε συντρέχει περίπτωση παραβίασης του άρθρου 416 ΚΠολΔ, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η πρώτη αναιρεσείουσα.
Τέλος, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο η πρώτη αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην εκ του αρ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη: α) την από 22-4-2015 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του καθηγητή Γ. Γ. και την ένορκη κατάθεσή του ως μάρτυρα ανταπόδειξης στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, β) την από 2-4-2008 ιστοπαθολογική εξέταση του καθηγητή Θ.Ζ., γ) το από 10-12-2018 ενημερωτικό σημείωμα του ιδίου, δ) την 7359/13-12-2018 ένορκη βεβαίωση του καθηγητή Α.
Α. ε) το μαιευτικό ιστορικό. Από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι την αποδεικτική του κρίση σχημάτισε "...από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ...στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο..., από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε ως δικαστικά τεκμήρια, μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικότερα... (στις παραδοχές της απόφασης), χωρίς να παραλείπεται κάποιο από αυτά για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα της σχηματισθείσας σχετικής ποινικής δικογραφίας, καθώς και...
την με αρ. 7359/2018 ως άνω ένορκη βεβαίωση...", αλλά και από το περιεχόμενο της απόφασης (ιδιαιτέρως δε από τις συναφείς σκέψεις και παραδοχές της) δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν με νόμιμη επίκληση μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και τα πιο πάνω αναφερόμενα ως παραλειφθέντα.
Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Όσον αφορά δε την προβαλλόμενη αιτίαση ότι από τα προαναφερόμενα έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος, αφού αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των εν λόγω στοιχείων η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, καθώς και το αίτημα περί επαναφοράς, κατ' αρθρο 579 παρ.2 ΚΠολΔ, των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση (ως άνευ αντικειμένου μετά την απόρριψη της αναιρέσεως), να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες που ηττήθηκαν (κατά τις προπαρατεθείσες διακρίσεις) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις (άρθ.176, 183, 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-12-2019 αίτηση των: 1. Ε. Τ., 2. "...", 3. "..." για αναίρεση της με αριθμό 2238/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 19 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ