Legislator Case Law & Legislation
1288/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to vague reasoning defect argument violating procedural law limits.

Case Number 1288/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Court of First Instance's judgment. The appellant argued the lower court failed to provide sufficient reasoning regarding the settlement of accounts, but the court found this ground inadmissible. The court ruled that the appeal's reasoning defect claim was too vague and improperly targeted the substantive issue of the settlement, which is not reviewable on appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 561 of the Code of Civil Procedure; A reasoning defect argument is inadmissible if it is vague, fails to specify required additional reasoning, or improperly targets substantive issues not reviewable on appeal.

Keywords

AI generated
cassation appeal reasoning defect substantive issue inadmissible appeal Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Articles 422(1) and 424 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1288 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1288/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΣΙΘΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Ζάρρα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Ε., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κορκοβέλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/10/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2733/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1545/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/11/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αρθμ. 1545/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να του καταβάλει την αμοιβή του ποσού 71.408,46 ευρώ, νομιμοτόκως. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Η διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ορίζει ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, κατά τα άρθρα 422 § 1 και 424 ΚΠολΔ, τα οποία εισήχθησαν με την παρ. 3 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87/23.7.2015) και, κατά την παρ. 4 του άρθρου ένατου του άρθρου 1 του ως άνω νόμου, με έναρξη ισχύος από 1.1.2016, "(422 § 1:) ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα".

Και (424:) "ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγούμενων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων". Η εν λόγω ρύθμιση καταλαμβάνει κατά την διάταξη της παραγράφου 4 του ενάτου άρθρου Ν. 4335/2015, κατ' εφαρμογή της καθιερουμένης από τις διατάξεις των άρθρων 12, 21 εδ.

β' και 24 παρ. 1 εδ. α' ΕισΝΚΠολΔ γενικής δικονομικής αρχής ότι οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο το ισχύον κατά τον χρόνο διενεργείας αυτών, τις επιδιδόμενες από της 1ης Ιανουαρίου 2016 και εξής κλήσεις (έστω και εάν οι σχετικές αγωγές ή τα ένδικα βοηθήματα ή τα ένδικα μέσα έχουν ασκηθεί προ της εν λόγω ημερομηνίας) .Επομένως, μετά την ισχύ των άρθρων 422 § 1 και 424 ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα αυτά προστέθηκαν με το Ν. 4335/2015 (από 1.1.2016), το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, μόνον αν ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, επιδώσει δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα.

Την τήρηση των αναγκαίων αυτών προϋποθέσεων έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να ερευνήσει όχι μόνο κατ' ένσταση αλλά και αυτεπαγγέλτως, ανεξαρτήτως βλάβης του καθ' ου, διότι η έλλειψή τους έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 977/2020, ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 1175/2019, ΑΠ 673/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρθμ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την υπ' αρθμ. …/…-2-2017 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος αυτής Ν. Π., την οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε το πρώτον ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την αιτιολογία ότι στην επιδοθείσα προς τον εφεσίβλητο κλήση δεν αναγράφεται το επάγγελμα της μάρτυρος που επρόκειτο να εξεταστεί, ενώ έπρεπε να την λάβει υπόψη, ενόψει της συνταγματικής κατοχυρώσεως του δικαιώματος της αποδείξεως και της αρχής της αναλογικότητας και της μη επικλήσεως από τον αναιρεσίβλητο δικονομικής βλάβης.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά το ενδιαφέρον τον συγκεκριμένο αναιρετικό λόγο μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "... η εκκαλούσα προσκομίζει μετ'επικλήσεως την υπ' αρθμ. …/…-2-2017 ένορκη βεβαίωση της Ν. Π. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης. Στην από 10-2-2017 κλήση όμως που επιδόθηκε στον εφεσίβλητο δεν αναγράφεται, όπως απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 422 ΚΠολΔ, το επάγγελμα της μάρτυρος και συνεπώς δεν λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο ως αποδεικτικό μέσο, ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όπως ορθά έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Επομένως, ο σχετικός λόγος εφέσεως, με τον οποίο η εκκαλούσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος". Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, το Εφετείο, εφόσον δέχεται ανέλεγκτα ότι η επιδοθείσα από την αναιρεσείουσα στον αναιρεσίβλητο κλήση για τη λήψη της ένορκης βεβαιώσεως δεν περιλαμβάνει το επάγγελμα της μάρτυρος που επρόκειτο να εξεταστεί, έλαβε δε χώρα η βεβαίωση αυτή μετά την 1-1-2016 (21-2-2017), ημερομηνία ισχύος των άρθρων 422 § 1 και 424 ΚΠολΔ, όπως εισήχθησαν με το Ν. 4335/2015, ορθά δεν έλαβε υπόψη του ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων την επίμαχη ένορκη βεβαίωση, αφού πρόκειται για ανύπαρκτο (ανυπόστατο) αποδεικτικό μέσο και ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 562 αρθμ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί και μάλιστα, νομίμως, στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις. Εξάλλου, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1531/2018, ΑΠ 1399/2017, ΑΠ 168/2015, ΑΠ 1401/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την αντένσταση του αναιρεσιβλήτου ότι οι καταθέσεις εκ μέρους της στον προσωπικό του τραπεζικό λογαριασμό ήταν εικονικές, έγιναν προς δική της λογιστική εξυπηρέτηση και όχι προς εξόφληση της οφειλής της προς αυτόν. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι τον συγκεκριμένο ισχυρισμό η αναιρεσείουσα τον πρότεινε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθορίζοντας και το νόμιμο τρόπο προτάσεώς του και ότι τον επανέφερε νόμιμα με λόγο εφέσεως στο Εφετείο, ώστε βάσει του αναιρετηρίου να μπορεί να κριθεί το παραδεκτό της προτάσεώς του, ενόψει και του ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν υπάγεται στις προβλεπόμενες από το άρθρο 562 αρθμ.2 ΚΠολΔ εξαιρέσεις.

Περαιτέρω κατά το άρθρo 559 αρθμ. 19 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 2267/2013, ΑΠ 1206/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ των ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της εξοφλήσεως του αναιρεσιβλήτου. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνονται, παρά μόνον αποσπασματικά, κατ' επιλογή της αναιρεσείουσας, όλες οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλ. τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, υπό τα οποία συντελέστηκαν οι επικαλούμενες παραβιάσεις του νόμου, δεν αναφέρεται ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση, ούτε ο πραγματικός ισχυρισμός (ένσταση εξοφλήσεως) της αναιρεσείουσας και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, ούτε η νόμιμη βάση, δηλ. η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και δη ενάριθμα. Σε κάθε περίπτωση, υπό την επίφαση της παραβάσεως του άρθρου 559 αρθμ. 19 ΚΠολΔ, με τον παρόντα αναιρετικό λόγο, πλήττεται στην πραγματικότητα η ουσία της υποθέσεως, η οποία είναι, κατ'άρθρο 561ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρθμ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του (άρθρα 106, 176, 183, 191παρ.2ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-11-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρθμ. 1545/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ