Supreme Court allows appeal against first-instance judgment for failure to suspend statute of limitations during appeal proceedings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a first-instance judgment that had incorrectly applied the statute of limitations. The appellant argued that the lower court failed to suspend the limitation period because the statute of limitations is not suspended merely by filing an appeal against a payment order, but only by filing an appeal against a judgment rejecting that appeal. The court agreed, ruling that the lower court erred in law by suspending the limitation period without a substantive judgment on the appeal, thereby violating the relevant procedural provisions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 634 para. 1 and 2 of the Code of Civil Procedure; The statute of limitations is not suspended by the mere filing of an appeal against a payment order, but only by the filing of an appeal against a judgment that rejects such an appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1288 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1288/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη και Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Α. ... ΑΒΕΕ", που εδρεύει στο ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Καλλιόπη Κουγιούρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/1/2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λαγκαδά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 83/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6579/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/3/2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. Γ'/7454/27.8.2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Ηλία Τσίπου, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 5.3.2019 αίτησης αναίρεσης κατά της 6579/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του Α1 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (5.10.2020), καθώς και κλήση της αναιρεσείουσας προς τον αναιρεσίβλητο για να παραστεί κατά την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως προς τον τελευταίο. Αυτός, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο , ούτε κατέθεσε κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του αναιρεσίβλητου, σαν να ήταν παρών (ΚΠολΔ 568 παρ.4, 576 παρ.2).
Με την από 5.3.2019 και με αριθ. κατάθ. 4641/490/8.3.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 6579/30.4.2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 632 επ. ΚΠολΔ, κατόπιν ασκηθείσας έφεσης του τότε εκκαλούντος-ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθ. 83/14.10.2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή του και επικυρώθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 51/2014 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη του ως άνω Ειρηνοδικείου. Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η από 2.8.2016 και με αριθ. κατάθ.21/31.8.2016 έφεση του ως άνω εκκαλούντος-ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της εφεσίβλητης-καθ’ ής η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσας και εξαφανίσθηκε η ως άνω εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, έγινε δεκτή η ανακοπή και ακυρώθηκε η 51/2014 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Λαγκαδά. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552,553,556,558,560,564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου αυτής (άρθρα 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 ΚΠολΔ "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 52 του ν. 5360/1933 "περί επιταγής", οι αξιώσεις του κομιστή της επιταγής κατά των οπισθογράφων, κατά του εκδότη και των άλλων υπόχρεων παραγράφονται μετά έξι μήνες από τη λήξη της προθεσμίας προς εμφάνιση της επιταγής. Εξάλλου, κατά το άρθρο 634 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, η επίδοση της διαταγής πληρωμής διακόπτει την παραγραφή και την αποσβεστική προθεσμία (παρ.1), αν ακυρωθεί δε η διαταγή πληρωμής, η παραγραφή ή η αποσβεστική προθεσμία θεωρείται ότι έχει ανασταλεί από την επίδοση της διαταγής πληρωμής ώσπου να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση για την ανακοπή (παρ.2).
Με το ανωτέρω άρθρο 634 παρ.2 η άσκηση της ανακοπής ορίζεται ως ειδικό ανασταλτικό γεγονός του χρόνου νέας παραγραφής της αξίωσης , ο οποίος διαφορετικά θα άρχιζε αμέσως μετά τη διακοπή, που επέρχεται με την επίδοση της διαταγής πληρωμής και είναι, αν η διαταγή στηρίζεται σε αξιόγραφο, η βραχυπρόθεσμη για την αντίστοιχη αξίωση παραγραφή (ΟλΑΠ 30/1987).
Το ανασταλτικό αυτό αποτέλεσμα εξακολουθεί από του ανωτέρω σημείου διακοπής και για όσο διαρκεί η δίκη της ανακοπής, αποκλείοντας την παραγραφή της αξίωσης, που στηρίζει τη διαταγή, εν επιδικία και μάλιστα, όχι μόνο στην περίπτωση που ακυρωθεί η διαταγή, όπως ρητώς ορίζεται στο νόμο, αλλά προδήλως και δη κατά μείζονα λόγο, και όταν απορριφθεί η ανακοπή.
Δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, κατά τη διάρκεια της δίκης επί της ανακοπής και μέχρι την περάτωσή της με τελεσίδικη απόφαση, δεν κινείται η παραγραφή που έχει διακοπεί με την επίδοση της διαταγής πληρωμής (ΟλΑΠ 12/2001,ΑΠ 757/2006,ΑΠ 1347/2004, ΑΠ 46/2004, ΑΠ 200/2003, ΑΠ 1568/2002).
Στην κρινόμενη περίπτωση, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επί της από 2-8-2016 και με αριθμό κατάθεσης 21/2016 έφεσης του τότε εκκαλούντος-ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της εκκαλουμένης 83/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά, με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε απορρίψει την από 24-6-2014 και με αριθμ.
κατάθ. 113/2014 ανακοπή του ως άνω ανακόπτοντος, με την οποία ζητούσε να ακυρωθεί, για τους αναφερομένους σ' αυτή λόγους, μεταξύ των οποίων επικαλούμενος και λόγο παραγραφής της αξίωσης της καθής η ανακοπή, η με αριθμό 51/2014 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά, δέχθηκε, τυπικά και ουσιαστικά, την έφεση, εξαφάνισε την ως άνω εκκαλουμένη απόφαση και στη συνέχεια, δικάζοντας κατ' ουσίαν την ανακοπή, δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμο τον τρίτο λόγο αυτής, περί εξάμηνης παραγραφής της από τις επιταγές αξίωσης της κομίστριας καθής και ακύρωσε την παραπάνω διαταγή πληρωμής, διαλαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, και τα εξής: "Η καθ’ ής η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητη πέτυχε, μετά από αίτησή της, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά, την έκδοση της με αριθμ. 3/8.1.2013 διαταγής πληρωμής, σε βάρος του ανακόπτοντος και ήδη εκκαλούντος, με βάση απαίτησή της, από τις υπ' αριθμό ...
και ... τραπεζικές επιταγές της "ALPHA BANK" και της "Τράπεζας Πειραιώς", ποσών 8.321,00 ευρώ και 9.000,00 ευρώ αντίστοιχα, τις οποίες εξέδωσε ο ανακόπτων, στον Λαγκαδά, στις 31.8.2012 και 15.10.2012 αντίστοιχα, σε διαταγή της, και οι οποίες όταν εμφανίστηκαν εμπρόθεσμα για πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα δεν πληρώθηκαν λόγω ελλείψεως υπολοίπου στον λογαριασμό του ανακόπτοντος-εκδότη και επεστράφησαν σε αυτή.
Με την ως άνω με αριθμό 3/2013 διαταγή πληρωμής ο ανακόπτων, ως εκδότης επιτάχθηκε να καταβάλει στην καθ’ ής η ανακοπή το συνολικό ποσό των 17.321,00 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων. Ακριβές φωτοαντίγραφο πρώτου απογράφου εκτελεστού της υπ' αριθμ. 3/2013 διαταγής πληρωμής επιδόθηκε στον ανακόπτοντα την 30.1.2013. Εν τω μεταξύ ο ανακόπτων κατέθεσε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης αίτηση περί υπαγωγής του στην διαδικασία εξυγιάνσεως των άρθρων 99 επ.
του Ν. 3588/ 2007. Μετά δε την υποβολή της ως άνω αιτήσεως, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, εξέδωσε, στις 24-10-2012, προσωρινή διαταγή, με την οποία διέταξε, ως προληπτικό μέτρο την αναστολή προσωρινώς οποιουδήποτε μέτρου αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος του ανακόπτοντος για απαιτήσεις πιστωτών οι οποίες γεννήθηκαν πριν την υποβολή της, από 23-10-2012, αιτήσεως του, περί υπαγωγής του στο άρθ. 99 επ.
του Ν.3588/2007, μέχρι την εκδίκαση αυτής. Ακολούθως ο ανακόπτων άσκησε κατά της καθ’ ής η ανακοπή και κατά της υπ' αριθμ. 3/2013 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου ... την με αριθμό κατάθεσης 35/11.2.2013 ανακοπή, ζητώντας την ακύρωσή της, λόγω του ότι κατά τον χρόνο κοινοποιήσεως της σε αυτόν, ήταν σε ισχύ η από 24-10-2012, προσωρινή διαταγή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Επί της εν λόγω ανακοπής εκδόθηκε η με αριθμό 99/8.10.2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά, η οποία έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε την με αριθ. 3/2013 διαταγή πληρωμής. Στη συνέχεια, επί της αιτήσεως του ανακόπτοντος περί υπαγωγής του στο άρθρο 99 του ν.3588/2007 εκδόθηκε από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης η με αριθμό 2365/4.2.2013 απόφαση η οποία την απέρριψε.
Κατόπιν των ανωτέρω, η καθ’ ής η ανακοπή κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, στις 23.4.2014, νέα αίτηση εκδόσεως διαταγής πληρωμής με βάση την αναφερθείσα τραπεζική επιταγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη με αριθμό 51/9.5.2014 διαταγή πληρωμής, την οποία η καθής η ανακοπή επέδωσε στον ανακόπτοντα με επιταγή προς εκτέλεση, στις 16-6-2014.
Κατά της τελευταίας δε διαταγής πληρωμής ο ανακόπτων άσκησε την υπό κρίση ανακοπή του. Με τον τρίτο λόγο της ανακοπής του, ο ανακόπτων-εκκαλών ισχυρίζεται ότι η απαίτηση της καθ’ ής-εφεσίβλητης απορρέουσα από τις αναφερόμενες ως άνω επιταγές, με βάση τις οποίες εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, έχει υποπέσει στην εξάμηνη παραγραφή του άρθρου 52 του Ν.5960/1933, καθότι αυτές (επιταγές) εμφανίσθηκαν για πληρωμή την 3-9-2012 και 17-10-2012 και η ένδικη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε την 9-5-2014 και επιδόθηκε στον ίδιο την 16-6-2014.
Ότι ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η εξάμηνη παραγραφή της αξίωσης της καθής από τις ως άνω τραπεζικές επιταγές διακόπηκε από την επίδοση της πρώτης ως άνω με αριθμό 3/2013 διαταγής πληρωμής, οπότε ξεκίνησε η διαδρομή νέας εξάμηνης προθεσμίας από αυτήν την πρώτη επίδοση που έλαβε χώρα την 30.1.2013 έως και τη δεύτερη ως άνω επίδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, η καθής δεν προέβη σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια και έτσι παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του εξαμήνου.
Ο λόγος αυτός της ανακοπής πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος. Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε, κατά της ως άνω με αριθμό 99/ 8.10.2013 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά, η οποία, όπως προειπώθηκε, εκδόθηκε επί της ασκηθείσης από τον ανακόπτοντα, ως άνω με αριθμό κατάθεσης 35/11.2.2013 ανακοπής, δεν ασκήθηκε από την καθ’ ής η ανακοπή έφεση.
Ως εκ τούτου, ναι μεν με την επίδοση της με αριθμό 3/2013 διαταγής πληρωμής, που έλαβε χώρα την 30-1-2013 διεκόπη η παραγραφή της ένδικης απαιτήσεως και έκτοτε άρχισε νέα εξάμηνη προθεσμία, πλην όμως, σε κάθε περίπτωση, από την τελευταία διαδικαστική πράξη που έλαβε χώρα με την έκδοση της με αριθμό 99/8.10.2013 οριστικής απόφασης, έως και την ημερομηνία έκδοσης (9-5-2014) και επίδοσης (16-6-2014) της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, είχε παρέλθει χρονικό διάστημα ανώτερο των έξι μηνών.
Δεν μπορεί δε να θεωρηθεί, ότι η παραγραφή είχε ανασταλεί καθόλο το χρονικό διάστημα από την επίδοση της με αριθμό 3/2013 διαταγής πληρωμής έως την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της με αριθμό 35/2013 ανακοπής, ήτοι ότι συντρέχει αναστολή της παραγραφής μέχρι πέρατος της εκκρεμοδικίας εκ της παραπάνω ανακοπής με την έκδοση τελεσίδικης επ' αυτής απόφασης, όπως εσφαλμένα κρίθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η καθής η ανακοπή δεν είχε ασκήσει έφεση κατά της με αριθμό 99/8.10.2013 απόφασης, ούτε δε η δίκη επί της εν λόγω ανακοπής ήταν εκκρεμής καθότι με την έκδοση της ως άνω οριστικής απόφασης έληξε η εκκρεμοδικία και δεν ασκήθηκε στη συνέχεια έφεση, ώστε να δύναται να γίνει λόγος περί αναστολής της παραγραφής έως και την έκδοση τελεσίδικης απόφασης.
Η δε έκδοση της τελευταίας (με αριθμό 99/2013 απόφασης) ήταν όπως προειπώθηκε, ενόψει του ότι δεν προέκυψε ότι τούτη είχε επιδοθεί, η τελευταία διαδικαστική πράξη...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι μόνη η επίδοση της υπ' αριθ. 3/2013 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδίκη του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά στον καθού και ήδη αναιρεσίβλητο και η άσκηση κατ' αυτής της με αριθμό κατάθεσης 35/11.2.2013 ανακοπής του τελευταίου, δεν ανέστειλε την εξάμηνη παραγραφή του άρθρου 52 του Ν.5960/1933 της αξίωσης της αναιρεσείουσας από τις υπ' αριθμ. ...
και ... επίμαχες τραπεζικές επιταγές της "ALPHA BANK" και της "Τράπεζας Πειραιώς", αντίστοιχα, με βάση τις οποίες εκδόθηκε στη συνέχεια η δεύτερη υπ' αριθ. 51/2014 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά, διότι δεν είχε ασκηθεί έφεση κατά της υπ' αριθ. 99/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά, που είχε δεχθεί την ως άνω ανακοπή και είχε ακυρώσει την υπ' αριθ. 3/2013 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά.
Ακολούθως δέχτηκε την έφεση κατά της υπ' αριθ. 83/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά, που είχε απορρίψει τον τρίτο λόγο της ανακοπής κατά της υπ' αριθ. 51/2014 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδίκη του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά περί παραγραφής της αξίωσης της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας, αλλά και τους λοιπούς λόγους της ανακοπής και είχε επικυρώσει την διαταγή πληρωμής, εξαφάνισε την απόφαση αυτή, δέχτηκε την ανακοπή και ακύρωσε την υπ' αριθ. 51/2014 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά.
Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 634 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, καθόσον κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, μόνη η άσκηση ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής αναστέλλει την παραγραφή μέχρι την τελεσιδικία της απόφασης επί της ανακοπής, ανεξαρτήτως αν έχει εκδοθεί τέτοια απόφαση κατά το χρόνο συζήτησης της από 24-6-2014 και με αριθμό κατάθεσης 113/2.7.2014(ένδικης)ανακοπής, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ δια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της περί αναστολής της παραγραφής διάταξης ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 634 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ και ο μοναδικός, από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, προβαλλόμενος σχετικός λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο , όμως, από δικαστή άλλο από εκείνο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176,183,189 παρ.1 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρ.495 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6579/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500,00) ευρώ.
Διατάζει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ