Supreme Court dismisses appeal for distorting evidence, ruling it is merely an error in fact evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment regarding a debt dispute. The appellant argued that the appellate court distorted the content of two receipts, claiming they were for legal representation rather than debt repayment. The court rejected this, stating that the appeal failed to prove the documents were misread and instead alleged a subjective error in their evaluation, which is not reviewable by the Supreme Court.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561(1) and 559(20) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court does not review the evaluation of evidence; an appeal alleging distortion of a document is inadmissible if it merely contests the court's factual assessment rather than proving the document's content was misread.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1288 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1288/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Τ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ιγνατιάδη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Σαρακενίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-11-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2633/2007 μη οριστική, 8209/2013 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 452/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-6-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε την από 16-2-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αναστασάκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 1 επ., 38, 39 παρ. 1, 46 επ., 91 και 92 του κώδικα περί δικηγόρων (που κυρώθηκε με το ν.δ. 3026/1954 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή) σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 επ. και 713 επ. Α.Κ. προκύπτει ότι ο δικηγόρος, ενεργώντας ελεύθερα έναντι του πελάτη του και μη διατελώντας σε σχέση εξάρτησης, είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ενώ η μεταξύ τους σχέση χαρακτηρίζεται ως αμειβόμενη εντολή και δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του αμοιβή για κάθε εργασία δικαστική ή εξώδικη.
Η αμοιβή του δικηγόρου για τις υπηρεσίες που πρόσφερε καθορίζεται με συμφωνία μεταξύ αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή εφόσον έδωσε την εντολή επ’ ονόματι και για λογαριασμό του, ανεξάρτητα από το αν είναι διάδικος. Αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία το ελάχιστο της αμοιβής ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 99 επ.
του κώδικα περί δικηγόρων. Κατά τη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 3 του ίδιου κώδικα "Επιτρέπεται συμφωνία, εξαρτώσα την αμοιβήν ή το είδος αυτής εκ της εκβάσεως της δίκης ή του αποτελέσματος της εργασίας ή εξ οιασδήποτε άλλης αιρέσεως, ως και συμφωνία περί αμοιβής δι’ εκχωρήσεως ή μεταβιβάσεως μέρους του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας.
Η τοιαύτη συμφωνία δεν δύναται να υπερβαίνη τα 20% του αντικειμένου της δίκης", κατά δε τη διάταξη της παρ. 5 εδ.α του ίδιου άρθρου "Η κατά τ’ ανωτέρω συμφωνία, η εξαρτώσα την αμοιβήν εκ της εκβάσεως της δίκης, τότε μόνον ισχύει, όταν ο Δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωσιν να διεξαγάγη την δίκην μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς εν αποτυχία να λάβη αμοιβήν τινα ούτε αυτός ούτε ο κατά τον αυτόν ή άλλον βαθμόν συμπληρεξούσιος ή υποκατάστατος".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αμοιβή του δικηγόρου ο οποίος ανέλαβε εργολαβικά τη διεξαγωγή της δίκης ή τη διεκπεραίωση της εργασίας, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό 20% του αντικειμένου της δίκης, η δε σχετική απαίτηση τελεί υπό την αναβλητική αίρεση και γεννάται όταν διεξαχθεί επιτυχώς η δίκη ή επιλυθεί με συμβιβασμό η διαφορά ή περατωθεί η εργασία.
‘ Ετσι η σύμβαση αυτή ("εργολαβία δίκης") είναι υποσχετική και τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της επιτυχημένης έκβασης της δίκης, αφότου και καθίσταται απαιτητή η δικηγορική αμοιβή. Εξ άλλου η ως άνω συμφωνία περί εργολαβίας της δίκης δεν προϋποθέτει κατ’ αρχήν για το κύρος της την τήρηση έγγραφου τύπου, αλλά μπορεί να καταρτιστεί και άτυπα, εκτός αν αφορά εργατική διαφορά ή διαφορά από ζημίες από αυτοκινητικό ατύχημα.
Αν λείπει όμως από τη συμφωνία ο προαναφερόμενος ουσιώδης όρος (μη λήψη αμοιβής σε περίπτωση αποτυχίας), η συμφωνία λογίζεται σαν να μην υπήρχε (άρθρα 3, 174 και 180 Α.Κ.) και δεν συνεπάγεται οποιοδήποτε αποτέλεσμα, η ακυρότητα δε της σύμβασης εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (Α.Π. 451/2000). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 681 εδ.
γ Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή, αναφέρεται δε στις διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας, "Σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται". Η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ’ ουσίαν και όχι τυπικά.
Γιατί, παρ’ όλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης απόφασης περί παραδοχής τους.
Επομένως αν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνο η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφ’ όσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλόμενους (Α.Π. 575/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Επί της από 12-11-2005 αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου εκδόθηκε αρχικώς η 2633/2007 παρεμπίπτουσα απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και στη συνέχεια η 8209/2013 οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή.
Στη συνέχεια ασκήθηκε εκ μέρους του ενάγοντος έφεση που εκδικάσθηκε ερήμην αυτού και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 452/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος και στην οποία εκ τούτου ενσωματώθηκε η πρωτόδικη απόφαση. Με την τελευταία αυτή απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Ο ενάγων είναι δικηγόρος Θεσσαλονίκης.
Σε εκτέλεση εντολής που του δόθηκε το Σεπτέμβριο του έτους 1978 από τον εναγόμενο, ανέλαβε την υποχρέωση να χειριστεί το δικαστικό αγώνα που είχαν κινήσει εναντίον του εναγομένου και των ειδικών διαδόχων αυτού Χ. Π., Σ. Π. και Ε. Π., με την άσκηση διεκδικητικής αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, οι Κ.
Κ., Δ. συζ. Κ. Γ., Γ. συζ. Κ. Μ. και Σ. Α., ζητώντας να αναγνωριστούν κύριοι του οικοπέδου του εναγομένου εκτάσεως 3.300 τ.μ. που βρίσκεται στην ..." και την αποβολή από αυτό του εναγομένου και των ειδικών διαδόχων του. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι συμφωνήθηκε ρητά μεταξύ αυτού και του εναγομένου η ανάληψη της υπόθεσης αυτής μέχρι τελεσιδικίας και η μη λήψη αμοιβής από μέρους του σε περίπτωση μη τελεσιδίκου ευδοκιμήσεως της υποθέσεως, σχετικά δε συνετάγη το από 26-9-1978 "Συμφωνητικό εργολαβίας δίκης" που φέρει τις υπογραφές αμφοτέρων των συμβαλλομένων.
Στο συμφωνητικό αυτό αναφέρεται ότι ο τώρα εναγόμενος αναθέτει στον ενάγοντα την εντολή και πληρεξουσιότητα να διεξαγάγει τη δίκη εναντίον των Κ. Κ., Δ. συζ. Κ. Γ., Γ. συζ. Κ. Μ. και Σ. Α., οι οποίοι κατέθεσαν εναντίον αυτού και των ειδικών διαδόχων του διεκδικητική αγωγή επί ακινήτου του, καθώς και όσες δίκες θα επακολουθούσαν, επ’ ονόματι και για λογαριασμό του εναγομένου, μέχρις εκδόσεως τελεσίδικης απόφασης επί της ως άνω αγωγής, με αποκλειστικά δική του δαπάνη επί όλων των δικών που θα ακολουθούσαν εναντίον του εναγομένου και των ειδικών διαδόχων του, αγοραστών, χωρίς να δικαιούται από αυτούς αμοιβή και δικαστική δαπάνη.
Ρητά επίσης αναφέρεται ότι ο ενάγων ως πληρεξούσιος δικηγόρος θα δικαιούται αμοιβής μόνο σε περίπτωση τελεσιδίκου απορρίψεως της αγωγής εναντίον του εναγομένου, η οποία (αμοιβή) προσδιορίσθηκε σε ποσοστό 20% επί του αντικειμένου της δίκης, ήτοι του επιδίκου ακινήτου, το οποίο είχε διαιρεθεί σε πέντε...
άρτια και οικοδομήσιμα οικόπεδα ή επί του τιμήματος αυτού εφόσον εκποιηθεί προς οποιονδήποτε τρίτο. Επί πλέον στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό ρητά αναφέρεται ότι σε περίπτωση τελεσίδικης αποδοχής της αγωγής των αντιδίκων του εναγομένου, ο ενάγων δεν θα δικαιούται να λάβει οποιαδήποτε αμοιβή και δικαστική δαπάνη ούτε αυτός ούτε άλλος υποκατάστατός του δικηγόρος.
Ο ενάγων εκπροσώπησε τον εναγόμενο (και τους ειδικούς αυτού διαδόχους) σε όλες τις δίκες που διενεργήθηκαν σχετικά με την κυριότητα του επιδίκου οικοπέδου και ειδικότερα: [Ακολουθεί λεπτομερής παράθεση των παραστάσεων και λοιπών ενεργειών του ενάγοντος πρωτοδίκως, κατ’ έφεση και ενώπιον του Αρείου Πάγου].
Πριν από τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, ο ήδη εναγόμενος κοινοποίησε στον ήδη ενάγοντα πληρεξούσιο δικηγόρο του την από 21-10-2002 εξώδικη δήλωσή του, με την οποία του δήλωνε ρητά ότι ανακαλεί την εντολή να συνεχίσει του λοιπού για λογαριασμό του τη διεξαγωγή της συγκεκριμένης υπόθεσης τόσο ενώπιον του Αρείου Πάγου όσο και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου και αρχής και τον καλούσε στο εξής να απόσχει από κάθε ενέργεια, δικαστική ή εξώδικη, για λογαριασμό του.
Αμέσως μετά, στις 30-10-2002, του κοινοποίησε την... .../25-10-2002 πράξη ανακλήσεως της δικαστικής πληρεξουσιότητας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α. Ε. που του είχε παράσχει. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως... στη δικάσιμο της 19-3-2003, τον τώρα εναγόμενο εκπροσώπησε άλλος δικηγόρος και όχι ο ενάγων... Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι καθ’ όλο το χρονικό διάστημα που εκπροσωπούσε τον εναγόμενο, σε όλες τις δικαστικές και εξώδικες ενέργειες σχετικά με τη δικαστική διαμάχη που αφορούσε το συγκεκριμένο οικόπεδο, δεν έλαβε από αυτόν καθόλου αμοιβή για τις ενέργειές του ούτε και για τα δικαστικά έξοδα στα οποία προέβαινε ή για τις αμοιβές τις οποίες ο ίδιος κατέβαλε σε συνεργάτες του δικηγόρους που προσλάμβανε προκειμένου να τον συνεπικουρούν στο χειρισμό της υπόθεσης, καθώς, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο από 26-9-1978 ιδιωτικό συμφωνητικό εργολαβίας δίκης, ανέμενε να λάβει την αμοιβή του από τον εντολέα του, όπως αυτή είχε προσδιοριστεί στο παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό, μετά το αίσιο πέρας της υποθέσεως.
Έτσι, παρόλο που δεν εκπροσώπησε ο ίδιος τον εναγόμενο στην τελευταία δίκη, ήτοι αυτή της αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου στις 19-3-2003, θεωρώντας ότι η υπόθεση θα είχε θετική έκβαση ούτως ή άλλως αφού ο ίδιος την είχε χειριστεί με επιτυχία από την αρχή της, ζήτησε από τον εναγόμενο να του καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή του...
Ο εναγόμενος, αμφισβητώντας τη γνησιότητα του από 26-9-1978 ιδιωτικού συμφωνητικού εργολαβίας δίκης, ισχυρίστηκε... ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου... ότι ουδέποτε υπέγραψε το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό, προβάλλοντας την ένσταση πλαστότητας του ιδιωτικού συμφωνητικού και πλαστογράφησης της υπογραφής του, κατονόμασε δε τον ενάγοντα ως πλαστογράφο.
Κατέθεσε δε εναντίον του την από 17-3-2005 έγκληση για διακεκριμένη πλαστογραφία μετά χρήσεως. Με το... 540/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης ο ενάγων παραπέμφθηκε να δικαστεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης ως υπαίτιος των αξιόποινων πράξεων α) της ηθικής αυτουργίας σε χρήση πλαστού εγγράφου και β) της φυσικής αυτουργίας σε χρήση πλαστού εγγράφου με την οποία σκόπευε να προσπορίσει όφελος άνω των 73.000 ευρώ και δικάστηκε από το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης (πρώτου βαθμού), το οποίο με την... 418/2010 απόφασή του τον κήρυξε ένοχο για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε...
διακεκριμένη πλαστογραφία με χρήση πλαστού εγγράφου με όφελος άνω των 73.000 ευρώ και του επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών... ετών. Στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου ο εναγόμενος... επανέλαβε... την ένσταση πλαστότητας της υπογραφής του στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, κατονόμασε δεν τον ενάγοντα ως ηθικό αυτουργό και χρήστη του πλαστού εγγράφου που καταρτίσθηκε από άγνωστο άτομο.
Περαιτέρω επί του θέματος της γνησιότητας της υπογραφής που φέρεται ότι έχει τεθεί από τον εναγόμενο στο από 26-9-1978 ιδιωτικό συμφωνητικό έχουν εκδοθεί οι ακόλουθες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης [Ακολουθεί λεπτομερής παράθεση των εκθέσεων αυτών και των συμπερασμάτων τους]. Όλες οι παραπάνω εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης είναι εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και καταλήγουν στο αυτό συμπέρασμα, ότι δηλαδή η υπογραφή στο επίδικο ιδιωτικό συμφωνητικό δεν έχει τεθεί από τον εναγόμενο αλλά από τρίτο πρόσωπο κατά ζωγραφική απομίμηση της υπογραφής του, ακολουθώντας μάλιστα "δουλικά"...
τη γραφική εικόνα του γνησίου υπογραφικού τύπου του εναγομένου. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο εναγόμενος, καθ’ όλη τη διάρκεια του δικαστικού αγώνα με τους τότε αντιδίκους του για τη διεκδίκηση του οικοπέδου του, κατέβαλε στον ενάγοντα διάφορα χρηματικά ποσά που αφορούσαν είτε αμοιβή του είτε διάφορα έξοδα, καθώς επίσης και δικαστικά έξοδα που αφορούσαν το συγκεκριμένο δικαστικό αγώνα...
Αποδείχθηκε εξάλλου ότι ο ενάγων συνέταξε νέο ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο δεν φέρει ημερομηνία (πλην όμως συνετάγη μετά το έτος 1982, δεδομένου ότι γίνεται σ’ αυτό αναφορά αποφάσεως εκδοθείσας κατά το ως άνω έτος) ούτε υπογραφές. Στο συμφωνητικό αυτό αναφέρεται ότι ο εναγόμενος ανέθεσε στον ενάγοντα την τακτοποίηση του οικοπέδου του, γίνεται αναφορά όλων των δικαστικών αγώνων με τους τότε αντιδίκους του εναγομένου έως και την έκδοση της 1040/1982 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και αναφέρεται επίσης ότι συνεχίζεται η ισχύς της δικαστικής εκπροσωπήσεως του εναγομένου από τον ενάγοντα, ο οποίος υποχρεούται μέχρις αποπερατώσεως της δίκης να διεξαγάγει αυτήν με αποκλειστικά δικά του έξοδα και με αμοιβή 20% επί του διεκδικούμενου οικοπέδου ή το αυτό ποσοστό επί της αξίας του, η οποία (αμοιβή) θα δοθεί στον ενάγοντα μόνο εφόσον το αποτέλεσμα της δίκης θα είναι ευνοϊκό υπέρ του εναγομένου μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης από τον Άρειο Πάγο, απορριπτικής της αγωγής των αντιδίκων του εναγομένου.
Στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό δεν γίνεται καμία αναφορά στο προγενέστερο από 26-9-1978 ιδιωτικό συμφωνητικό εργολαβίας δίκης ούτε καμία συσχέτιση μεταξύ των δύο συμφωνητικών. Το εν λόγω συμφωνητικό ο ενάγων πρότεινε προς υπογραφή στον εναγόμενο, πλην όμως ο τελευταίος αρνήθηκε να υπογράψει. Αποδείχθηκε συνεπώς ότι το από 26-9-1978 ιδιωτικό συμφωνητικό εργολαβίας δίκης το οποίο συνέταξε ο ενάγων δεν έχει υπογραφεί από τον εναγόμενο και κατά συνέπεια οι όροι του ουδέποτε έγιναν αποδεκτοί από αυτόν.
Κατά συνέπεια δεν συνήφθη μεταξύ των διαδίκων καμία σύμβαση εργολαβίας δίκης με οποιονδήπτε τρόπο, δοθέντος μάλιστα ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 92 του κώδικα δικηγόρων, τέτοια σύμβαση προϋποθέτει πλήρη εξάρτηση της δικηγορικής αμοιβής από την έκβαση της δίκης, ώστε να μην οφείλεται καθόλου αμοιβή για δικηγορικές εργασίες που παρέχονται κατά τη διεξαγωγή της δίκης σε περίπτωση που αυτή απωλεσθεί για τον εντολέα".
Με βάση αυτές τις παραδοχές το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η απόφαση κατά τα προεκτεθέντα ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη. Έτσι που έκρινε το εφετείο με την ενσωματωθείσα στην προσβαλλόμενη απόφασή του απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα στις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 92 παρ. 3, 5 του κώδικα περί δικηγόρων που κυρώθηκε με το ν.δ. 3026/1954 και σε εκείνες των άρθρων 713 επ.
Α.Κ. τις οποίες εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών. Τούτο διότι οι διαλαμβανόμενες στην προσβαλλομένη σαφείς παραδοχές:
α) ότι "δεν συνήφθη μεταξύ των διαδίκων καμία σύμβαση εργολαβίας δίκης με οποιονδήπτε τρόπο, δοθέντος μάλιστα ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 92 του κώδικα δικηγόρων, τέτοια σύμβαση προϋποθέτει πλήρη εξάρτηση της δικηγορικής αμοιβής από την έκβαση της δίκης, ώστε να μην οφείλεται καθόλου αμοιβή για δικηγορικές εργασίες που παρέχονται κατά τη διεξαγωγή της δίκης σε περίπτωση που αυτή απωλεσθεί για τον εντολέα", β) ότι "το από 26-9-1978 ιδιωτικό συμφωνητικό εργολαβίας δίκης το οποίο συνέταξε ο ενάγων δεν έχει υπογραφεί από τον εναγόμενο", με παράθεση προς τούτο των συμπερασμάτων των τεσσάρων εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης που μνημονεύονται σ’ αυτήν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, γ) ότι οι όροι του εν λόγω συμφωνητικού ουδέποτε έγιναν αποδεκτοί από τον εναγόμενο, δ) ότι ο ενάγων καταδικάσθηκε ήδη για τις αναφερθείσες αξιόποινες πράξεις, μεταξύ των οποίων για εκείνη της χρήσης πλαστού εγγράφου, καταφάσκουν την παραδοχή της μη κατάρτισης σύμβασης εργολαβίας δίκης μεταξύ των διαδίκων.
Το περαιτέρω διαλαμβανόμενο στην προσβαλόμενη απόφαση ότι: "Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο εναγόμενος, καθ’ όλη τη διάρκεια του δικαστικού αγώνα με τους τότε αντιδίκους του για τη διεκδίκηση του οικοπέδου του, κατέβαλε στον ενάγοντα διάφορα χρηματικά ποσά που αφορούσαν είτε αμοιβή του είτε διάφορα έξοδα, καθώς επίσης και δικαστικά έξοδα που αφορούσαν το συγκεκριμένο δικαστικό αγώνα..." τέθηκε πλεοναστικώς κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού, προς άντληση περαιτέρω επιχειρήματος υπέρ της παραδοχής περί μη καταρτίσεως εργολαβικού δίκης και επομένως δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.
εφόσον η προηγούμενη σαφής περί μη καταρτίσεως εργολαβικού δίκης παραδοχή στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της. Συνακόλουθα οι πρώτος κατά το πρώτο σκέλος του, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος κατά το δεύτερο σκέλος του αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.
α και 19 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός ο οποίος στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή.
Εξ άλλου από τα άρθρα 591 παρ. 1 περ. β, 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 περ. δ Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, δηλαδή απαιτείται σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ως "γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (Α.Π. 72/2016).
Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.
Α.Π. 25/2003). Δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση αποδείξεων (Α.Π. 690/2013). Τέλος ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος δεν στοιχειοθετείται αν ο ισχυρισμός στον οποίο δεν απάντησε το δικαστήριο είναι μη νόμιμος ή αλυσιτελής, αόριστος, εκπρόθεσμος και γενικά απαράδεκτος και επομένως δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 460/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο κατά το δεύτερο σκέλος του λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το δικαστήριο ουσίας δεν έλαβε υπόψη: α) τον αγωγικό ισχυρισμό του για κατάρτιση προφορικής σύμβασης εργολαβίας δίκης μεταξύ αυτού και του εναγομένου και για εν συνεχεία αποδοχή και υπογραφή του συμφωνητικού (έστω και δια τρίτου προσώπου) από τον εναγόμενο, β) τον προταθέντα με την από 7-1-2013 προσθήκη-αντίκρουση των εγγράφων προτάσεών του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ισχυρισμό του ότι ήδη από το έτος 1973 υπήρχε συμφωνία του με τον εναγόμενο, η οποία περιβλήθηκε το συμβολαιογραφικό τύπο με το .../25-5-1973 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δ.
Ξ., να αναλάβει αυτός (ο αναιρεσείων) τη διαδικασία τακτοποίησης των ζητημάτων κυριότητας του ακινήτου, με σκοπό την εν συνεχεία πώλησή του με συμφωνηθείσα αμοιβή ποσοστού 20% επί του επιτευχθησομένου τμήματος, ώστε, όταν προέκυψε η αντιδικία για τη κυριότητα του ακινήτου, να είναι απολύτως φυσιολογική και αναμενόμενη η συμφωνία περί εργολαβικού δίκης με τον ίδιο τρόπο αμοιβής του και γ) τον επίσης προταθέντα με την από 7-1-2013 προσθήκη-αντίκρουση των εγγράφων προτάσεών του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ισχυρισμό του ότι για την πατρότητα της υπογραφής στο από 26-9-1978 ιδιωτικό συμφωνητικό "θα μπορούσαν να γίνουν διάφορες υποθέσεις...
οι οποίες ούτε καν εξετάσθηκαν", όπως για παράδειγμα ότι ο εναγόμενος ήταν δυνατόν να είχε τραυματισμένο το χέρι του κατά το χρόνο της υπογραφής ή ότι θα ήταν πιθανό να εμποδισθεί για οποιοδήποτε άλλο λόγο κατά την υπογραφή ή ότι θα μπορούσε, για διάφορους λόγους, να θέσει σκοπίμως την υπογραφή του με διαφορετικό τρόπο ή τέλος ότι θα μπορούσε, για διάφορους λόγους, να είχε αναθέσει σε τρίτο πρόσωπο να θέσει κατ’ απομίμηση την υπογραφή του, όπως στον τότε βοηθό του στο ιχθυοπωλείο ιδιοκτησίας του Ν.
Κ., λόγω των συνθηκών εργασίας που επικρατούσαν στο ιχθυοπωλείο του, κάτω από τις οποίες συνθήκες "εδόθη πιθανότατα από τον Γ. Σ. η εντολή στο συνεργάτη του "βάλε εσύ αντί για μένα τη δική μου υπογραφή, αφού έχω λερωμένα τα χέρια μου"". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ειδικότερα: α) Όσον αφορά τον πρώτο (αγωγικό) ισχυρισμό ως αβάσιμος διότι από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
επισκόπηση της από 12-11-2005 αγωγής του αναιρεσείοντος δεν προκύπτει η επίκληση προφορικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων αλλά μόνο γραπτής με βάση το από 26-9-1978 συμφωνητικό εργολαβίας δίκης. β) Όσον αφορά το δεύτερο ισχυρισμό ως απαράδεκτος διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται παραδεκτή προβολή του με προφορική δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αλλά μόνο με την από 7-1-2013 προσθήκη-αντίκρουση των προτάσεών του, προεχόντως όμως διότι ο ισχυρισμός αυτός ήταν επιχείρημα του ενάγοντος που προέκυπτε από την εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα δεν αποτελούσε πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ.
β Κ.Πολ.Δ. γ) Όσον αφορά τον τρίτο ισχυρισμό ως απαράδεκτος διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται παραδεκτή προβολή του κατά τα προεκτεθέντα, σε κάθε δε περίπτωση διότι ο ισχυρισμός αυτός ήταν αόριστος ενόψει της ενδοιαστικής διατυπώσεώς του (και συγκεκριμένα ο ενάγων δεν ισχυρίσθηκε ότι η υπογραφή του εναγομένου τέθηκε με κάποιον από τους διαζευκτικά αναφερόμενους σ’ αυτόν τρόπους αλλά ότι "θα μπορούσε" ή ότι "ήταν πιθανό" να είχε τεθεί με τους τρόπους αυτούς) και συνακόλουθα δεν αποτελούσε και αυτός πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ.
β Κ.Πολ.Δ. Τέλος με τις λοιπές διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις και υπό την επίφαση της προαναφερθείσης αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται απαραδέκτως η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου κώδικα, έγγραφο περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.
Α.Π. 1/1999, Α.Π. 824/2010). Εξ άλλου για το ορισμένο του αναιρετικού αυτού λόγου πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο: α) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, β) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, γ) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα γεγονότα και δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο (Α.Π. 118/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο κατά το πρώτο σκέλος του λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εν λόγω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο: α) της από 29-1-1998 απόδειξής του, με την οποία βεβαιώνεται ότι εισέπραξε από τον εναγόμενο το ποσό των 130.000 δραχμών και β) της απόδειξής του με δυσανάγνωστη ημερομηνία, με την οποία βεβαιώνεται ότι εισέπραξε από τον εναγόμενο το ποσό των 200.000 δραχμών, δεχόμενο ότι τα ανωτέρω ποσά εισπράχθηκαν από αυτόν έναντι της ένδικης οφειλής, ενώ στην πραγματικότητα αυτά εισπράχθηκαν για την παράστασή του σε άλλη δίκη.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (πέρα από την αοριστία του, η οποία έγκειται στο ότι δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο το αληθινό περιεχόμενο των εγγράφων που φέρονται ότι παραμορφώθηκαν και το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο, διαφορετικό από το αληθινό, περιεχόμενο) προεχόντως διότι με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένη ανάγνωση αλλά εσφαλμένη εκτίμηση των προαναφερθέντων εγγράφων.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-6-2015 αίτηση του Ν. Τ. του Κ. για αναίρεση της 452/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουλίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ