Legislator Case Law & Legislation
1288/2012 AI generated

1288/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1288/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1288/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): τις αξιώσεις διατροφής που έχει το τέκνο κατά του γονέα ο οποίος δεν έχει την επιμέλεια του προσώπου του, μπορεί να τις ασκεί αυτός που έχει την επιμέλεια και, αν δεν την έχει κανείς, αυτός με τον οποίο διαμένει το τέκνο". Επομένως σε δίκη διατροφής ανήλικου τέκνου, αν την επιμέλειά του έχει η μητέρα, αυτή έχει την εξουσία να παρίσταται στο δικαστήριο και να το εκπροσωπεί (Α.Π. 416/2007).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1288 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1288/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μυλωνά με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Π. συζύγου Ν. Μ. το γένος Γ. Α., ατομικά και ως ασκούσας την επιμέλεια των ανηλίκων θυγατέρων της Χ. και Α.-Γ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Γιαννατσή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-3-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 137/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 307/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-9-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 16-3-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 127 Α.Κ. "Όποιος έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του (ενήλικος) είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία". Κατά άρθρο 63 παρ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ.: "Όποιος είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα". Περαιτέρω κατά το άρθρο 1516 παρ.2 Α.Κ.: "Στις περιπτώσεις διακοπής της συμβιώσεως των γονέων, διαζυγίου ή ακυρώσεως του γάμου τους ...

τις αξιώσεις διατροφής που έχει το τέκνο κατά του γονέα ο οποίος δεν έχει την επιμέλεια του προσώπου του, μπορεί να τις ασκεί αυτός που έχει την επιμέλεια και, αν δεν την έχει κανείς, αυτός με τον οποίο διαμένει το τέκνο". Επομένως σε δίκη διατροφής ανήλικου τέκνου, αν την επιμέλειά του έχει η μητέρα, αυτή έχει την εξουσία να παρίσταται στο δικαστήριο και να το εκπροσωπεί (Α.Π. 416/2007).

Περαιτέρω από τις προαναφερθείσες διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 286 Κ.Πολ.Δ., η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.) και κατά την οποία η διακοπή της δίκης συνεπεία μεταβολής στο πρόσωπο του διαδίκου επέρχεται μόνο αν η μεταβολή αυτή συμβεί εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, προκύπτει ότι όταν ο ανήλικος ο οποίος εκπροσωπήθηκε στην κατ' έφεση δίκη περί διατροφής του από το γονέα που ασκούσε την επιμέλειά του, ενηλικιώθηκε μετά την έκδοση της εφετειακής αποφάσεως, η αναίρεση κατά της τελευταίας πρέπει να απευθύνεται προσωπικά κατ' αυτού που ήδη ενηλικιώθηκε και όχι κατά του γονέα που ασκούσε την επιμέλειά του, ο οποίος δεν νομιμοποιείται πλέον παθητικά, εκτός αν ο αναιρεσείων αγνοούσε το γεγονός της ενηλικιώσεως (Α.Π. 181/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως του Ν. Μ. στρέφεται κατά της συζύγου του Π. το γένος Γ. Α., ατομικά και ως ασκούσας την επιμέλεια των ανηλίκων θυγατέρων των διαδίκων Χ. και Α.-Γ., παρά το ότι ο αναιρεσείων στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως εκθέτει ότι η πρώτη από τις πιο πάνω θυγατέρες των διαδίκων Χ. Μ. (η οποία στην κατ' έφεση δίκη, ως ανήλικη, είχε εκπροσωπηθεί από τη μητέρα της που ασκούσε την επιμέλειά της) έχει πλέον (κατά το χρόνο ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως) ενηλικιωθεί.

Συνεπώς η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της συζύγου του αναιρεσείοντος ως ασκούσας την επιμέλεια της ανωτέρω ενηλίκου θυγατέρας των διαδίκων είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Πρέπει να σημειωθεί ότι η εκ μέρους του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσιβλήτου κατάθεση εγγράφων προτάσεων και στο όνομα της ανωτέρω ενηλικιωθείσης θυγατέρας των διαδίκων είναι χωρίς έννομη επιρροή, αφού η τελευταία δεν κατέστη διάδικος στην παρούσα δίκη. Αυτό αφενός μεν διότι η αίτηση αναιρέσεως δεν στράφηκε κατ' αυτής ατομικά παρά το ότι κατά το χρόνο της ασκήσεώς της ήταν ήδη ενήλικη, αφετέρου δε διότι, με βάση τα εκτεθέντα στην αρχή της παρούσης, δεν έχει λάβει χώρα στην προκειμένη περίπτωση διακοπή της δίκης συνεπεία της προαναφερθείσης μεταβολής στο πρόσωπό της (ήτοι της ενηλικιώσεώς της, η οποία συνέβη μετά την προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η οριστική απόφαση του εφετείου), ώστε να τίθεται θέμα συνεχίσεως της δίκης με το δικό της όνομα.

Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου κατά το άρθρο 270 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 ν.2915/2001 και πριν από την εκ νέου αντικατάστασή του με το άρθρο 28 ν.3994/2011 και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση διαχρονικώς, αποδεικτικό μέσο ιδιαίτερο από τους μάρτυρες και τα έγγραφα αποτελούν και οι ένορκες βεβαιώσεις τρίτων προσώπων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή (Α.Π. 24/2011).

Αντίθετα οι ένορκες βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης πριν από την άσκηση της αγωγής και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτησή της, δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση αλλά αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον βέβαια δεν λήφθηκαν για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη δίκη.

Στην περίπτωση αυτή αρκεί να βεβαιώνεται στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι και να μην καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και το έγγραφο της ένορκης βεβαιώσεως (Α.Π. 187/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.11 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση της μάρτυρός του Β.

Μ. που εξετάστηκε ενόρκως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ούτε εν τέλει αξιολόγησε σωστά την 109/20-7-2006 ένορκη βεβαίωση της Δ. Κ. ενώπιον του συμβολαιογράφου Ύδρας Παναγιώτη Μουρούκα, τα οποία αποδεικτικά μέσα αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε για την απόδειξη των ισχυρισμών του περί της οικονομικής του καταστάσεως που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (περί διατροφής).

Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος του κατά το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση της μάρτυρος που εξετάστηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ιδίως από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι το εφετείο έλαβε υπόψη "τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεώς του" αλλά και από το σύνολο των αιτιολογιών της προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι ελήφθη υπόψη η πιο πάνω κατάθεση.

Περαιτέρω, κατά το μέρος του κατά το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια ότι δεν "αξιολόγησε σωστά" την αναφερόμενη ένορκη βεβαίωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι με αυτόν ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι δεν ελήφθη υπόψη η ένορκη αυτή βεβαίωση αλλά ότι το εφετείο δεν προέβη σε ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της και έτσι απαραδέκτως πλήττει την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).

Αλλά και αν θεωρηθεί ότι ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη τη μη λήψη υπόψη της ανωτέρω ένορκης βεβαιώσεως και πάλι ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού δεν εκτίθεται σ' αυτόν αν η εν λόγω ένορκη βεβαίωση ελήφθη στα πλαίσια της παρούσης δίκης και μάλιστα μετά νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αναιρεσιβλήτου, οπότε, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως, το δικαστήριο όφειλε να τη μνημονεύσει ειδικά, ή αν αυτή ελήφθη στα πλαίσια άλλης δίκης, οπότε, σύμφωνα επίσης με τα προεκτεθέντα, ήταν αρκετή η μνεία ότι ελήφθησαν υπόψη τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Κατά το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι στερείται νομίμου βάσεως διότι περιέχει ανεπαρκή αιτιολογία σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα:

Ότι προσέδωσε ερμηνευτικό νοηματικό περιεχόμενο, προσδιορίζοντας ότι η εκμετάλλευση του περιγραφόμενου αγροκτήματός του θα δίδει σ' αυτόν μηναίο εισόδημα 800 τουλάχιστον ευρώ. Ότι εκλείπει παντελώς η αιτιολόγηση, ποια δηλαδή είναι εκείνα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία έλαβε υπόψη ώστε να προδιορίσει την πιθανή εκμετάλλευση ενός αγροκτήματος που είναι ακαλλιέργητο πέραν της τριακονταετίας στο ποσό των 800 ευρώ μηνιαίως.

Ότι επιπροσθέτως δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά εκείνα στοιχεία που ουδόλως αμφισβητήθηκαν και συνίστανται στο ότι αυτός (ο αναιρεσείων) αφενός παρέχει στην Αθήνα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας τις υπηρεσίες του ως μισθωτός υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και αφετέρου ότι για την καλλιέργεια του εν λόγω αγροκτήματος απαιτούνται ειδικές τεχνικές, επιστημονικές γνώσεις, πρόσληψη προσωπικού και οικονομικό υπόβαθρο, τα οποία είναι εντελώς ανέφικτα.

Ότι δεν δέχθηκε ότι η ακίνητη περιουσία της αναιρεσίβλητης, που συνίσταται στην κυριότητα δύο διαμερισμάτων στα Ιωάννινα, ήτοι ενός ισογείου επιφανείας 65 τ.μ. και ενός διαμερίσματος του δευτέρου ορόφου επιφανείας 70 τ.μ., είναι προσοδοφόρα. Ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης είναι προφανώς ανεπαρκής αλλά και αντιφατική διότι από τη μια αξιολογεί την περιουσία αυτού (του αναιρεσείοντος) - κυριολεκτικά ένα αγρόκτημα επί πολλά έτη ακαλλιέργητο - ενώ από την άλλη δεν κάνει οποιαδήποτε μνεία στην ακίνητη περιουσία της αναιρεσίβλητης.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι με αυτόν, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων απαραδέκτως πλήττει την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του εφετείου.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου κώδικα, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί, στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (Α.Π. 828/2010).

Εξάλλου για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται: α) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, β) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο, διαφορετικό από το αληθινό, περιεχόμενο, γ) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα γεγονότα και δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο (Α.Π. 969/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό και συγκεκριμένα:

Ότι ενώ αυτός προσκόμισε έγγραφο με οφειλές προς το ΤΕΒΕ που έχουν εκτιμηθεί στο συνολικό ποσό των 29.662,11 ευρώ, το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου αυτού παραμορφώθηκε από την προσβαλλομένη στο ποσό των 19.569,00 ευρώ με αποτέλεσμα να μην εκτιμηθεί ορθά από το δικαστήριο το αναμφισβήτητο αυτό ποσό για την περιουσιακή του κατάσταση.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας διότι ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει με ακρίβεια το έγγραφο του οποίου το περιεχόμενο ισχυρίζεται ότι παραμορφώθηκε με αναφορά της ημερομηνίας εκδόσεώς του (ή του τυχόν αριθμού πρωτοκόλλου) και της υπηρεσίας που το εξέδωσε, ώστε να προκύπτει η ταυτότητά του.

Σε κάθε περίπτωση όμως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι σ' αυτήν διαλαμβάνεται η παραδοχή ότι ο αναιρεσείων "βαρύνεται με οφειλές προς το ΤΕΒΕ ύψους, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, 19.569 ευρώ", δεν αναφέρεται όμως ότι η παραδοχή αυτή προέκυψε από κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο (ώστε να τίθεται θέμα παραμορφώσεως του περιεχομένου του) αλλά είναι σαφές ότι το εφετείο οδηγήθηκε στην πιο πάνω κρίση του από την εκτίμηση του συνόλου του τεθέντος υπόψη του αποδεικτικού υλικού.

Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με το σχετικό αιτήμα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-9-2010 αίτηση του Ν. Μ. για αναίρεση της 307/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ