Supreme Court dismisses appeal on tort liability, upholding lower court's assessment of contributory negligence percentage.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two drivers against a Thessaloniki Court of First Instance judgment regarding a traffic accident. The appellants argued the Court of Appeal incorrectly assessed the second appellant's contributory negligence at 20% instead of 50%. The court held that while the finding of fault is reviewable, the specific calculation of the negligence percentage constitutes an uncontrollable assessment of facts and cannot be challenged on appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 300, 330, 914 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The court's determination of the specific percentage of contributory negligence is an assessment of facts and constitutes an uncontrollable judgment, rendering the appeal inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1288 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1288/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαϊου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Χ1, και 2)Χ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γεωργία Μπορδόκα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ψ1, κατοίκου ..., 2)Ψ2, κατοίκου ..., 3)Ψ3, κατοίκου ... και 4)Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας Ζημιών με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ" η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1η, 2ος και 3ος αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Η 4η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μανουσάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1-12-2005 και 24-5-2006 κύριες αγωγές και την από 8-3-2006 προσεπίκληση με ενωμένη παρεμπίπτουσα αγωγή των διαδίκων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκε η 29/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 149/2009 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-9-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 29-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της 4ης αναιρεσίβλητης την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις προσκομιζόμενες με επίκληση εκθέσεις επιδόσεως ... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ροδόπης ... και ... του δικαστικού επιμελητή στο ίδιο ως άνω Πρωτοδικείο ... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους υπό στοιχ. 1, 2 και 3 των αναιρεσιβλήτων.
Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο ούτε κατέθεσαν, κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως κατά τη συζήτηση, πρέπει το Δικαστήριο, κατ' άρθρ. 576 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία των πιο πάνω αναιρεσιβλήτων.
Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 68, 556 και 558 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατά του νικήσαντος αντιδίκου του αναιρεσείοντος, όχι δε και κατά του ομοδίκου του, ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη η αναίρεση ελλείψει έννομου συμφέροντος, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει διατάξεις ως προς τον αναιρεσίβλητο αυτό που να βλάπτουν τον αναιρεσείοντα (Ολ.ΑΠ 24/1997).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι οι υπό στοιχ. 2, 3 και 4 αναιρεσίβλητοι ήταν στη δευτεροβάθμια δίκη ομόδικοι του πρώτου αναιρεσείοντος, ως εναγόμενοι μεταξύ άλλων από την πρώτη αναιρεσίβλητη και δεν περιέχεται διάταξη στην απόφαση αυτή υπέρ των άνω αναιρεσιβλήτων, που να είναι βλαπτική των συμφερόντων του πρώτου αναιρεσείοντος.
Επομένως, η κρινόμενη αναίρεση του τελευταίου ως προς το μέρος που στρέφεται κατά των εν λόγω αναιρεσιβλήτων πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση για τη ζημία που προήλθε από παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη του υποχρέου προς αποζημίωση, είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και του επιζήμιου αποτελέσματος.
Υπάρχει δε η αιτιώδης αυτή συνάφεια, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (άρθρ. 298 ΑΚ) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Και η μεν κρίση (α) περί του εάν τα ανελέγκτως και κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, γενικά και αφηρημένα λαμβανόμενα, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι η πράξη ή παράλειψη εκείνη μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, αφού σχηματίζεται με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.
Ενώ, αντιθέτως, η περαιτέρω κρίση (β) του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 12 παρ. 1 ΚΟΚ "οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή" και κατά το άρθρο 21 του ίδιου κώδικα "ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους".
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Την 26-10-2004 και περί ώρα 22:55 η εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα Χ2, ηλικίας τότε 14 ετών, οδηγώντας την ... δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας του πρώτου αναιρεσείοντος Χ1 στην οποία επέβαινε και η ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη Ψ1, ηλικίας τότε 14 ετών, εκινούντο στην επαρχιακή οδό ...
με κατεύθυνση προς .... Κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο ο εναγόμενος και ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος Χ, οδηγώντας το ... ΔΧΕ αυτοκίνητο (TAXI), ιδιοκτησίας του ήδη τρίτου αναιρεσίβλητου Ψ3 και ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ ΑΕ", εκινείτο στην ίδια οδό, έχοντας την ίδια με τη μοτοσυκλέτα, κατεύθυνση, ακολουθώντας αυτή.
Όταν τα δύο οχήματα εκινούντο στο 8ο χιλιόμετρο της εν λόγω οδού, η οδηγός της μοτοσικλέτας ελάττωσε την ταχύτητα του οχήματος εξ αιτίας των συνεχών και έντονων εκκλήσεων της συνεπιβάτιδάς της για να επιστρέψουν στο χωριό τους, την ... και οδήγησε τη μοτοσυκλέτα στο άκρο δεξιό της οδού, προκειμένου με εκτέλεση επιτόπιας στροφής και κάθετης κίνησης επί του οδοστρώματος, να εισέλθει στο αντίθετο, προς ..., ρεύμα.
Η οδός στο σημείο εκείνο είναι διπλής κατεύθυνσης, με πλάτος κάθε ρεύματος κυκλοφορίας 3,25 μ, τα οποία δύο (ρεύματα) χωρίζονται με συνεχή διαχωριστική γραμμή, είναι ευθεία σε μεγάλη απόσταση, στερείται ασφάλτινου ερείσματος και στα δύο άκρα της και τεχνικού φωτισμού και το ανώτατο όριο ταχύτητας ορίζεται σε 80 χ/ω.
Η οδηγός της μοτοσυκλέτας, η οποία δεν είχε άδεια οδήγησης αυτής, κατά την επιχείρηση της αναστροφής, για να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα, από σημείο μάλιστα που απαγορεύεται, λόγω της ύπαρξης συνεχούς διπλής γραμμής, ξεκίνησε από το άκρο δεξιό της οδού, όπου είχε οδηγήσει προηγουμένως το όχημα της και έφερε αυτό σε πλάγια θέση προς τον άξονα της οδού και αφού διαπίστωσε ότι ελευθερώθηκε το αντίθετο ρεύμα πορείας, γύρισε προς τα πίσω για να ελέγξει το ρεύμα πορείας της.
Παρότι όμως αντιλήφθηκε ότι στο ρεύμα πορείας της και σε μικρή απόσταση πίσω από το δικό της εκινείτο ένα όχημα και συγκεκριμένα το ΤΑΖ 4827 TAXI, που οδηγούσε ο Ψ2, αντί να επιτρέψει την προσπέραση του οχήματος αυτού από τα αριστερά της, όπως όφειλε, (άρθρο 21 ΚΟΚ) και μετά να επιχειρήσει τον ελιγμό προς τα αριστερά, αυτή εκτιμώντας λάθος τον κίνδυνο και υπερεκτιμώντας τις δυνάμεις της, θεώρησε ότι θα προλάβει να εκτελέσει την αναστροφή ασφαλώς, λόγο για τον οποίο επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το ρεύμα πορείας της.
Εξ αιτίας όμως αυτής της ασύνετης και ανεπίτρεπτης κίνησής της, ο οδηγός του ΤΑΧΙ, ο οποίος εκινείτο με κανονική για τις συνθήκες της οδού ταχύτητα και όχι πάνω από το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο στο σημείο εκείνο και σε μικρή απόσταση, παρά την τροχοπέδηση, μήκους 16 μ. και τον αποφευκτικό προς το κέντρο του οδοστρώματος ελιγμό, που επιχείρησε, δεδομένου ότι η κίνηση προς τα δεξιά δεν ήταν επιτρεπτή, λόγω ελλείψεως ερείσματος, δεν μπόρεσε να αποφύγει τη σύγκρουση με τη δίκυκλη μοτοσικλέτα.
Ειδικότερα, συγκρούσθηκε η εμπρόσθια πλευρά του TAXI με την πλάγια αριστερή πλευρά της μοτοσικλέτας, επί της διαχωριστικής των ρευμάτων πορείας γραμμή, με αποτέλεσμα να υποστούν υλικές ζημιές και τα δύο οχήματα και να τραυματισθούν και οι δύο επιβαίνουσες στη δίκυκλη μοτοσικλέτα, οδηγός και συνεπιβάτιδα.
Το γεγονός ότι η οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας επιχείρησε την αναστροφή από το άκρο δεξιό της οδού και όταν το TAXI βρισκόταν σε πολύ μικρή απόσταση από το δικό της όχημα προκύπτει και από την προανακριτική εξέταση της ίδιας ως κατηγορουμένης και από την κατάθεση της ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κομοτηνής, στις οποίες αναφέρει ότι αντιλήφθηκε το TAXI να κινείται πίσω από αυτή και στο ρεύμα πορείας της, αλλά υπολόγισε ότι θα προλάβει να κάνει αναστροφή και επιχείρησε αυτή.
Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από τις καταθέσεις της συνεπιβαίνουσας Ψ1, προανακριτική και ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κομοτηνής, στις οποίες αναφέρει ότι όταν αντιλήφθηκε το TAXI να κινείται σε μικρή απόσταση, πίσω από το δικό τους όχημα και την οδηγό της μοτοσικλέτας να ελαττώνει ταχύτητα, για να στρίψει αριστερά και της επισήμανε, να μην πραγματοποιήσει τον ελιγμό, η τελευταία κινήθηκε προς τα αριστερά απαντώντας της, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά στην κατάθεσή της, "θα προλάβω".
Από τα παραπάνω προκύπτει, συνεχίζει το Εφετείο, ότι η σύγκρουση αυτή οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητας της δεύτερης αναιρεσίβλητης, η οποία οδηγούσε χωρίς να έχει την κατά νόμο άδεια οδήγησης, στερούμενη των απαραίτητων γνώσεων και εμπειρίας περί την οδήγηση, οδηγούσε δε αυτή νύκτα, κινούμενη σε επαρχιακή οδό, χωρίς τεχνητό φωτισμό, επιπλέον δε επιχείρησε αναστροφή επί της οδού, κινούμενη κάθετα επ' αυτής, αντί να κινηθεί προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος, για να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα, κίνηση, η οποία παρά το γεγονός ότι απαγορευόταν, λόγω της ύπαρξης διπλής διαχωριστικής γραμμής, θα καθιστούσε ασφαλέστερη τη μετάβαση σε αυτό και παρά το γεγονός ότι αντιλήφθηκε σε μικρή απόσταση επί του ρεύματος πορείας της να κινείται όχημα, υπερεκτιμώντας, ακριβώς λόγω έλλειψης εμπειρίας, τις ικανότητές της, κινήθηκε με τον τρόπο που προαναφέρθηκε και παρενεβλήθη στην πορεία του παραπάνω οχήματος (TAXI).
Εξάλλου, ο οδηγός του TAXI δεν ευθύνεται για την σύγκρουση, αφού και με την επιτρεπόμενη για τις συνθήκες της οδού ταχύτητα έβαινε (με 55 χ/ω καταγράφεται στην έκθεση αυτοψίας, αλλά δε υπερέβαινε αυτή των 80 χ/ω) και σε τροχοπέδηση του οχήματός του προέβη και σε αποφευκτικό προς τα αριστερά ελιγμό, ο οποίος ήταν ο μόνος δυνατός, δεν μπόρεσε δε να αποφύγει τη σύγκρουση με τη δίκυκλη μοτοσικλέτα, λόγω της αιφνίδιας κίνησής της και όταν αυτός βρισκόταν σε μικρή απόσταση από αυτή.
Ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων-συνεναγομένων του, είπε το Εφετείο, ότι ο τελευταίος ευθύνεται, αποκλειστικά για το ατύχημα, διότι δεν τηρούσε απόσταση από το προπορευόμενο όχημα, για την περίπτωση που αυτό άλλαζε κατεύθυνση ή διέκοπτε αιφνίδια την πορεία του, δεν είναι βάσιμος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η μοτοσικλέτα εκινείτο στο άκρο δεξιό της οδού και προτιθέμενη να ενεργήσει ελιγμό προς τα αριστερά για να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα πορείας, η οδηγός αυτής είχε υποχρέωση να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των χρηστών της οδού που εκινούντο πίσω ή πλάι της ή επιχειρούσαν να την προσπεράσουν λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους.
Ακολούθως, το Εφετείο, κατά παραδοχή της οικείας εφέσεως των υπό στοιχ. 2-4 εκ των αναιρεσιβλήτων εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που είχε δεχθεί ότι ο οδηγός του ΤΑΖ 4827 ΔΧ επιβατηγού αυτοκινήτου δεύτερος αναιρεσίβλητος ήταν συνυπαίτιος του ατυχήματος κατά ποσοστό 30% και αφού έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτια είναι η δεύτερη αναιρεσείουσα, οδηγός της μοτοσικλέτας, απέρριψε την αγωγή της τελευταίας ως ουσία αβάσιμη, καθώς και την αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά των λοιπών αναιρεσιβλήτων.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρ. 914 του ΑΚ και 12 και 21 του ΚΟΚ, κατά την υπαγωγή των πιο πάνω πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, εκτιμώμενος από το άρθρ. 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρ. 297, 330 και 914 του ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, το παράνομο της πράξεως ή παραλείψεως αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως και της επελθούσας ζημίας. Συνυπαιτιότητα υπάρχει κατά το άρθρ. 300 του ίδιου κώδικα, όταν ο ζημιωθείς συντέλεσε από δικό του πταίσμα στην ζημία και την έκτασή της, οπότε το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Στην περίπτωση αυτή η μεν κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, η οποία είναι κρίση σχετική με νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις των αρ. 1 και 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, η κρίση όμως για τον καθορισμό του ποσοστού κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση δεν υπόκειται στον έλεγχο αυτό, διότι αφορά εκτίμηση πραγμάτων.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγος αναιρέσεως, εκτιμώμενος από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι ο Εφετείο, αν και δέχθηκε ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη συντέλεσε από δικό της πταίσμα στην επέλευση του τραυματισμού της, διότι επιβιβάσθηκε στη μοτοσικλέτα που οδηγούσε η συνομήλικη της δεύτερη αναιρεσείουσα, με την οποία ήταν φίλες και γνώριζε ότι η τελευταία δεν είχε άδεια ικανότητας οδήγησης και επί πλέον δέχθηκε να κινηθούν εντός κατοικημένης περιοχής σε κεντρική επαρχιακή οδό κατά τη νύκτα, εν τούτοις προσδιόρισε το ποσοστό συνυπαιτιότητάς της μόνο σε ποσοστό 20%, ενώ αν προέβαινε σε ορθή υπαγωγή των άνω περιστατικών στις διατάξεις των άρθρ. 914 και 300 του ΑΚ, θα έπρεπε να καταλογίσει σε αυτή συνυπαιτιότητα 50%.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17.9.2009 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 149/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της τέταρτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ