Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to specify legal errors and procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a final judgment rendered in absentia. The appellant failed to clearly identify specific legal errors or factual circumstances constituting grounds for appeal, rendering the arguments vague and unassessable. Consequently, the court rejected the appeal as inadmissible and ungrounded, ordering the appellant to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553, 559, 576, 577, 271 of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify concrete legal errors and factual circumstances to be admissible, and vague allegations without precise identification of the judicial mistake are rejected as inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1288 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1288/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καλουτά.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.ψ1, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2. ψ2, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του ως δικηγόρος, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-6-1999 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών το οποίο εξέδωσε την 7276/2001 απόφαση του. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητά ο αναιρεσείων με την από 8-2-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 14-4-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ...... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών ......, την οποία επκαλείται και προσκομίζει ο επισπεύδων τη συζήτηση της αναίρεσης δεύτερος αναιρεσίβλητος ψ2, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 08.02.2005 (κατ.14/23.2.2005) αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7.276/2001 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την κάτω από αυτή πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου, με κλήση προς συζήτηση της αναίρεσης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του δικαστηρίου τούτου (12.05.2008) επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον πρώτο αναιρεσίβλητο ψ1, με εντολή του αυτοπροσώπως παρισταμένου ως δικηγόρου δευτέρου αναιρεσιβλήτου. Επομένως, αφού, όπως από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου προκύπτει, ο άνω πρώτος αναιρεσίβλητος, δεν εμφανίστηκε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η αναίρεση με εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, πρέπει να συζητηθεί η αναίρεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 309 εδ. α', 321, 495 παρ. 1 και 554 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι σε αναίρεση υπόκειται η τελεσίδικη απόφαση, εκείνη δηλαδή, που απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και έφεσης (Ολ.ΑΠ 5/2001).
Η τελεσιδικία, η ύπαρξη της οποίας ερευνάται αυτεπαγγέλτως, πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που ασκείται η αναίρεση και όχι κατά τη συζήτηση της. Είναι δε τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση και η οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου με την τακτική διαδικασία και με την οποία έγινε δεκτή η εναντίον του αγωγή, ως βάσιμη κατ'ουσίαν, λόγω της τεκμαιρομένης ομολογίας του των αποτελούντων τη βάση αυτής πραγματικών περιστατικών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 271 αρ.3 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 13 ν.2915/2001, εφόσον έλαβε χώρα παραίτηση που είναι επιτρεπτή και χωρίς την τήρηση του κατά το άρθρο 297 ΚΠολΔ τύπου, μπορεί δε να συνάγεται και σιωπηρώς, με την άσκηση αναίρεσης από τον δικαιούμενο να ασκήσει ανακοπή και έφεση διάδικο, πλην όμως για το κύρος τέτοιας παραίτησης απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση αναίρεσης δικηγόρου (άρθρο 98 εδ.β ΚΠολΔ), η έλλειψη όμως της οποίας μπορεί να καλυφθεί με την έγκριση εκ των υστέρων του παραιτουμένου διαδίκου (Ολ.ΑΠ 626/1980, 1408/1984) Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται από τον εναγόμενο η υπ' αριθμ. 7.276/2001 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε με την τακτική διαδικασία, επί αγωγής του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, ερήμην του τότε εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή, λόγω του τεκμηρίου ομολογίας, σύμφωνα με το ισχύον κατά τη συζήτηση της αγωγής άρθρου 271 αρ.3 ΚΠολΔ.
Η αίτηση αναίρεσης υπογράφεται από τον παριστάμενο και εκπροσωπήσαντα τον αναιρεσείοντα πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καλουτά, ο οποίος προσκομίζει το υπ' αριθμ........ ειδικό πληρεξούσιο ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Πλακογιάννη. Από το πληρεξούσιο αυτό προκύπτει, ότι ο ερημοδικασθείς εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, διόρισε ειδικό πληρεξούσιό του να παραστεί και να τον αντιπροσωπεύσει ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, και να υποστηρίξει την αναίρεσή του κατά της άνω προσβαλλόμενης απόφασης, ενέκρινε δε όλες τις πράξεις που έγιναν από τον πληρεξούσιό του αυτόν ως ισχυρές και απρόσβλητές.
Από αυτά συνάγεται ότι με την απ' ευθείας άσκηση αναίρεσης, κατά της προσβαλλόμενης οριστικής απόφασης, χωρίς να ασκηθεί ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, έλαβε χώρα παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως των ενδίκων αυτών μέσων από τον υπογράφοντα την αναίρεση πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, την οποία ενέκρινε ο τελευταίος και συνεπώς, αφού δεν αποδεικνύεται επίδοση της προσβαλλόμενης, παραδεκτώς ασκήθηκε η κρινόμενη αίτηση, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τελεσίδικη με την παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας και έφεσης, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της εγκρίσως από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα.
ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, αποδίδοντας στο δικαστήριο της ουσίας την πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δίκασε την αγωγή επί της οποίας αυτή εκδόθηκε, όχι με την κατά το νόμο αρμόζουσα διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, αλλά κατά την τακτική διαδικασία.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι από καμία διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζονται περιοριστικά οι λόγοι αναίρεσης, προβλέπεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο δίκασε την υπόθεση με διαδικασία διαφορετική εκείνης που προβλέπεται από το νόμο (ΑΠ 1397/91) IV. Κατά το άρθρο 271 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 13 ν.2915/2001 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του χρόνου της πρώτης συζήτησης της αγωγής (14.2.2001), σε περίπτωση ερημοδικίας του εναγομένου, οι πραγματικοί ισχυρισμοί του ενάγοντος που περιέχονται στην αγωγή θεωρούνται ομολογημένοι, εκτός αν πρόκειται για γεγονότα για τα οποία δεν επιτρέπεται ομολογία, και η αγωγή γίνεται δεκτή εφόσον κρίνεται νομικά βάσιμη και δεν υπάρχει ένσταση που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως.
Στην προκειμένη περίπτωση το πρωτοβάθμιο Πολυμελές Πρωτοδικείο δίκασε την αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου εναντίον του αναιρεσείοντος με την τακτική διαδικασία, ερήμην του τότε εναγομένου, δέχτηκε δε αυτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, λόγω της εκ της ερημοδικίας του εναγομένου τεκμαιρομένης ομολογίας του, των αποτελούντων τη βάση αυτής πραγματικών περιστατικών.
Έτσι που έκρινε το δικαστήριο της ουσίας, ορθώς εφάρμοσε τη την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 271 αρ.3 ΚΠολΔ και επομένως ο , κατ' εκτίμηση, από το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στο δικαστήριο της ουσίας την πλημμέλεια, ότι με το να δεχθεί την εναντίον του αγωγή, παρά το νόμο δέχτηκε ομολογία, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος..
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4,566 αρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, η οποία συνιστά λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ιδίου κώδικα, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν και ποίο λόγο αναίρεσης θεμελιώνει η προβαλλόμενη πλημμέλεια. Ειδικότερα δεν αρκεί μόνο η επίκληση της κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, ούτε μόνη η αναφορά των στοιχείων του νόμου, αλλ' απαιτείται η αναφορά συγκεκριμένων περιστατικών, που συνιστούν το νομικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ιδρύει κατά το νόμο λόγο αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, επικαλούμενος τις διατάξεις των αριθμών 17,6,8,14,10,12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να αναφέρει με σαφήνεια τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου ούτε τα συγκροτούντα αυτά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί ποίο λόγο αναίρεσης θεμελιώνουν οι αποδιδόμενες πλημμέλειες. Επομένως οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αόριστοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 08.02.2005 (κατ.14/23.02.2005) αίτηση του χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7.276/2001 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του δευτέρου αναιρεσιβλήτου ψ1 από ευρώ 1.800.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ