Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for raising constitutional argument for the first time at second instance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by four individuals against a labor dispute judgment, ruling that the appeal was inadmissible. The appellants argued that the lower court violated the Constitution by failing to consider a constitutional claim regarding the nature of their employment. The court determined this argument was raised for the first time at the second instance, making it procedurally barred. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561(2) and 559(8) of the Code of Civil Procedure; A constitutional argument raised for the first time at the second instance is inadmissible as it does not constitute a valid ground for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1287 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1287/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 72/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Απόστολο Φωτόπουλο και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Ν. του Ν., κατοίκου ..., 2) Ε. Ρ.-Κ. του Γ., κατοίκου ..., 3) Γ. Β. του Γ., κατοίκου ... και 4) Σ. Μ. του Π., κατοίκου ..., εκ των οποίων η δεύτερη δεν παραστάθηκε, όλοι οι λοιποί παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Δήμητρας Παπουτσάκη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Πέτρου Τσαντίνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2241/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1874/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-4-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και δεν εμφανιστεί ο ίδιος ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη του ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ κατά το άρθρο 96 παρ. 1 και 3 του ίδιου Κώδικα, όπως τούτο τροποποιήθηκε και ισχύει από 22-12-2017, σύμφωνα με τα άρθρα 63 και 80 του Ν. 4509/2017, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ειδικά δε, για τις εργατικές διαφορές, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνήσιου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.) ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Τέλος, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνης του ως άνω άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που καθιερώνει την αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί, από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση, όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005), προκύπτει ότι, εάν ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΟλΑΠ 9/1992).
Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολειπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου αναιρεσείοντος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν.(ΑΠ 307/2023, 648/2023). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 518/2021, ΑΠ 18/2020, ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 1312/2017, ΑΠ 526/2016, ΑΠ 1603/2017, ΑΠ 526/2016). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1494/2023, 1374/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι η κρινόμενη από 24-4-2019 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 1874/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών εισάγεται προς συζήτηση στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (16-4-2024) με επίσπευση των αναιρεσειόντων, οι οποίοι επέδωσαν στην αναιρεσίβλητη αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και κλήση προς συζήτηση αυτής για την ως άνω δικάσιμο (βλ.
προσκομιζόμενη από τους παρισταμένους αναιρεσείοντες υπ' αριθ. ...-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Μ. - Π. Π.). Όμως, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η δεύτερη των αναιρεσειόντων, Ε. Ρ. - Κ., δεν εμφανίστηκε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Από τα στοιχεία δε του φακέλου της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ότι η δικηγόρος Αθηνών Δήμητρα Παπουτσάκη, η οποία έδωσε την παραγγελία για την ως άνω επίδοση, είχε την πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και για την απολειπομένη αναιρεσείουσα, αφού δεν γίνεται επίκληση ούτε αποδεικνύεται η από την τελευταία παροχή πληρεξουσιότητας προς την εν λόγω δικηγόρο, με την προσκόμιση σχετικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου ή ιδιωτικού εγγράφου που να φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής της απολειπομένης διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.) ή από άλλη δημόσια ή ιδιωτική αρχή και, κατά συνέπεια, ακύρως αυτή επέσπευσε τη συζήτηση.
Ούτε προκύπτει, άλλωστε, η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης κλήτευση της απολειπομένης αναιρεσείουσας, προκειμένου να παραστεί αυτή στη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω ορισθείσα δικάσιμο.
Συνεπώς, εφόσον η απολειπομένη αναιρεσείουσα δεν επέσπευσε νομίμως τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ούτε κλητεύθηκε νομίμως, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση ως προς αυτήν, η οποία συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς (παρισταμένους) αναιρεσείοντες, και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτήν, ενώ ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, που νομίμως εκπροσωπούνται από την ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο τους, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης.
Όσον αφορά τους λοιπούς αναιρεσείοντες (πλην της δεύτερης), με την κρινόμενη από 24-4-2019 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 4184/370/ 25-4-2019) αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 1874/25-4-2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία α) έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η από 26-11-2015 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, υπ' αριθ. 2241/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η από 19-12-2011 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 230008/6484/2011) αγωγή, και β) αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και δικάστηκε η υπόθεση κατ' ουσίαν, απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς αμφότερες τις βάσεις της (κύρια από τη σύμβαση εργασίας και επικουρική από τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού). Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 648 και 652 του AK και 6 του A.N. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος υποβάλλεται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει στον εργαζόμενο δεσμευτικές εντολές και οδηγίες ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής της εργασίας και να ασκεί έλεγχο και εποπτεία για τη διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς αυτές.
Η υποχρέωση, μάλιστα, του τελευταίου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του σχετικά με τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξάρτησης, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη σε περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη (ΟλΑΠ 28/2005, ΑΠ 9/2023, 953/2020).
Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερομένη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως διότι με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης (ΑΠ 9/2023, 968/2020, 953/2020, 1928/2013).
Αντικείμενο της σύμβασης αυτής μπορεί να είναι και έργο μη αυτοτελές, αλλά επαναλαμβανόμενο σε ορισμένη ή αόριστη χρονική διάρκεια (ΑΠ 9/2023, 1469/2018, 44/2017).
Σε κάθε περίπτωση, όμως, τη μίσθωση έργου χαρακτηρίζει η έλλειψη εξάρτησης από τον κύριο του έργου, αφού ο εργολάβος έχει την πρωτοβουλία στην εκτέλεση αυτού, χωρίς να υποχρεούται να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες και εντολές του κυρίου του έργου, μη υποκείμενος στον έλεγχό του (ΑΠ 9/2023, 2186/2014). Πάντως, ο χαρακτήρας της εργασίας ως εξαρτημένης ή όχι δεν επηρεάζεται από τον τρόπο προσδιορισμού ή καταβολής της αμοιβής του εργαζομένου ούτε από άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, όπως η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών, η ασφάλισή του ή μη στο ΙΚΑ και η χορήγηση σ' αυτόν βεβαιώσεων παροχής μισθωτών υπηρεσιών (ΑΠ 9/2023, 522/2022, 573/2018, 1110/2017). Ούτε η υποχρέωση του εργαζομένου να συμμορφώνεται, ως προς την εκτέλεση των υπηρεσιών του, προς από κοινού συμφωνούμενους όρους ή να παρέχει αυτές σε καθορισμένο χρόνο και τόπο, ακόμη και σε χώρο του εργοδότη, καθιστά, δίχως άλλο, τη συνδέουσα τους συμβαλλομένους σχέση ως εξαρτημένης εργασίας και, συνεπώς, μπορεί αυτή να έχει τον χαρακτήρα μίσθωσης έργου ή και ανεξάρτητων υπηρεσιών (ΑΠ 9/2023, 522/2022, 1110/2017, 44/2017).
Σε κάθε περίπτωση, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ή μίσθωσης έργου ή ανεξάρτητων υπηρεσιών, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, εκτιμώντας όλα τα πραγματικά περιστατικά και τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την καταρτισθείσα σύμβαση, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι συμβαλλόμενοι ή ο νόμος (ΟλΑΠ 3/2021, 13/2017, 8/2011).
Εξάλλου, με την παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 2639/1998, όπως η παρ. 1 ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 του Ν. 3846/2010, ορίζεται ότι "Η μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου συμφωνία για παροχή υπηρεσιών ή έργου, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ιδίως στις περιπτώσεις αμοιβής κατά μονάδα εργασίας (φασόν), τηλεργασίας, κατ' οίκον απασχόλησης, τεκμαίρεται ότι δεν υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφόσον η συμφωνία αυτή καταρτίζεται εγγράφως και γνωστοποιείται μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας.
Το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει αν ο απασχολούμενος προσφέρει την εργασία του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στον ίδιο εργοδότη" και με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "Μέσα σε διάστημα εννέα (9) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου κάθε εργοδότης υποχρεούται να υποβάλει στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας συγκεντρωτική κατάσταση αναφορικά με τις υφιστάμενες συμφωνίες μεταξύ αυτού και απασχολούμενων για παροχή υπηρεσιών ή έργου, στην οποία θα αναγράφονται η χρονολογία κατάρτισης των συμφωνιών αυτών και το ονοματεπώνυμο του απασχολούμενου.
Σε περίπτωση παραλείψεως υποβολής της κατάστασης αυτής θεωρείται ότι η σχετική συμφωνία υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας". Με τις διατάξεις αυτές, όπως σαφώς προκύπτει από τη διατύπωση και το περιεχόμενό τους, δεν επιχειρείται παρέμβαση του νομοθέτη στο ουσιαστικό μέρος των εν λόγω συμβάσεων, έτσι ώστε αυτές να ερμηνεύονται αυθεντικά ως συμβάσεις έργου ή ανεξάρτητων υπηρεσιών στις περιπτώσεις της παρ. 1 ή ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας στην περίπτωση της παρ. 2, αλλά απλώς, τόσο με τον όρο "τεκμαίρεται" της πρώτης όσο και με τον ταυτόσημο όρο "θεωρείται" της δεύτερης, καθιερώνονται μαχητά τεκμήρια υπέρ του ότι στη μεν πρώτη περίπτωση δεν υποκρύπτεται, στις μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου συμφωνίες, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στη δε δεύτερη ότι πράγματι υποκρύπτεται τέτοια σύμβαση και, συνεπώς, παρέχεται δυνατότητα ανταπόδειξης, κατ' άρθρο 338 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1432/2018, 1242/2014, 229/2011).
Με τη διάταξη δε της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 2639/1998, όπως η παρ. 1 ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 του Ν. 3846/2010, με την οποία ορίζεται ότι "Η συμφωνία μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου για παροχή υπηρεσιών ή έργου, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ιδίως στις περιπτώσεις αμοιβής κατά μονάδα εργασίας (φασόν), τηλεργασίας, κατ' οίκον απασχόλησης, τεκμαίρεται ότι υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφόσον η εργασία παρέχεται αυτοπροσώπως, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στον ίδιο εργοδότη για εννέα (9) συνεχείς μήνες", καθιερώνεται τεκμήριο υπέρ της εξαρτημένης εργασίας στην περίπτωση απασχόλησης αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στον ίδιο εργοδότη για τουλάχιστον εννέα (9) συνεχείς μήνες, το οποίο (τεκμήριο), επίσης, είναι μαχητό και συνεπώς ο εργοδότης διατηρεί τη δυνατότητα ανατροπής του (ΑΠ 9/2023, 522/2022).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 64/2022, 19/2022).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οι οποίες (παραδοχές) πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 295/2022, 140/2022, 887/2019).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 64/2022, 19/2022, 2267/2013).
Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 64/2022, 19/2022, 2053/2014).
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 64/2022, 19/2022).
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Με τα από 9-9-1998, 8-1-1996, 25-9-2001 και 1-8-1989 ιδιωτικά συμφωνητικά η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία ανέθεσε στους τέσσερις ενάγοντες, αντιστοίχως, το έργο της είσπραξης ασφαλίστρων από τους πελάτες της, έξω από τους στεγασμένους χώρους και τις εγκαταστάσεις αυτής.
Οι εισπράξεις διενεργούνταν σε περιοχές που εκάστοτε καθόριζε η εναγομένη, η οποία είχε επιφυλάξει το δικαίωμα να τις προσδιορίζει ελεύθερα, σύμφωνα με τις ανάγκες της. Οι ενάγοντες ήταν υποχρεωμένοι να χρησιμοποιούν αποδείξεις της εναγομένης, με τις οποίες αυτή τους εφοδίαζε, και να μη διενεργούν εισπράξεις στο δικό τους όνομα.
Οι ίδιοι ήταν υποχρεωμένοι να αποδίδουν λογαριασμό καθημερινά και να παραδίδουν τις εισπράξεις της προηγούμενης ημέρας στο αρμόδιο όργανο της εναγομένης, με απειλή ποινικής ρήτρας για κάθε παράλειψη. Οι ενάγοντες έπρεπε να εκτελούν το έργο με επιμέλεια, προσοχή και ταχύτητα, επιβαρυνόμενοι προσωπικά με κάθε δαπάνη για την εκπλήρωση της παροχής τους (όπως τα έξοδα των μετακινήσεών τους).
Οι ίδιοι, μέσα στην καθορισμένη περιοχή της δραστηριότητάς τους, ήταν απολύτως ελεύθεροι να καθορίζουν τον χρόνο και τον τρόπο επισκέψεως των οφειλετών, σύμφωνα με την εμπειρία και τις γνώσεις τους, χωρίς να έχουν υποχρέωση ούτε να απασχολούνται καθημερινώς ούτε να πραγματοποιούν ορισμένο ύψος εισπράξεων σε συγκεκριμένο χρόνο.
Η εναγομένη έπρεπε να καταβάλλει -και κατέβαλλε- στους ενάγοντες, ως αντάλλαγμα για την εκτέλεση του έργου, αμοιβή καθοριζόμενη σε ποσοστό επί των πραγματοποιούμενων εισπράξεων. Στα πλαίσια των εν λόγω συμβάσεων, η είσπραξη των ασφαλίστρων είχε ανατεθεί στους ενάγοντες εργολαβικώς, διότι, αν και γινόταν με αποδείξεις της εναγομένης και σε περιοχή που αυτή καθόριζε, δεν είχαν προσδιορισθεί ούτε τα χρονικά όρια ούτε ο τρόπος απασχόλησης των εναγόντων, αλλά αυτοί ήταν ελεύθεροι να ενεργούν κατά το δοκούν, χωρίς να λαμβάνουν συγκεκριμένες οδηγίες ή εντολές από την εναγομένη και χωρίς να υπόκεινται σχετικώς σε έλεγχο ή εποπτεία, εκτός από τη συμμόρφωση στην υποχρέωση απόδοσης των εισπράξεων σε ημερήσια βάση.
Εξάλλου, όπως αποδείχθηκε, οι συμβληθέντες είχαν αποβλέψει όχι στην εργασία των εναγόντων καθ' εαυτή, αλλά στην επίτευξη της εισπράξεως των οφειλόμενων ασφαλίστρων, ως αποτελέσματος.
Συνεπώς, οι ενάγοντες δεν παρείχαν εξαρτημένη εργασία, όπως αβασίμως οι ίδιοι διατείνονται, αλλά παρείχαν ανεξάρτητες υπηρεσίες με συμβάσεις έργου. Ως εκ τούτου δε, το γεγονός ότι η εναγομένη διέκοψε τη συνεργασία τους, στις 24-10-2011 με τις τρείς πρώτες ενάγουσες και στις 25-11-2011 με τον τέταρτο, δεν συνιστά καταγγελία συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ούτε εξ αυτού του λόγου (διακοπή συνεργασίας) η εναγομένη κατέστη υπερήμερη εργοδότρια, απορριπτομένου, εντεύθεν, ως κατ' ουσίαν αβασίμου του περί επιδικάσεως μισθών υπερημερίας αγωγικού αιτήματος.
Τέλος, δεδομένου ότι οι ενάγοντες συνδέονται με την εναγομένη με συμβάσεις έργου, ουδέν ποσόν δικαιούνται για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, αμοιβή και προσαύξηση υπερωριακής απασχόλησης και επιδόματα εορτών και αδείας. Επομένως, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, κατά την κύρια και επικουρική βάση της, ως ουσιαστικά αβάσιμη".
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ευθεία και εκ πλαγίου (χωρίς αιτιολογίες) παραβίαση της διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 2639/1998, όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3846/2010, η οποία (παραβίαση) συνίσταται στο ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι οι συμβάσεις που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτών και της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας είναι συμβάσεις έργου και όχι εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με το τεκμήριο που καθιερώνεται από την ως άνω διάταξη.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι με την ως άνω κρίση του το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 2639/1998, όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3846/2010. Και τούτο διότι, αν και δεν γίνεται ρητή αναφορά στα τεκμήρια του άρθρου 1 του Ν. 2639/1998, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι ουδεμία σχέση εξαρτημένης εργασίας συνδέει τους διαδίκους, διαλαμβάνοντας προς τούτο στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 2639/1998, αφού δέχθηκε ότι:
α) Η είσπραξη των ασφαλίστρων είχε ανατεθεί στους αναιρεσείοντες εργολαβικώς, καθόσον, αν και γινόταν με αποδείξεις της αναιρεσίβλητης και σε περιοχή που αυτή καθόριζε, δεν είχαν προσδιορισθεί ούτε τα χρονικά όρια ούτε ο τρόπος απασχόλησης των αναιρεσειόντων, αλλά αυτοί ήταν ελεύθεροι να ενεργούν κατά το δοκούν, χωρίς να λαμβάνουν συγκεκριμένες οδηγίες ή εντολές από την αναιρεσίβλητη και χωρίς να υπόκεινται σχετικώς σε έλεγχο ή εποπτεία, εκτός από τη συμμόρφωση στην υποχρέωση απόδοσης των εισπράξεων σε ημερήσια βάση, και β) οι συμβληθέντες είχαν αποβλέψει όχι στην εργασία των αναιρεσειόντων καθ' εαυτή, αλλά στην επίτευξη της είσπραξης των οφειλόμενων ασφαλίστρων, ως αποτελέσματος.
Με τον τρόπο αυτό, το Εφετείο δέχθηκε, κατ' αποτέλεσμα, ότι ανατράπηκε το μαχητό τεκμήριο της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 2639/1998, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 του Ν. 3846/2010, περί ύπαρξης εξαρτημένης εργασίας στην περίπτωση που η εργασία παρέχεται αυτοπροσώπως, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στον ίδιο εργοδότη για εννέα (9) συνεχείς μήνες, όπως αυτό συνάγεται από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, έστω και αν δεν γίνεται ρητή περί αυτού αναφορά στην απόφαση (ΑΠ 57/2023, 1432/2018).
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως πράγματα, των οποίων η λήψη υπόψη καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη καίτοι προταθέντων ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, 25/2003, ΑΠ 172/2023, 757/2015).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό, το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 172/2023, 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν πράγματα οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, 3/1997, ΑΠ 172/2023, 630/2020, 1142/2019, 141/2017).
Ως εκ τούτου, και ο λόγος έφεσης αποτελεί πράγμα κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 172/2023, 1187/2021, 1588/2017).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του Ν.4842/2021 και εφαρμόζεται και επί εκκρεμών ενδίκων μέσων, κατ'άρθρο 116 παρ.2 εδ.β'του ως άνω νόμου είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται:
α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης είχε προταθεί, και μάλιστα παραδεκτά και νόμιμα, από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή, ανάλογα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, τις οποίες ο αναιρεσείων πρέπει να επικαλεστεί με την αναίρεσή του, ή πρόκειται για ισχυρισμό, ο οποίος παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο.
Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους αναιρετικούς λόγους (ΟλΑΠ 43/1990, ΑΠ 1021/2019, 382/2021, 268/2021, ΑΠ 231/2020).
Στη προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου (χωρίς αιτιολογίες) τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281 και 648 επ. ΑΚ, καθώς και εκείνη του άρθρου 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος, που ορίζει ότι όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, όσον αφορά την παραβίαση των άρθρων 281 ΑΚ και 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος, αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι αναιρεσείοντες τόσο με την αγωγή τους, όσο και με την έφεση που άσκησαν κατά της πρωτόδικης απόφασης, είχαν ισχυριστεί ότι η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης πρόσληψη εισπρακτόρων με συμβάσεις έργου ισοδυναμεί με καταστρατήγηση των προστατευτικών διατάξεων του εργατικού δικαίου και παραβίαση των ως άνω άρθρων.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος κατά τις εξής διακρίσεις: α) Ως προς το πρώτο σκέλος του περί παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, ευθέως και εκ πλαγίου, με το οποίο, κατ' ορθή νομική υπαγωγή, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για μη λήψη υπόψη από το Εφετείο ισχυρισμού περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, προβληθέντος από τους αναιρεσείοντες με σχετικό λόγο έφεσης, ο ως άνω λόγος αναίρεσης κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση του δικογράφου της από 26-11-2015 έφεσης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι οι εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες δεν επανέφεραν ενώπιον του Εφετείου, με σχετικό λόγο έφεσης, ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος εκ μέρους της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας.
Ούτε γίνεται, άλλωστε, με το αναιρετήριο, επίκληση εξαίρεσης εκ του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία να επιτρέπει την προβολή του εν λόγω ισχυρισμού για πρώτη φορά ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου. β) Ως προς το δεύτερο σκέλος του περί παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ, ευθέως και εκ πλαγίου, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και έκρινε μη εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση τις ανωτέρω διατάξεις, αφού δέχθηκε ότι ουδεμία σχέση εξαρτημένης εργασίας συνδέει τους διαδίκους, διαλαμβάνοντας προς τούτο στο σκεπτικό της απόφασής του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648 επ.
ΑΚ, ειδικότερα δε, δέχθηκε ότι: α) Η είσπραξη των ασφαλίστρων είχε ανατεθεί στους αναιρεσείοντες εργολαβικώς, καθότι, αν και γινόταν με αποδείξεις της αναιρεσίβλητης και σε περιοχή που αυτή καθόριζε, δεν είχαν προσδιορισθεί ούτε τα χρονικά όρια ούτε ο τρόπος απασχόλησης των αναιρεσειόντων, αλλά αυτοί ήταν ελεύθεροι να ενεργούν κατά το δοκούν, χωρίς να λαμβάνουν συγκεκριμένες οδηγίες ή εντολές από την αναιρεσίβλητη και χωρίς να υπόκεινται σχετικώς σε έλεγχο ή εποπτεία, εκτός από τη συμμόρφωση στην υποχρέωση απόδοσης των εισπράξεων σε ημερήσια βάση, και β) οι συμβληθέντες είχαν αποβλέψει όχι στην εργασία των αναιρεσειόντων καθ' εαυτή, αλλά στην επίτευξη της είσπραξης των οφειλόμενων ασφαλίστρων, ως αποτελέσματος.
γ) Ως προς το τρίτο σκέλος του περί παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος, ευθέως και εκ πλαγίου, με το οποίο, κατ' ορθή νομική υπαγωγή, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για μη λήψη υπόψη από το Εφετείο ισχυρισμού περί παραβίασης της ως άνω συνταγματικής διάταξης, προβληθέντος από τους αναιρεσείοντες με σχετικό λόγο έφεσης, ο ως άνω λόγος αναίρεσης κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση τόσο του δικογράφου της από 26-11-2015 έφεσης, όσο και της πρωτόδικης, αλλά και της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι οι εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες προέβαλαν με τον τρίτο λόγο έφεσης ισχυρισμό περί παραβίασης του άρθρου 22 παρ. 1 εδ.
β' του Συντάγματος εκ μέρους της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, εισάγοντας κατ' αυτόν τον τρόπο απαραδέκτως, για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου, νέα βάση της ένδικης αγωγής, η οποία είχε ως κύρια βάση τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και ως επικουρική τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, όπως τούτο προκύπτει από αμφότερες τις αποφάσεις (πρωτόδικη και εφετειακή) που εκδόθηκαν επ' αυτής, δεδομένου ότι αντίγραφο της αγωγής δεν προσκομίζεται από τους διαδίκους, επειδή αυτή έχει πολτοποιηθεί (βλ.
την από 10-5-2023 βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα του Τμήματος Γενικού Αρχείου του Πρωτοδικείου Αθηνών). Κατά συνέπεια, εφόσον ο ως άνω ισχυρισμός απαραδέκτως προβλήθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, το τελευταίο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επ' αυτού και, ως εκ τούτου, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ.
Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της ως προς τους πρώτη, τρίτη και τέταρτο των αναιρεσειόντων και να καταδικαστούν αυτοί, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς τη δεύτερη των αναιρεσειόντων Ε. Ρ. - Κ. του Γ.
Κηρύσσει ως προς αυτήν απαράδεκτη τη συζήτηση της από 24-4-2019 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 4184/370/2019) αίτησης αναίρεσης.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1874/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους πρώτη, τρίτη και τέταρτο των αναιρεσειόντων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ