Supreme Court dismisses appeal where lower court rejected suit for easement due to registration defects, not substantive inadmissibility.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against a First Instance Court decision that rejected their easement claim. The lower court had ruled the suit inadmissible because the property was not timely registered in the cadastre, rather than finding a substantive legal defect. The Supreme Court held that the appeal argument regarding the court's examination of inadmissibility was based on a false premise, as the suit was rejected for procedural registration reasons, not substantive grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 561, 562 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a decision rejecting a suit for inadmissibility due to procedural defects (like lack of registration) is inadmissible if the appellant argues the court examined the substantive merits, as the court's finding of inadmissibility precludes such examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1287 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1287/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Μ. του Α., 2) Ε. Μ. του Α., κατοίκων Δήμου ..., Δ.Ε. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Βλάχο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Δ. του Μ., 2) Μ. Δ. του Κ., 3) Μ. Δ. του Κ., κατοίκων Δήμου ... Δ.Δ. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παντελή Αποστολά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-12-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 403/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 407/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-11-2021 αίτηση και τους από 8-12-2022 προσθέτους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, έχει, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, ως εξής: Οι αναιρεσείοντες - ενάγοντες με την από 11-12-2014 αγωγή τους, που άσκησαν στο Ειρηνοδικείο ..., ζήτησαν, για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους, να αναγνωριστεί ότι έχει συσταθεί πραγματική δουλεία διέλευσης, με έκτακτη χρησικτησία, υπέρ του ακινήτου τους και σε βάρος τμημάτων του ακινήτου των αναιρεσιβλήτων - εναγομένων, και τρίτων ήδη μη διαδίκων, όπως περιγράφεται, λεπτομερώς, να απαγορευθεί στους αναιρεσιβλήτους οποιαδήποτε μελλοντική πράξη που τείνει σε διατάραξη της οιονεί συννομής τους επί της ανωτέρω εδαφικής λωρίδας διέλευσης.
Επί της αγωγής εκδόθηκε, ερήμην των εναγόμενων, κατά την τακτική διαδικασία, η με αριθμ. 403/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., με την οποία, αφού κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τρίτους ήδη μη διάδικους, αναγνωρίστηκε η σύσταση της παραπάνω πραγματικής δουλείας διέλευσης, με έκτακτη χρησικτησία, και απαγορεύτηκε η, από τους αναιρεσιβλήτους, οποιαδήποτε μελλοντική διατάραξη ή αποβολή.
Επί της έφεσης των ήδη αναιρεσιβλήτων - εναγομένων, εκδόθηκε η με αριθμ. 407/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία, αφού έγινε δεκτή η έφεση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή και απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη. Την απόφαση αυτή προσβάλλουν οι αναιρεσείοντες, με την από 08-11-2021 αίτηση αναίρεσης.
Η παραπάνω αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ), καθώς και οι ασκηθέντες, με το, από 08-12-2022, αυτοτελές δικόγραφο, πρόσθετοι λόγοι, οι οποίοι ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 569 ΚΠολΔ), πρέπει να συνεκδικασθούν (άρθρ. 573 παρ. 1 και 246 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Το άρθρο 560 ΚΠολΔ ορίζει: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. ...
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Oι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 1540/2022, ΑΠ 1032/2022, ΑΠ 894/2018). Ειδικότερα, από το ανωτέρω άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΟλΑΠ7/2006).
Από δε τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού είτε δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), είτε τα εκτιθέμενα περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν καλύπτουν όλα τα απαιτούμενα με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου δικαίου στοιχεία (ανεπαρκείς αιτιολογίες), ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ1386/2019, ΑΠ 1690/2018, ΑΠ 189/2018).
Η περιοριστική αρίθμηση των αναιρετικών λόγων στις υποθέσεις αρμοδιότητας των ειρηνοδικείων και των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων έχει ως συνέπεια ότι δεν ιδρύεται από το άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγος αντίστοιχος (μεταξύ άλλων) και εκείνου του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, που ιδρύεται, ''αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο'' (ΑΠ 1540/2022, ΑΠ 1199/2022, ΑΠ 1018/2022).
Οι, από το άρθρο 560 αρ. 1 και 6 (559 αρ. 1 και 19) ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης δημιουργούνται μόνον προκειμένου για ευθεία παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, όχι όμως και κανόνων του δικονομικού δικαίου. Δικονομικοί θεωρούνται εκείνοι οι κανόνες δικαίου που καθορίζουν τη διαδικασία, τα όργανα και τη μορφή της έννομης προστασίας, και τέτοια είναι και η διάταξη του άρθρου 220 ΚΠολΔ, με την οποία επιβάλλεται η εγγραφή των μικτών αγωγών, όπως είναι η αγωγή ομολογήσεως ή παροχής δουλείας διόδου, ύστερα από αίτηση του ενάγοντος στα βιβλία διεκδικήσεων του γραφείου της περιφέρειας όπου βρίσκεται το ακίνητο μέσα σε τριάντα ημέρες από την κατάθεσή τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτες (ΑΠ 331/2021, ΑΠ 1574/2021, 458/2017).
Περαιτέρω, δυνάμει της διάταξης του άρθρου 4 του Ν. 510/1947, που ίσχυσε από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (30-12-1947), σύμφωνα με το άρθρο 14 αυτού, εισήχθησαν στη ..., μεταξύ άλλων, και ο ΚΠολΔ, ενώ οι δικονομικές διατάξεις του θεσπισθέντος δυνάμει του υπ` αριθμ. ... Κυβερνητικού Διατάγματος του Ιταλού Κυβερνήτη θεσπισθέντος στη ...
και διά του άρθρου 8 του ν. 510/1947 διατηρηθέντος σε ισχύ και μετά την ενσωμάτωση στην Ελλάδα της ... Κτηματολογικού Κανονισμού ..., εφαρμόζονται παράλληλα με τους ορισμούς του ΚΠολΔ, δημιουργήθηκε σχέση μεταξύ κοινού δικαίου προς τοπικό δίκαιο, κατά γενική δε ερμηνευτική αρχή, όχι μόνο δεν απέκλεισε, αλλ` εμέσεως καθιέρωσε ο ν. 510/1947, και σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ τούτων, υπερισχύει το τοπικό δίκαιο εκτός αν οι υπό εφαρμογή διατάξεις του κοινού δικαίου είναι απόλυτοι ή αποκλειστικαί, ήτοι εκφράζουν αρχάς υπαγορευθείσες από γενικότερο σκοπό ή συμφέρον, οι οποίες πρέπει να εφαρμόζονται ενιαία σε ολόκληρο τη Χώρα (πρβλ ΟλΑΠ 129/1984).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 51 του κυρωθέντος δια του υπ` αριθ. 132 της 01-09-1929 Διατάγματος του Ιταλού Κυβερνήτη ... Κτηματολογικού Κανονισμού, που διατηρήθηκε σε ισχύ (ως Τοπικό Δίκαιο) και μετά την προσάρτηση της ... στην Ελλάδα, κατά το άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 510 29/30 Δεκεμβρίου 1947, για τα εις ..., …. και σε τμήματα ... ευρισκόμενα ακίνητα, υπόκεινται εις καταχώρισιν, μεταγραπτέαν επί του Κτηματολογικού Βιβλίου και επί του τίτλου του ακινήτου και δεν έχουσιν αποτελεσματικότητα, ουδέ μεταξύ των μερών, εί μή από της ημερομηνίας της γενομένης καταχωρίσεως, αι επόμεναι πράξεις: 1ον) α) Πάσαι αι πράξεις μεταξύ ζώντων ένεκα επαχθούς ή χαριστικού τίτλου, αι συνεπαγόμεναι μεταβίβασιν, σύστασιν ή παραίτησιν δικαιώματος κυριότητος, ή άλλου οιουδήποτε δικαιώματος.
β) Αι δικαιοπραξίαι αι συστατικαί, τροποποιητικαί, μεταβιβαστικαί, αποσβεστικαί εμπραγμάτων δικαιωμάτων βαρυνόντων το ακίνητον, οίον η επικαρπία, η οίκησις, αι υποθήκαι, αι αγροτικαί δουλείαι και αι τούτοις ταύταις όμοιαι, ... 3. α)...., β).... γ) Αι αγωγαί αι μεταγενέστεραι της εγγραφής, αίτινες αναφέρονται εις έν εκ των αντικειμένων των καθοριζομένων εις τα προηγούμενα στοιχεία ή αίτινες αφορώσαι καθ' οιονδήποτε τρόπον την ελευθέραν διάθεσιν του εγγεγραμμένου ακινήτου, συμπεριλαμβανομένων και των περί προτιμήσεως (σιουφά) αγωγών ως και αι κτηματολογικαί προσφυγαί.
Η δικαστική αρχή δεν δύναται να επιληφθεί τοιούτων αγωγών εάν ο ενδιαφερόμενος διάδικος δεν αποδείξει ότι έγινε η ανάλογη καταχώρηση στο Κτηματολογικό γραφείο. Εξάλλου, με το άρθρο 52 εδ αβ του Κτηματολογικού Κανονισμού ορίζεται ότι η υποχρέωση υποβολής της αίτησης καταχώρισης βαρύνει προ παντός το ενδιαφερόμενο μέρος, η δε καταχώριση πρέπει να αιτηθεί εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από της χρονολογίας της σχετικής πράξεως ή της επικυρώσεως στα βιβλία.
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αρ. 1 και 6 (559 αρ. 1 και 19) ΚΠολΔ προκειμένου για παραβίαση τις δικονομικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 52εδαβ του Κτηματολογικού Κανονισμού ..., με τις οποίες ορίζεται η εγγραφή, μεταξύ άλλων, και της αγωγής παροχής διόδου για τα ακίνητα που βρίσκονται στην ..., στις απαιτούμενες από το άρθρο 51παρ. 3γ περιπτώσεις του ιδίου Κτηματολογικού Κανονισμού.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι, από τον αρ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος, λόγοι του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, εκθέτοντας ότι, το δικάσαν, ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο ..., παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 51 παρ. 3γ και 52 εδαβ του Κτηματολογικού Κανονισμού ..., απαίτησε περισσότερα στοιχεία που προβλέπονται στις ως άνω διατάξεις, και εκ πλαγίου τις αυτές παραπάνω διατάξεις, με αποτέλεσμα να απορρίψει, χωρίς αιτιολογία, την αγωγή αναγνώρισης ύπαρξης δουλείας οδού, συσταθείσα με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, σε βάρος του ακινήτου των αναιρεσίβλητων υπέρ του ακινήτων των αναιρεσειόντων, ως απαράδεκτη, λόγω μη νομότυπης ή μη εμπρόθεσμης εγγραφής της στα Κτηματολογικά Βιβλία και του δεσπόζοντος ακινήτου, είναι απαράδεκτοι, επειδή δεν ιδρύονται οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης όταν αφορούν την παράβαση των παραπάνω κανόνων δικονομικού δικαίου, όπως είναι οι προναφερθείσες φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις του Κτηματολογικού Κανονισμού αλλά μόνο όταν αφορούν παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν είναι δυνατή η εκτίμησή του ως, από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, διότι δεν προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ αντίστοιχος λόγος επί απόφασης πρωτοδικείου που εκδόθηκε επί έφεσης κατά απόφασης ειρηνοδικείου, και, συνεπώς, είναι απαράδεκτοι.
Λοιπές αιτιάσεις με τον πρώτο παραπάνω λόγο, ήτοι από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι εφαρμοστέα τυγχάνει η διάταξη του άρθρου 220 ΚΠολΔ και επί ακινήτων που βρίσκονται στη ..., κατά την οποία δεν απαιτείται εγγραφή της ένδικης αγωγής και επί του τίτλου του δεσπόζοντος ακινήτου, είναι απαράδεκτος, ως αλυσιτελής, διότι, κατά τα προεκτεθέντα και οι διατάξεις του άρθρου 220 ΚΠολΔ, είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου.
Περαιτέρω, οι, από τον αρ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος κατά το οικείο σκέλος αυτού, πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των διατάξεων του άρθρου 52 του Κτηματολογικού Κανονισμού ..., ως προς τις αγωγές ομολογήσεως ή παροχής δουλείας διόδου για τα ακίνητα που βρίσκονται στην ...
και 216 και 220 ΚΠολΔ, φερόμενοι από τους αναιρεσείοντες ως ουσιαστικού δικαίου είναι αβάσιμοι, διότι δεν πρόκειται, κατά τα εκτιθέμενα παραπάνω, για ουσιαστικού δικαίου κανόνες. Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών, που επικαλείται με την αγωγή του ο ενάγων, για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο της προαναφερόμενης διάταξης, ως παράβαση κανόνα δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα να κρίνει ως αόριστη τη αγωγή αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος (Ολ ΑΠ 18/1998). Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής.
Στην περίπτωση αυτήν η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους του άρθρου 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ. Έτσι, από αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ), δημιουργείται λόγος αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1541/2022, ΑΠ 896/2021, ΑΠ 1247/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο ..., ως προς το ζήτημα της απόρριψης, ως απαράδεκτης, της αγωγής αναγνώρισης δουλείας, που συστάθηκε με πρωτότυπο τρόπο, και δη έκτακτης χρησικτησίας, υπέρ του αναφερόμενου ακινήτου των αναιρεσειόντων, ως δεσπόζοντος, σε βάρος του ακινήτου των αναιρεσιβλήτων, ως δουλεύοντος, και άρσης της διατάραξης της οιονεί (συν)νομής τους επ' αυτού, έκρινε τα εξής: "..
η υπό κρίση αγωγή είναι προεχόντως απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, καθότι από τη μελέτη του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι οι ενάγοντες προέβησαν στην εμπρόθεσμη εγγραφή της υπό κρίση αγωγής και στο δεσπόζον ακίνητο αυτών, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, του στοιχείου της νομότυπης και εμπρόθεσμης εγγραφής και στους δύο κτηματολογικούς τίτλους εξεταζόμενου αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Έσφαλε, συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση, δέχθηκε την αγωγή. Κατόπιν αυτού, ενόψει του ότι, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας έφεση του ενάγοντος με την οποία ζητά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης αποφάσεως και την αποδοχή της αγωγής, έχει την εξουσία να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το ορισμένο της αγωγής, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, στη συνέχεια δε, αφού κρατηθεί και δικαστεί η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως αόριστη".
Έτσι, που έκρινε το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο ..., με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το νοηματικό της περιεχόμενο, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω μη εμπρόθεσμης καταχώρησης στα Κτηματολογικά Βιβλία του δεσπόζοντος ακινήτου, ήτοι εξέτασε αυτεπαγγέλτως "το απαράδεκτο της αγωγής" και όχι, όπως, προφανώς από παραδρομή διαλαμβάνεται διότι εξέτασε αυτεπαγγέλτως το ορισμένο της αγωγής.
Επομένως, ο πρώτος παραπάνω πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, είναι απαράδεκτος διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι η αγωγή δεν απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω απαίτησης περισσότερων πραγματικών περιστατικών απ' όσα απαιτούνται για τη θεμελίωση αυτής στις διατάξεις των άρθρων 1118 επ.
Α.Κ. αλλά λόγω μη εμπρόθεσμης εγγραφής αυτής στα Κτηματολογικά Βιβλία του δεσπόζοντος ακινήτου, ήτοι των παραπάνω δικονομικού δικαίου κανόνων. Ακόμη, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, από τον αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ως στερούμενη νόμιμης βάσης, διότι διαλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες, και, ειδικότερα, διότι ενώ αποφαίνεται ότι η ένδικη αγωγή αναγνώρισης δουλείας οδού είναι δικονομικά απαράδεκτη, λόγω μη νομότυπης και εμπρόθεσμης εγγραφής της στα Κτηματολογικά Βιβλία του τόπου του δεσπόζοντος ακινήτου, τελικώς απορρίπτει αυτήν ως αόριστη, χωρίς να διαλαμβάνεται στο αιτιολογικό της που έγκειται η αοριστία, ποια αναγκαία στοιχεία απουσιάζουν από την ιστορική της βάση, τα οποία καθιστούν αυτήν δικονομικά αόριστη.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι ο, από τον αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και όχι όταν η αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη ή μη νόμιμη, ή ως απαράδεκτη (ΑΠ 463/2022, ΑΠ 1126/2022, ΑΠ 978/2021), λόγω μη εμπρόθεσμης καταχώρισης στα κτηματολογικά βιβλία.
Κατόπιν αυτών, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και να διαταχθεί η εισαγωγή του προκαταβληθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφιστούν, επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρ. 179, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 08-11-2021 αίτηση και τους από 08-12-2022 πρόσθετους λόγους των Μ. Μ. του Α. και Ε. Μ. του Α. για αναίρεση της με αριθμ. 407/2020 απόφασης του δικάσαντος, ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου ....
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Αυγούστου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ