Legislator Case Law & Legislation
1287/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on bank draft issuance, upholding lower court's rejection of abuse of right claim.

Case Number 1287/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the first-instance court's rejection of the respondent's appeal. The dispute involved an undisclosed bank draft issued by the respondent, which the appellant claimed was an abuse of right and a denial of damage. The court ruled that the draft constituted a criminal offense requiring intent and that the appellant's arguments regarding the transfer of the debt did not meet the legal threshold for abuse of right under Article 281 of the Civil Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 79 of Law 5960/1933; Article 26 of the Penal Code; Article 281 of the Civil Code: The issuance of an undisclosed bank draft constitutes a crime only when issued with intent, and a claim of abuse of right fails when the opposing party's actions are based on a legitimate criminal claim rather than a denial of damage.

Keywords

AI generated
undisclosed bank draft abuse of right criminal intent civil code article 281 appeal dismissal denial of damage good faith third party

Cited Legislation

AI generated
Article 79 of Law 5960/1933
Article 26 of the Penal Code
Article 27 of the Penal Code
Article 281 of the Civil Code
Article 560, paragraph 5 of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 495, 106, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1287 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1287/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Μ. του Χ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αντωνία Πλατιά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Κ. του Δ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Ζήση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/1/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5542/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7489/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/10/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αρθμ. 7489/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αρθμ. 5542/2015 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία είχε δεχθεί την αγωγή του αναιρεσιβλήτου από αδικοπραξία (ακάλυπτη επιταγή). Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αρθμ. 3 ΚΠολΔ).

Η έκδοση ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής, δηλαδή επιταγής η οποία κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή της στην πληρώτρια τράπεζα δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης αντίστοιχων κεφαλαίων του εκδότη, αποτελεί κατά τις διατάξεις του άρθρου 79 του Ν 5960/1933, αξιόποινη πράξη (πλημμέλημα), όταν ο εκδότης ενήργησε από δόλο (άρθρο 26 ΠΚ), που μπορεί να είναι και ενδεχόμενος (άρθρο 27 ΠΚ), αφού μετά την αντικατάσταση του αρχικού άρθρου 79 του Ν 5960/1933 με το άρθρο 1 του ΝΔ 1325/1972 δεν αποτελεί πλέον στοιχείο της ποινικής υπόστασης του οικείου εγκλήματος η έκδοση της επιταγής εν γνώσει του ότι δεν υπάρχουν ή δεν θα υπάρξουν κατά την εμφάνισή της προς πληρωμή αντίστοιχα κεφάλαια. Έτσι δολίως ενεργεί ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής όχι μόνο όταν γνωρίζει ότι δεν θα έχει κατά την έκδοση ή την πληρωμή της επιταγής αντίστοιχα κεφάλαια, αλλά και όταν γνωρίζει ότι ο λογαριασμός του κατά τους χρόνους αυτούς ενδέχεται να είναι χωρίς διαθέσιμα κεφάλαια και αποδέχεται το ενδεχόμενο αυτό. Οι διατάξεις του άρθρου 79 του Ν 5960/1933 έχουν θεσπισθεί για την προστασία τόσο του δημόσιου όσο και του ατομικού συμφέροντος του δικαιούχου της επιταγής (ΑΠ 1536/2000, 571/2010, 798/2010) και μάλιστα μετά την τροποποίηση και συμπλήρωση του παραπάνω άρθρου με το άρθρο 4§1 του Ν 2408/1996 αυτό είναι το κατ' εξοχήν έννομο συμφέρον που προστατεύεται.

Συνεπώς η έκδοση ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής αποτελεί για τον εκδότη της, που ενήργησε δολίως κατά την ανωτέρω έννοια, αδικοπραξία που τον υποχρεώνει κατά τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ σε ισόποση κατ' αρχήν με το ποσό της επιταγής αποζημίωση και εύλογη λόγω ηθικής βλάβης χρηματική ικανοποίηση του νόμιμου κομιστή της, ο οποίος μάλιστα δεν είναι αναγκαίο να είναι αυτός που την εμφάνισε στην πληρώτρια τράπεζα, αλλά μπορεί να είναι και προηγούμενος οπισθογράφος που πλήρωσε την επιταγή και έγινε κομιστής με δικαίωμα αναγωγής, αφού αυτός υφίσταται τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, είναι δε η ζημία του απότοκη της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια μ' αυτή (ΟλΑΠ 29/2007, ΑΠ 1051/2012, ΑΠ 495/2010).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 12§1, 14, 22 και 28 του Ν 5960/1933 "περί επιταγής" προκύπτει ότι η ενοχή από επιταγή είναι μεν αναιτιώδης, αφού η αιτία της έκδοσής της δεν αποτελεί στοιχείο του κύρους της και συνεπώς ούτε της αγωγής προς πληρωμή της, όμως ο οφειλέτης από επιταγή μπορεί να επικαλεσθεί και να αποκαλύψει την εσωτερική (υποκείμενη ή βασική) σχέση που τον συνδέει είτε με τον κομιστή της επιταγής, εφόσον διατελεί σε προσωπική σχέση μ' αυτόν, είτε με προηγούμενο κομιστή, εφόσον ο νέος κομιστής ενήργησε κατά την κτήση της επιταγής εν γνώσει του προς βλάβη του οφειλέτη, προβάλλοντας την ένσταση ότι δεν υπάρχει αιτία για την έκδοση ή την οπισθογράφηση της επιταγής, είτε διότι αυτή ήταν εξ αρχής ανύπαρκτη, παράνομη, ανήθικη ή ελαττωματική (λχ.

εικονική) είτε διότι έληξε ή δεν επακολούθησε, οπότε αν η ένστασή του αποδειχθεί, καθίσταται ανενεργός η αξίωση από την επιταγή και ο οφειλέτης ελευθερώνεται, αφού διαφορετικά η πληρωμή της επιταγής θα οδηγούσε σε αδικαιολόγητο σε βάρος του πλουτισμό του κομιστή της επιταγής κατά τα άρθρα 904 επ. ΑΚ (ΑΠ 1312/1991, 8/1994, 692/2008).

Ο οφειλέτης δεν είναι πάντως αναγκαίο για να ελευθερωθεί να επικαλεσθεί ρητά τον προκαλούμενο από την πληρωμή της επιταγής αδικαιολόγητο σε βάρος του πλουτισμό του κομιστή της, αλλά αρκεί να αναφερθεί στα στοιχεία που καθιστούν χωρίς νόμιμη αιτία την υποχρέωσή του και συνεπώς αχρεώστητη την πληρωμή της επιταγής, ο δε κομιστής αυτής ενεργεί προς βλάβη του οφειλέτη, όταν κατά το χρόνο κτήσης της επιταγής γνώριζε την ανυπαρξία ή την ελαττωματικότητα της αιτίας έκδοσης ή οπισθογράφησής της και την απέκτησε για να τον εμποδίσει να αντιτάξει ουσιώδεις ενστάσεις από τις προσωπικές του σχέσεις με τον προηγούμενο κομιστή της επιταγής και να επιτευχθεί έτσι η πληρωμή της, η οποία χωρίς τη μεταβίβασή της δεν θα επιτυγχανόταν (ΑΠ 1128/1994, 298/2010, 662/2010).

Η αξίωση προς αποζημίωση για τη ζημία από την έκδοση ακάλυπτης επιταγής συρρέει με την αξίωση από την ίδια την επιταγή κατά τα άρθρα 40 - 47 του Ν 5960/1933 και απόκειται στο δικαιούχο να ασκήσει αυτή που προκρίνει (ΟλΑΠ 23/2007, ΑΠ 495/ 2010, 571/2010). Ωστόσο οι ενστάσεις από την αιτία έκδοσης ή οπισθογράφησης της ακάλυπτης επιταγής μπορούν να προταθούν και ως άμυνα κατά της αγωγής αποζημίωσης με στόχο να αποκλεισθεί τελικά η ύπαρξη αντίστοιχης ζημίας του κομιστή της επιταγής, δηλαδή οι ενστάσεις αυτές, με τις οποίες αμφισβητείται η υποχρέωση εξόφλησης της επιταγής, κατατείνουν στην ουσία σε άρνηση της ζημίας του κομιστή ακάλυπτης επιταγής, όταν αυτός δεν επιδιώκει ευθέως την πληρωμή της επιταγής, αλλά την καταβολή ισόποσης αποζημίωσης με βάση το αδίκημα (ΑΠ 1051/2012, ΑΠ 449/2012).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΑΠ 58/2015). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 171/2019, ΑΠ 130/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρθμ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε, με τη μη εφαρμογή τους, τις διατάξεις των άρθρων 988, 989 ΚΠολΔ, 455 επ. ΑΚ, 1, 10, 22, 28 Ν. 5960/1933, περί μη υπάρξεως αιτίας για την έκδοση της επίδικης επιταγής και περί εκχωρήσεως της εξ επιταγής απαιτήσεως στο Δημόσιο, με την επιβολή εις χείρας της ως τρίτης αναγκαστικής κατασχέσεως.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 αρθμ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στο από 3-10-2012 συμφωνητικό οριζόταν ότι η εναγομένη μισθώτρια που όφειλε μισθώματα ύψους 20.000 ευρώ, αναλάμβανε να τα εξοφλήσει σε 12 ισόποσες μηνιαίες δόσεις μέχρι τις 30-9-2013 με καταβολές προς τη ΔΟΥ ΦΑΕΕ Αθηνών, εξοφλώντας οφειλές της εκμισθώτριας εταιρείας, για τις οποίες είχε επιβληθεί αναγκαστική κατάσχεση μισθωμάτων εις χείρας της εναγομένης ως τρίτης από την εν λόγω ΔΟΥ λόγω οφειλών της εκμισθώτριας.

Προς εξασφάλιση της εν λόγω απαίτησης, η εναγομένη μισθώτρια εξέδωσε μια επιταγή ποσού 20.000 ευρώ σε διαταγή της εταιρείας "Π. Κ. ΑΕ", από τον λογαριασμό που τηρούσε στην ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 30-9-2013. Το γεγονός ότι η επιταγή εκδόθηκε και μάλιστα χωρίς αντίκρισμα ως εγγύηση εξόφλησης των οφειλόμενων μισθωμάτων ύψους 20.000 ευρώ μέχρι τις 30-9-2013 ομολόγησε η εναγομένη με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατέθεσε ο μάρτυράς της στο ακροατήριο του ίδιου δικαστηρίου.

Στη συνέχεια, η εναγομένη δεν τήρησε την υποχρέωσή της να εξοφλήσει τα οφειλόμενα μισθώματα μέχρι τις 30-9-2013 (δήλη ημέρα), ως όφειλε με βάση το ως άνω συμφωνητικό. Επομένως, η εγγύηση για την οποία είχε εκδοθεί η ακάλυπτη επιταγή κατέπεσε με την άπρακτη παρέλευση της δήλης ημέρας και η εταιρεία "Π. Κ. ΑΕ" οπισθογράφησε την επιταγή στον ενάγοντα, ο οποίος ως νόμιμος κομιστής της από λευκή οπισθογράφηση από τον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας, την εμφάνισε εμπροθέσμως προς πληρωμή στις 2-10-2013, αλλά δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων.

Από αυτή την υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης, η οποία γνώριζε ότι η επιταγή ήταν χωρίς αντίκρισμα, η εναγομένη ζημίωσε τον ενάγοντα ως νόμιμο κομιστή της επιταγής κατά το ποσό των 20.000 ευρώ. Το γεγονός ότι η εναγομένη με δική της πρωτοβουλία υπήγαγε μεταξύ άλλων τα επίδικα χρέη που εξοφλούσε ως τρίτη σε ρύθμιση, επιμηκύνοντας την περίοδο εξόφλησης πέραν της 30-9-2013, δεν επηρεάζει την ευθύνη της από την έκδοση ακάλυπτης επιταγής, καθόσον το "σπάσιμο" των δόσεων και η επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των οφειλών της ως τρίτης έως τις 31-7-2023 δεν συνοδεύτηκε από ανάλογη τροποποίηση του ως άνω συμφωνητικού περί αντίστοιχης επιμήκυνσης της συμφωνηθείσας προθεσμίας, ούτε συνοδεύτηκε από ανανέωση της μεταχρονολογημένης επιταγής με άλλη που θα είχε ημερομηνία μεταγενέστερη και θα συνέπιπτε με το πέρας του χρόνου ρύθμισης των χρεών της.

Διαφορετικά, αν η εκμισθώτρια εταιρεία και κατ' επέκταση ο ενάγων ως νόμιμος κομιστής της επιταγής ανέμεναν τη λήξη του πολύ μεταγενέστερου χρόνου ρύθμισης του χρέους της εναγομένης, θα είχαν, σε περίπτωση μη εξόφλησης, απωλέσει την οκταήμερη προθεσμία εμφάνισης και πληρωμής της επιταγής, η οποία θα είχε καταστεί πλέον άνευ αντικειμένου ως εγγύηση εξόφλησης του χρέους των 20.000 ευρώ".

Έτσι όπως έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο και απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου από αδικοπραξία και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να του καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό της ακάλυπτης επιταγής των 20.000 ευρώ, δεν παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους τις διατάξεις των άρθρων 988, 989 ΚΠολΔ, 455 επ.

ΑΚ, 1, 10, 22, 28 Ν. 5960/1933, διότι αυτές δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκείμενη περίπτωση, αλλά οι διατάξεις των άρθρων 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, 297, 298, 914 του ΑΚ, τις οποίες και εφάρμοσε, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών. Και τούτο διότι δέχθηκε τα ακόλουθα :

α) την έκδοση από την εναγομένη μισθώτρια της επίδικης μεταχρονολογημένης επιταγής σε διαταγή της εκμισθώτριας εταιρείας ως εγγύηση εξοφλήσεως των οφειλομένων μισθωμάτων μέχρι τις 30-9-2013, β) τη μη εξόφληση των μισθωμάτων και την κατάπτωση της εγγυήσεως με την άπρακτη πάροδο της δήλης ημέρας, γ) την οπισθογράφηση της επιταγής στον ενάγοντα, ο οποίος κατέστη νόμιμος κομιστής αυτής, δ) την εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και τη μη πληρωμή της ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων, ε) τη γνώση της εναγομένης ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στον τραπεζικό λογαριασμό της, στ) τη ζημία του ενάγοντος από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης, κατά το ποσό της επιταγής των 20.000 ευρώ.

Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αρθμ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η από τη διάταξη αυτή ένσταση του εναγομένου προϋποθέτει την ύπαρξη του αγωγικού δικαιώματος και επομένως ισχυρισμοί αρνητικοί ή καταλυτικοί ολικώς ή εν μέρει του δικαιώματος αυτού δεν συνιστούν νόμιμη ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος.

Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε ουσιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου.

Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει ν` αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ολΑΠ 7/2002, ΑΠ 109/2019).

Κατά το άρθρο 560 αρθμ. 5 ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός ταυτίζεται με το λόγο του άρθρου 559 αρ. 8 του ίδιου Κώδικα. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 493/2015), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005). "Πράγμα" είναι και η κατά το άρθρο 281 του ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος.

Ο λόγος, όμως, αυτός δεν στοιχειοθετείται, αν ο ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος (ΑΠ Ολομ. 14/2004) ή δεν προτάθηκε καθόλου ή δεν προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 869/2017, ΑΠ 128/2008). Δεν αποτελούν πράγματα, και άρα δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη, οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση αυτών, δηλαδή ισχυρισμοί που δεν καταλήγουν στην επίκληση έννομης συνέπειας, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΑΠ 11/2017), καθώς και οι ισχυρισμοί που δεν έχουν αυτοτέλεια και συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 87/2013) ή νομικά επιχειρήματα, όπως οι νομικοί ισχυρισμοί ή νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου (ΑΠ 1/2016, ΑΠ 933/2014), ούτε τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών, ή από το νόμο (ΑΠ 893/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρθμ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις ενστάσεις που πρόβαλε τόσο με τις πρωτόδικες προτάσεις, όσο και με τους λόγους της εφέσεώς της ότι α) δεν υπάρχει αιτία για την έκδοση της επίμαχης επιταγής και σε κάθε περίπτωση δεν επακολούθησε αυτή η αιτία, γιατί με την επιβολή αναγκαστικής κατασχέσεως εις χείρας της ως τρίτης επήλθε εκχώρηση, με αποτέλεσμα η κατασχεθείσα απαίτηση προς εξασφάλιση της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω επιταγή να εκχωρηθεί στο Δημόσιο, το οποίο είναι ο μόνος δικαιούχος της απαιτήσεως και δεν μπορεί να ασκηθεί αξίωση από τον κακόπιστο τρίτο - αναιρεσίβλητο προς ικανοποίηση της ίδιας απαιτήσεως και β) ο αναιρεσίβλητος ασκώντας δικαίωμα για πληρωμή της απαιτήσεως από την επιταγή υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Ο παραπάνω υπό στοιχείο (α) ισχυρισμός, με τον οποίο αμφισβητείται η υποχρέωση πληρωμής της επιταγής, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, αποτελεί άρνηση της ζημίας του αναιρεσιβλήτου-κομιστή της ακάλυπτης επιταγής, ο οποίος επιδιώκει την καταβολή ισόποσης αποζημιώσεως με βάση το αδίκημα και συνεπώς δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 560 αρθμ.5 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και της εφέσεώς της προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της ενστάσεως της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου ισχυρίστηκε τα ακόλουθα : "Ο αντίδικος όμως καταχρηστικά και δόλια ενεργώντας αφού φρόντισε να μεταβιβάσει την επιταγή στον ίδιο επιδιώκει την είσπραξή της ταυτόχρονα από εμένα αλλά ήδη έχει επωφεληθεί από την απομείωση του χρέους του στη ΔΟΥ το οποίο πλέον βαρύνει εμένα και μόνο ώστε θα έχω καταβάλει τελικά στον αντίδικο άμεσα 20.000 ευρώ σε αυτόν και άλλες 20.000 ευρώ στην ΔΟΥ για λογαριασμό της εταιρείας που εκπροσωπεί και που ο ίδιος συμφώνησε σε αυτό.

Η δε αυτή αυταπόδεικτη γνώση του της πραγματικής καταστάσεως δεν τον καθιστά καλόπιστο τρίτο σε καμία περίπτωση και πολύ περισσότερο αυτό σημαίνει πως δεν νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της παρούσης αγωγής". Όμως, τα ανωτέρω επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ και ορθώς το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε σιγή ως μη νόμιμη τη σχετική ένσταση της αναιρεσείουσας.

Επομένως, ο κρινόμενος αναιρετικός λόγος, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης δεν ιδρύεται και κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρθμ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του (άρθρα 106, 176, 183, 191 αρθμ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-10-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρθμ.7489/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Οκτωβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ