Legislator Case Law & Legislation
1287/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appealability grounds, rejecting distortion claim as factual evaluation not reviewable.

Case Number 1287/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's judgment regarding a theater lease dispute. The appellants argued the lower court distorted documentary evidence concerning the lease transfer after the original tenant's death. The court ruled that the lower court's conclusion was based on a factual evaluation of the documents combined with other evidence, which falls outside the Supreme Court's reviewable scope.

Legislator headnote

AI generated

Articles 569 § 2 ed. a of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court does not review factual evaluations made by the court of first instance when conclusions are drawn from the combined assessment of evidence, even if the appellant disagrees with the interpretation of specific documents.

Keywords

AI generated
appeal admissibility factual evaluation distortion of evidence code of civil procedure reviewable scope

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 569 § 2 ed. a of the Code of Civil Procedure
Article 577 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 § 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1/1999

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1287 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1287/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 21η Νοεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Π. Λ. του Ε., κατοίκου ... ατομικά και ως νομίμου εκπροσώπου της εδρεύουσας στο Ελληνικό Αττικής εταιρείας με την επωνυμία ... ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ-ΘΕΑΤΡΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ-ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ", που παραστάθηκε και διόρισε τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο - Ελευθέριο Σαγώνα 2. της εδρεύουσας στο Ελληνικό Αττικής εταιρείας με την επωνυμία ... ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ-ΘΕΑΤΡΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ-ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ", νομίμως εκπροσωπουμένης, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο - Ελευθέριο Σαγώνα.

Του αναιρεσιβλήτου: Του εδρεύοντος στα Ιεροσόλυμα Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, άλλως Ιερού Κοινού του Παναγίου Τάφου, νομίμως εκπροσωπουμένου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Βαρβάρα Λαμπροπούλου- Δημητριάδου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2013 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 640/2016 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 5318/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-2-2018 αίτησή τους και τους από 12-10-2018 πρόσθετους λόγους .

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και πρόσθετους λόγους προσβάλλεται η 5318/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που συνεκδίκασε αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της 640/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τακτικής διαδικασίας ,δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των εναγομένων -αναιρεσειόντων και δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος -αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε εν μέρει την απόφαση ,δίκασε την αγωγή και τη δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς το αίτημα καταβολής αποζημίωσης .Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,564, 566§1 Κ.Πολ.Δ) και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Ελληνικού Δημοσίου. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ). Περαιτέρω πρέπει να ερευνηθεί και το παραδεκτό και βάσιμο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, αφού συνεκδικασθούν με το κύριο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης..

2. Κατά το άρθρ. 569§2εδ.α ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και συντάσσεται κάτω απ' αυτό έκθεση.

Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (βλ.

και ΑΠ 132/2004). Αντίθετα πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Εξ άλλου αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια, είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή, αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν ως αντικείμενο δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 697/2012, βλ.

και ΑΠ 238/2001). Η εδιαφέρουσα, για την έρευνα του παραδεκτού των πρόσθετων αναιρετικών λόγων διαδικαστική διαδρομή της κρινόμενης υπόθεσης έχει ως ακολούθως: Με την από 27-11- 2013 αγωγή του το ενάγον αναιρεσίβλητο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων ισχυρίσθηκε ότι κατά το έτος 1971 εκμίσθωσε στον πατέρα του πρώτου εναγομένου -αναιρεσείοντος το περιγραφόμενο στην αγωγή μίσθιο ακίνητο με τον εξοπλισμό του, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως θέατρο.

Ότι, ενώ εκκρεμούσαν μεταξύ των ως άνω συμβαλλομένων αγωγές απόδοσης του μισθίου και αναπροσαρμογής του ύψους του κατωτάτου εγγυημένου μισθώματος απεβίωσε ο μισθωτής την 27-11-2011και έκτοτε συνέχισε τη λειτουργία του θεάτρου στο μίσθιο ο πρώτος εναγόμενος ατομικά και ως εκπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης, χωρίς να έχει συναφθεί μίσθωση ή άλλη συμφωνία και χωρίς να του καταβάλλει αποζημίωση χρήσης και, έτσι, τον απέβαλε από τη νομή του ανωτέρω ακινήτου, στερώντας του τη δυνατότητα να το εκμισθώσει σε τρίτους, με συνέπεια να απωλέσει για το χρονικό διάστημα από 28-11-2011 έως την άσκηση της αγωγής την 27-12-2013 μισθώματα 25 μηνών, συνολικού ποσού 100.000 ευρώ και να υποστεί ηθική βλάβη, συνιστάμενη στη μείωση της φήμης του μετά τη σφράγιση του θεάτρου λόγω έλλειψης αδείας λειτουργίας του από τον πρώτο εναγόμενο.

Με βάση τα ανωτέρω το ενάγον ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του,αποδώσουν τη νομή, άλλως την κατοχή του περιγραφόμενου στην αγωγή ακινήτου ,άλλως ως αυτούσια αποκατάσταση της ζημίας που αυτό υπέστη ,σε κάθε δε περίπτωση ως αυτούσια απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισαν από την παράνομη και χωρίς νόμιμη αιτία κατοχή του ακινήτου ,να διαταχθεί η βιαία αποβολή τους από το ακίνητο ,άλλως να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να παύσουν τη διατάραξη της νομής, άλλως κατοχής επί του ακινήτου με απειλή προσωπικής κράτησης διάρκειας δυο μηνών σε βάρος του πρώτου εναγομένου και χρηματικής ποινής 50.000 ευρώ για κάθε μελλοντική διατάραξη της νομής του και μη συμμόρφωση με το διατακτικό της εκδοθησόμενης απόφασης ,να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν εις ολόκληρο το ποσό των 100.000 ευρώ ως αποζημίωση για την αποθετική ζημία που υπέστη έως το χρόνο άσκησης της αγωγής λόγω αδυναμίας εκμίσθωσης του ακινήτου, άλλως ως αποζημίωση χρήσης αυτού, καθώς και το ποσό των 20.000 ευρώ ως αποζημίωση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τη συμπεριφορά των εναγομένων.

Με την 640/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών: Α) απορρίφθηκαν α) το αίτημα απόδοσης της νομής του επιδίκου ακινήτου, κατ' αποδοχή σχετικής ένστασης των εναγομένων περί ετήσιας παραγραφής της αξίωσης β) το αίτημα αποζημίωσης από αδικοπραξία ως απαράδεκτο λόγω της αοριστίας του γ) το αίτημα αποζημίωσης ως αόριστο και δ) το αίτημα της χρηματικής αποζημίωσης λόγω ηθικής βλάβης ως ουσιαστικά αβάσιμο, (Β )έγινε δεκτό ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμο το αίτημα απόδοσης της νομής του επιδίκου ακινήτου, στηριζόμενο στη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ.

Κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου άσκησαν εφέσεις :α) Το ενάγον ,με αίτημα να γίνει δεκτή η αγωγή ως προς τα αποριφθέντα αιτήματα καταβολής αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και β) οι εναγόμενοι ,με αίτημα να εξαφανισθεί η προσβληθείσα απόφαση κατά τη διάταξη της για την απόδοση της νομής του επιδίκου στο ενάγον και, να γίνει δεκτή η προβληθείσα ένσταση άρθρου 281 ΑΚ που είχε απορριφθεί ως αόριστη.

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 5318/2017 απόφασή του συνεκδίκασε τις ανωτέρω αντίθετες εφέσεις, τις δέχθηκε τυπικά .απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση των εναγομένων-αναιρεσειόντων δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος .εξαφάνισε την προσβληθείσα απόφαση μόνον κατά το απορριπτικό κεφάλαιο της περί επιδίκασης αποζημίωσης .δικάζοντας δε επί του ανωτέρω αγωγικού αιτήματος ,έκανε τούτο δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο και υποχρέωσε τους εναγομένους, σε ολόκληρο τον καθένα, να καταβάλουν στο ενάγον το ποσό των 100.000 ευρώ ως αποζημίωση, εντόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Ειδικότερα, δέχθηκε ότι με καταγγελία που εμπεριέχεται στην από 30-1-2018 αγωγή του ενάγοντος κατά του αρχικού μισθωτή και πατέρα του πρώτου εναγομένου, έληξε, κατ' άρθρο 597 ΑΚ, η ένδικη μίσθωση και, συνεπώς, παραμένοντας οι εναγόμενοι μετά τη λήξη της μίσθωσης στη χρήση του μισθίου απέβαλαν το ενάγον από τη νομή του και πρέπει να υποχρεωθούν, κατά τις διατάξεις του 904 ΑΚ, να την αποδώσουν και επιπλέον να καταβάλλουν ως αποζημίωση το ανωτέρω ποσό.

Με τους λόγους του κύριου δικογράφου της ένδικης αναίρεσης πλήττεται το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορά στο κεφάλαιο της ένδικης αγωγής της απόδοσης νομής ακινήτου. Με τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης πλήττεται υπό την επίκληση των υπ'αριθμ.8,10και 11 (πρώτος λόγος),8,10,11,20 (δεύτερος λόγος) και 8,10,11 (τρίτος λόγος) αναιρετικών λόγων των άρθρων 559 ΚΠολΔ, το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορά στο επιδικασθέν ποσό αποζημίωσης .Τα εν λόγω κεφάλαια σωρεύονται στην ένδικη αγωγή, προσβλήθηκαν αυτοτελώς με λόγους έφεσης ξεχωριστά από τους διαδίκους.

Το κεφάλαιο της επιδικασθείσας αποζημίωσης είναι αναγκαίως συνεχόμενο με το κεφάλαιο της απόφασης της απόδοσης νομής του ακινήτου που αναιρεσιβλήθηκε γιατί παρουσιάζει προς αυτό στενή συνάφεια, αφού έχει ως αντικείμενο δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία και από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του.

Συνεπώς οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκήθηκαν παραδεκτά και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και η ουσιαστική βασιμότητά τους. 3. Ως πράγματα, για τα οποία, αν παρά το νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984), ούτε τέλος τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996).Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 13 του ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο, από τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ., βάρος της αποδείξεως, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.

Το βάρος της αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα περί αποδείξεως απόφαση θα επιβάλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.

Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.

Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναιρέσεως. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση, που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή, αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος.

Ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο αγωγικός ισχυρισμός έγινε δεκτός, όχι εξαιτίας μη (αντ)αποδείξεως του αντιθέτου (αρνητικού ισχυρισμού) του αναιρεσείοντος, αλλά επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι προσκομισθείσες αποδείξεις (ΑΠ 319/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο κατά το πρώτο μέρος λόγο αναίρεσης, με επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αριθ. 8 περίπτ.

β' ΚΠολΔ, προσάπτουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό που πρόβαλαν οι αναιρεσείοντες με τις με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, και τον επανέφεραν με τις προτάσεις τους στο Εφετείο, ότι η από 30-1-2008 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών αγωγή του ενάγοντος κατά του μισθωτή Ε.

Λ. δεν περιέχει καταγγελία της μίσθωσης ,κατ' άρθρο 597 ΑΚ αλλά αποτελεί αγωγή απόδοσης του μισθίου λόγω δυστροπίας ,με συνέπεια να μην έχει επέλθει, κατά το χρόνο του θανάτου του ως άνω μισθωτή (27-11-2011) η λήξη της μίσθωσης, αλλά οι εναγόμενοι να έχουν υπεισέλθει ως μισθωτές στη μισθωτική σχέση και να μην έχουν αποβάλει το ενάγον-εκμισθωτή από τη νομή του μισθίου.

Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561παρ.2 ΚΠολΔ), ο πιο πάνω ισχυρισμός, που δεν αποτελεί πράγμα, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος, με την παραδοχή ότι με την ως άνω αγωγή που επιδόθηκε στον τότε εναγόμενο μισθωτή στις 11- 2-2008 το ενάγον κατήγγειλε τη μίσθωση λόγω καθυστέρησης καταβολής του μισθώματος και η μίσθωση λύθηκε κατ' άρθρο 597 ΑΚ με την άπρακτη παρέλευση της ως άνω προθεσμίας.

Εξάλλου, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο κατά το δεύτερο μέρος λόγο αναίρεσης, με επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, προσάπτουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης που έφερε το ενάγον να αποδείξει τον ισχυρισμό του ότι η καταγγελία της μίσθωσης με την από 30-1-2008 αγωγή του ενάγοντος, κατ' άρθρο 597 ΑΚ ,επέφερε τα έννομα αποτελέσματά της (λύση της μίσθωσης), επειδή ο μισθωτής Ε.

Λ. δεν κατέβαλε εντός μηνός από την επίδοση της καταγγελίας τα οφειλόμενα μισθώματα. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχεται ότι "Ενόψει του ότι ο τελευταίος .(δηλαδή ο μισθωτής Ε.Λ.), όπως αποδεικνύεται αλλά και δεν αμφισβητείται από τους εναγομένους, δεν κατέβαλε εντός 30 ημερών από την επίδοση της καταγγελίας τα οφειλόμενα μισθώματα ...η επίμαχη επαγγελματική μίσθωση λύθηκε κατ' άρθρο 597 εδάφ.

τελευταίο του ΑΚ με την άπρακτη παρέλευση της ως άνω προθεσμίας. 'Το Εφετείο, δηλαδή, δέχεται τον αγωγικό ισχυρισμό, με την αυτοτελώς στηρίζουσα το διατακτικό της αιτιολογία, ότι αυτός αποδείχθηκε από την εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα προσκομισθέντα νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους ,σύμφωνα με σχετική μνεία στην απόφαση) ,η δε φράση " αλλά και δεν αμφισβητείται από τους εναγομένους" αποτελεί επάλληλη ,πλεοναστική αιτιολογία και ουδόλως υποδηλώνει ότι το Εφετείο κατέληξε στην σχετική κρίση του εξαιτίας μη (αντ)αποδείξεως του αντιθέτου (αρνητικού ισχυρισμού ) του αναιρεσείοντος.

4. Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρου 281 Α^-, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Για να θεωρηθεί η άσκηση δικαιώματος ως καταχρηστική, κατά την διάταξη αυτή, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολαβήσαν ή από άλλα περιστατικά, το οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Ωστόσο, η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση τον δικαιώματος, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί κατ' αυτού, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί καταρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος.

Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει ήθη διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υπόχρεου επιπτώσεις, χωρίς να είναι απαραίτητο να προκαλούνταν αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον ίδιο συνέπειες, τότε η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη (ΟλΑΠ 33/2005, ΑΠ 645/2016).

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4,566 παρ. 1, 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και σε ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559Κ.Πολ.Δ.θεμελιώνεται η προβαλλόμενη αιτίαση. (ΑΠ 139/2017) .Εξάλλου, η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 20/2005).Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον δεύτερο , κατά το πρώτο μέρος ,λόγο του κυρίου αναιρετηρίου προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, απέρριψε ως αόριστη την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ που πρόβαλαν νόμιμα προς αντίκρουση της από 27/12/2013 αγωγής του αναιρεσιβλήτου.

Στο σχετικό λόγο εκθέτουν ότι "καταχωρήθηκε στα πρακτικά του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ,αναπτύχθηκε στις από 3-3-2015 έγγραφες προτάσεις τους(σελ.7και 8 αυτών, παρ. 11), ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης αγωγής, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, εκθέτοντας τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελίωναν κατά νόμο την ένσταση ,(όπως αυτά εξειδικεύονταν στις πιο πάνω σελίδες των άνω προτάσεών τους) εκ των οποίων προέκυπτε ότι το αναιρεσίβλητο πειράται δια της υπό κρίση αγωγής του να τους αποβάλει ως μη ώφειλε από τη χρήση αυτού ,κατά τρόπο που προκαλεί το περί δικαίου αίσθημα του μέσου συνετού ανθρώπου αφού οι ενέργειές του συνιστούν συμπεριφορά ,που υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη .αντιστρατεύεται τον κανόνα θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και δημιουργεί την εντύπωση της σε βάρος τους αδικίας" .Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος ,λόγω της αοριστίας του ,επειδή στην αίτηση αναίρεσης δεν αναφέρονται ποια πραγματικά περιστατικά .επικαλέσθηκαν για την κατά νόμο θεμελίωση της ένστασής τους για να κριθεί αν ήταν ορισμένη ή αόριστη,αυτή δε η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.

Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και, επομένως προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας.

Κατά συνέπεια δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών αναφέρονται στη σκέψη της προσβαλλομένης απόφασης, με την οποία η αγωγή (ή η ένσταση ή η αντένσταση) κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη (ΟλΑΠ 3/1997,ΑΠ 598/2019). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο , κατά το δεύτερο μέρος, λόγο του κυρίου αναιρετηρίου οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, απορρίπτοντας ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ που πρόβαλαν νόμιμα προς αντίκρουση της από 27/12/2013 αγωγής του αναιρεσιβλήτου.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι, εφόσον με την προσβαλλομένη απόφαση η σχετική ένσταση απορρίφθηκε ως αόριστη , χωρίς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να εισέλθει στην ουσία της και να διατυπώσει αποδεικτικό πόρισμα, δεν ιδρύεται αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

5. Κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ,εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 και 20.Κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης .Όπως ανωτέρω αναφέρθηκε οι αρνητικοί ισχυρισμοί του εναγομένου δεν συνιστούν πράγμα .

Περαιτέρω από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, ο λόγος αναίρεσης που το άρθρο αυτό προβλέπει, ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε, ως αληθινά, πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, πλην χωρίς απόδειξη, χωρίς, δηλαδή, να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν εκθέτει στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε τη σχετική απόδειξη.

Ο λόγος, όμως, αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ουσία της υπόθεσης με βάση τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στην απόφασή του αυτή (ΑΠ 76/13, 961/08).Τέλος κατά το άρθρο 559 αριθμ.11 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Με τους πρώτο, δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος ,και τρίτο πρόσθετους λόγους αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, ότι το Εφετείο υπέπεσε στις εκ των αριθμ. 8,10 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες και εκτίμησε πλημμελώς το αποδεικτικό υλικός όσον αφορά την πραγματική κατάσταση και τη μισθωτική αξία του επιδίκου μισθίου ακινήτου .Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, καθόσον κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Επίσης οι ίδιο πιο πάνω λόγοι αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθούν διότι: α) οι αναφερόμενοι σ' αυτούς αρνητικοί ισχυρισμοί δεν αποτελούν πράγμα (αριθμ.β), β) όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα 640/2016 απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης εκείνου του Δικαστηρίου και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ήτοι το Εφετείο δεν κατέληξε στην παραπάνω παραδοχή του χωρίς απόδειξη (αριθμ. 10), γ) δεν μνημονεύεται με ποιον από τους τρείς αναφερόμενους τρόπους συντελέσθηκε η εκ του αριθμ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια , ποια αποδεικτικά μέσα αφορά ,ούτε προβλήθηκε πως και πότε ο σχετικός ισχυρισμός στο Εφετείο (αριθμ .11).

6. Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο ,κατά το δεύτερο μέρος πρόσθετο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου των προσκομισθέντων από το αναιρεσίβλητο εγγράφων, ("μπορτερώ" του μισθίου -θεάτρου, της περιόδου 24-3-2010 έως 27-12- 2011.

τα οποία παρέλαβε η δικηγόρος του αναιρεσιβλήτου την 18-1-2012 και αναγράφουν "Παραγωγή "..., Π. Λ., ... ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ"), από τα οποία αποδεικνύεται, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, ότι μετά το θάνατο του αρχικού μισθωτή επήλθε συμφωνία των διαδίκων να μεταβιβασθεί η μίσθωση στους κληρονόμους του μισθωτή.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση η παραδοχή του Εφετείου, ότι ο πρώτος αναιρεσείων συνέχισε από την επομένη του θανάτου του μισθωτή, παρακρατώντας τη νομή του, να εκμεταλλεύεται το επίμαχο θέατρο παράνομα και υπαίτια, αν και γνώριζε ότι είχε ήδη λυθεί η μίσθωση πριν από το θάνατο του μισθωτή με καταγγελία κατ' άρθρο 597 ΑΚ, δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος κατά την ανάγνωση των ανωτέρω εγγράφων, αλλά αποτελεί εκτίμηση του περιεχομένου αυτών, που συνεκτιμήθηκαν μαζί με τα υπόλοιπα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, η οποία, όμως, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως.

7. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει ως προς τους κύριους και τους πρόσθετους λόγους της, να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου κατά το σχετικό νόμιμα αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως το διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14.2.2018 αίτηση αναίρεσης και τους από 12.10.2018 πρόσθετους λόγους της για αναίρεση της 5318/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου