1287/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/2/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21996/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 332/2016 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8/6/2016 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1287/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Διατάγματος της 26-6-/10-7-1944, που προβλέπει, ότι ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται σε 6% και άρχεται από την επίδοση της αγωγής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Full text
Απόφαση 1287 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1287/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και τον Ειδικό Διαχειριστή στοιχείων Ενεργητικού και Παθητικού της πρώην ΕΡΤ Α.Ε. και των θυγατρικών της, κατοικοεδρευόντων στην …., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Σταυρούλα Θεοδωρακοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Παπακωνσταντίνου και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/2/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21996/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 332/2016 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8/6/2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 322/2016 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η από 6-11-2009 έφεση της εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΤ Α.Ε.- ΕΡΤ3", διάδοχος της οποίας, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 της ΥΑ ΟΙΚ 2/ 11-6-2013 (ΦΕΚ Β1414/11-6-2013) κοινής απόφασης του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Κατάργηση της δημόσιας επιχείρησης " Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση Ανώνυμη Εταιρεία (ΕΡΤ Α.Ε.)", κατέστη το Ελληνικό Δημόσιο και ήδη αναιρεσείον και έγινε δεκτή η από 21-9-2009 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "...", εξαφανίστηκε η υπ' αριθ. 21996/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δικάστηκε και έγινε εν μέρει δεκτή η από 14-2-2006 αγωγή της αναιρεσίβλητης για επιδίκαση αμοιβής από σύμβαση έργου και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ως διαδόχου της "ΕΡΤ Α.Ε." και των θυγατρικών της, να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 402.458,14€, (όπως δέχτηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο), με το νόμιμο τόκο, (που ισχύει για όλους τους διαδίκους), από την επομένη της επίδοσης της άνω αγωγής, κρίνοντας, σε αντίθεση με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι για την "ΕΡΤ Α.Ε." και τις θυγατρικές της δεν εφαρμόζονται τα προνόμια, που ισχύουν για το Ελληνικό Δημόσιο και συνεπώς και το άρθρο 21 του Κωδ.
Διατάγματος της 26-6-/10-7-1944, που προβλέπει, ότι ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται σε 6% και άρχεται από την επίδοση της αγωγής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος, ή ως αόριστη, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος. (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006).
Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1452/2007, ΑΠ 963/2006).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποιοτική ή ποσοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 681 και 694 ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο αντισυμβαλλόμενος, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου, δηλαδή ο εργολάβος, κατ' εξαίρεση όσων με τις γενικές διατάξεις ορίζονται για τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, υποχρεούται σε προεκπλήρωση της κύριας παροχής του, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, όπως συμβαίνει όταν ορίσθηκε τμηματική παράδοση του έργου με αντίστοιχη τμηματική καταβολή της οφειλόμενης αμοιβής, αφού η υποχρέωση της προεκπλήρωσης αποτελεί ρύθμιση ενδοτικού δικαίου (ΑΠ 1069/2009).
Ως έργο νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρ. 694 ΑΚ της συμφωνημένης αμοιβής του (ΑΠ 346/2010), η οποία μπορεί κατά την κατάρτιση της σύμβασης να ορισθεί κατ' αποκοπή, κατά μονάδα, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικώς, χρονικώς, σε ποσοστά ή και να καταλειφθεί ακαθόριστη ως προς το ποσό και τον τρόπο υπολογισμού της, οπότε θα προσδιορισθεί κατά τα άρθρ. 371-373 ΑΚ (ΑΠ 682/2010, 883/2011).
Συνακόλουθα, η αγωγή, με την οποία ο εργολάβος ενάγει τον εργοδότη για την καταβολή της αμοιβής του, είναι ορισμένη, κατά τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και το άρθρ. 216 ΚΠολΔ, όταν σ' αυτή περιγράφεται το έργο που συμφωνήθηκε, προσδιορίζεται το είδος και το ύψος της οφειλόμενης αμοιβής και αναφέρεται ότι το έργο εκτελέσθηκε με τον προσήκοντα τρόπο και παραδόθηκε στον εργοδότη (ΑΠ 682/2010), ο οποίος, αρνούμενος την αγωγή, μπορεί, εξ άλλου, να ισχυριστεί, κατ' ένσταση, την ύπαρξη ιδιαίτερης συμφωνίας του με τον εργολάβο, που διαφοροποιεί το χρόνο ή γενικότερα τις προϋποθέσεις καταβολής της αμοιβής.
Δηλαδή η ύπαρξη τυχόν τέτοιας συμφωνίας δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής με την οποία ο εργολάβος ζητεί την καταβολή της αμοιβής του, αλλά θεμελιώνει ένσταση του εργοδότη καταλυτική της αγωγής αυτής (ΑΠ 119/2014). Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εξέθετε ότι, δυνάμει της από 21-3-2003 σύμβασης, που καταρτίστηκε στη Θεσσαλονίκη, μεταξύ αυτής και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΕΡΤ Α.Ε.-ΕΡΤ 3" ανέλαβε την υποχρέωση ζωντανών δορυφορικών τηλεοπτικών συνδέσεων της ΕΡΤ-3 από χώρες των Βαλκανίων, δορυφορικών συνδέσεων και αποστολή στην αντισυμβαλλόμενη θεμάτων επικαιρότητας από χώρες των Βαλκανίων και χρήση φορητού συνεργείου λήψης για παραγωγή θεμάτων ειδήσεων και τηλεοπτικών εκπομπών στις χώρες των Βαλκανίων.
Ότι η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε σε 12 μήνες από την υπογραφή της, με δικαίωμα παράτασης για ένα ακόμη έτος δεσμευτικά για την αναιρεσίβλητη, εφόσον το επιθυμεί η "ΕΡΤ Α.Ε.-ΕΡΤ-3", με τους ίδιους οικονομικούς όρους. Ότι ρητά συμφωνήθηκε, ότι η οικονομική επιβάρυνση της "ΕΡΤ Α.Ε.- ΕΡΤ-3" θα ήταν: Α1. Για 10 μεταδόσεις μηνιαίως 15.000€, χωρίς διαστημική χωρητικότητα, 2.
Εάν οι μεταδόσεις υπερβαίνουν τις 15 μηνιαίως παρέχεται διαστημική χωρητικότητα 20' ημερησίως, αξίας περίπου 150€ (ημερησίως). Β1. Για χρήση φορητού τηλεοπτικού συνεργείου το κόστος ανέρχεται σε 230€ για οκτάωρη απασχόληση και σε 115€ για τετράωρη απασχόληση. Γ1. Τα έξοδα μετακίνησης, διαμονής και διατροφής βαρύνουν την εναγομένη.
Ότι η καταβολή της αμοιβής συμφωνήθηκε να γίνεται μετά την έκδοση του αντίστοιχου τιμολογίου, εντός 90-120 ημερών και ότι από τις προαναφερόμενες τιμές θα αφαιρούνταν οι νόμιμες κρατήσεις. Ότι αυτή εκπλήρωσε προσηκόντως τις απορρέουσες από τη σύμβαση υποχρεώσεις της, παρέχοντας τις υπηρεσίες της μέχρι τις 20-3-2005 και εξέδωσε επί πιστώσει τα λεπτομερώς στην αγωγή αναφερόμενα κατ' αριθμό, είδος υπηρεσιών και αξία τιμολόγια, συνολικού ποσού 722.441€.
Ότι η "ΕΡΤ Α.Ε.-ΕΡΤ-3" έναντι του ποσού αυτού κατέβαλε τμηματικά το συνολικό ποσό των 231.038,86€ και απέμεινε υπόλοιπο οφειλής 491.423,37€. Με βάση το ιστορικό αυτό, και μετά παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, η αναιρεσίβλητη ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της "ΕΡΤ Α.Ε.- ΕΡΤ-3" να της καταβάλει το άνω ποσό με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Η αγωγή αυτή υπό το ως άνω περιεχόμενο της, είναι πλήρης και επαρκώς ορισμένη, καθόσον περιέχει τα στοιχεία, τα οποία, κατά τα προεκτεθέντα, είναι αναγκαία για τη νομική θεμελίωση του αιτήματος της περί καταβολής της οφειλομένης εργολαβικής αμοιβής και δη τη σύμβαση, το έργο που συμφωνήθηκε, το είδος και το ύψος της αμοιβής και την προσήκουσα εκτέλεση του έργου και παράδοση αυτού στην εναγομένη-εργοδότρια.
Το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, διότι έκρινε, όπως και η πρωτόδικη απόφαση, ορισμένη την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης ως προς την αξίωσή της για καταβολή σ' εκείνη του ανεξόφλητου μέρους της αμοιβής της από την ένδικη σύμβαση, μολονότι σ' αυτή δεν εκτίθενται, όπως θα έπρεπε, κατά το άρθρο 7 της σύμβασής τους, τα αναγκαία για την καταβολή του οικονομικού ανταλλάγματος στοιχεία και συγκεκριμένα οι καταστάσεις συνεργασιών και τα δελτία εργασίας, που θα εκδίδονταν καθημερινά, υπογεγραμμένα από τον υπεύθυνο της εκπομπής και από υπηρεσιακούς παράγοντες της ΕΡΤ-3, καθώς και η βεβαίωση από τις αρμόδιες Διευθύνσεις για την ποιοτική καταλληλότητα του τελικού προϊόντος.
Ωστόσο, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, οι πρόσθετες αυτές προϋποθέσεις για την εξόφληση της αμοιβής της αναιρεσίβλητης δεν αποτελούν αναγκαίο περιεχόμενο της ένδικης αγωγής της, που έχει ως βάση τη διάταξη του άρθρ. 694 παρ.1α ΑΚ, αλλά περιεχόμενο ιδιαίτερης συμφωνίας των διαδίκων, που αφορά την καταβολή της αμοιβής και προτείνεται κατ' ένσταση από το αναιρεσείον προς αντίκρουση της αγωγής.
Επομένως, το Εφετείο, κρίνοντας με την προσβαλλομένη απόφαση ορισμένη την ένδικη αγωγή και απορρίπτοντας τον αντίστοιχο λόγο έφεσης της εναγομένης, κατά της ομοίως αποφανθείσας πρωτόδικης απόφασης, όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη, λόγω αοριστίας την ένδικη αγωγή και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).
Εξάλλου, με το άρθρο 21 του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. 26-6/10-7-1944), το οποίο εξακολουθεί να ισχύει σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 109 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, ορίζεται, ότι "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται σε 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου.
Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι ως προς την έναρξη της τοκογονίας αρκεί η γένεση της επιδικίας, από την οποία αρχίζει η αμφισβήτηση ως προς την ύπαρξη της απαίτησης για χρηματική παροχή, με την άσκηση της αγωγής και η επίδοση της αγωγής προς το Ελληνικό Δημόσιο από την οποία λαμβάνει αυτό γνώση της αμφισβήτησης.
Εφόσον δε η διάταξη αυτή δεν διακρίνει, δεν συνδέει, δηλαδή, την έννομη συνέπεια της τοκογονίας, λόγω επιδικίας, προς το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, αλλά μόνον προς τη γένεση της επιδικίας, δεν συντρέχει λόγος διαφοροποίησης ως προς το ζήτημα τούτο της καταψηφιστικής προς την αναγνωριστική αγωγή, ακόμη και όταν η αρχικά καταψηφιστική αγωγή περιορίζεται σε αναγνωριστική, δεδομένου ότι η τελευταία δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα έναντι της πρώτης, τέμνει δε και αυτή τη διαφορά ως προς την ύπαρξη της απαίτησης με δύναμη δεδικασμένου.
Επομένως, στην περίπτωση περιορισμού του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της κατά του Ελληνικού Δημοσίου .αγωγής σε αναγνωριστικό, οφείλονται τόκοι (ΑΕΔ 7/2011). Τέλος, με τη νομίμως δημοσιευθείσα στην ΕτΚ (Β' 1414/11.6.2013) υπ' αριθ. ΟΙΚ.2/11-6-2013 κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Κατάργηση της δημόσιας επιχείρησης "Ελληνική Ραδιοφωνία - Τηλεόραση, Ανώνυμη Εταιρεία (ΕΡΤ - Α.Ε.)", που εκδόθηκε, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14β του ν. 3429/2005 (Α'180), το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 66 παρ. 1 του ν. 4002/2011 και τροποποιήθηκε διαδοχικά με την παρ.8 του άρθρου 1 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου 31/31-12-2011 και με την παρ. 2 του άρθρου τρίτου του ν. 4047/2012 ορίστηκαν τα ακόλουθα:
Στο άρθρο 1 ότι "1. Η Ελληνική Ραδιοφωνία - Τηλεόραση, Ανώνυμη Εταιρεία (ΕΡΤ - Α.Ε.), που ιδρύθηκε με τον Ν. 1730/1987 (Α` 145) ως ενιαίος φορέας, καταργείται ..." και στο άρθρο 2, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο πρώτο της κοινής απόφασης υπ'αριθμ. ΟΙΚ. 6/8.7.2013 του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό (Β' 1675/8.7.2013) και, στη συνέχεια, με το άρθρο 42 παρ. 2 και 11 του ν. 4262/2014 (Α' 114/10.5.2014), παρ. 1 ότι "Το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της "ΕΡΤ - Α.Ε." και των θυγατρικών της, περιλαμβανομένων των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, αξιώσεων και υποχρεώσεων, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως από τη δημοσίευση της παρούσας και χωρίς καμία άλλη διατύπωση στο Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών ..." και στην παρ. 2 αυτού, ότι "Το Δημόσιο καθίσταται διάδοχος του συνόλου των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο...γ.
Η κατάργηση της "ΕΡΤ Α.Ε." και των θυγατρικών της συνιστά λόγο βίαιης διακοπής της δίκης, κατά το άρθρο 286 ΚΠολΔ. Η διακοπή επέρχεται με τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, κατά παρέκκλιση του άρθρου 287 ΚΠολΔ, χωρίς να απαιτείται γνωστοποίηση της διακοπής και του λόγου της από το Ελληνικό Δημόσιο.
Η δίκη που διακόπηκε συνεχίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 290 επ. του ΚΠολΔ με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο της "ΕΡΤ Α.Ε." και των θυγατρικών της εκπροσωπούμενο από τον Ειδικό Διαχειριστή". Με τις ανωτέρω παρατεθείσες διατάξεις, μετά την κατάργηση της " ΕΡΤ Α.Ε." και των θυγατρικών της, το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της, περιλαμβανομένων των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, αξιώσεων και υποχρεώσεών της, μεταβιβάσθηκαν αυτοδικαίως στο Ελληνικό Δημόσιο.
Επομένως, βάσει των ανωτέρω διατάξεων, το Δημόσιο κατέστη διάδοχος της καταργηθείσας "ΕΡΤ Α.Ε." και των θυγατρικών της (ΣτΕ 4905/2014) και συγκεκριμένα κατέστη διάδοχος τόσο των απαιτήσεων αυτής και των θυγατρικών της κατά τρίτων, όσο και των υποχρεώσεών τους έναντι τρίτων ακόμη και των επιδίκων. Ειδικότερα, οι υποχρεώσεις της άνω εταιρείας και των θυγατρικών της, παρά τη μεταβολή στο πρόσωπο του οφειλέτη, διατηρούν την ταυτότητά τους και μεταβαίνουν στον τελευταίο με όλα τα μειονεκτήματα και πλεονεκτήματα που είχαν.
Έτσι, μεταβιβάστηκαν στο Δημόσιο σε όποια έκταση ευρίσκοντο κατά το χρόνο δημοσίευσης της άνω ΚΥΑ και επομένως μεταβιβάστηκαν και εξακολούθησαν να υπάρχουν και δικαιώματα παρεπόμενα στις απαιτήσεις των τρίτων κατά των άνω οφειλέτιδων εταιρειών, μεταξύ των οποίων και το δικαίωμα περί παροχής τόκων.
Ειδικότερα, το Δημόσιο κατέστη οφειλέτης και των μέχρι τότε δεδουλευμένων τόκων υπερημερίας επί των απαιτήσεων αυτών, με το ποσοστό τόκου, που ίσχυε για την "ΕΡΤ Α.Ε." και συγκεκριμένα με το εκάστοτε ισχύον για τους ιδιώτες οφειλέτες επιτόκιο και όχι με το ειδικό επιτόκιο 6% ετησίως, που ισχύει, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 21 του δ/τος της 26-6/10-7-1944 περί του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου για το Δημόσιο και με βάση τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 5 του ιδρυτικού της "ΕΡΤ Α.Ε." ν. 1730/1987 επεκτείνεται και σ' αυτή, καθόσον η τελευταία αυτή διάταξη έρχεται σε αντίθεση α) προς το άρθρο 4 παρ.1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, β) προς το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και προς το άρθρ. 1 του πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ ( Ολ ΑΠ 12/2013).
Η υποχρέωση όμως του Δημοσίου προς καταβολή τόκων υπερημερίας για το από την επόμενη ημέρα της δημοσίευσης της άνω ΚΥΑ και εφεξής χρονικό διάστημα, έχουσα, ως αναγκαία προϋπόθεση και την ιδίαν αυτοτελή υπαιτιότητά του για την υπ' αυτού έκτοτε καθυστέρηση της πληρωμής του κεφαλαίου της χρηματικής οφειλής, συνιστά ιδίαν αυτού επιγενόμενη της διαδοχής ενοχή για την καταβολή των εφεξής τόκων υπερημερίας, διακεκριμένη από εκείνη των αρχικών οφειλέτιδων, η οποία διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 21 του δ/τος της 26-6/10-7-1944 περί του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου, σύμφωνα με το οποίο, όπως έχει προαναφερθεί, ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκoς ορίζεται εις 6% ετησίως και αρχίζει από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, ανεξαρτήτως αν πρόκειται περί καταψηφιστικής, που περιορίστηκε σε αναγνωριστική.
Συνεπώς, οι τόκοι υπερημερίας επί απαιτήσεων τρίτων κατά της "ΕΡΤ Α.Ε." και των θυγατρικών της για το από την επόμενη ημέρα της δημοσίευσης της άνω ΚΥΑ και εφεξής χρονικό διάστημα πρέπει να υπολογισθούν με ποσοστό 6% ετησίως. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα:
Η αναιρεσίβλητη με την από 14-2-2006 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΤ Α.Ε.-ΕΡΤ3", ζήτησε, να υποχρεωθεί η τελευταία να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 491.423,37 €, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής, το οποίο αποτελεί υπόλοιπο αμοιβής από την αναφερόμενη στην αγωγή σύμβαση έργου, που καταρτίστηκε μεταξύ τους.
Κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η ενάγουσα περιόρισε το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής σε αναγνωριστικό. Στη συνέχεια, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την υπ' αριθ. 21996/2009 απόφασή του απέρριψε το αίτημα περί τόκων, με την αιτιολογία ότι, μετά τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, αυτή δεν υποχρεούται σε καταβολή τόκων, διότι απολαμβάνει των προνομίων του Δημοσίου και για την έναρξη της τοκογονίας απαιτείται η επίδοση καταψηφιστικής αγωγής και περαιτέρω έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, αναγνώρισε ότι η εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΡΤ Α.Ε.-ΕΡΤ3" οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη το ποσό των 402.458,14€ και καταδίκασε την εναγομένη στη δικαστική δαπάνη της ενάγουσας.
Κατά της απόφασης αυτής (εκτός από την από 6-11-2009 έφεση που άσκησε η εναγομένη, η οποία απορρίφθηκε και δεν ενδιαφέρει) η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης την από 21-9-2009 έφεσή της, παραπονούμενη για την απόρριψη του αιτήματός της περί τοκοδοσίας. Ειδικότερα, προέβαλε, ότι το ειδικό νομικό καθεστώς σε σχέση με την τοκοφορία των οφειλών της εναγομένης "ΕΡΤ Α.Ε.-ΕΡΤ3", που καθιερώθηκε με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 1730/1987 και παραπέμπει στο άρθρο 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου, αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά και στις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του ΠΠΠ αυτής και δεν είναι εφαρμοστέα και συνεπώς η επίδοση της αγωγής της, ανεξάρτητα από τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματός της σε αναγνωριστικό, αποτέλεσε εναρκτήρια όχληση προς τοκοδοσία σε σχέση με την απαίτησή της και ο νόμιμος τόκος, τον οποίο οφείλει η εναγομένη πρέπει να υπολογισθεί με το τρέχον επιτόκιο, που ισχύει για τους ιδιώτες και όχι με 6% ετησίως, που ισχύει για το Δημόσιο, με βάση την άνω διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου.
Μετά την κατάργηση της "ΕΡΤ Α.Ε." και των θυγατρικών της με την υπ' αριθ. ΟΙΚ.2/11-6-2013 κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Κατάργηση της δημόσιας επιχείρησης "Ελληνική Ραδιοφωνία - Τηλεόραση, Ανώνυμη Εταιρεία (ΕΡΤ - Α.Ε.)" (Β' 1414/11.6.2013), το Ελληνικό Δημόσιο κατέστη διάδοχός της εφεσίβλητης "ΕΡΤ Α.Ε.-ΕΡΤ3" και κατά τη συζήτηση της άνω έφεσης στις 20-11-2015, δήλωσε ότι συνεχίζει την άνω εκκρεμή δίκη και με τις από 18-11-2015 έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ζήτησε την απόρριψη της έφεσης, ισχυριζόμενο, ότι η "ΕΡΤ Α.Ε.-ΕΡΤ3" απολαμβάνει των προνομίων του Δημοσίου και συνεπώς ισχύει και γι' αυτή το ειδικό νομικό καθεστώς σε σχέση με την τοκοφορία των οφειλών της, που ορίζεται στο άρθρο 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου και σε κάθε περίπτωση η διάταξη αυτή εφαρμόζεται, διότι μετά την κατάργηση της "ΕΡΤ Α.Ε.- ΕΡΤ3" και την υπεισέλευση αυτού ως διαδόχου στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της, αυτό είναι, που σε περίπτωση ευδοκίμησης της έφεσης, θα κληθεί να καταβάλει τα επιδικασθέντα ποσά.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 332/2016 απόφασή του έκρινε " ότι η επέκταση του άρθρου 21 του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου και στην εταιρεία με την επωνυμία " ΕΡΤ Α.Ε.- ΕΡΤ3", η οποία ορίζει, ότι ανάμεσα στο ουσιαστικά προνόμια του Δημοσίου συγκαταλέγεται και το ποσοστό του τόκου υπερημερίας, που καταβάλλεται από το Δημόσιο και ανέρχεται σε ποσοστό 6%, δηλαδή σε ποσοστό μικρότερο από εκείνο που υποχρεούται να καταβάλει ο οφειλέτης του Δημοσίου και το οποίο ισχύει για όλους τους άλλους διαδίκους, έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά και τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του ΠΠΠ αυτής, ενόψει του ότι γίνεται προσβολή της περιουσίας του δανειστή της "ΕΡΤ Α.Ε.", χωρίς να γίνεται επίκληση σοβαρού λόγου δημοσίου συμφέροντος" και στη συνέχεια, αφού δέχτηκε την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την από 14-2-2006 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά της "ΕΡΤ Α.Ε.- ΕΡΤ3" και αναγνώρισε την υποχρέωση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ως διαδόχου, σύμφωνα με την ΚΥΑ 2/11-6-2013, της εναγομένης "ΕΡΤ Α.Ε.-ΕΡΤ-3", το οποίο συνέχισε τη δίκη, να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη το ποσό των 402.458,14€, με το νόμιμο τόκο, (τον ισχύοντα για όλους τους διαδίκους), (εν.
τους λοιπούς πλην του Ελληνικού Δημοσίου) από την επίδοση της αγωγής και καταδίκασε αυτό στην εν μέρει δικαστική δαπάνη της και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας. Το αναιρεσείον με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το κύριο και το επικουρικό μέρος του, επικαλούμενο πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει, ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις, διότι αναγνώρισε ότι αυτό, το οποίο, διαδέχτηκε, σύμφωνα με την ΚΥΑ 2/11-6-2013 την εναγομένη "ΕΡΤ Α.Ε.- ΕΡΤ3" και συνέχισε τη δίκη, οφείλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 402.458,14€ με το νόμιμο τόκο, τον ισχύοντα για όλους τους διαδίκους, από την επίδοση της αγωγής και εφεξής, ενώ έπρεπε να αναγνωρίσει την υποχρέωση αυτού να καταβάλει το παραπάνω ποσό νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και εφεξής με επιτόκιο 6% ετησίως, που ισχύει γι' αυτό, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου, άλλως και όλως επικουρικώς με το επιτόκιο αυτό από 11-6-2013, που εκδόθηκε η προαναφερόμενη ΚΥΑ και κατέστη αυτό διάδοχος της " ΕΡΤ Α.Ε.- ΕΡΤ3" μέχρι την εξόφληση.
Σύμφωνα, με τα παραπάνω νομικά δεδομένα, ο προαναφερόμενος δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο καταλογίζονται στο εφετείο τα ανωτέρω σφάλματα, είναι αβάσιμος κατά το κύριο μέρος του, καθόσον η ένδικη οφειλή μεταβιβάστηκε στο Δημόσιο σε όποια έκταση βρισκόταν κατά το χρόνο δημοσίευσης της άνω ΚΥΑ και επομένως μεταβιβάστηκαν και εξακολούθησαν να υπάρχουν και δικαιώματα παρεπόμενα στην αντίστοιχη απαίτηση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της άνω οφειλέτιδας εταιρείας, όπως το δικαίωμα περί παροχής τόκων υπερημερίας επ' αυτής από την επίδοση της αγωγής μέχρι και της διαδοχής και με το ποσοστό τόκου, που ίσχυε γι' αυτή και συγκεκριμένα με το εκάστοτε ισχύον για τους ιδιώτες οφειλέτες νόμιμο επιτόκιο.
Αντίθετα είναι βάσιμος κατά το επικουρικό του μέρος, καθόσον η υποχρέωση του Δημοσίου μετά τη διαδοχή, έχουσα ως αναγκαία προϋπόθεση την ιδίαν αυτοτελή υπαιτιότητά του για την υπ' αυτού έκτοτε καθυστέρηση της πληρωμής του κεφαλαίου της χρηματικής οφειλής, συνιστά και ιδίαν αυτού επιγενόμενη της διαδοχής ενοχή για την καταβολή των εφεξής τόκων υπερημερίας, η οποία διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 21 του δ/τος της 26-6/10-7-1944 περί του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου, που ορίζει ότι ο τόκoς ανέρχεται σε ποσοστό 6% ετησίως και αρχίζει από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, ανεξαρτήτως αν πρόκειται περί καταψηφιστικής, που περιορίστηκε σε αναγνωριστική.
Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' αποδοχή του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης, κατά το επικουρικό του μέρος και κατά το κεφάλαιό της με το οποίο, μετά την παραδοχή της έφεσης και την εκδίκασή της αγωγής από το Εφετείο, αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ως διαδόχου της "ΕΡΤ Α.Ε.-ΕΡΤ3" να καταβάλει τόκους υπερημερίας επί του συνολικώς αναγνωρισθέντος αμετακλήτως με την προσβαλλόμενη απόφαση ως οφειλομένου ποσού των 402.458,14, για το χρονικό διάστημα από την επομένη της 11-6-2013 μέχρι την εξόφληση, με το νόμιμο τόκο, που ισχύει για όλους τους άλλους διαδίκους, αλλά και κατά τη διάταξή της περί δικαστικής δαπάνης.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν" συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς, έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 25/2001, ΑΠ 1620/2014).
Τέτοιο δικονομικό έδαφος, για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης επανεκδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο στην ουσία, δεν υπάρχει και στη κρινόμενη περίπτωση. Κατ' ακολουθίαν, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιό της, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και δικασθεί η από 10-2-2006 αγωγή κατά το μέρος αυτό και να αναγνωρισθεί ότι το Ελληνικό Δημόσιο, οφείλει ως διάδοχος της εναγομένης "ΕΡΤ Α.Ε.- ΕΡΤ3", να καταβάλει στην ενάγουσα τόκους επί του αμετακλήτως επιδικασθέντος με την προσβαλλόμενη απόφαση ποσού των 402.458,14€, για το χρονικό διάστημα από την επομένη της 11-6-2013 μέχρι την εξόφληση, προς 6% ετησίως.
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, για όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, πρέπει να συμψηφιστούν, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 22 παρ. 2 του ν. 3693/1957, αλλά και κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 179 ΚΠολΔ, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 332/2016 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό.
Κρατεί την υπόθεση και Δικάζει επί της από 10-2-2006 αγωγής της αναιρεσίβλητης κατά της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΤ Α.Ε.-ΕΡΤ3" κατά το ίδιο μέρος.
Δέχεται αυτή εν μέρει. Αναγνωρίζει ότι το Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχος της "ΕΡΤ Α.Ε.- ΕΡΤ3", οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα τόκους επί του αμετακλήτως επιδικασθέντος ποσού των τετρακοσίων δύο χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα οκτώ ευρώ και δεκατεσσάρων λεπτών (402.458,14), για το χρονικό διάστημα από την επομένη της 11-6-2013 και μέχρι την εξόφληση, προς 6% ετησίως.
Συμψηφίζει τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουλίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ