Legislator Case Law & Legislation
1287/2017 AI generated

1287/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1287/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1287/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε την από 22-12-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, δευτέρου, τρίτου κατά το πρώτο σκέλος του και εβδόμου κατά το τελευταίο σκέλος του λόγων αναίρεσης και την απόρριψη όλων των άλλων λόγων αναίρεσης.

Keywords

AI generated
suspension of unemployment benefits abandonment of employment posted workers detachment redundancy right to disconnect cessation of gainful employment
AI generated
774/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Ερατώ Κολέση, Αρεοπαγίτες.
248/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/4/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1563/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3595/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16/5/2012 αίτησή του.
940/2015
Επειδή, κατά το άρθρο 648 ΑΚ, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να πληρώσει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της συμβάσεως, έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 325 ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στα πλαίσια της εργασιακής συμβάσεως, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ’ εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση όσο διαρκεί η υπερημερία του, για όσο, δηλαδή, δεν καταβάλει τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά. Όμως, το δικαίωμα επισχέσεως της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ.
108/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
115/2017
Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1287 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1287/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βασιλακάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Μ. του Σ. 2) Κ. Κ.-Χ. του Χ., 3) Σ. Σ. του Ι., 4) Α. Π. του Α., 5) Μ. Κ. του Μ., 6) Μ. Ε. του Γ., 7) Σ. Κ., κατοίκων ...ς, 8) Ε. Κ. του Β., κατοίκου ... ..., 9) Π. Τ. του Χ., 10) Κ. Π. του Σ., κατοίκων ... ..., 11) Μ. Λ. του Γ., 12) Κ. Π. του Γ., 13) Σ. Α. του Γ., κατοίκων ... και 14) Θ. Κ. του Α.-Δ., κατοίκου ... ...ς, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Κωστίκα και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-1-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13932/2011 του ίδιου δικαστηρίου και 1711/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-11-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε την από 22-12-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, δευτέρου, τρίτου κατά το πρώτο σκέλος του και εβδόμου κατά το τελευταίο σκέλος του λόγων αναίρεσης και την απόρριψη όλων των άλλων λόγων αναίρεσης.

Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αναιρεσιβλήτων στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 648 Α.Κ. προκύπτει ότι ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές του μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει. Εξάλλου από τις διατάξεις του άρθρου 325 Α.Κ., που εφαρμόζονται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στα πλαίσια της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι υφισταμένης σύμβασης εργασίας, αν ο εργαζόμενος έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την οφειλόμενη από αυτόν παροχή εργασίας, δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του μέχρι ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει.

Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση όσο διαρκεί η υπερημερία του να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά. Το δικαίωμα επίσχεσης δεν χρησιμεύει προς ευθεία ικανοποίηση εκείνου που το ασκεί αλλά μόνο προς εξασφάλιση της ανταπαίτησής του, δηλαδή χρησιμεύει απλώς ως έμμεσος εξαναγκασμός του δανειστή προς εκπλήρωση της οφειλόμενης από αυτόν αντιπαροχής.

Κατ’ ακολουθίαν, αν υφίσταται ασφάλεια ως προς την εκπλήρωση της ανταξίωσής του αίρεται το δικαίωμα περαιτέρω επίσχεσης. Εξ άλλου το δικαίωμα επίσχεσης της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 Α.Κ.

Συνεπώς η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε. Τούτο δε διότι, ενώ κατά κανόνα η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης συνεπάγεται για το δανειστή τη μετάθεση του χρονικού σημείου εκπλήρωσης της οφειλόμενης προς αυτόν παροχής χωρίς κατά τα λοιπά να θίγεται η αξίωσή του, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας η παροχή εργασίας για όσο χρόνο διαρκεί η επίσχεση καθίσταται αδύνατη και ο εργαζόμενος απαλλάσσεται οριστικά.

Η συνέπεια αυτή δεν αποκλείει την επίσχεση εργασίας, λόγω όμως της ιδιοτυπίας της παροχής, πρέπει να ασκείται μέσα στα διαγραφόμενα από το άρθρο 281 Α.Κ. όρια. Διαφορετικά η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη.

Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι’ αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάστακτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη (Α.Π. 116/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη σχετικά με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: "Με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκαν μεταξύ της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας [σημ: εδώ αναιρεσείουσας] και των εναγόντων [σημ:

εδώ αναιρεσιβλήτων], η πρώτη προσέλαβε τους τελευταίους κατά τις αμέσως παρακάτω αναφερόμενες για τον καθένα τους ημερομηνίες, προκειμένου να εργασθούν ως εργατοτεχνίτες, πλην του δέκατου τρίτου, ο οποίος προσελήφθη ως μηχανικός, στο εργοστάσιο παραγωγής και επεξεργασίας υλικού για ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις, που η εναγομένη διατηρεί στη βιομηχανική περιοχή Σίνδου Θεσσαλονίκης:

Την πρώτη ενάγουσα την προσέλαβε η εναγομένη στις 20-3-1989, τη δεύτερη στις 29-5-1995, την τρίτη στις 3-9-1998, την τέταρτη την 1-11-1993, την πέμπτη στις 10-6-1988, την έκτη στις 4-11-1980, την έβδομη στις 8-2-1990, την όγδοη στις 11-5-1995, την ένατη στις 27-5-1996, το δέκατο στις 4-7-1994, την ενδέκατη στις 4-9-1995, το δωδέκατο στις 3-4-1990, το δέκατο τρίτο στις 3-1-2000 και τη δέκατη τέταρτη στις 20-8-1988.

Από τις παραπάνω ημερομηνίες και σε εκτέλεση των συμβάσεών τους οι ενάγοντες παρείχαν την εργασία τους στην επιχείρηση της εναγομένης, αμειβόμενοι με τις εκάστοτε ισχύουσες για τον κλάδο ΣΣΕ χωρίς καθυστερήσεις μέχρι το Σεπτέμβριο του έτους 2008. Από τότε η εναγομένη άρχισε να δείχνει ασυνέπεια ως προς την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών των εναγόντων, άλλοτε καθυστερώντας ολόκληρους μισθούς και άλλοτε καταβάλλοντας διάφορα ποσά έναντι αυτών και μάλιστα σε μη σταθερά ποσοστά (20-30%).

Παράλληλα τους χορηγούσε άδειες άνευ αποδοχών και επέβαλε σ’ αυτούς και εκ περιτροπής εργασία. Η καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων τους ήταν σημαντική για τους ενάγοντες, που όλοι είναι μισθοσυντήρητοι και έχουν οικογενειακές ανάγκες και έτσι προέβησαν στις 2-7-2009 για πρώτη φορά στην άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης της εργασίας τους.

Στη συνέχεια η εναγομένη υποσχέθηκε στους ενάγοντες ότι θα τους καταβάλει τα οφειλόμενα των προηγουμένων μηνών και ότι θα τους καταβάλει πλέον εμπρόθεσμα τις αποδοχές τους. Έτσι οι ενάγοντες επανήλθαν στις 3-7-2009 στην εργασία τους, όμως η εναγομένη δεν τήρησε την υπόσχεσή της, αφού καθυστέρησε να τους καταβάλει και νέες αποδοχές, μέχρι και το μισθό του Σεπτεμβρίου 2009, με αποτέλεσμα αυτοί να της δηλώσουν εγγράφως στις 30-9-2009 ότι από την 1-10-2009 προβαίνουν για το λόγο αυτό σε νέα επίσχεση εργασίας.

Η εναγομένη επικαλείται βέβαια την από 4-7-2009 έγγραφη δήλωσή της προς τους ενάγοντες ότι τα δεδουλευμένα των παρελθόντων μηνών θα τους καταβληθούν σε 4 μηνιαίες δόσεις, αρχής γενομένης από τον Οκτώβριο του 2009, όμως από αυτό δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να συναχθεί ότι οι ενάγοντες είχαν συναινέσει στη συνεχιζόμενη (παρά την υπόσχεση της εναγομένης) καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων τους για τους επόμενους της πρώτης επίσχεσης μήνες.

Θεωρούσαν δε οι ενάγοντες και μάλιστα βάσιμα, αφού η ενάγουσα [σημ: προδήλως εναγομένη] είχε ήδη αθετήσει την υπόσχεσή της ότι θα τους καταβάλει πλέον εμπρόθεσμα τα δεδουλευμένα τους αλλά και για τους λόγους που θα αναφερθούν αναλυτικότερα στη συνέχεια... και έχουν να κάνουν με την εν γένει συμπεριφορά της εναγομένης απέναντι στους ενάγοντες και τις ένδικες απαιτήσεις τους, ότι η εναγομένη δεν είχε πραγματική πρόθεση να τους καταβάλει ούτε τα πριν την πρώτη επίσχεση ούτε και τα μετά από αυτήν δεδουλευμένα τους και είχε ήδη αθετήσει το σύνολο των υποσχέσεών της προς αυτούς.

Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε, οι ενάγοντες κατά τον παραπάνω κρίσιμο χρόνο της ένδικης (δεύτερης) επίσχεσης εργασίας τους, είχαν ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις σε βάρος της εναγομένης για δεδουλευμένους μισθούς των μηνών από το Φεβρουάριο μέχρι τον Ιούνιο του 2009, για δεδουλευμένο μισθό του Σεπτεμβρίου του 2009, για επίδομα αδείας 2009 και για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2009.

Οι παραπάνω απαιτήσεις των εναγόντων αναγνωρίσθηκαν από την εναγομένη ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας, στην οποία προσέφυγαν οι εργαζόμενοι και όπου η εναγομένη είχε καταθέσει σχετική κατάσταση. Η εναγομένη είχε προβεί σε ορισμένες (μικρές) καταβολές προς τους ενάγοντες κατά το χρονικό διάστημα από 6-3-2009 μέχρι 8-10-2009 και έτσι κατά το χρόνο της ένδικης επίσχεσης της εργασίας των εναγόντων παρέμεναν ανεξόφλητα τα εξής ποσά:

Για την πρώτη ενάγουσα είχαν εξοφληθεί πλήρως οι μήνες Φεβρουάριος και Μάρτιος και απέμενε υπόλοιπο Απριλίου 593,63 ευρώ, υπόλοιπο Μαΐου 762,55 ευρώ, υπόλοιπο Ιουνίου 951,11 ευρώ, υπόλοιπο Σεπτεμβρίου 514,06 ευρώ και υπόλοιπο επιδόματος αδείας 657,97 ευρώ και συνολικά απέμενε υπόλοιπο 3.378,21 ευρώ. Για τη δεύτερη ενάγουσα είχε εξοφληθεί πλήρως ο Φεβρουάριος και απέμενε υπόλοιπο Μαρτίου 87,21 ευρώ, υπόλοιπο Απριλίου 711,15 ευρώ, υπόλοιπο Μαΐου 582,52 ευρώ, υπόλοιπο Ιουνίου 733,46 ευρώ, υπόλοιπο Σεπτεμβρίου 472,82 ευρώ, υπόλοιπο επιδόματος αδείας 492,03 ευρώ και συνολικά απέμενε υπόλοιπο 3.079,19 ευρώ.

Για την τρίτη ενάγουσα είχαν εξοφληθεί πλήρως οι μήνες Φεβρουάριος και Μάρτιος και απέμενε υπόλοιπο Απριλίου 677,51 ευρώ, υπόλοιπο Μαΐου 684,71 ευρώ, υπόλοιπο Ιουνίου 814,44 ευρώ, υπόλοιπο Σεπτεμβρίου 475,45 ευρώ, υπόλοιπο επιδόματος αδείας 468,26 ευρώ και συνολικά απέμενε υπόλοιπο 3.120,37 ευρώ. Για την τέταρτη ενάγουσα είχαν εξοφληθεί πλήρως οι μήνες Φεβρουάριος και Μάρτιος και απέμενε υπόλοιπο Απριλίου 588,31 ευρώ, υπόλοιπο Μαΐου 719,18 ευρώ, υπόλοιπο Ιουνίου 681,33 ευρώ, υπόλοιπο Σεπτεμβρίου 414,46 ευρώ, υπόλοιπο επιδόματος αδείας 492,03 ευρώ και συνολικά απέμενε υπόλοιπο 2.985,86 ευρώ.

Για την πέμπτη ενάγουσα είχε εξοφληθεί πλήρως ο Φεβρουάριος και απέμενε υπόλοιπο Μαρτίου 210,13 ευρώ, υπόλοιπο Απριλίου 707,67 ευρώ, υπόλοιπο Μαΐου 829,95 ευρώ, υπόλοιπο Ιουνίου 838,71 ευρώ, υπόλοιπο Σεπτεμβρίου 522,91 ευρώ, υπόλοιπο επιδόματος αδείας 567,67 ευρώ και συνολικά απέμενε υπόλοιπο 3.742,48 ευρώ. Για την έκτη ενάγουσα είχε εξοφληθεί πλήρως ο Φεβρουάριος και απέμενε υπόλοιπο Μαρτίου 115,24 ευρώ, υπόλοιπο Απριλίου 687,53 ευρώ, υπόλοιπο Μαΐου 695,27 ευρώ, υπόλοιπο Ιουνίου 646,72 ευρώ, υπόλοιπο Σεπτεμβρίου 430,54 ευρώ, υπόλοιπο επιδόματος αδείας 507,88 ευρώ και συνολικά απέμενε υπόλοιπο 3.105,26 ευρώ.

Για την έβδομη ενάγουσα είχε εξοφληθεί πλήρως ο Φεβρουάριος και απέμενε υπόλοιπο Μαρτίου 56,11 ευρώ, υπόλοιπο Απριλίου 852,28 ευρώ, υπόλοιπο Μαΐου 549,96 ευρώ, υπόλοιπο Ιουνίου 429,64 ευρώ, υπόλοιπο Σεπτεμβρίου 496,08 ευρώ, υπόλοιπο επιδόματος αδείας 446,64 ευρώ και συνολικά απέμενε υπόλοιπο 2.839,68 ευρώ. Για την όγδοη ενάγουσα είχαν εξοφληθεί πλήρως οι μήνες Φεβρουάριος και Μάρτιος και απέμενε υπόλοιπο Απριλίου 363,12 ευρώ, υπόλοιπο Μαΐου 582,23 ευρώ, υπόλοιπο Ιουνίου 628,06 ευρώ, υπόλοιπο Σεπτεμβρίου 424,32 ευρώ, υπόλοιπο επιδόματος αδείας 425,03 ευρώ και συνολικά απέμενε υπόλοιπο 2.515,69 ευρώ.

Για την ένατη ενάγουσα είχε εξοφληθεί πλήρως ο Φεβρουάριος και απέμενε υπόλοιπο Μαρτίου 58,19 ευρώ, υπόλοιπο Απριλίου 763,26 ευρώ, υπόλοιπο Μαΐου 633,51 ευρώ, υπόλοιπο Ιουνίου 717,44 ευρώ, υπόλοιπο Σεπτεμβρίου 480,84 ευρώ, υπόλοιπο επιδόματος αδείας 496,35 ευρώ και συνολικά απέμενε υπόλοιπο 3.220,78 ευρώ. Για το δέκατο ενάγοντα είχαν εξοφληθεί πλήρως οι μήνες Φεβρουάριος και Μάρτιος και απέμενε υπόλοιπο Απριλίου 803,04 ευρώ, υπόλοιπο Μαΐου 948,98 ευρώ, υπόλοιπο Ιουνίου 990,51 ευρώ, υπόλοιπο Σεπτεμβρίου 505,08 ευρώ, υπόλοιπο επιδόματος αδείας 497,07 ευρώ και συνολικά απέμενε υπόλοιπο 4.028,44 ευρώ.

Για την ενδέκατη ενάγουσα είχαν εξοφληθεί πλήρως οι μήνες Φεβρουάριος, Μάρτιος και το δώρο Πάσχα και απέμενε υπόλοιπο Απριλίου 579 ευρώ, υπόλοιπο Μαΐου 509,43 ευρώ, υπόλοιπο Ιουνίου 418,09 ευρώ, υπόλοιπο Σεπτεμβρίου 449,83 ευρώ, υπόλοιπο επιδόματος αδείας 434,40 ευρώ και συνολικά απέμενε υπόλοιπο 2.494,47 ευρώ. Για το δωδέκατο ενάγοντα είχε εξοφληθεί πλήρως ο Φεβρουάριος και απέμενε υπόλοιπο Μαρτίου 199,17 ευρώ, υπόλοιπο Απριλίου 745,93 ευρώ, υπόλοιπο Μαΐου 856,09 ευρώ, υπόλοιπο Ιουνίου 1.058,64 ευρώ, υπόλοιπο Σεπτεμβρίου 541,43 ευρώ, υπόλοιπο επιδόματος αδείας 553,26 ευρώ και συνολικά απέμενε υπόλοιπο 4.191,39 ευρώ.

Για το δέκατο τρίτο ενάγοντα είχαν εξοφληθεί πλήρως οι μήνες Ιούλιος και Αύγουστος και απέμενε υπόλοιπο Σεπτεμβρίου 743,16 ευρώ, υπόλοιπο επιδόματος αδείας 711,31 ευρώ και συνολικά απέμενε υπόλοιπο 1.454,47 ευρώ. Και για τη δέκατη τέταρτη ενάγουσα είχε εξοφληθεί πλήρως ο Φεβρουάριος και απέμενε υπόλοιπο Μαρτίου 36 ευρώ, υπόλοιπο Απριλίου 497,28 ευρώ, υπόλοιπο Μαΐου 674,81 ευρώ, υπόλοιπο Ιουνίου 632,18 ευρώ, υπόλοιπο Σεπτεμβρίου 461,23 ευρώ, υπόλοιπο επιδόματος αδείας 461,74 ευρώ και συνολικά απέμενε υπόλοιπο 2.859,69 ευρώ.

Ώστε οι ενάγοντες διατηρούσαν τις παραπάνω ληξιπρόθεσμες αξιώσεις κατά της εναγομένης και η επίσχεση εργασίας στην οποία προέβησαν για το λόγο αυτό ήταν κατ’ αρχήν νόμιμη (κατά το άρθρο 325 του Α.Κ.). Η εναγομένη υποστηρίζει βέβαια, προβάλλοντας σχετική νόμιμη από το άρθρο 281 του Α.Κ. ένσταση, ότι η άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων για επίσχεση της εργασίας τους ήταν καταχρηστική.

Ως προς το ζήτημα αυτό προέκυψαν τα εξής: Τα παραπάνω ποσά που η εναγομένη καθυστερούσε να τους καταβάλει ήταν σημαντικά για τους ενάγοντες, που είναι όλοι τους μισθοσυντήρητοι και έχουν οικογενειακές ανάγκες, αναγκάζονταν δε ακόμη και να δανείζονται από τρίτους για να ανταπεξέλθουν στις πιεστικές ανάγκες των ίδιων και των οικογενειών τους, ανάγκες που δεν μπορούσαν να καλυφθούν από τις μερικές καταβολές της εναγομένης.

Ακόμη τα οφειλόμενα ποσά αφορούσαν μεγάλο χρονικό διάστημα και δεν ήταν η πρώτη φορά που καθυστερούσε η καταβολή των δεδουλευμένων τους από την εναγομένη, που μάλιστα είχε χορηγήσει στους ενάγοντες και άδειες άνευ αποδοχών και τους είχε επιβάλει εκ περιτροπής εργασία, δεδομένα που επέτειναν τα οικονομικά προβλήματα που τους δημιουργούσε η καθυστέρηση των δεδουλευμένων τους.

Μάλιστα δικαιολογημένα οι ενάγοντες θεωρούσαν, όταν προέβησαν στην ένδικη επίσχεση εργασίας τους, ότι η εναγομένη δεν είχε πρόθεση να τους καταβάλει τα δεδουλευμένα τους, αφού μέχρι σήμερα εξακολουθεί να τους οφείλει τα δεδουλευμένα των μηνών Φεβρουαρίου-Ιουνίου 2009, καθώς και την αναλογία του δώρου Χριστουγέννων 2009, οφειλές για τις οποίες ο νόμιμος εκπρόσωπός της καταδικάσθηκε σε πρώτο βαθμό με τις προσκομιζόμενες αποφάσεις του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου ...ς (στη συνέχεια οι καταδικαστικές αποφάσεις τέθηκαν στο αρχείο κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των ν. 4043/2012 και 4198/2013).

Η αμέσως παραπάνω παραδοχή ενισχύεται από το ότι η εναγομένη κατά το μήνα Απρίλιο του 2010 υπέβαλε αίτηση για να υπαχθεί στη διαδικασία συνδιαλλαγής των άρθρων 99 επ. του ν. 3588/2007, για την οποία θα γίνει αναλυτικότερα λόγος παρακάτω στην παρούσα απόφαση. Υπό όλα τα παραπάνω δεδομένα, η καθυστέρηση εκπληρώσεως των παραπάνω υποχρεώσεων της εναγομένης εργοδότριας προς τους ενάγοντες εργαζομένους της κρίνεται χρονικά αξιόλογη αλλά και εύλογα σημαντική γι’ αυτούς.

Περαιτέρω προέκυψε ότι η εναγομένη αντιμετώπιζε μεν οικονομικά προβλήματα, που όμως δεν κρίνονται ικανά να άρουν την υπαιτιότητά της για την εκπλήρωση των ένδικων υποχρεώσεών της προς τους ενάγοντες, αφού τα προβλήματα αυτά δεν μπορούν να αποδοθούν ούτε σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ούτε σε πρόσκαιρη δυσπραγία της ούτε σε εξαιρετικά δυσμενείς γι’ αυτήν περιστάσεις.

Ειδικότερα η επικαλούμενη από την εναγομένη οικονομική κρίση, αν και είχε αρχίσει να εκδηλώνεται στην παγκόσμια οικονομία και να επηρεάζει το αντικείμενο της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εναγομένης (που απαιτεί υψηλή τεχνογνωσία και στρέφεται σε σημαντικό ποσοστό προς το εξωτερικό), δεν είχε ακόμη γίνει ιδιαίτερα αισθητή στην Ελλάδα, αφού κατά το έτος 2009 η χώρα δεν είχε εισέλθει ακόμη σε καθεστώς οικονομικής επιτήρησης, και δεν επηρέασε σε τόσο σημαντικό βαθμό τις πωλήσεις της ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ως εξαιρετικά δυσμενής γι’ αυτήν περίσταση.

Βέβαια η εναγομένη παρουσίαζε στον ισολογισμό της του έτους 2009 ζημία 1,5 ευρώ και πτώση του κύκλου εργασιών της σε ποσοστό 40% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Παρόλα αυτά όμως, όπως προκύπτει από τον ίδιο ισολογισμό, διέθετε μετρητά ύψους 157.745 ευρώ, με τα οποία θα μπορούσε να καλύψει τις απαιτήσεις των εναγόντων, ώστε αυτοί να μην προβούν σε επίσχεση εργασίας και να εξακολουθήσουν να παρέχουν την εργασία τους, συμβάλλοντας στην οικονομική της ανάκαμψη, αλλά από δική της υπαιτιότητα δεν το έπραξε διότι δεν είχε πρόθεση να το πράξει.

Περαιτέρω η εναγομένη είχε θυγατρική εταιρεία στα Σκόπια (την "..."), που ναι μεν είχε ιδρυθεί προ δεκαετίας περίπου, όμως κατάφερε, κατά τον κρίσιμο χρόνο που η εναγομένη καθυστερούσε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους ενάγοντες, να μειώσει τις υποχρεώσεις της από τα 4.653.002,73 ευρώ στα 2.075.847,34 ευρώ.

Επομένως η εναγομένη θα μπορούσε με ορθότερη διαχείριση των συνολικών εταιρικών της υποθέσεων (δηλαδή της ίδιας ως μητρικής και της παραπάνω θυγατρικής της), να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της προς τους ενάγοντες, με τις παραπάνω αναφερόμενες θετικές για τη λειτουργία της συνέπειες, όμως από υπαιτιότητά της δεν το έπραξε διότι δεν είχε πρόθεση να το πράξει.

Το ότι η εναγομένη είχε μεν τη δυνατότητα να εκπληρώσει τις παραπάνω υποχρεώσεις της αλλά δεν είχε και τη σχετική πρόθεση, συνάγεται και από το γεγονός ότι μετά την απόλυση των εναγόντων (που έγινε στις 18-12-2009, όπως θα αναφερθεί παρακάτω) και παρόλο που μείωσε το συνολικό αριθμό των εργαζομένων της (από 75 σε 61) προέβη στην πρόσληψη πέντε νέων υπαλλήλων, ακόμη δε και από το ότι, κατά παράβαση της προσωρινής διαταγής που εκδόθηκε μετά από αίτηση των ήδη εναγόντων από τον Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης (και για την οποία θα γίνει λόγος αναλυτικότερα παρακάτω στην παρούσα απόφαση), συνέχισε να φορτώνει και να εκποιεί εμπορεύματά της, καθιστώντας επισφαλή την ικανοποίηση των αξιώσεων των εναγόντων.

Οι παραπάνω παραδοχές ενισχύονται τέλος από το ότι η εναγομένη διαθέτει μεγάλη ακίνητη περιουσία και συνέχισε και μετά την επίσχεση της εργασίας των εναγόντων να λειτουργεί το εργοστάσιό της, ενώ ελάμβανε και δάνεια από διάφορες τράπεζες (όπως η ...) με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου και δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι η εναγομένη υπέβαλε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης...

αίτηση... προκειμένου να υπαχθεί στη διαδικασία συνδιαλλαγής των άρθρων 99 επ. του ν. 3588/2007, αίτηση που έγινε δεκτή με τη... 35080/2010 ήδη τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αφού η μεταγενέστερη αυτή (κατά την 20η Απριλίου 2010 σύμφωνα με την παραπάνω απόφαση) αδυναμία της εναγομένης να πληρώσει τις οφειλές της...

δεν οφείλεται κατά την κρίση του δικαστηρίου σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη δυσπραγία της εναγομένης ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι’ αυτήν περιστάσεις αλλά (οφείλεται) σε δική της υπαιτιότητα βάσει των όσων παραπάνω αναφέρθηκαν για την εν γένει οικονομική της κατάσταση και επιχειρηματική της δραστηριότητα.

Περαιτέρω, ενόψει του ότι η καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων τους ήταν ιδιαίτερα σημαντική για τους ενάγοντες (για όλους τους λόγους που προαναφέρθηκαν) και έγινε υπό τις προεκτεθείσες περιστάσεις, η δε εναγόμενη μπορούσε να αποφύγει τις δυσμενείς για την ίδια επιπτώσεις της επίσχεσης, που από δική της αποκλειστικά υπαιτιότητα (για τους λόγους που επίσης προαναφέρθηκαν) προκάλεσε, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η επίσχεση προξένησε δυσβάστακτη και δυσανάλογη ζημία στην εναγομένη εργοδότρια σε σχέση με το σκοπούμενο από τους ενάγοντες εργαζομένους αποτέλεσμα ούτε βέβαια (ενόψει των προαναφερθέντων για την οικονομική κατάσταση της εναγομένης) να θεωρηθεί ότι αυτή στρεφόταν κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη.

Τέλος το γεγονός ότι οι υπόλοιποι εργαζόμενοι της εναγομένης, στους οποίους αυτή καθυστερούσε επίσης την καταβολή των δεδουλευμένων, επέλεξαν, για τους δικούς τους λόγους, να μη διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους με τον τρόπο που το έπραξαν οι ενάγοντες, δεν αρκεί βέβαια για να καταστήσει καταχρηστική την επιλογή των εναγόντων για επίσχεση της εργασίας τους, που αποτελεί, ενόψει όλων όσων προαναφέρθηκαν, άσκηση νομίμου δικαιώματός τους.

Εφόσον επομένως δεν αποδείχθηκε ότι η καθυστέρηση της εκπληρώσεως της υποχρεώσεως της εναγομένης για πληρωμή των ληξιπρόθεσμων αποδοχών των εναγόντων ήταν χρονικά μη αξιόλογη, ούτε ότι οφειλόταν σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη δυσπραγία της ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι’ αυτήν περιστάσεις, ούτε ότι η επίσχεση της προξένησε δυσβάστακτη και δυσανάλογη ζημία σε σχέση με το σκοπούμενο από τους ενάγοντες αποτέλεσμα, ούτε τέλος ότι η επίσχεση στράφηκε κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη και εφόσον γενικότερα από πουθενά δεν προέκυψε ότι η άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων έγινε εκτός των ορίων της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, ή ότι δεν αποσκοπούσε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε, η άσκηση του δικαιώματος αυτού δεν μπορεί να θεωρηθεί ως καταχρηστική και η παραπάνω ένσταση της εναγομένης πρέπει να απορριφθεί σαν ουσιαστικά αβάσιμη.

Συνακόλουθα και εφόσον η από 1-10-2009 επίσχεση της εργασίας των εναγόντων ήταν νόμιμη και δεν έγινε κατά κατάχρηση του σχετικού τους δικαιώματος, η εναγομένη περιήλθε από τότε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών των εναγόντων και τους οφείλει μισθούς υπερημερίας για όλο το διάστημα της επίσχεσης, δηλαδή μέχρι την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας τους, που έγινε όπως παρακάτω θα εκτεθεί στις 18-12-2009.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι επειδή η εναγομένη εξακολουθούσε να μην καταβάλλει στους ενάγοντες τις δεδουλευμένες αποδοχές τους, αυτοί κατέθεσαν την από 6-11-2009 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, ζητώντας να τους επιδικαστούν προσωρινά απαιτήσεις από καθυστερούμενους μισθούς και υποβάλλοντας παράλληλα αίτημα έκδοσης προσωρινής διαταγής για την απαγόρευση της μεταβολής της νομικής και πραγματικής κατάστασης της περιουσίας της εναγομένης.

Το τελευταίο αυτό αίτημα των ήδη εναγόντων έγινε δεκτό και εκδόθηκε προσωρινή διαταγή σε βάρος της εναγομένης, με την οποία απαγορεύθηκε η μεταβολή της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας της, ενώ στη συνέχεια με τη... 8865/2009 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου η εναγομένη υποχρεώθηκε να τους καταβάλει προσωρινά για δεδουλευμένες αποδοχές και μισθό υπερημερίας (λόγω της επίσχεσης εργασίας) του μηνός Οκτωβρίου 2009 ποσά 6.840,21, 5.956,61, 4.856,84, 6.187,01, 6.523,14, 5.946,50, 5.735,26, 5.029,06, 6.052,96, 6.683,91, 5.097,93, 7.119,87, 6.550,49 και 5.469,43 ευρώ αντίστοιχα και διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας της για να εξασφαλισθούν οι απαιτήσεις των ήδη εναγόντων.

Ωστόσο, η εναγομένη, κατά παράβαση της παραπάνω προσωρινής διαταγής, συνέχισε να φορτώνει και εκποιεί τα εμπορεύματά της, με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να αντιδράσουν πραγματοποιώντας καθιστική διαμαρτυρία. Μετά από αυτό η εναγομένη κατήγγειλε στις 18-10-2009 τις συμβάσεις εργασίας των εναγόντων...". Με βάση αυτές τις παραδοχές (και άλλες που αφορούν την ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων και δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω) το εφετείο απέρριψε την έφεση της εναγομένης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γινει μερικώς δεκτή η αγωγή, είχε αναγνωρισθεί ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων ήταν άκυρη και είχε υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα τα αναφερόμενα ποσά για οφειλόμενες αποδοχές, μισθούς υπερημερίας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Έτσι που έκρινε το εφετείο προέβη σε ορθή εφαρμογή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα - στην εφαρμοσθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., την οποία και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Διέλαβε δε στον υπαγωγικό συλλογισμό του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα της εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της αβασιμότητας της προβληθείσης εκ μέρους της εναγομένης ένστασης καταχρηστικής άσκησης της δεύτερης (αρξαμένης από 1-10-2009) επίσχεσης εργασίας.

Και τούτο διότι οι διαλαμβανόμενες σ’ αυτήν σαφείς παραδοχές ότι συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση: α) χρονικά αξιόλογη και εύλογα σημαντικά καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών των αναιρεσιβλήτων, συνεπεία της οποίας αντιμετώπισαν αυτοί ως μισθοσυντήρητοι πιεστικές οικονομικές ανάγκες τόσο των ιδίων όσο και των οικογενειών τους, οι οποίες δεν μπορούσαν να καλυφθούν από τις μερικές καταβολές της εναγομένης, αντίθετα δε οξύνθηκαν ακόμη περισσότερο από τις επιβληθείσες σ’ αυτούς εκ μέρους της άδειες άνευ αποδοχών και εκ περιτροπής εργασίας και έτσι αναγκάσθηκαν να καταφύγουν σε δανεισμό από τρίτους, γ) υπαιτιότητα προς τούτο της εναγομένης και έλλειψη σοβαρής πρόθεσης αυτής να καλύψει τις ληξιπρόθεσμες και απαιτητές απαιτήσεις των εναγόντων, όπως ειδικότερα αυτές καθορίσθηκαν στην προσβαλλόμενη απόφαση και στις οποίες τελικώς - ως και αμέσως κατωτέρω εκτίθεται - δεν περιλαμβάνονται εκείνες για μισθούς Ιουλίου και Αυγούστου 2009, ως και Φεβρουαρίου και για τους περισσότερους και Μαρτίου 2009, ενώ έχουν αφαιρεθεί όσα έναντι αυτών καταβλήθηκαν από την εναγομένη, σύμφωνα με τα περί όλων των ανωτέρω συνομολογηθέντα από την ίδια και τις οποίες - έτσι διαμορφωθείσες - εξακολουθούσε αυτή να οφείλει μέχρι και το χρόνο εκδίκασης της έφεσης, δ) μη συμμόρφωση της εναγομένης προς την προσωρινή διαταγή του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία απαγορεύθηκε η μεταβολή της νομικής και πραγματικής κατάστασης της περιουσίας της, η οποία (μη συμμόρφωσή της) καθιστούσε επισφαλείς τις εν λόγω ληξιπρόθεσμες αξιώσεις των εναγόντων, ε) μη συνδρομή στη συγκεκριμένη περίπτωση εξαιρετικών, απρόβλεπτων και μη αντιμετωπίσιμων περιστάσεων ή αντιξοοτήτων σε σχέση με τις εν λόγω αξιώσεις των εναγόντων ούτε δυσβάστακτης και δυσανάλογης ζημίας της εργοδότριας από την εν λόγω επίσχεση εργασίας και τέλος στ) άσκηση του δικαιώματος αυτού των εναγόντων εντός των διαγραφομένων από τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.

ορίων, καταφάσκουν την παραδοχή της αβασιμότητας της προβληθείσας εκ μέρους της εναγομένης ένστασης καταχρηστικής άσκησης του κατά την 30-9-2009 ασκηθέντος και από 1-10-2009 αρξαμένου δικαιώματος επίσχεσης της εργασίας των εναγόντων. Συνακόλουθα οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της υπό κρίση αίτησης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.

α και 19 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Με τις λοιπές διαλαμβανόμενους στους λόγους αυτούς αιτιάσεις και υπό την επίφαση των ρηθεισών αναιρετικών πλημμελειών, πλήττεται απαραδέκτως η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο ουσίας (561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους και συγκεκριμένα της Στυλιανής Γιαννούκου, Αρεοπαγίτου, υπό τις εκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διέλαβε δε σ’ αυτήν (προσβαλλόμενη) ασαφείς, ελλειπείς και κατά ένα μέρος αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της αβασιμότητας της προβληθείσας εκ μέρους της εναγομένης ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως της δεύτερης επίσχεσης εργασίας.

Και τούτο διότι: α) διέλαβε αντιφατική αιτιολογία αναφορικά με τη γενόμενη δεκτή υπαιτιότητα της εναγομένης, δεχόμενο αφενός μεν εμφάνιση ζημίας στον ισολογισμό του 2009, πτώση κύκλου εργασιών 40%, επιβολή εκ περιτροπής εργασίας στους μισθωτούς, χορήγηση εβδομαδιαίων αδειών άνευ αποδοχών σ’ αυτούς, (υποβολή εν τέλει αίτησης κατ’ άρθρο 99 επ.

ν. 3588/2007) και αφετέρου έλλειψη αντιξοοτήτων, πρόσκαιρης δυσπραξίας, απρόβλεπτων περιστάσεων και δυσμενών γι’ αυτήν περιστάσεων, β) διέλαβε ασαφή αιτιολογία ως προς το αξιόχρεο ή μη αυτής, δεχόμενο αφενός "ότι η εναγομένη διαθέτει μεγάλη ακίνητη περιουσία και συνέχισε μετά την επίσχεση της εργασίας των εναγόντων να λειτουργεί το εργοστάσιο της..." και αφετέρου ότι η επίσχεση δεν μπορεί "να θεωρηθεί ότι στρεφόταν κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη", ενώ κυρίως ενόψει του ότι, κατά τα εκτεθέντα στην αρχή, το δικαίωμα επισχέσεως δεν χρησιμεύει προς ευθεία ικανοποίηση εκείνου που το ασκεί, αλλά μόνο προς εξασφάλιση της ανταπαιτήσεως του, διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία, ως προς τη διατήρηση του δικαιώματος της επισχέσεως εργασίας, μετά την παραδοχή ότι "με τη 8865/2009 απόφαση η εναγομένη υποχρεώθηκε να καταβάλει προσωρινά για δεδουλευμένες αποδοχές και μισθό υπερημερίας (λόγω της επίσχεσης εργασίας) του μηνός Οκτωβρίου 2009, τα αναφερθέντα, ως άνω ποσά, και διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση της κινητής και ακίνητης περιουσίας της, για να εξασφαλισθούν οι απαιτήσεις των εναγόντων", καθόσον δε αφορά τον δέκατο τρίτο αναιρεσίβλητο -ενάγοντα με τις ρηθείσες παραδοχές έγινε δεκτό ότι "είχαν εξοφληθεί πλήρως οι μήνες Ιούλιος και Αύγουστος και απέμενε υπόλοιπο Σεπτεμβρίου 743,16 ευρώ, υπόλοιπο επιδόματος αδείας 711,31 και συνολικά... 1454,47 ευρώ", σε τρόπο ώστε, ενόψει αυτών, ως προς αυτόν, να καθίσταται ασαφές αν υπήρχε ή όχι κατά τον κρίσιμο χρόνο της δεύτερης επίσχεσης χρονικά αξιόλογη και εύλογα σημαντική καθυστέρηση.

Συνακόλουθα, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικές πλημμέλειες, έπρεπε κατά το μέρος αυτό να γίνουν δεκτοί, ως βάσιμοι.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Επομένως πράγμα υπό την έννοια αυτή είναι και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ. Α.Π. 25/2003). Δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση αποδείξεων (Α.Π. 690/2013).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 25/2003) αλλά και όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.

Α.Π. 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση: Α) Με τον τρίτο κατά το πρώτο σκέλος του λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα πρωτοδίκως και με λόγο έφεσης ισχυρισμό της ότι είχαν εξοφληθεί ολοσχερώς οι απαιτήσεις των εναγόντων για τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο 2009, ότι οι ενάγοντες είχαν δεχθεί τμηματική καταβολή των υπολοίπων αποδοχών παρελθόντων μηνών, αρχής γενομένης από 1-10-2009 έως και το Φεβρουάριο 2010, και ότι η δεύτερη επίσχεση έγινε μόνο για τις αποδοχές Σεπτεμβρίου 2009, όπως προκύπτει την από 30-9-2009 δήλωση επίσχεσης εργασίας τους και από το 392/1-10-2009 δελτίο εργατικής διαφοράς, ο οποίος (ισχυρισμός) αποτελούσε στοιχείο της προβληθείσας εκ μέρους της ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος (της δεύτερης) επίσχεσης εργασίας των εναγόντων.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης προκύπτει ότι ο αναφερόμενος σ’ αυτόν ισχυρισμός της εναγομένης ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν. Ειδικότερα το εφετείο: α) έλαβε υπόψη την από 4-7-2009 έγγραφη δήλωση της εναγομένης προς τους ενάγοντες, με την οποία αυτή υποσχέθηκε να καταβάλει τα δεδουλευμένα παρελθόντων μηνών σε τέσσερεις δόσεις, αρχής γενομένης από τον Οκτώβριο 2009 έως και το Φεβρουάριο 2010 και στην οποία ρητά αναφέρεται, β) δέχθηκε όμως στη συνέχεια με σαφή περί αυτού παραδοχή ότι η εναγομένη αθέτησε στο σύνολό τους τις υποσχέσεις της προς τους ενάγοντες που αφορούσαν τόσο τις οφειλόμενες ληξιπρόθεσμες οφειλές των παρελθόντων μηνών, οι οποίες είχαν καταστεί απαιτητές πριν από την πρώτη επίσχεση, όσο και τις μετ’ αυτήν, στις οποίες δεν συμπεριέλαβε, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, απαιτήσεις των εναγόντων των μηνών Ιουλίου και Αυγούστου 2009.

Επί πλέον αφαίρεσε και τα ποσά που είχαν καταβληθεί σ’ αυτούς τμηματικά καθ’ όλο το ένδικο χρονικό διάστημα, όπως τα ποσά αυτά συνομολογήθηκαν από την ίδια την εναγομένη, σε τρόπο ώστε να μην έχει διαληφθεί τελικά παραδοχή για οφειλόμενες αξιώσεις τόσο των προαναφερθέντων θερινών μηνών, όσο και του μηνός Φεβρουαρίου, αλλά και κατά τις σ’ αυτή διακρίσεις και του μηνός Μαρτίου 2009 για τους περισσότερους ενάγοντες.

Εξ άλλου δεν διέλαβε παραδοχή για οφειλόμενη στους ενάγοντες, κατά το χρόνο της δεύτερης επίσχεσης, αναλογία επιδόματος (δώρου) Χριστουγέννων 2009, που δεν ήταν ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά το χρόνο αυτό, ούτε δέχθηκε ότι η δεύτερη επίσχεση εργασίας έγινε μόνο για τις αποδοχές Σεπτεμβρίου 2009. Β) Με τον τέταρτο κατά το δεύτερο σκέλος του λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ.

β Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη την αντένστασή της ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων δεν ήταν καταχρηστική. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι ο ισχυρισμός τη μη λήψη υπόψη του οποίου αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρεσείουσα συνιστούσε άρνηση της αγωγής και συνακόλουθα δεν αποτελούσε πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ.

β Κ.Πολ.Δ. Γ) Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη το λόγο έφεσής της κατά τον οποίο, όπως κατά λέξη αναγράφεται στο αναιρετήριο, "τα περιστατικά που συνέθεταν την συμπεριφορά των αντιδίκων με την τέλεση πράξεων που δικαιολογημένα θεωρούσαμε παράνομες και η άσκηση εκ μέρους μας μηνύσεων συνιστούν περιστατικά δυσμενούς εξέλιξης της σύμβασής μας με τους αντιδίκους, που επέφεραν ανεπανόρθωτο κλονισμό στις σχέσεις εμπιστοσύνης μεταξύ μας και κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη η συνέχιση της μεταξύ μας σύμβασης εργασίας παρίστατο για την εταιρία μας κατ’ αντικειμενική κρίση αδύνατη και δεν καθίστατο καταχρηστική εκ μέρους μας η άσκηση του δικαιώματος να καταγγείλουμε τις συμβάσεις εργασίας των αντιδίκων".

Και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, πέραν του ότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται παραδεκτή προβολή του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), κυρίως διότι ο ισχυρισμός τη μη λήψη υπόψη του οποίου αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρεσείουσα συνιστούσε άρνηση της βάσης της αγωγής για καταχρηστική άσκηση της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων και συνακόλουθα δεν αποτελούσε πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ.

β Κ.Πολ.Δ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 104/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους τρίτο κατά το δεύτερο σκέλος του, κατά την επιτρεπτή νοηματική του απόδοση και τέταρτο κατά το τρίτο σκέλος του λόγους αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη:

α) τις 35080/2010 και 22054/2010 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, τις οποίες αυτή επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιον του εφετείου για την απόδειξη της βασιμότητας της ένστασής της για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης της εργασίας των εναγόντων και ειδικότερα του επί μέρους ισχυρισμού της ότι η μη καταβολή των αποδοχών των εναγόντων οφειλόταν σε αντικειμενική αδυναμία της προς τούτο και β) την 1042/2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο διευθύνων σύμβουλος αυτής κρίθηκε αθώος για ψευδή καταμήνυση σε βάρος των εναγόντων και την οποία αυτή παραδεκτά επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιον του εφετείου για την ανταπόδειξη κατά του αγωγικού ισχυρισμού ότι η εκ μέρους της καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων ήταν καταχρηστική.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι διότι από την περιεχόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση ρητή βεβαίωση ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του και "από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, άλλα από τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα, όπως τα έγγραφα των ποινικών δικογραφιών που σχηματίσθηκαν σε σχέση με την ένδικη υπόθεση, για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", σε συνδυασμό προς τις παραδοχές της προσβαλλομένης, στις οποίες γίνεται και ειδική αναφορά της πρώτης από τις πιο πάνω αποφάσεις, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το εφετείο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα προαναφερόμενα έγγραφα.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθεται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (Ολ. Α.Π. 20/2005) και δεν αρκεί αποσπασματική παράθεση αυτών (Α.Π. 625/2016).

Εξ άλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών (άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των παραπάνω, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις.

Τέλος η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ. Α.Π. 20/2005). Στην προκειμένη περίπτωση: Α) Με τον τέταρτο κατά το πρώτο σκέλος του λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.

και συγκεκριμένα ότι το εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο το δεύτερο λόγο έφεσής της, κατά τον οποίο: "Η εκκαλουμένη έσφαλε δεχθείσα ως άκυρες τις από 18-12-2009 καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των αντιδίκων λόγω μη καταβολής αποζημίωσης, επειδή προηγήθηκαν μηνύσεις σε βάρος αυτών" με ανεπαρκείς αιτιολογίες, παραβιάζοντας εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 του β.δ.

της 16-7-1920 και 281 Α.Κ. Για τη θεμελίωση όμως του λόγου αυτού παρατίθενται μόνο οι πραγματικοί ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, η άποψή της για την έννοια των διατάξεων που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν και η καταληκτική κρίση του εφετείου, χωρίς να παρατίθενται πλήρως (παρά μόνο αποσπασματικά) τα πραγματικά περιστατικά (παραδοχές) που δέχθηκε το δικαστήριο προκειμένου να στηρίξει την κρίση του για τη συνδρομή των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε.

Έτσι όμως δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης από την άποψη της επικαλούμενης εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 6 του β.δ. της 16-7-1920 και 281 Α.Κ. Συνακόλουθα ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας. Με τις λοιπές διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις και υπό την επίφαση της ίδιας αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται απαραδέκτως η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Β) Με τον έκτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι: "Με τις παραπάνω παραδοχές της που προσβάλλονται βέβαια με τους παραπάνω λόγους, ως προς τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ως προς τις συνθήκες που προηγήθηκαν της καταγγελίας της σύμβασης, εσφαλμένα τα υπήγαγε στην έννοια της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος καταγγελίας της σύμβασης εργασίας εκ μέρους μας και συνεπώς ψευδώς ερμήνευσε και εφάρμοσε στη συγκεκριμένη περίπτωση την αόριστη νομική έννοια "της κατάχρησης δικαιώματος"".

Και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας προεχόντως διότι δεν παρατέθηκαν στο αναιρετήριο τα πραγματικά περιστατικά (παραδοχές) που δέχθηκε το δικαστήριο προκειμένου να στηρίξει την κρίση του για την ακυρότητα της καταγγελίας των ενδίκων συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθότητα ή μη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης από την άποψη της ευθείας παραβίασης της διάταξης του άρθρου 281 Α.Κ., σε κάθε δε περίπτωση διότι δεν προσδιορίζεται σαφώς σ’ αυτόν σε τι συνίσταται η παραβίαση του προαναφερθέντος κανόνα δικαίου ούτε η επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό της προσβαλλομένης.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου κώδικα, έγγραφο περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.

Α.Π. 1/1999, Α.Π. 824/2010). Στην προκειμένη περίπτωση με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, κατά την επιτρεπτή νοηματική του απόδοση, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ισολογισμού της του έτους 2009, δεχόμενο ότι από αυτόν προέκυπτε ότι, όπως κατά λέξη αναγράφεται στο αναιρετήριο, "είχαμε καταθέσεις σε μετρητά 157.745 ευρώ, ενώ στα αποτελέσματα της κλεισμένης χρήσεως, δηλαδή στις 31-12-2009 αναφέρεται στη στήλη διαθέσιμα "καταθέσεις όψεως και προθεσμίας" που είναι εντελώς διάφορο από ύπαρξη μετρητών, αφού αφορούν εξόφληση προγενέστερων ανειλημμένων υποχρεώσεων και στην πραγματικότητα δεν υπήρχαν τα μετρητά και σε κάθε περίπτωση η καταγραφή της ύπαρξης αφορά την 31-12-2009 και όχι ολόκληρο το έτος από τον Φεβρουάριο μέχρι Σεπτέμβριο του 2009...", καθώς και ότι αναφερόταν σ’ αυτόν ως ζημία της 1,5 ευρώ, αντί του ορθού 1.500.769,77 ευρώ.

Με αυτό το περιεχόμενο ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά μεν το πρώτο σκέλος του διότι με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένη ανάγνωση αλλά εσφαλμένη εκτίμηση του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, κατά δε το δεύτερο σκέλος του διότι η ίδια η αναιρεσείουσα δέχεται με το αναιρετήριο (σελ. 26 αυτού) ότι: "από παραδρομή αναφέρεται 1,5 ευρώ, πλην όμως προκύπτει το 1,5 εκατομμύριο ευρώ από τον επικαλούμενο ισολογισμό".

Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-11-2014 αίτηση για αναίρεση της 1711/2014 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουλίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ