1287/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/11/2010 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 194/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 587/2013 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/3/2014 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1287/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τον συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ ΑΠ 27 28/1998).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1287 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1287/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αθανάσιο Καγκάνη, και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Απριλίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ταούλα και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Γ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Ζαφειρόπουλο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/11/2010 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 194/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 587/2013 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/3/2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 21/11/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αναίρεση. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 12-3-2014 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, υπ’ αριθ. 587/2013 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε εν μέρει κατ’ ουσία την από 28-12-2012 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ’ αριθ. 194/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, η οποία είχε απορρίψει ως κατ’ ουσία αβάσιμη την από 4-11-2010 ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά της υπ’ αριθ. 472/2010 δ/γης πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
Από το άρθρο 10 παρ. 1 του Ν 3887/2010 (Μεταβίβαση Φ.Δ.Χ.), προκύπτει ότι, "1.Φ.Δ.Χ. αυτοκίνητα κάθε κατηγορίας που κυκλοφόρησαν πριν την έναρξη εφαρμογής του ν. 3887/2010, επιτρέπεται να μεταβιβάζονται δια πράξεως εν ζωή ή με κληρονομικό δικαίωμα με την άδεια τους σε όλες τις μεταφορικές επιχειρήσεις οι οποίες πληρούν τις διατάξεις του Κανονισμού 1071/2009, με την καταβολή φόρου που ανέρχεται σε 2% επί της αξίας του οχήματος. Ο φόρος καταβάλλεται πριν από την υπογραφή της πράξης μεταβίβασης της αδείας. Ως αξία του οχήματος για τον προσδιορισμό της υπεραξίας κατά τη μεταβίβαση του, λογίζεται η πραγματική αξία πώλησης αυτού, η οποία αναγράφεται στο προβλεπόμενο στοιχείο του Κ.Β.Σ..". Στο δε άρθρο 14 παρ. 7 και 8 προβλέπεται ότι: "7. Για τη Χορήγηση αδειών κυκλοφορίας Φ.Δ.Χ. οι ενδιαφερόμενες µμεταφορικές εταιρείες καταβάλλουν εφάπαξ υπέρ του Δημοσίου ειδική εισφορά ανάλογα µε την κατηγορία και το µικτό βάρος του φορτηγού οχήματος ως εξής: α. Δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ για τον πρώτο τόνο. β. Δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ για κάθε επόµενο και µέχρι επτά τόνους. γ. Χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ για κάθε επόµενο και µέχρι τους σαράντα τόνους. 8. [Η παράγραφος 8 καταργήθηκε με την παράγραφο 7 άρθρου 5 Ν.4038/2012,ΦΕΚ Α 14/2.2.2012.".
Η γενική ρήτρα του άρθρ. 288 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή, που απορρέουν από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, όταν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων αυτών κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την τυχόν προβλεπόμενη ειδική προστασία, λειτουργεί δε όχι μόνο ως συμπληρωματική, αλλά και ως διορθωτική ρήτρα των δικαιοπρακτικών βουλήσεων στις περιπτώσεις που εξ αιτίας ειδικών συνθηκών μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης των συμβατικών παροχών στο συμφωνημένο μέτρο και έγιναν δυσβάστακτες για τον οφειλέτη ή το δανειστή.
Αντίθετα έτσι με τη ρήτρα του άρθρ. 200 ΑΚ που αναφέρεται στην ερμηνεία των συμβάσεων, όταν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων δεν είναι σαφείς, επιβάλλοντας ως ερμηνευτικά κριτήρια την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη με στόχο την ανεύρεση του αποφασιστικού νοήματος των δηλώσεων βουλήσεως, δηλαδή τον καθορισμό της ενυπάρχουσας στη σύμβαση αυτόνομης δικαιοπρακτικής ρύθμισης, η εφαρμογή της ρήτρας του άρθρ. 288 ΑΚ έπεται της ερμηνείας της δικαιοπραξίας με στόχο την προσαρμογή της στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης, επιβάλλοντας στα μέρη ετερόνομη ρύθμιση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους, όταν κατά τα παραπάνω χρειάζεται να συμπληρωθούν ή να διορθωθούν για να μην προκαλούνται στο ένα μέρος δυσβάστακτες συνέπειες από τη λειτουργία του ενοχικού δεσμού (πρβλ.
ΑΠ 911/1980,ΝοΒ 1981.291? Σταθόπουλος, ΓενΕνοχΔ[2004] §5 αριθ.50 σ. 229). Παρέχεται έτσι τότε στο δικαστήριο η δυνατότητα, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, να αποκλίνει από τα συμφωνηθέντα και να επαναπροσδιορίσει τις οφειλόμενες παροχές, αυξάνοντας ή ανάλογα μειώνοντας το συμφωνημένο μέγεθός τους, ώστε αυτές να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης κατά το χρόνο της εκπλήρωσής τους (Ολ ΑΠ 927/1982, ΝοΒ 1983.214? 9/1997, ΕλλΔνη 1997.767? ΑΠ 1570/1983, ΝοΒ 1984.1356? 1346/1993, ΕλλΔνη 1994.1597? 63/2000, ΕλλΔνη 2000.759? 756/2003? 398/2008).
Η ρήτρα της καλόπιστης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη εκπλήρωσης των παροχών είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς δεν επιτρέπεται παραίτηση απ’ αυτή, είτε ρητή είτε σιωπηρή. Δεν αποτελεί όμως παραίτηση η ειδικότερη συμφωνία σε αμφοτεροβαρή σύμβαση, με την οποία προβλέπεται η εκπλήρωση των παροχών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκαν, ακόμη και σε περίπτωση συγκεκριμένης μελλοντικής μεταβολής των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης, διότι τότε με την ειδική αυτή συμφωνία, που βρίσκεται μέσα στα όρια της ελευθερίας των συμβάσεων και δεν αντίκειται χωρίς άλλο στη συναλλακτική καλή πίστη και εντιμότητα, αναλαμβάνεται από τον οφειλέτη ο σχετικός κίνδυνος και τονίζεται η ευθύνη του για την πιστή και στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση εκπλήρωση της παροχής του (ΑΠ 16/1983, ΝοΒ 1983.1368).
Όμως και στην περίπτωση αυτή που προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών, στις οποίες τα μέρη στήριξαν τη σύμβασή τους, η ρήτρα του άρθρ. 288 ΑΚ επεμβαίνει και πάλι διορθωτικά, αλλιώς θα υπήρχε ανεπίτρεπτη απ’ αυτή παραίτηση, αν η μεταβολή που επήλθε είναι τόσο μεγάλη, ώστε η εκπλήρωση πλέον της παροχής ενός των μερών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκε, να συνεπάγεται υπέρβαση του κινδύνου ζημιάς που το μέρος αυτό πρόβλεψε και ανέλαβε, συνιστώντας στην περίπτωση αυτή η εμμονή στη συμφωνηθείσα εκπλήρωση της παροχής συμπεριφορά αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές (ΑΠ 187/1990, ΝοΒ 1991.913).
Συνεπώς η ρήτρα του άρθρ. 288 ΑΚ εφαρμόζεται και μάλιστα πολύ περισσότερο και όταν από υπαιτιότητα των μερών, κοινή ή μόνο του οφειλέτη ή του δανειστή, δεν προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης, ενώ η ανυπαίτια έλλειψη πρόβλεψης επισύρει την εφαρμογή του άρθρ. 388 ΑΚ με τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων που το άρθρο αυτό απαιτεί. Δηλαδή το άρθρ.288 ΑΚ εφαρμόζεται στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ειδικότερης διάταξης του άρθρ. 388 ΑΚ, που απαιτεί η εκ των υστέρων μεταβολή των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης, στις οποίες κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη από κοινού τα μέρη στήριξαν τη σύναψή της (ΑΠ 1038/1998, ΕλλΔνη 1998.1591), να οφείλεται σε λόγους έκτακτους, αλλά και απρόβλεπτους χωρίς όμως υπαιτιότητα των μερών, προκειμένου αυτή να μπορεί να αναπροσαρμοσθεί ή να λυθεί εξ ολοκλήρου από το δικαστήριο κατά το μέρος που δεν εκτελέσθηκε ακόμη, εφόσον από τη παραπάνω μεταβολή η παροχή του οφειλέτη, εν όψει και της αντιπαροχής, έγινε υπέρμετρα επαχθής (Ολ ΑΠ 927/1982? ΑΠ 1570/1983? 398/2008? 1290/2011? Σταθόπουλος, ό.π., αριθ. 28,42,70,71 σ. 212,222-223, 238-240).
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με τον συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ ΑΠ 27 28/1998).
Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 288 του ΑΚ, που ορίζει ότι "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", θεσπίζεται υπέρ του οφειλέτου και του δανειστού κανόνας αναγκαστικού δικαίου, με τον οποίο προσδιορίζεται ο τρόπος εκπληρώσεως της παροχής, κατά συνέπεια δε και το μέγεθος αυτής, όπως απαιτεί η καλή πίστη, δηλαδή η επιβαλλομένη, σε χρηστό και εχέφρονα άνθρωπο, ευθύνη στις συναλλαγές, σύμφωνα και με τα συναλλακτικά ήθη.
Λειτουργεί δε ως συμπληρωματική των δικαιοπρακτικών βουλήσεων ρήτρα και ως διορθωτική αυτών, στις περιπτώσεις που λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, συμπεριλαμβανομένων και των θεμελιωδών νομοθετικών μεταβολών, που επήλθαν μετά την υπογραφή της συμβάσεως, μετεβλήθησαν οι προϋποθέσεις εκπληρώσεως των συμβατικών παροχών στο συμφωνημένο μέτρο, και παρέχει στο δικαστήριο τη δυνατότητα, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, κατ` απόκλιση από τα συμφωνημένα, να προσδιορίζει την παροχή που πρέπει να εκπληρωθεί, αυξομειώνοντας και διαμορφώνοντας το συμφωνημένο μέγεθος της, έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών (Ολ ΑΠ 927/1982 ΑΠ 524/2008).
Τέτοια περίπτωση συντρέχει όταν, μετά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας (ετεροβαρούς ή αμφοτεροβαρούς), επέρχεται μεταβολή των συνθηκών, η οποία δεν συγκεντρώνει μεν τους όρους του άρθρου 388 του ΑΚ, καθιστά όμως, την εκπλήρωση της παροχής, για κάποιο εκ των συμβαλλομένων μερών, ιδιαιτέρως επαχθή, σε βαθμό, όμως, τέτοιο, ώστε να υπερβαίνεται ο, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κίνδυνος που μπορούσε να αναλάβει το συμβαλλόμενο αυτό μέρος (ΑΠ 466/2013).
Τέλος, με τις διατάξεις των άρθρων 10, 14 του Ν. 3887/2010, 18 του Ν. 3888/2010 και 5 παρ. 6 Ν. 4038/2012, περί απελευθέρωσης των αδειών φορτηγών αυτοκινήτων ΔΧ και αποσβέσως της αξίας των αδειών τους, ρυθμίσθηκε η έκδοση νέων αδειών των φορτηγών Δημόσιας Χρήσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, μεταξύ άλλων και τα εξής : "...Στην προκειμένη περίπτωση με το λόγο της κρινόμενης ανακοπής, ο ανακόπτων ζητούσε την ακύρωση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, καθόσον εκδόθηκε αυτή χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 623 επ.
του ΚΠολΔ, επειδή μετά την κατάρτιση της σύμβασης πώλησης και τη μεταβίβαση σε αυτόν της κυριότητας του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΔΧΦ αυτοκινήτου και της επαγγελματικής άδειας κυκλοφορίας του από τον καθ’ ου η ανακοπή, επήλθε απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών, αναγόμενη στη μεταβολή του νομοθετικού καθεστώτος που διέπει τη δυνατότητα και τη διαδικασία της έκδοσης άδειας κυκλοφορίας των ΔΧΦ αυτοκινήτων, η οποία επέφερε σημαντική μείωση του κόστους έκδοσής της, με αποτέλεσμα η καταβολή του ποσού της επιταγής, με βάση την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής και την οποία ο ανακόπτων παρέδωσε στον καθ’ ου η ανακοπή- πωλητή προς κάλυψη μέρους του συμφωνηθέντος τιμήματος της πώλησης, να παρίσταται ενόψει και της αντιπαροχής υπέρμετρα επαχθής και αντικείμενη στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη άγουσα στη λύση της σύμβασης πώλησης αναφορικά με το μη καταβληθέν μέρος του τιμήματος, για το οποίο εκδόθηκε η εν λόγω επιταγή, άλλως στην αναγωγή του συμφωνηθέντος τιμήματος στο μέτρο που αρμόζει με την απομείωσή του κατά το υπέρμετρα επαχθές μέρος αυτού, στο οποίο περιλαμβάνεται το ποσό της επίδικης επιταγής.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε ως μη νόμιμο τον λόγο αυτό με το αιτιολογικό ότι η διάταξη τού άρθρου 388 ΑΚ, τη συνδρομή των προϋποθέσεων της οποίας επικαλείται ο ανακόπτων, δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο οφειλέτης έχει λάβει την αντιπαροχή, εν προκειμένω δε κατά τα διαλαμβανόμενα από τον ανακόπτοντα στα πλαίσια του κρινόμενου λόγου ανακοπής ο καθ’ ου η ανακοπή - πωλητής εκπλήρωσε την παροχή του, καθώς μεταβίβασε κατά κυριότητα στον ίδιο (ανακόπτοντα) τόσο το με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΔΧΦ αυτοκίνητο όσο και την επαγγελματική άδεια κυκλοφορίας του, που αποτέλεσαν αντικείμενο της καταρτισθείσας μεταξύ αυτού και του καθ’ ου σύμβασης πώλησης, για την κάλυψη δε μέρους του συμφωνηθέντος τιμήματος της εν λόγω πώλησης εκδόθηκε από τον ανακόπτοντα και παραδόθηκε στον καθ’ ου η ανακοπή - πωλητή η επίδικη επιταγή, άλλωστε δε ο ανακόπτων δεν επικαλείται ειδικότερη συμφωνία παρακράτησης της κυριότητας των πωληθέντων από τον καθ’ ου μέχρι την πληρωμή της επιταγής.
Περαιτέρω το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι και υπό τα εκτιθέμενα στα πλαίσια του κρινόμενου λόγου πραγματικά περιστατικά η καταβολή του υπολοίπου του συμφωνηθέντος τιμήματος της πώλησης, για την κάλυψη του οποίου παραδόθηκε στον καθ’ ου η επίδικη επιταγή, δεν αντίκειται στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ, τη συνδρομή των προϋποθέσεων της οποίας ο ανακόπτων επικουρικά επικαλείται, αφού ο ανακόπτων δεν συνδυάζει τη μείωση του τιμήματος των πωληθέντων και μεταβιβασθέντων ως άνω ΔΧΦ αυτοκινήτου και της επαγγελματικής άδειας κυκλοφορίας του, στην οποία κατατείνει η υπ’ αυτού αιτούμενη ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, με έναν από τους προβλεπόμενους στη διάταξη του άρθρου 540 ΑΚ λόγους (πραγματικό ελάττωμα, έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας), πού του παρέχουν το συναφές δικαίωμα ως προβλεπόμενη παρεχόμενη από το νόμο ειδική προστασία του αγοραστή, η οποία προηγείται της παρεχόμενης προστασίας με τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, ώστε η εκπλήρωση της σύμβασης από τον καθ’ ου η ανακοπή - πωλητή αντιβαίνουσα στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη να επισύρει την αναγωγή του τιμήματος στο προσήκον μέτρο.
Επιπλέον, ο ανακόπτων αιτούμενος την κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ αναπροσαρμογή τού τιμήματος της πώλησης δεν επικαλείται ταυτόχρονα ότι η εκπλήρωση της παροχής του συνιστάμενης στην καταβολή του υπολοίπου τιμήματος, όπως συμφωνήθηκε, μετά την επέλευση της μεταβολής του νομοθετικού καθεστώτος αναφορικά με τη δυνατότητα και τη διαδικασία της έκδοσης άδειας κυκλοφορίας των ΔΧΦ αυτοκινήτων, η οποία επέφερε σημαντική μείωση του κόστους έκδοσής της, συνεπάγεται υπέρβαση του με βάση την υπ’ αυτού γενόμενη πρόβλεψη κινδύνου επιχειρηματικής ζημίας που ανέλαβε κατά την κατάρτιση της πώλησης, ώστε να καθιστά την εμμονή στη συμφωνηθείσα εκπλήρωση αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές, καθώς δεν επικαλείται οικονομική ζημία από την κατά προορισμό επαγγελματική χρήση του μεταβιβασθέντος ΔΧΦ αυτοκινήτου με τη μορφή της απώλειας του προσδοκώμενου κέρδους συναρτώμενη με την επελθούσα νομοθετική μεταβολή και γι’ αυτό το λόγο πρέπει ο κρινόμενος λόγος ανακοπής να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος .
Κατά της εν λόγω απορριπτικής και εκκαλούμενης απόφασης ο ανακόπτων αποδίδει πλημμέλεια, επειδή αυτή απέρριψε τον ισχυρισμό του περί εφαρμογής εν προκειμένω της διατάξεως του άρθρου 388 ΑΚ, καθόσον μετά τη νομοθετική μεταβολή του καθεστώτος που διέπει τη διαδικασία έκδοσης άδειας κυκλοφορίας των ΔΧΦ αυτοκινήτων, επήλθε σημαντική μείωση του κόστους έκδοσής της, με αποτέλεσμα η καταβολή του ποσού της επιταγής, με βάση την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής και την οποία ο ανακόπτων παρέδωσε στον καθ’ ου η ανακοπή-πωλητή προς κάλυψη μέρους του συμφωνηθέντος τιμήματος της πώλησης, να παρίσταται ενόψει και της αντιπαροχής υπέρμετρα επαχθής και αντικείμενη στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη άγουσα στη λύση της σύμβασης πώλησης αναφορικά με το μη καταβληθέν μέρος του τιμήματος, για το οποίο εκδόθηκε η εν λόγω επιταγή.
Υπό τα εκτιθέμενα όμως πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, ο ισχυρισμός του ανακόπτοντος, που προέβαλε πρωτοδίκως ως λόγο ανακοπής και αποτελεί λόγο εφέσεως, δεν εμπίπτει στην έννοια της μεταγενέστερης μεταβολής των συνθηκών των περιστατικών στα οποία στήριξαν τα μέρη τη σύναψη της αμφοτεροβαρούς σύμβασης που απαιτείται ως προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρου 388 ΑΚ, καθόσον ο τελευταίος δεν ισχυρίζεται ότι τα μέρη στήριξαν τη σύναψη της συμβάσεως πώλησης του φορτηγού στο νομικό καθεστώς που ίσχυε κατά το χρόνο σύναψης της εν λόγω σύμβασης πώλησης για τη μεταβίβαση των ΔΧΦ αυτοκινήτων και της άδειας αυτών δηλαδή ότι απετέλεσε αυτό το νομικό γεγονός το θεμέλιο της εν λόγω σύμβασης, όπως απαιτείται από το άρθρο 388 ΑΚ ως προϋπόθεση για την εφαρμογή του, και ότι αυτό το μεταβληθέν νομικό γεγονός ήταν τόσο ουσιώδες, ώστε αν οι συμβαλλόμενοι προέβλεπαν τη μεταβολή δεν θα κατάρτιζαν κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη την υπόψη σύμβαση ή θα την κατάρτιζαν με διαφορετικό περιεχόμενο, μολονότι οι αλλαγές στο εν λόγω νομικό καθεστώς, όπως ισχυρίζεται και ο ίδιος επήλθαν μεταγενέστερα της κατάρτισης της σύμβασης πώλησης του φορτηγού, γεγονός που αποτελεί και αυτό προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρου 388 ΑΚ.
Επομένως πρέπει ο λόγος αυτός ως προς τον συγκεκριμένο ισχυρισμό του να απορριφθεί ως μη νόμιμος. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση τον απέρριψε ως μη νόμιμο αν και με διαφορετική αιτιολογία, η οποία παραδεκτά συμπληρώνεται εν προκειμένω με την προαναφερόμενη, σύμφωνα με το άρθρο 534 ΚΠολΔ, ορθά εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τα όσα ισχυρίζεται ο ανακόπτων σχετικά με την εφαρμογή εν προκειμένω του άρθρου 388 ΑΚ, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο εκκαλών στην κρινόμενη έφεση του απορριπτέα κρίνονται ως αβάσιμα. ... ... ...
Τον Νοέμβριο ταυ 2009 ο ανακόπτων συνήψε με τον νυν εφεσίβλητο -καθ’ ου η ανακοπή στην Λεπτοκαρυά Πιερίας σύμβαση πωλήσεως, βάσει της οποίας αυτός του μεταβίβασε κατά κυριότητα, το υπ’ αριθμ κυκλοφορίας ... ΦΔΧ φορτηγό αυτοκίνητο δημοσίας χρήσεως-εκκενώσεως βόθρων ιδιοκτησίας του, μάρκας Mercedes, και την επαγγελματική άδεια κυκλοφορίας του εν λόγω αυτοκινήτου.
Εκδόθηκε μάλιστα από τον καθ’ ου, νυν εφεσίβλητο το υπ’ αριθμ. …17-11-2009 δελτίο αποστολής - τιμολόγιο πωλήσεως, στο οποίο αναφέρεται ως τίμημα μεταβιβάσεως του ως άνω αυτοκινήτου και της αδείας το ποσό των 15.000 Ευρώ, πλέον ΦΠΑ 2.850 ευρώ, ήτοι συνολικά 17.850 ευρώ. Περαιτέρω όμως - και πέραν του ποσού των 17.850 Ευρώ, που επισήμως αναγράφηκε στο τιμολόγιο-, συμφωνήθηκε άτυπα μεταξύ του ανακόπτοντα και του καθ’ ου η ανακοπή να του καταβάλει επί πλέον 125.000 ευρώ, ως αντιπαροχή για την μεταβίβαση σ’ αυτόν της επαγγελματικής άδειας κυκλοφορίας του.
Στα πλαίσια της όλης συμφωνίας ο ανακόπτων κατέβαλε στον καθ’ ου 10.000 ευρώ μετρητά την 11-11-2009 και 90.000 ευρώ με την υπ’ αριθμ ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ, και επίσης τον ΦΠΑ των 2.850 ευρώ σε μετρητά. Για το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τότε τιμήματος της άδειας κυκλοφορίας των 40.000 ευρώ, εξέδωσε ο ανακόπτων και επέδωσε στον καθ’ ου την μεταχρονολογημένη υπ’ αριθ. ...
επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ, σε χρέωση του υπ’ αριθμ. ... λογαριασμού του, που φέρει ημερομηνία εκδόσεως 30-9-2010 αυτήν δηλαδή βάσει της οποίας εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής. Τούτο δε συνέβη επειδή τα τελευταία χρόνια πριν το 2010 δεν εκδίδονταν πλέον νέες άδειες σε υποψηφίους ιδιοκτήτες ΦΔΧ, με αποτέλεσμα για να μπορέσει κάποιος να εισέλθει στο συγκεκριμένο επάγγελμα του αυτοκινητιστή να πρέπει να αποκτήσει με αγοραπωλησία μόνο ήδη υφιστάμενη άδεια από παλιούς αυτοκινητιστές και μάλιστα έναντι αδρού τιμήματος, λόγω της περιορισμένης προσφοράς και της μεγάλης ζητήσεως, όπως αναφέρει και ο ανακόπτων στην υπό κρίση ανακοπή του.
Από το καλοκαίρι του 2010 πληροφορήθηκε ο ανακόπτων ότι υπήρχε σχέδιο απελευθέρωσης του κλειστού επαγγέλματος των ιδιοκτητών φορτηγών δημοσίας χρήσεως ώστε κάθε ενδιαφερόμενος να μπορεί πλέον να αποκτήσει ελεύθερα και χωρίς κόστος επαγγελματική άδεια κυκλοφορίας ΦΔΧ, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να καταβάλει ειδική εισφορά υπέρ του δημοσίου όπως συνέβαινε παλαιότερα.
Μόλις δε κατέστη ευρέως γνωστό ότι επίκειται η απελευθέρωση του επαγγέλματος, τούτο είχε ως πρακτικό αποτέλεσμα να πάψει η άδεια κυκλοφορίας ενός τέτοιου οχήματος να έχει αγοραία αξία αφού σε λίγο διάστημα αυτή θα μπορούσε πλέον να αποκτάται ελεύθερα. Εν όψει όλων αυτών και πριν πληρωθεί η εκκρεμούσα επιταγή των 40.000 Ευρώ και ολοκληρωθεί η συναλλαγή- ο ανακόπτων απέστειλε στον καθ’ ου την από 17-09-2010 εξώδικη δήλωσή -πρόσκλησή του..., με την οποία του δήλωσε ότι προτίθεται να ανακαλέσει την επιταγή γιατί λόγω της επικείμενης απελευθέρωσης του κλειστού επαγγέλματος του αυτοκινητιστή, οι επικρατούσες στο χώρο συνθήκες ανταγωνιστικότητας άλλαξαν δραματικά, με αποτέλεσμα τον ουσιαστικό μηδενισμό της αξίας της άδειας κυκλοφορίας, αφού ουδείς αγοράζει τέτοια άδεια λόγω του αναμενόμενου νέου νόμου σύμφωνα με τον οποίο η χορήγηση νέων αδειών θα είναι πλέον ελεύθερη.
Κατόπιν αυτών συνέχισε ο ανακόπτων στην εξώδικη δήλωση του "ότι πρέπει να προστατεύσω τα έννομα συμφέροντά μου, τα οποία θίγονται βαρέως από την συγκεκριμένη εξέλιξη, αφού πλέον έχω στην κατοχή μου ένα παμπάλαιο αυτοκίνητο και με άδεια που δεν αξίζει ούτε ένα Ευρώ. Πιο συγκεκριμένα η συμφωνηθείσα και μη εισέτι εκπληρωθείσα παροχή μου, ως αγοραστή, έγινε υπέρμετρα επαχθής, λόγω της ως άνω απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών, με αποτέλεσμα να είναι τελείως ασύμφορη για μένα η εκτέλεση της μεταξύ μας συμβάσεως" Γι’ αυτό το λόγο ζητούσε τη λύση της σύμβασης πώλησης και την επιστροφή στον καθ’ ου της κυριότητας του αυτοκινήτου με την άδειά του καθώς και την επιστροφή στον ίδιο του ποσού που προκατέβαλε, με την αφαίρεση βεβαίως και παρακράτηση εκ μέρους του καθού ενός ευλόγου ποσού ως αποζημιώσεως του για την περίοδο που χρησιμοποίησε αυτοκινήτου του και της αδείας του, να συμφωνήσουν την συστατική μείωση του τιμήματος της ως άνω αγοραπωλησίας, έτσι ώστε αυτό να περιορισθεί στην αξία του αυτοκινήτου και όχι φυσικά της αδείας, που είναι μηδενική.
Ακόμη του δήλωνε ότι παρά το γεγονός πως δεν υπάρχει πρόβλημα ελλείψεως κεφαλαίων από τον τραπεζικό λογαριασμό στον οποίο σύρονταν η επιταγή ότι, προτίθεται να ανακαλέσει και να μην πληρώσει την επιταγή, αφού θεωρεί ότι πλέον δεν οφείλει το ποσόν της. Μετά από την επίδοση της ως άνω εξωδίκου και την επακολουθήσασα ανάκληση της επιταγής από τον ανακόπτοντα στην αρμόδια τράπεζα, ο καθ’ ου εμφάνισε προς πληρωμή την ως άνω επιταγή και επειδή αυτή, λόγω της ανακλήσεώς της, δεν πληρώθηκε, την σφράγισε και προέβη στην έκδοση και κοινοποίηση στον ανακόπτοντα της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, με επιταγή προς εκτέλεση.
Λίγες ημέρες μετά την επίδοση της εξωδίκου του ανακόπτοντα ψηφίστηκε ο υπ’ αριθμ. 3887/2010 νόμος περί οδικών εμπορευματικών μεταφορών, που τέθηκε σε ισχύ την 30ή Σεπτεμβρίου 2010 (ημέρα φερομένης εκδόσεως της μεταχρονολογημένης- επιταγής των 40.000 Ευρώ). Σύμφωνα με τον νόμο αυτό ... ... ... Επειδή μετά την ισχύ του εν λόγω νόμου απελευθερώθηκε ο αριθμός χορηγούμενων αδειών φορτηγών ΔΧ.
και στο εξής θα χορηγούνται άδειες σε όλους όσους πληρούν τις απαιτούμενες από το νόμο προϋποθέσεις και θα αξιολογείται, δηλαδή, πλέον η νομιμότητα των ενδιαφερομένων και όχι η σκοπιμότητα, με τον ίδιο νόμο για την ομαλή μετάβαση στο νέο πλαίσιο οδικών εμπορευματικών μεταφορών, όπως αυτό καθιερώθηκε με το νόμο αυτό (ν. 3887/2010), και για την αντιστάθμιση της απώλειας κεφαλαίου που προκύπτει για τους ιδιοκτήτες αυτοκινήτων Φ.Δ.Χ.
με την απελευθέρωση της αγοράς και τη μείωση της εμπορικής αξίας των αδειών τους, με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 18 του ν. 3888/2010 (ΦΕΚ 175Α730.9.2010) ρυθμίζονται τα θέματα των αποσβέσεων της αξίας των αδειών αυτών. Ειδικότερα, με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 18 του ν. 3888/2010 ορίζεται, ότι όσοι επαγγελματίες κατέχουν άδειες κυκλοφορίας των αυτοκινήτων (Φ.Δ.Χ.), όπως αυτές 28η σελίδα της υπ’ αριθμ. 587/2013 απόφασης προβλέπονται στα άρθρα 2 και 14 του ν. 3887/2010 δηλαδή κατέχουν άδειες Φ.Δ.Χ.
πριν τη δημοσίευση του ν.3887/2010 (ήτοι πριν τις 30.09.2010) και ανεξάρτητα εάν πρόκειται για ατομικές εκμεταλλεύσεις, κοινωνίες συνεκμετάλλευσης, εκμεταλλεύσεις ή επιχειρήσεις άλλης νομικής μορφής, μπορούν, κατ’ επιλογήν, να αποσβέσουν την αξία των πιο πάνω αδειών, ισόποσα, σε χρονικό διάστημα από τρία (3) έως και επτά (7) έτη, με έναρξη ισχύος το έτος 2010.
Επομένως, με τις πιο πάνω διατάξεις αναγνωρίζεται ισόποση κατ’ έτος μείωση των καθαρών κερδών των επαγγελματιών που κατέχουν τις άδειες των οδικών μεταφορών Φ.Δ.Χ Εθνικών, Διεθνών, Νομαρχιακών και Βυτιοφόρων, από 3 έως και 7 έτη, κατ’ επιλογήν, στα ποσά της αξίας αυτών, δίνοντας στους μεταφορείς τη δυνατότητα να επιλέξουν εάν θα αποσβέσουν την οριζόμενη αξία της άδειας που κατέχουν σε 3, 4, 5, 6 ή 7 έτη, αντίστοιχα..
Για το σκοπό αυτό και προκειμένου να εξευρεθεί ενιαίος τρόπος υπολογισμού της αξίας των πιο πάνω αδειών, λαμβάνεται υπόψη το μικτό βάρος του Φ.Δ.Χ. αυτοκινήτου το οποίο αναγράφεται στην άδεια κυκλοφορίας του. Η απόσβεση της αξίας των αδειών Φ.Δ.Χ. δεν αφορά στο λογιστικό προσδιορισμό των κερδών των υπαγόμενων επαγγελματιών ή επιχειρήσεων, αφού οι αναγνωριζόμενες αποσβέσεις υπολογίζονται επί τεκμαρτής αξίας της άδειας, όπως αυτή προκύπτει με βάση τις διατάξεις της παρ. 7 του άρθρου 14 του ν. 3887/2010 και όχι επί πραγματικής βάσεως (κόστους αγοράς).
Κατόπιν των ανωτέρω, η έκπτωση των υπόψη αποσβέσεων θα γίνεται με την αναμόρφωση των αποτελεσμάτων κατά την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος των επιχειρήσεων ή επαγγελματιών που κατέχουν άδειες πριν από τη δημοσίευση του ν. 3887/2010 (30.09.2010) (βλ σχετικά ΠΟΑ....: Όροι μεταβίβασης Φορτηγών αυτοκινήτων Δημόσιας Χρήσης (ΦΔΧ), αποσβέσεις κ.α.
του υπουργείου Οικονομικών).Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα το δικαστήριο κρίνει ότι ο ανακόπτων αγοράζοντας την άδεια κυκλοφορίας και το φορτηγό σε περίοδο που δεν εκδιδόταν νέες άδειες σε υποψηφίους ιδιοκτήτες ΦΔΧ, με αποτέλεσμα για να μπορέσει κάποιος να εισέλθει στο συγκεκριμένο επάγγελμα του αυτοκινητιστή να πρέπει να αποκτήσει με αγοραπωλησία μόνο ήδη υφιστάμενη άδεια από παλιούς αυτοκινητιστές και μάλιστα έναντι αδρού τιμήματος, λόγω της περιορισμένης προσφοράς και της μεγάλης ζητήσεως, όπως έπραξε και ο ίδιος, η αξία της οποίας μηδενίστηκε κατά τα προαναφερόμενα μετά την αλλαγή του νομικού καθεστώτος για την έκδοση αδειών κυκλοφορίας ΔΧΦ αυτοκινήτων, και εξαιτίας της οποίας αγοράς οφείλει στον καθ’ ου το ποσό για το οποίο εκείνος εξέδωσε σε βάρος του την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, προέβη σε ενέργειες από τις οποίες δεν συνεπάγεται υπέρβαση του κινδύνου ζημιάς που πρόβλεψε και ανέλαβε, γιατί αν συνέβαινε το αντίθετο τότε η εμμονή στη συμφωνηθείσα εκπλήρωση της παροχής συνιστά συμπεριφορά αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές, δεν ανακύπτει δε παράβαση του άρθ. 288 ΑΚ στην προκειμένη περίπτωση, η οποία υφίσταται μόνον όταν κάποια σύμβαση, εκ των υστέρων σκοπούμενη παρουσιάζει κενά, τα οποία δεν προείδαν τα συμβαλλόμενα μέρη, η συνδρομή δε της προϋπόθεσης αυτής αποκλείεται, όταν η δυσβάστακτη παροχή, ανήκει στο πλαίσιο του κινδύνου που με τη σύμβαση ανέλαβε ο υπόχρεος.
Ως εκ τούτου το δικαστήριο δεν μπορεί εν προκειμένω να προσδιορίσει την παροχή με περιστολή, ώστε να είναι σύμφωνη με το περί δικαίου συναίσθημα και να επέρχεται εξ ισορρόπηση των δικαιολογημένων προσδοκιών των συμβαλλομένων, χωρίς να παραγνωρίζεται, αλλά να συνδυάζεται και η αρχή pacta sunt servanda, λαμβανομένης υπόψη και της ασφάλειας των συναλλαγών. ... ... ...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές και τις προεκτεθείσες σχετικές διατάξεις και νομικές σκέψεις, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο και συγκεκριμένα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 388 και 288 του ΑΚ και 10, 14 του Ν. 3887/2010, 18 παρ. 1 του Ν. 3888/2010 και 5 παρ. 6 Ν. 4038/2012 και συνεπώς δεν υπέπεσε στις εκ των διατάξεων του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβιάσεως των διατάξεων τούτων, όπως αβασίμως διατείνεται ο αναιρεσείων με τους υπό στοιχ. (Α), (Β) και (Γ)(1)(2) λόγους της αιτήσεώς του, που αφορούν την απορριφθείσα ανακοπή του.
Επομένως οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως τυγχάνουν αβάσιμοι. Ειδικότερα, όπως ανέλεγκτα δέχθηκε και η προσβαλλόμενη, ουδόλως προέκυψε ότι δικαιοπρακτικό θεμέλιο της επίδικης σύμβασης αγοραπωλησίας του φορτηγού αυτοκινήτου και της αδείας του δημοσίας χρήσεως, για τα συμβαλλόμενα μέρη ήταν κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης, ότι δεν θα μεταβληθεί το νομικό καθεστώς που ίσχυε τότε και διείπε τις συμβάσεις αγοραπωλησιών τούτων, ούτε η διαμόρφωση για οποιονδήποτε λόγο άλλης αξίας τούτων (φορτηγού και αδείας) μικρότερης ή μεγαλύτερης της συμφωνηθείσας και οποιασδήποτε διακυμάνσεως, η οποία άλλωστε σύμβαση ήδη είχε συντελεσθεί με την παράδοση του φορτηγού αυτοκινήτου μετά της αδείας του εκ μέρους του πωλητή και την καταβολή του τιμήματος εκ μέρους του αγοραστή, έστω και εν μέρει με επιταγές (μεταχρονολογημένες) οι οποίες δόθηκαν για την εξόφληση τούτου.
Άλλωστε, το συμφωνηθέν τίμημα μεταξύ των διαδίκων ήταν το εύλογο κατά τον χρόνο της σύναψης της σύμβασης και επί πλέον μετά την νομοθετική μεταβολή που επήλθε στο νομικό καθεστώς των φορτηγών ΔΧ και των αδειών τους, η οποία ουσιαστικά εκμηδένισε την αξία τους, προβλέφθηκε από το νέο νομικό καθεστώς, συγκεκριμένη χρονικά και ποσοτικά δυνατότητα απόσβεσης της αξίας των αδειών αυτών, μέσω φορολογικών ελαφρύνσεων, από τους ιδιοκτήτες τους από την όποια προκύπτουσα ζημία λόγω της επελθούσας νομοθετικής μεταβολής, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι’ αυτά. Ο λόγος αυτός αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τους ισχυρισμούς αυτούς ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη για τη βασιμότητά τους.
Ειδικότερα δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 273/2011 ΑΠ 700/2009 ΑΠ 259/2007 ΑΠ 2031/2007). Για να είναι δε ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδραση αυτού στο διατακτικό της απόφασης.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό πόρισμά του στα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν οι διάδικοι και αναφέρονται σ’ αυτή, άσχετα αν είναι ορθή ή εσφαλμένη η σχετική ουσιαστική κρίση του, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την κατά τα ανωτέρω, παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης πλέον των παραπάνω και τα εξής κρίσιμα: "...Περαιτέρω πρέπει να αναφερθεί ότι ο νομοθέτης όπως αναφέρθηκε και παραπάνω για την ομαλή μετάβαση στο νέο πλαίσιο οδικών εμπορευματικών μεταφορών, όπως αυτό καθιερώθηκε με το νόμο αυτό (ν. 3887/2010) και για την αντιστάθμιση της απώλειας κεφαλαίου που προκύπτει για τους ιδιοκτήτες αυτοκινήτων Φ.Δ.Χ.
με την απελευθέρωση της αγοράς και τη μείωση της εμπορικής αξίας των αδειών τους, με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 18 του ν. 3888/2010 ρύθμισε τα θέματα των αποσβέσεων της αξίας των αδειών αυτών και ως εκ τούτου ρυθμίσθηκε με τις διατάξεις αυτές η απώλεια κεφαλαίου που προέκυψε για τον ανακόπτοντα ιδιοκτήτη αυτοκινήτου Φ.Δ.Χ.
με την απελευθέρωση της αγοράς και τη μείωση της εμπορικής αξίας της άδειας που αγόρασε από τον καθ’ ου και επομένως και για τον λόγο αυτόν δεν ανακύπτει στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογής του αρθ. 288 ΑΚ, αφού η τυχόν ζημία του από τη μείωση της εμπορικής αξίας της άδειας που αγόρασε από τον καθού η ανακοπή, θα αντισταθμισθεί με την εφαρμογή της διατάξεως του προαναφερόμενου άρθρου 18 του ν. 3888/2010. ....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ούτω και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την προσβαλλόμενη 472/2010 δ/γη πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης. Με το υπό στοιχ. (Γ)(3) λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιάται ο αναιρεσείων την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος, κατ’ εκτίμηση, ότι το Εφετείο με εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που τέθηκαν στη διάθεσή του, χωρίς να διαθέτει ή και να διατάξει αποδείξεις σχετικά με τα εισοδήματά του για τα συγκεκριμένα οικονομικά έτη και αν στις οικείες φορολογικές δηλώσεις του χρησιμοποίηση το δικαίωμα αποσβέσεως και εν τέλει αν υπήρξε φορολογική του απαλλαγή λόγω των αποσβέσεων αυτών και συνεπώς, στην ουσία, χωρίς απόδειξη κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του.
Έτσι διατυπωμένος ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού με πρόσχημα πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα επιχειρεί να πλήξει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης (άρθρο 561§1 ΚΠολΔ), σε σχέση με την οποία όμως και αντίθετα με όσα αυτή υποστηρίζει, το Εφετείο αξιολόγησε αναλυτικά τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.
Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου κατά την αναιρετική δίκη (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το παράβολο, που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-3-2014 αίτηση του Κ. Α. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 587/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα με τα υπ’ αριθ. 1614757, 1614758 και 1614759 παράβολα του Δημοσίου, καθώς και τα παράβολα ΤΑΧΔΙΚ 073126, 073127 και 073128/2014, όπως αυτά ειδικότερα αναφέρονται στην καταχωρημένη στο τέλος του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης υπ’ αριθ. 57/20-3-2014 βεβαίωση της γραμματέως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ