Legislator Case Law & Legislation
1287/2014 AI generated

1287/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1287/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1287/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στα πλαίσια της σχέσης αυτής, οι διάδικοι ήλθαν κατ' επανάληψη σε σαρκική συνάφεια μεταξύ τους. Μάλιστα, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας απόδειξης, το Πάσχα του έτους 2008 οι διάδικοι έδωσαν μεταξύ τους υπόσχεση γάμου. Στις 12-4-2009 και ενώ είχε διακοπεί ο αισθηματικός τους δεσμός, η ενάγουσα γέννησε ένα θήλυ τέκνο, το οποίο έλαβε το όνομα Π. - Β..

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1287 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1287/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσίβλητης: Κ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Φραγκανδρέα, ο οποίος ανεκάλεσε τη δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 121/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 282/2012 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 22-10-2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 10-9-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την 3737/20-3-2013 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας Αμαλιάδας ..., την οποία προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσίβλητη, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης μαζί με κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσείοντα νια την αρχική δικάσιμο της 23-9-2013, οπότε και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας με επισημείωση στο πινάκιο, που επείχε θέση κλητεύσεώς του. Αφού λοιπόν ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα χωρήσει ως να ήταν και αυτός παρών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ.

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 282/2012 απόφαση του Εφετείου Πατρών, το οποίο, δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών που αφορούν σχέσεις γονέων και τέκνων, απέρριψε την από 5-12-2011 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 121/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας. Με την απόφαση αυτή είχε γίνει δεκτή η από 27-7-2009 αγωγή της αναιρεσίβλητης και είχε αναγνωρισθεί ότι το τέκνο που γέννησε η τελευταία στις 12-4-2009 έχει ως πατέρα τον αναιρεσείοντα. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως δημιουργείται όταν το δικαστήριο αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που του προσδίδει ο νόμος και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά το νόμο αποδεικτικά μέσα.

Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 339,107, 340, 341 και 393 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι για την απόδειξη πραγματικών γεγονότων, για την οποία ο νόμος δεν προβλέπει κάποιο περιορισμό ως προς τα αποδεικτικά μέσα, με μόνη εξαίρεση τα επικουρικά, δηλαδή τον όρκο (άρθρο 421§ 3 ΚΠολΔ, που ήδη καταργήθηκε με το άρθρο 14§1 του ν. 2915/2001 και ισχύει από 1.1.2002 κατ' άρθρο 15 ν. 2943/2001) και την εξέταση των διαδίκων (άρθρο 415 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν επιτρέπεται στο δικαστή να περιορίσει αυτά και να μορφώσει έτσι τη δικανική του πεποίθηση από ένα ή και περισσότερα αποδεικτικά μέσα, κατ' επιλογή του και κατ' αποκλεισμό έστω και ενός, στη χρήση του οποίου είχε δικαίωμα ο διάδικος.

Η έκθεση της πραγματογνωμοσύνης που διατάσσεται ως αποδεικτικό μέσο κατά το άρθρο 368 ΚΠολΔ, είτε όταν το δικαστήριο κρίνει ότι τα αποδεικτέα θέματα απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, τη γνώμη προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, είτε υποχρεωτικά, ύστερα από αίτηση κάποιου από τους διαδίκους, όταν κατά την κρίση του δικαστηρίου για την απόδειξη ορισμένου θέματος χρειάζονται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, εκτιμάται σύμφωνα με το άρθρο 387 ΚΠολΔ ελευθέρως και δεν έχει αυξημένη έναντι των άλλων αποδεικτικών μέσων δύναμη, που να δεσμεύει το δικαστήριο να δεχθεί την απόδειξη που προκύπτει από αυτήν.

Η με την τελευταία αυτή διάταξη καθιερούμενη αρχή, ως προς την αποδεικτική δύναμη της πραγματογνωμοσύνης, ισχύει και όταν διατάσσεται ως αποδεικτικό μέσο η εξέταση, από ειδικούς επιστήμονες, του αίματος εκείνου ο οποίος φέρεται στη δίκη της αναγνωρίσεως της πατρότητας τέκνου, που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του, ως πατέρας αυτού, εις τρόπον ώστε το πόρισμα της εξετάσεως αυτής, που θα εκτιμηθεί ελεύθερα, σε συνδυασμό με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, να οδηγήσει το δικαστήριο στο σχηματισμό δικανικής πεποίθησης για την αμφισβητούμενη πατρότητα.

Με τα δεδομένα αυτά το, (με τη διάταξη του άρθρου 615 § 1 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 39 του ν. 1329/1983 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 5 § 2 ν. 3089/2002, που ορίζει ότι: "Αν στις διαφορές της πρώτης παραγράφου του προηγούμενου άρθρου", στις οποίες περιλαμβάνεται και η αναγνώριση της πατρότητας, "ένας διάδικος, χωρίς να έχει ειδικούς λόγους υγείας, αρνείται να υποβληθεί στις πρόσφορες ιατρικές εξετάσεις με γενικά αναγνωρισμένες επιστημονικές μεθόδους, που του επιβλήθηκαν από το δικαστήριο ως αποδεικτικό μέσο για τη διαπίστωση της πατρότητας, οι ισχυρισμοί του αντιδίκου του λογίζονται ότι έχουν αποδειχθεί"), καθιερούμενο αμάχητο τεκμήριο για την απόδειξη των ισχυρισμών του αντιδίκου εκείνου που αρνήθηκε χωρίς να συντρέχουν δικαιολογητικοί της αρνήσεως λόγοι, να υποβληθεί στις εξετάσεις που διατάχθηκαν από το δικαστήριο, πρόδηλη έχει την έννοια, όταν εκείνος που αρνήθηκε είναι ο φερόμενος ως πατέρας εναγόμενος, ότι λογίζονται ότι έχουν αποδειχθεί οι ισχυρισμοί του αντιδίκου του, όχι για την πατρότητα του εναγομένου, αλλά για την ύπαρξη στο αίμα του τελευταίου στοιχείων τα οποία καθιστούν, κατά την επιστήμη, πιθανή ή σφόδρα πιθανή την πατρότητά του.

Τεκμαίρεται δηλαδή αμαχήτως, από την άρνηση εκείνου, που υποχρεώθηκε σε εξετάσεις, να υποβληθεί σ' αυτές, ό,τι ευνοϊκό για τον αντίδικό του θα περιείχε η έκθεση των ιατρών αν η πραγματογνωμοσύνη που διατάχθηκε γινόταν κανονικά. Από το στοιχείο δε αυτό, συνεκτιμώμενο ελεύθερα μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, μπορεί το δικαστήριο να οδηγηθεί σε θετική ή αρνητική για την πατρότητα του εναγομένου κρίση, αναλόγως αν από τις άλλες αποδείξεις προκύπτει ή όχι η έλλειψη αναγκαίας για την πατρότητα προϋποθέσεως (Ολ.ΑΠ 32/1990).

Περαιτέρω με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 615 § 1 ΚΠολΔ, υπαγορευθείσα τόσο από την ανάγκη προστασίας της γενετικής ταυτότητας του προσώπου, όπως προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 5 εδ.α' του Συντάγματος, αλλά και στην προστασία της προσωπικότητάς του, όπως καθιερώνεται με τη διάταξη της παρ. 1 του ίδιου άρθρου (5 του Συντάγματος), δεν επιβάλλεται περιορισμός στο δικαστήριο να διατάξει πραγματογνωμοσύνη, ωστόσο η μη δικαιολογημένη άρνηση του φερόμενου ως πατέρα εναγομένου, να υποβληθεί στις εξετάσεις που διατάχθηκαν από το δικαστήριο, δημιουργεί το τεκμήριο, χωρίς να μεταβάλλει το βάρος αποδείξεως της ιστορικής βάσεως της αγωγής, που φέρει ο ενάγων.

Ενόψει δε των όσων προαναφέρθηκαν για την αιτιολόγηση της θέσπισης του αμάχητου τεκμηρίου του άρθρ. 615 παρ.1 του ΚΠολΔ και τις προϋποθέσεις εφαρμογής του δεν παραβιάζεται με αυτήν η διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος για την παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια (ΑΠ 908/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 282/2012 απόφαση του Εφετείου Πατρών, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι το καλοκαίρι του έτους 2007 συνήψαν ερωτική σχέση, η οποία διήρκεσε μέχρι τον Δεκέμβριο του έτους 2008, οπότε και διεκόπη.

Στα πλαίσια της σχέσης αυτής, οι διάδικοι ήλθαν κατ' επανάληψη σε σαρκική συνάφεια μεταξύ τους. Μάλιστα, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας απόδειξης, το Πάσχα του έτους 2008 οι διάδικοι έδωσαν μεταξύ τους υπόσχεση γάμου. Στις 12-4-2009 και ενώ είχε διακοπεί ο αισθηματικός τους δεσμός, η ενάγουσα γέννησε ένα θήλυ τέκνο, το οποίο έλαβε το όνομα Π. - Β..

Το τέκνο αυτό είναι καρπός της παραπάνω σχέσης των διαδίκων, που διήρκεσε ... μέχρι το Δεκέμβριο του έτους 2008, αφού συνελήφθη από τη σαρκική συνάφεια, που είχε η ενάγουσα με τον εναγόμενο κατά το χρονικό διάστημα που περιλαμβάνεται ανάμεσα στην τριακοστή (ενν. τριακοσιοστή) και την εκατοστή ογδοηκοστή ημέρα πριν από τον τοκετό, δηλαδή (από 12-6-2008 μέχρι 12-10-2008).

Τα παραπάνω προκύπτουν από τη σαφή και πειστική κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, ο οποίος είναι πατέρας της ενάγουσας και έχει προσωπική αντίληψη για όσα καταθέτει. Οι ισχυρισμοί του εναγομένου ότι η σχέση του με την ενάγουσα έχει διακοπεί από τον Απρίλιο του έτους 2008 και ότι το ανήλικο τέκνο δεν έχει συλληφθεί από αυτόν, καθόσον ο ίδιος έχει νοσήσει από "όρχεο επιδιδυμίτιδα", δεν αποδεικνύονται από κάποιο αποδεικτικό μέσο, αφού ούτε μάρτυρα εξέτασε, ούτε σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό προσκομίζει, ώστε να αποδείξει τους ισχυρισμούς του.

Επομένως, εφόσον κατά τη διάρκεια του κρίσιμου χρονικού διαστήματος της σύλληψης, οι διάδικοι ήλθαν κατ' επανάληψη σε σαρκική συνάφεια μεταξύ τους, τεκμαίρεται κατά το νόμο, ότι ο εναγόμενος είναι πατέρας του προαναφερόμενου τέκνου, σύμφωνα με το άρθρο 1481 ΑΚ. Το τεκμήριο αυτό δεν ανατρέπεται ... Περαιτέρω, με την υπ' αριθμ. 24/2010 μη οριστική απόφαση του δικαστηρίου τούτου (ενν.

του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου) αναβλήθηκε η έκδοση της οριστικής απόφασης και διατάχθηκε η διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης από τον υφηγητή γενετικής ιατρικής σχολής Πανεπιστημίου Πατρών Κ. Π., ώστε μέσω της μεθόδου του "υβριδισμού DΝΑ", να γνωμοδοτήσει εάν το τέκνο της ενάγουσας είναι τέκνο του εναγομένου. ...

Με την από 6-7-2010 πρόσκληση της ενάγουσας ... κλήθηκε αυτός εμπρόθεσμα να προσέλθει στις 2-8-2010 ενώπιον του παραπάνω πραγματογνώμονα στο ιατρείο του προκειμένου να πραγματοποιηθεί η απαιτούμενη για τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης αιμοληψία. Όπως προκύπτει όμως ... από την έκθεση του πραγματογνώμονα ο εναγόμενος δεν προσήλθε για αιμοληψία στο ανωτέρω ιατρείο του διαγνωστικού κέντρου γενετικής, παρά την επιθυμία του για αλλαγή ραντεβού της αιμοληψίας σε συγκεκριμένη ημερομηνία που όρισε ο ίδιος, μετά από εξώδικη δήλωσή του, στις 13 Σεπτεμβρίου 2010.

Σημειωτέον ότι ο εναγόμενος με τις προτάσεις που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ισχυρίστηκε ότι δεν κατέστη δυνατό να μεταβεί στο παραπάνω ιατρείο του διαγνωστικού κέντρου, επικαλούμενος αόριστα προσωπικούς λόγους, και συγκεκριμένα κυκλοφοριακά προβλήματα στο κέντρο της Αθήνας, εξαιτίας των οποίων κατέστη αδύνατη η προσέλευσή του στον ανωτέρω πραγματογνώμονα.

Για τους λόγους αυτούς η μη προσέλευση του εναγομένου στον πραγματογνώμονα, παρά την εμπρόθεσμη κλήτευσή του, ισοδυναμεί με αδικαιολόγητη άρνηση, με συνέπεια να λογίζεται ότι έχουν αποδειχθεί οι ισχυρισμοί της ενάγουσας όχι για την πατρότητα του εναγομένου, αλλά για την ύπαρξη στο αίμα του τελευταίου στοιχείων τα οποία καθιστούν, κατά την επιστήμη, πιθανή ή σφόδρα πιθανή την πατρότητά του, ενώ πρέπει να απορριφθεί και το υποβαλλόμενο και με την ένδικη έφεση αίτημά του για επανάληψη της πραγματογνωμοσύνης ως παρελκυστικό. Το παραπάνω στοιχείο, συνεκτιμώμενο με την ως άνω κατάθεση του μάρτυρα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ... ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται στο δικαστήριο ότι ο εναγόμενος είναι ο πατέρας του τέκνου που γέννησε η ενάγουσα στις 12-4-2009". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε στη συνέχεια ότι η εκκαλούμενη απόφαση που αποφάνθηκε ομοίως, δεν έσφαλε και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο εναγόμενος με την ένδικη έφεσή του κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα.

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως προβάλλει ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο απέρριψε το δεύτερο λόγο της εφέσεώς του, σύμφωνα με τον οποίο το πρωτόδικο δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε το αίτημά του για επανάληψη της διαδικασίας διεξαγωγής της πραγματογνωμοσύνης, αφού η μη εμφάνισή του στο ιατρείο του πραγματογνώμονα οφειλόταν σε τυχαίο γεγονός και ως εκ τούτου η μη υποβολή του στις αιματολογικές εξετάσεις ήταν δικαιολογημένη και δεν μπορούσε να έχει τις προβλεπόμενες από το νόμο συνέπειες που δέχθηκε το δικαστήριο, του οποίου η κρίση περί της πατρότητας του τέκνου της αναιρεσίβλητης στηρίχθηκε αποκλειστικά στο πλάσμα δικαίου από τη μη προσέλευσή του στις αιματολογικές εξετάσεις και ότι η κακή αυτή εφαρμογή του άρθρου 615 § 1 του ΚΠολΔ και του εξ αυτού δημιουργημένου πλάσματος δικαίου τόσο από την πρωτόδικη όσο και από την προσβαλλόμενη απόφαση, παραβιάζει τους ορισμούς του νόμου, ως προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, καθιστώντας έτσι αναιρετέα την προσβαλλόμενη απόφαση κατ' άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ.

Έτσι διατυπούμενος ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, είναι, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις, που προηγήθηκαν, απαράδεκτος, καθόσον ο λόγος αυτός, δεν ιδρύεται, όταν το Εφετείο κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, αλλά και τα προκύπτοντα από την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε από όλα τα συνεκτιμηθέντα και ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα, όπως στην προκειμένη περίπτωση, αξιόπιστη την κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης και σε συνδυασμό με το ανωτέρω αμάχητο τεκμήριο για την ύπαρξη στο αίμα του αναιρεσείοντος στοιχείων τα οποία καθιστούν, κατά την επιστήμη, πιθανή ή σφόδρα πιθανή την πατρότητά του, ως απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης, ενώ ο αναιρεσείων δεν εξέτασε κανένα μάρτυρα για την ανατροπή του τεκμηρίου.

Εξάλλου, το Εφετείο με τις παραδοχές, ότι ο αναιρεσείων κλήθηκε εμπρόθεσμα από την αναιρεσίβλητη να προσέλθει στο ιατρείο του πραγματογνώμονα στις 2-8-2010, προκειμένου να διενεργηθεί η αναγκαία αιμοληψία, και ότι με πρωτοβουλία του ορίσθηκε νέα ημερομηνία μετά από εξώδικη δήλωσή του στις 13-9-2010, κατά την οποία και πάλι δεν προσήλθε, ισχυριζόμενος αόριστα κυκλοφοριακά προβλήματα στο κέντρο της Αθήνας, εξαιτίας των οποίων κατέστη αδύνατη η προσέλευσή του στον πραγματογνώμονα, την οποία και θεώρησε ισοδύναμη με αδικαιολόγητη άρνηση, που δημιουργεί το τεκμήριο του άρθρου 615 παρ. 1 ΚΠολΔ, απορρίπτοντας κατόπιν αυτού το υποβαλλόμενο με λόγο εφέσεως αίτημά του για επανάληψη της πραγματογνωμοσύνης ως παρελκυστικό, περιέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς την απόρριψη του αιτήματος τούτου, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως τυγχάνουν αβάσιμα.

Τέλος, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, υπό την επίκληση πλημμελειών (κατ' εκτίμηση) από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που έχει σχέση με την αντίθεση της διατάξεως του άρθρου 615 παρ. 1 του ΚΠολΔ προς τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, δεδομένου ότι η προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος προς γνώση της πραγματικά υφιστάμενης συγγένειας δικαιολογούσε και επέβαλε την επανάληψη της πραγματογνωμοσύνης, κρίνεται αβάσιμος, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη.

Πρέπει λοιπόν να απορριφθεί η αίτηση στο σύνολο της, να καταδικασθούν δε ο αναιρεσείων ως ηττώμενος διάδικος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-10-2012 αίτηση του Κ. Α. Σ. για αναίρεση της 282/2012 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης και την ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2014. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ