Supreme Court dismisses appeal against appellate court's rejection of inadmissible Article 281 AC claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to retry the appeal against the Regional Court of Corinth's decision. The appellants argued the appellate court wrongly rejected their Article 281 of the Civil Code objection as inadmissible because it was raised during the appeal rather than the initial notice. The court held this argument was baseless because the objection relied on facts distinct from those raised in the notice, specifically regarding the unreasonableness of the bank's payment terms without prior ministerial approval. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 281 AC; Art. 559(11) b' CPolD: An objection under Article 281 of the Civil Code is admissible in appeal if it is based on facts and circumstances distinct from those raised in the initial notice, such as the unreasonableness of a contractual term not previously contested.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1287 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1287/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Aπριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών- καλουσών: Ανώνυμης εταιρείας "ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Δ. Κ. ΑΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2. Π. συζ. Δ. Κ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Γαλενιάνου.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αντζελίνα Κουτσούγερα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-4-2002 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 450/2005 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 29-8-2008 αίτησή τους. Εκδόθηκε η 428/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρουν για συζήτηση οι καλούσες με την από 5-9-2011 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομο Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 4-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης-καλούσας την απόρριψη της και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής : Η πρώτη αναιρεσείουσα με τρεις ξεχωριστές συμβάσεις που συνήψε με τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Κορινθίας ανέλαβε να εκτελέσει τα αναφερόμενα στις συμβάσεις έργα. Για την ανάθεση των έργων αυτών και την εξασφάλιση της εκτέλεσής τους σύμφωνα με τους όρους των συμβάσεων κατέθεσε στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Κορινθίας εγγυητικές επιστολές της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, μία για κάθε έργο, τις οποίες είχε υπογράψει ως εγγυήτρια η δεύτερη αναιρεσείουσα.
Με αποφάσεις του Διευθυντή των Τεχνικών Υπηρεσιών της Ν.Α. Κορινθίας η πρώτη αναιρεσείουσα κηρύχθηκε οριστικά έκπτωτη από τα ανωτέρω έργα και ζητήθηκε από την αναιρεσίβλητη η κατάπτωση των εγγυητικών επιστολών. Η αναιρεσίβλητη πλήρωσε τα ποσά που αφορούσαν οι εγγυητικές επιστολές για τα δύο πρώτα έργα και στη συνέχεια ζήτησε και πέτυχε την έκδοση κατά των αναιρεσειουσών της υπ' αριθ. 45/2002 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου για το ποσό των 33.696,76 ευρώ.
Κατά της διαταγής αυτής οι αναιρεσείουσες άσκησαν την από 29-4- 2002 από το άρθρο 632 του ΚΠολΔ ανακοπή, με την οποία προέβαλαν : α) ότι έπρεπε η καθής να αναμείνει την έκδοση αποφάσεως επί της αιτήσεως θεραπείας που είχε υποβάλει η εργολήπτρια στον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ κατά του κύρους των αποφάσεων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κορινθίας περί εκπτώσεώς της, για το λόγο ότι το έργο από το οποίο κηρύχθηκε έκπτωτη είχε ήδη περατωθεί, β ) ότι έπρεπε η καθής να εκτιμήσει και τα ουσιαστικά δεδομένα της κήρυξη της πρώτης ως έκπτωτης και μετά να αποδεχθεί ή όχι την άποψη της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και γ) ότι τα ποσά για τα οποία κηρύχθηκε έκπτωτη η εργολήπτρια εμπεριέχουν και οινικές ρήτρες, οι οποίες εάν ανακληθεί η έκπτωσής της με την αίτηση θεραπείας, θα ανακληθούν αμέσως.
Η ανακοπή απορρίφθηκε κατ' ουσία με την 7/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου. Κατά της τελευταίας η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε για ουσιαστικούς λόγους με την προσβαλλόμενη 450/2005 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.
Επειδή, η κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. ΚΠολΔ και ασκείται όπως η αγωγή. Το δικόγραφό της πρέπει να περιέχει με τρόπο σαφή και ορισμένο όλες τις ενστάσεις κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής, ενώ στην ανοιγόμενη με την ανακοπή δίκη δεν εκδικάζεται η καθόλου υπόθεση, αλλά στο μέτρο των λόγων της ανακοπής.
Οι λόγοι αυτοί, συνδυαζόμενοι με το αίτημα της ανακοπής, προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας και οριοθετούν δεσμευτικώς το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής. Ειδικότερα, το δικόγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει τους λόγους αυτής, δηλαδή να προσδιορίζει την έλλειψη εκείνων των ουσιαστικών ή διαδικαστικών προϋποθέσεων που δικαιολογούν την ακύρωση της διαταγής πληρωμής.
Νέοι λόγοι ανακοπής δεν επιτρέπεται να προταθούν από τον ανακόπτοντα, για πρώτη φορά στο Εφετείο, ακόμα και αν αυτοί αφορούν ισχυρισμούς που αναφέρονται στα άρθρα 269 και 527 του ΚΠολΔ, γιατί έναντι των εν λόγω διατάξεων, κατισχύει ως ειδικότερη η διάταξη του άρθρου 585 παρ.2 εδ. β' του ΚΠολΔ, κατά την οποία νέοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή και κοινοποιείται οκτώ ημέρες πριν από τη συζήτηση (Α.Π. 5012004, 1779/2001, 89211990).
Περαιτέρω, η δημιουργούμενη με την έκδοση της εγγυητικής επιστολής τριμερής σχέση μεταξύ του οφειλέτη, του εγγυητή και του δανειστή, αποτελεί ιδιόμορφη σύμβαση που καταρτίζεται στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361) και διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 847 επ. ΑΚ, εφόσον οι διατάξεις για την εγγύηση συμβιβάζονται με την εν λόγω σχέση.
Με τη σύμβαση αυτή ο εγγυητής αναλαμβάνει την υποχρέωση έναντι του δανειστή να του καταβάλει οφειλή τρίτου, λόγω δε του ενδοτικού χαρακτήρα των περί εγγυήσεως διατάξεων δεν αποκλείεται να περιληφθεί στη σύμβαση ρήτρα, κατά την οποία ο εγγυητής θα καταβάλει το ποσό της εγγυήσεως σε πρώτη ζήτηση ή με απλή ειδοποίηση ή δήλωση, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να ελέγξει το υπαρκτό και το νόμιμο του χρέους και να προβάλει την ένσταση διζήσεως.
Η εγγυητική επιστολή είναι εξασφαλιστική της βασικής σχέσεως που συνδέει τον οφειλέτη και τον δανειστή και, συνεπώς, όταν η κύρια οφειλή αποσβεσθεί, ελευθερώνεται και ο εγγυητής, εκτός αν η απόσβεση επήλθε από δικό του πταίσμα (ΑΚ 864 Α.Π. 16/2008, 983/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι ανακόπτουσες και ήδη αναιρεσείουσες προβάλλουν με το αναιρετήριο τις εξής αιτιάσεις: 1 ) με τους πρώτο και δεύτερο κατά ένα μέρος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικούς λόγους ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι οι υπ' αριθ. 6968 και 6982/2001 εντολές κατάπτωσης που εξέδωσε ο Διευθυντής Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κορινθίας για τα δύο πρώτα έργα, με βάση τις οποίες εκδόθηκε σε βάρος τους η ένδικη υπ' αριθ. 45/2002 Διαταγή Πληρωμής, είναι νόμιμες, παραβίασε με τη μη εφαρμογή της τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.
στ' του Π.Δ. 186/1996, η οποία ορίζει ότι " αρμόδιο όργανο που αποφασίζει στις ενστάσεις για την έκπτωση του αναδόχου είναι η Νομαρχιακή Επιτροπή", και κατ' εφαρμογή της οποίας έπρεπε να δεχθεί ότι οι εντολές κατάπτωσης "ήταν πλαστές", ως εκδοθείσες από αναρμόδιο όργανο, όπως έκρινε με τις 466 και 467/2003 αποφάσεις του και το Διοικητικό Εφετείο Τριπόλεως, των οποίων αποφάσεων οι αναιρεσείουσες έλαβαν γνώση μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, την πλαστογραφία δε των ανωτέρω εγγράφων (εντολών έκπτωσης) ως λόγο ακυρότητας της Διαταγής Πληρωμής προτείνουν το πρώτον με το αναιρετήριο, 2) με τους δεύτερο κατά ένα μέρος, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 11 α' του ΚΠολΔ λόγους του αναιρετηρίου, όπως αυτοί εκτιμώνται, ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη του τον περιλαμβανόμενο στην έφεσή τους και τις προτάσεις τους ισχυρισμό ότι η έκπτωση της πρώτης από το τρίτο έργο "Ε.Ο.
ΑΓΓΕΛΟΚΑΣΤΡΟ-ΟΡΙΑ ΝΟΜΟΥ -ΔHΜAINA" έγινε από αναρμόδιο όργανο, ήτοι τον Διευθυντή της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, ενώ κατά το άρθρο 3 παρ. στ' του Π.Δ. 186/1996 αρμόδιο για την κήρυξή της έκπτωτης ήταν η Νομαρχιακή Επιτροπή και περαιτέρω ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη του την νομίμως επικληθείσα και προσκομισθείσα 183/2003 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως, με την οποία ακυρώθηκε για τον παραπάνω λόγο η 5423/2001 απόφαση έκπτωσης που αφορούσε το τρίτο έργο.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι: Ο πρώτος, διότι αναφέρεται σε ισχυρισμό που δεν προβλήθηκε ως λόγος ανακοπής, είτε με το δικόγραφο της ανακοπής είτε με πρόσθετο ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δικόγραφο, όπως επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 585 παρ.2 ΚΠολΔ, αλλά το πρώτον προβλήθηκε ενώπιον του Εφετείου απαραδέκτως και εντελώς αορίστως ο ισχυρισμός περί μη νομιμότητας των εντολών κατάπτωσης.
Η επικαλούμενη άλλωστε έκδοση από αναρμόδιο όργανο της αποφάσεως έκπτωσης της εργολήπτριας εταιρίας δεν συνιστά έκδοση πλαστού εγγράφου. Ο δεύτερος, διότι προβάλλεται αλυσιτελώς, αφού θεμελιώνεται σε περιστατικά περί έκπτωσης της εργολήπτριας από το τρίτο έργο, το οποίο δεν αφορά η ένδικη ανακοπή Διαταγής Πληρωμής.
Κατά το μέρος δε που με τον λόγο αυτόν προβάλλονται αιτιάσεις για παραλείψεις της αναιρεσίβλητης Τράπεζας να ελέγξει τη νομιμότητα της κατάπτωσης και να αρνηθεί την πληρωμή των εγγυητικών επιστολών, ο λόγος αυτός δεν είναι βάσιμος, αφού συνομολογείται από τους διαδίκους και δέχθηκε το Εφετείο ότι συνομολογήθηκε στη σύμβαση εγγύησης η ρήτρα ότι ο εγγυητής υποχρεούται να καταβάλει το χρέος του οφειλέτη σε πρώτη ζήτηση και χωρίς δικαίωμα ελέγχου του υπαρκτού και νομίμου του χρέους, παραδοχή η οποία δεν πλήττεται με λόγο αναίρεσης.
Με τον έκτο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την από το άρθρο 281 του Α.Κ. ένσταση των αναιρεσειουσών, με την αιτιολογία ότι προβλήθηκε το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, ενώ αυτή προβλήθηκε με την ανακοπή και τις πρωτόδικες προτάσεις της.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη την ένσταση των αναιρεσειουσών ότι είναι καταχρηστικός ο συμβατικός όρος ότι η Τράπεζα οφείλει να καταβάλει σε πρώτη ζήτηση και χωρίς δικαίωμα ελέγχου του υπαρκτού και νομίμου του χρέους, την οποία το πρώτον προέβαλαν με την έφεσή τους, ενώ η προβληθείσα με την ανακοπή ένσταση του άρθρου 281 του Α.Κ.
θεμελιώνετο σε άλλα περιστατικά και ειδικότερα στο ότι η πληρωμή από την αναιρεσίβλητη του χρέους χωρίς προηγουμένως να αναμείνει την έκδοση απόφασης του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ για το κύρος των αποφάσεων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, τις οποίες οι αναιρεσείουσες είχαν προσβάλλει, ήταν καταχρηστική, την οποία το Εφετείο, ορθώς, απέρριψε ως μη νόμιμη.
Με τον έβδομο από το άρθρο 559 αριθ. 11 β' ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα της αναιρεσίβλητης τα οποία δεν είχε νόμιμα επικαλεσθεί. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και απορριπτέος, διότι δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του το Εφετείο.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης της αποφάσεως και όταν το δικαστήριο αφήσει αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση που αφέθηκε αδίκαστη νοείται όχι οποιαδήποτε αίτηση υποβληθείσα από τους διαδίκους κατά την διαδρομή της δίκης, αλλά μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία, όπως το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, γνήσιας ένστασης ή ενδίκου μέσου (Α.Π. 1795/2008, 28/2005 ).
Έτσι, η παράλειψη του δικαστηρίου να απαντήσει στο αίτημα αναστολής της δίκης κατά το άρθρο 249 ΚΠολΔ, δεν ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, γιατί το αίτημα αυτό δεν αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και δεν δημιουργεί εκκρεμοδικία. Επομένως, ο όγδοος από το παραπάνω άρθρο λόγος του αναιρετηρίου με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη την αίτηση των αναιρεσειουσών για αναστολή της συζήτησης μέχρι να εκδοθεί απόφαση του Διοικητικού Εφετείου επί των προσφυγών που είχε αυτή ασκήσει κατά των αποφάσεων έκπτωσής της από τα δύο πρώτα δημόσια έργα, είναι απαράδεκτος.
Ο ίδιος λόγος κατά μέρος που στηρίζεται στον αριθ. 8 του ίδιου άρθρου είναι επίσης απαράδεκτος, διότι το αίτημα αναστολής της συζήτησης δεν αποτελεί " πράγμα", το οποίο όφειλε να λάβει υπόψη του το δικαστήριο. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-8-2008 αίτηση : 1) της εταιρίας "ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Δ. Κ. Α.Ε." και 2) της Π. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 450/2005 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ