1287/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαΐου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-6-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Legislator headnote
AI generated1287/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): της 16/18-7-1920 αποζημιώσεως για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, που υπολογίζεται με βάση το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου (3199/1955). Η ως άνω διάταξη αναφέρεται σε συμβάσεις αόριστου χρόνου και αποβλέπει στη διευκόλυνση της πρόωρης συνταξιοδοτήσεως των μισθωτών για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, με την παροχή στους αποχωρούντες, υπό τους διαλαμβανόμενους σ' αυτήν όρους, μειωμένης αποζημιώσεως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1287 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1287/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματι-κούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαΐου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσω-πήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βάϊα Λάμπρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσω-πήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Ευθυμίου-Ζωγράφου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-6-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 1546/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 4402/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-4-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 18-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955, μισθωτοί, που συνδέονται με σχέση εργασίας διάρκειας αορίστου χρόνου, εφόσον συμπληρώσουν δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη με την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν.2112/1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας, σε περίπτωση δε ελλείψεως τέτοιου ορίου το 65ο έτος της ηλικίας τους και αποχωρήσουν από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το μισό της οριζόμενης από το ν.2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως, ή το β.δ.
της 16/18-7-1920 αποζημιώσεως για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, που υπολογίζεται με βάση το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου (3199/1955). Η ως άνω διάταξη αναφέρεται σε συμβάσεις αόριστου χρόνου και αποβλέπει στη διευκόλυνση της πρόωρης συνταξιοδοτήσεως των μισθωτών για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, με την παροχή στους αποχωρούντες, υπό τους διαλαμβανόμενους σ' αυτήν όρους, μειωμένης αποζημιώσεως.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν.173/1967 "εις ας περιπτώσεις εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιον ή Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή Τράπεζαι ή Επιχειρήσεις και οργανισμοί κοινής ωφέλειας (Δ.Ε.Η, Ο.Τ.Ε., Εταιρεία Υδάτων κ.λ.π ) ή Επιχειρήσεις επιχορηγούμεναι υπό του Κράτους, η υπό του ν.2112/1920, ως ούτος ενεργοποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, οφειλόμενη αποζημίωσις, δεν δύναται να υπερβαίνει εις πάσαν περίπτωσιν το ποσόν των 240.000 δραχμών, καταργουμένης πάσης αντιθέτου ειδικής διατάξεως νόμου ή συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου".
Το με την ως άνω διάταξη καθοριζόμενο ποσό αυξήθηκε μεταγενεστέρως σε 1.500.000 δραχμές με το άρθρο 33 του ν.1876/1990. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 παρ.1 του ν.δ.618/1970, "τα υπό των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 2 και του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967... τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν δια πάσαν περίπτωσιν οφειλόμενης, δυνάμει γενικής η ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντας, απομακρυνομένους ή απολυομένους υπαλλήλους και εργάτας του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Τραπεζών, Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας ή Επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό του Κράτους, εφ' οιαδήποτε σχέσει εργασίας μετ' αυτών συνδεομένων, καταργούμενης πάσης αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής και εθίμου".
Οι ως άνω διατάξεις, ως εκ του σκοπού της θεσπίσεώς τους, που, προδήλως, έγκειται στον περιορισμό, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, των αποζημιώσεων των άνω μισθωτών για την οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των άλλων οργανισμών και επιχειρήσεων, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικώς τους φορολογουμένους και στις περιπτώσεις των τραπεζών το κόστος των παρεχόμενων στους πελάτες τους υπηρεσιών τους (πρβλ.
Ολ. ΑΠ 20/2006, 10/1998, 33-34/1997), αποτελούν κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ.3 του ν.1876/1990 διατάξεις αναγκαστικού δίκαιου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών (βλ.σχ. Ολ. ΑΠ 20/2006). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρησή του κατά το έτος 2001, ο ευρύτερος δημόσιος τομέας καθορίζεται κάθε φορά από το νόμο.
Με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 6 περ. ε' του ν.1256/1982 ορίστηκε ότι η αληθινή έννοια της παρ. 1 του άρθρου 9 ν.1232/1982 είναι ότι στο δημόσιο τομέα περιλαμβάνονται "...ε) οι τραπεζικές και άλλες ανώνυμες εταιρείες, στις οποίες είτε τα κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις νομικά πρόσωπα έχουν το σύνολο ή την πλειοψηφία των μετοχών του εταιρικού κεφαλαίου, είτε έχουν κρατικό προνόμιο ή κρατική επιχορήγηση, όπως...
η Εθνική Τράπεζα...". Ενώ με τη διάταξη του άρθρου 51 του ν.1892/1990 (όπως αυτό συμπληρώθηκε με το άρθρο 4 παρ.6 του ν.1943/1991) και με τίτλο "επαναοριοθέτηση του δημοσίου τομέα", ορίστηκε ότι "ο κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του ν.1256/1982 (δηλαδή την προηγούμενη διάταξη) δημόσιος τομέας περιλαμβάνει μόνο: ... δ) Τις τράπεζες που ανήκουν στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, είτε στο σύνολό τους είτε κατά πλειοψηφία...".
Με βάση τη γραμματική διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων του α.ν.173/1967 και του ν.δ.618/1970, καταλείπεται, εκ πρώτης όψεως, η εντύπωση ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους, και συνεπώς υπόκεινται στο θεσπιζόμενο από αυτές ανώτατο όριο αποζημιώσεως, οι μισθωτοί όλων ανεξαιρέτως των τραπεζών, αφού οι διατάξεις αυτές δεν διακρίνουν μεταξύ των τραπεζών του ιδιωτικού και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, κατά την έννοια του άρθρου 51 παρ.1 περ.
δ' του ν.1892/1990.
Όμως, ενόψει του σκοπού και του πραγματικού νοήματος των εν λόγω διατάξεων, επιβάλλεται τελολογική συστολή του γράμματος αυτών, ώστε να εφαρμόζονται μόνο στις τράπεζες του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 39/1998), δηλαδή στις τράπεζες, οι μετοχές των οποίων ανήκουν στο σύνολό τους ή, έστω, κατά πλειοψηφία στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου (βλ.
σχ. ΟλΑΠ 39/1998,1/2006). Αντίθετο επιχείρημα δεν μπορεί να αντληθεί από το άρθρο 49Α του Κανονισμού της Βουλής, κατά την παρ. 3 του οποίου η προβλεπόμενη στην παρ.1 του ίδιου άρθρου Επιτροπή διατυπώνει γνώμη για την καταλληλότητα των προτεινομένων προς διορισμό, επαναδιορισμό ή ανανέωση θητείας σε θέσεις Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου, Διοικητή ή Διευθύνοντος Συμβούλου ή Γενικού Διευθυντή αν δεν υπάρχει Διευθύνων Σύμβουλος των αναφερόμενων όταν παρ. 5 (ήδη παρ. 6) του ίδιου άρθρου δημοσίων επιχειρήσεων, τραπεζών κ.λ.π, μεταξύ των οποίων μνημονεύεται ειδικώς η αναιρεσίβλητη "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε".
Ενώ και από το άρθρο 29 του ν.2937/2001, που ορίζει ότι από την ισχύ του (26-7-2001) δεν απαιτείται γνώμη της ανωτέρω Επιτροπής της Βουλής για την καταλληλότητα των προτεινομένων για διορισμό ή επαναδιορισμό στις ως άνω θέσεις της διοικήσεως της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, δεν μπορεί να συναχθεί ότι η τελευταία υπαγόταν άνευ ετέρου στον ευρύτερο δημόσιο τομέα μέχρι την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού.
Και τούτο διότι ο δημόσιος τομέας καθορίζεται μόνο από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 51 παρ.1 του ν.1892/1990 (βλ. σχ. Ολ.ΑΠ 1/2006), δεδομένου ότι η με την παρ. 1 του άρθρου 14 του ν.2190/1994 (σύστημα προσλήψεως στο Δημόσιο), όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 του ν.2527/1997, παραπομπή στην εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 49Α του Κανονισμού της Βουλής αφορά την εφαρμογή των διατάξεων των κεφαλαίων Α', Β' και Γ' του ν.2190/1994, μεταξύ άλλων, και στις τράπεζες στις οποίες ο διορισμός Προέδρου του Δ.Σ.
κ.λ.π. υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 49Α του Κανονισμού της Βουλής αναφορικά με τις προσλήψεις προσωπικού. Εξάλλου, έλλειψη νόμιμης βάσης που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας, ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχεται, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, γεννηθείς στις 20-3-1948, προσελήφθη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη στις 27-6-1972, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ορισμένου χρόνου (λόγω υποχρεωτικού ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης), στο λογιστικό κλάδο των υπαλλήλων της, με το βαθμό της δοκίμου, κατόπιν επιτυχίας του σε σχετικό διαγωνισμό και εξελίχθηκε βαθμολογικά μέχρι το βαθμό του Τμηματάρχη Β', τον οποίο κατείχε από 1-7-1990 και υπηρετούσε ως Υποδιευθυντής στο Κατάστημα ...
μέχρι της παραιτήσεώς του. Συγκεκριμένα, στις 29-1-2004 και έχοντας συμπληρώσει πραγματική υπηρεσία μεγαλύτερη των 31 ετών, απεχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του σε ηλικία 56 ετών, απευθύνοντας προς την αναιρεσίβλητη την από 29-1-2004 δήλωσή του, με την οποία κατήγγειλε μονομερώς τη σύμβαση εργασίας του και δήλωνε ότι θα εργαστεί μέχρι τις 16-2-2004, αφότου και θα παύσει να προσφέρει σ' αυτήν τις υπηρεσίες του, χωρίς να εξαρτά το κύρος ή την ισχύ της καταγγελίας από οποιαδήποτε σύμπραξη ή συγκατάθεση της αναιρεσίβλητης.
Επομένως, κατά τα παραπάνω, η εκ μέρους του καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, προ της συμπληρώσεως του 62ου έτους της ηλικίας του, κατέστησε τη σύμβαση εργασίας του αορίστου χρόνου, καθόσον πληρώθηκε η διαλυτική αίρεση της πρόωρης λύσης της σύμβασης, δηλαδή με την προβλεπόμενη από τον Οργανισμό δυνατότητα για μονομερή καταγγελία, της οποίας έκανε χρήση ο αναιρεσείων υποβάλλοντας την ανωτέρω σχετική δήλωσή του.
Επίσης, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η συγκατάθεση της αναιρεσίβλητης στην παραίτησή του ενυπάρχει δεσμευτικώς γι' αυτήν, ως εργοδότιδα, βάσει του Κανονισμού που έχει ισχύ νόμου.
Συνεπώς δικαιούται τη μειωμένη αποζημίωση των 15.000€ (και όχι των 25.144,67€ που, άλλως εδικαιούτο και ζητεί, βάσει των παρ. 1 & 2 του άρθρου 5 του Ν.3198/1955), συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 του Α.Ν.173/1967, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το Ν.Δ.207/1974, 24 του Ν.1082/1980, 24 του Ν.1545/1985, 1 παρ.1 του Ν.Δ. 618/1970 και 33 του Ν.1876/1990, όπως αυτό τροποποι-ήθηκε με το Ν.3144/2003, εφόσον η αναιρεσίβλητη Τράπεζα, ανήκει, όπως προελέχθη, στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, κατά την έννοια του άρθρου 51 του Ν.1892/1990.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 51 του Ν.1892/1990, 2 παρ. 2 του Ν.173/1967, 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970 και 33 του Ν.1876/1990, διότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής τους, αφού δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα ανήκε, κατά τον κρίσιμο χρόνο, στον ευρύτερο Δημόσιο τομέα, χωρίς να αναφέρει και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι συντρέχουν, κατά τον παραπάνω χρόνο, οι απαιτούμενες κατά το άρθρο 51 του Ν.1892/1990 προϋποθέσεις, δηλαδή ότι η πλειοψηφία τουλάχιστον των μετοχών της αναιρεσίβλητης ανήκε στο νομικό πρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, αφού αντιθέτως οι παραπάνω διαλαμβανόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογίες δεν δικαιολογούν κατά νόμο το χαρακτηρισμό της αναιρεσίβλητης ως ανήκουσας στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός επαναπροσδιορίστηκε.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης είναι βάσιμος και κατά παραδοχή αυτού, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4402/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία προσδιορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Μαίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ