Supreme Court dismisses appeal against insurance liability judgment due to inadmissibility and lack of grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding third-party liability insurance. The appellant argued for inadmissibility based on improper parties and substantive errors regarding contributory negligence and joint liability. The court rejected these claims, ruling that the appeal was inadmissible for targeting non-opposing parties and finding no legal basis for the alleged procedural or substantive violations.
Legislator headnote
AI generatedArt. 558, 559 KPolD; An appeal is inadmissible if directed against parties who were not opposing parties to the appellant, and any alleged errors must be substantiated by specific grounds under the relevant articles.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1287 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός: 1287/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καλούντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κάππο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων-καθ'ών η κλήση: 1) ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Λυντέρη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" όπως μετονομάστηκε η αρχικά αναιρεσίβλητη εταιρεία "ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τακτικό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/4/2004 αγωγή του πρώτου των ως άνω αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 977/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 9736/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 6/7/2006 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 2145/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 29/5/2008 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 2/9/2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου της αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του πρώτου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 558 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνάγεται, ότι ως διάδικοι κατά των οποίων απευθύνεται παραδεκτά η αναίρεση, νοούνται μόνο οι αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι δε και τυχόν άλλοι διάδικοι που μετείχαν στη δίκη, χωρίς όμως να είναι αντίδικοι του αναιρεσείοντος και συνεπώς, αν η αναίρεση στρέφεται και κατά τέτοιων διαδίκων, απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων απευθύνει το δικόγραφο της αναίρεσης και κατά της ομοδίκου του στη δίκη ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ασφαλιστικής εταιρίας, στην οποία είχε ασφαλισμένο για τις προς τρίτους προξενούμενες ζημίες ζημιογόνο αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του. Η αναίρεση επομένως, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία ΦΟΙΝΙΞ-ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΕ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα, λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 298, 299, 914, 929 και 932 ΑΚ, προκύπτει, ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενείται στον παθόντα, ανεξάρτητα από το φύλο, εκτός από την επίδραση που μπορεί να ασκήσει στις παροχές που προβλέπονται από τις ΑΚ 929 και 932, είναι δυνατό να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, αν επιδρά στο μέλλον του, δηλαδή στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου.
Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής στο μέλλον του προσώπου, αλλά αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Η διατύπωση της ΑΚ 931 παρέχει βάση για τέτοια αξίωση, αν και εφόσον η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές από τις ΑΚ 929 και 932.
Επομένως, για τη θεμελίωση της αυτοτελούς αυτής αξίωσης απαιτείται να συντρέξουν περιστατικά πέρα από εκείνα που απαιτούνται για τη θεμελίωση αξιώσεων με βάση τις ΑΚ 929 και 932, τα οποία συνθέτουν την έννοια της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης στο μέλλον του παθόντος, δηλαδή να συντρέξουν ιδιάζοντα περιστατικά, εκτός και πέραν εκείνων που χρειάζονται για τη στοιχειοθέτηση αξιώσεων κατά τις ΑΚ 929 και 932, από τα οποία, ειδικά περιστατικά, θα πρέπει να προκύπτουν οι ιδιαίτεροι λόγοι και τρόποι, εξαιτίας των οποίων επέρχονται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής ζωής του.
Έτσι, κατά την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 931 ΑΚ επιδικάζεται στον παθόντα την αναπηρία ή την παραμόρφωση ένα εύλογο χρηματικό ποσό χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, το ύψος δε του επιδικαζόμενου εύλογου χρηματικού ποσού καθορίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, την ηλικία του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ αξιώσεως για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια της παραβίασης του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την προαναφερόμενη διάταξη του ΑΚ, δεχόμενο ότι αυτή μπορεί να θεμελιώσει αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση αν η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο μέλλον του και προχώρησε στην επιδίκαση αυτοτελούς ποσού 100.000 ευρώ, ενώ δεν επιδίκασε άλλο ποσό αποζημίωσης για αποθετική ζημία του παθόντος.
Σύμφωνα με όσα αναπτύσσονται παραπάνω όμως η αναπηρία ή η παραμόρφωση του παθόντος, αν και εφόσον επιδρά στο μέλλον του παθόντος, θεμελιώνει αυτοτελή αξίωση για επιδίκαση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως , χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, και συνεπώς ο λόγος της αναίρεσης για παραβίαση του αριθμ 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 931 ΑΚ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Σε αγωγή αποζημιώσεως η από το άρθρο 300 ΑΚ ένσταση συνυπαιτιότητας του παθόντος πρέπει να προβάλλεται από τον εναγόμενο και να αποδεικνύονται απ' αυτόν τα θεμελιούντα τη βάση αυτής πραγματικά περιστατικά. Δεν μπορεί, δηλαδή, η ένσταση αυτή να ληφθεί από το δικαστήριο υπόψη αυτεπαγγέλτως. Ακόμη και στην περίπτωση, που ενάγονται πλείονες ως εις ολόκληρον για τη ζημιά από αδικοπραξία ενεχόμενοι (922, 926 ΑΚ), οπότε υπάρχει μεταξύ τους σχέση απλής ομοδικίας, η προβαλλόμενη από έναν απ' αυτούς ένσταση από το άρθρο 300 ΑΚ δεν ωφελεί (75 παρ. 1 ΚΠολΔ) και εκείνον τον εναγόμενο που δεν υπέβαλε την ένσταση αυτή, εφόσον δεν αναφέρθηκε και στις προτάσεις του ομοδίκου του που παραστάθηκε χωριστά και προέβαλε την ένσταση.
Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στις πλημμέλειες των αριθμών 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με το να δεχθεί ότι μεταξύ αυτού, κυρίου του ζημιογόνου αυτοκινήτου, και της δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, στην οποία είχε ασφαλισμένο το αυτοκίνητό του, υφίσταται περίπτωση απλής ομοδικίας και ότι δεν ωφελεί και εκείνον, ο οποίος δικάστηκε ερήμην στον πρώτο και δεύτερο βαθμό, η προβολή της ένστασης συνυπαιτιότητας από την ομόδικό του ασφαλιστική εταιρία, παραβιάζοντας έτσι τους κανόνες των άρθρων 922, 926 ΑΚ, αλλά και κηρύττοντας παράνομα έκπτωση από δικαίωμα.
Σύμφωνα όμως με όσα αναπτύσσονται παραπάνω, μεταξύ του αναιρεσείοντος και της ασφαλιστικής εταιρίας ευθυνομένων παραλλήλως εις ολόκληρον για την αποζημίωση του παθόντος από το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα που προκλήθηκε από το αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος, υφίσταται απλή ομοδικία και ως εκ τούτου δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τους αρ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την προαναφερόμενη παραδοχή του δικαστηρίου.
Συνεπώς ο σχετικός δεύτερος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
IV. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της, ενώ δεν ιδρύεται όταν η αντίφαση βρίσκεται στις αιτιολογίες ή μεταξύ αιτιολογιών και διατακτικού (ΑΠ 580/1998). Περαιτέρω, κατά το αριθμό 8 εδ β' του ίδιου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο κατά ένα μέρος, λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά πρώτον την πλημμέλεια από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι, ενώ δέχθηκε ότι συντρέχει συνυπαιτιότητα του παθόντος κατά ποσοστό 20% εξαιτίας της μη χρήσης προστατευτικού κράνους, δεν αφαίρεσε από το επιδικασθέν ποσό της χρηματικής ικανοποίησης το ποσοστό της συνυπαιτιότητας.
Ο λόγος, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν αφαιρείται από το ποσό το ποσοστό συνυπαιτιότητας, αλλά απλώς το συντρέχον πταίσμα συνεκτιμάται μαζί με τους άλλους προσδιοριστικούς παράγοντες, είναι απαράδεκτος, επειδή η επικαλούμενη αντίφαση δεν μπορεί να θεμελιώσει την πλημμέλεια από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Με τον ίδιο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο κατά τον προσδιορισμό της πιο πάνω απαίτησης δεν έλαβε υπόψη το συντρέχον πταίσμα του παθόντος. Και ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων ήταν απών κατά τις συνεδριάσεις των δικαστηρίων της ουσίας και δεν είχε υποβάλει την ένσταση συνυπαιτιότητας του παθόντος.
V. Κατά το άρθρο 926 εδ α' ΑΚ αν από κοινή πράξη περισσοτέρων προήλθε ζημία ή αν για την ίδια ζημία ευθύνονται παράλληλα περισσότεροι, ενέχονται εις ολόκληρον. Στις ανωτέρω περιπτώσεις οι παθόντες δικαιούνται να απαιτήσουν ολόκληρη τη ζημία τους από τον καθένα υπόχρεο δηλαδή δημιουργείται παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ των υποχρέων κατά την έννοια των ΑΚ 481-483 (ΟλΑΠ 13/2001).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση αφού δέχθηκε ότι οι δύο εφεσίβλητοι ευθύνονται εις ολόκληρον έναντι του εκκαλούντος-παθόντος και ότι η προβολή της ενστάσεως συνυπαιτιότητας από την ασφαλιστική εταιρία δεν ωφελεί τον κύριο του ζημιογόνου αυτοκινήτου, που ως ερημοδικασθείς, δεν την προέβαλε, και καθόρισε τα οφειλόμενα ποσά (του αναιρεσείοντος είναι μεγαλύτερο λόγω της μη αποδοχής του συντρέχοντος πταίσματος), στη συνέχεια διατύπωσε το διατακτικό ως ακολούθως, μετά τη διόρθωση του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης με την 1341/2007 απόφαση του ίδιου Εφετείου, που εκδόθηκε μετά από αίτηση του αναιρεσείοντος: "Υποχρεώνει τους δεύτερο και τρίτη των εναγομένων να καταβάλουν στον ενάγοντα, καθένας εις ολόκληρον, το ποσό των πέντε χιλιάδων εξακοσίων έντεκα ευρώ και ενενήντα επτά λεπτών (5.611,97 Ε) ο πρώτος τούτων ...
επιπλέον το ποσό των εξακοσίων είκοσι τεσσάρων ευρώ και τριάντα επτά λεπτών (624,37), όλα τα ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της επιδόσεως της αγωγής. Και, Αναγνωρίζει ότι ο δεύτερος και τρίτη των εναγομένων είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν στον ενάγοντα, καθένας εις ολόκληρον, το ποσό των διακοσίων δέκα χιλιάδων εννιακοσίων ογδόντα (210.980 Ε), ο πρώτος τούτων...
επιπλέον το ποσό των δύο χιλιάδων εξακοσίων ενενήντα τριών (2693) ευρώ, όλα τα ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής". Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 926, 481 ΑΚ, αλλά ορθά τις ερμήνευσε και τις εφάρμοσε, αφού δέχεται ότι υπάρχει εις ολόκληρον ενοχή των εναγομένων, κυρίου του ζημιογόνου αυτοκινήτου και της ασφαλιστικής εταιρίας, και έτσι δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Και ο τέταρτος και τελευταίος λόγος, επομένως, της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-7-2006 αίτηση του ... για αναίρεση της 9736/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ για καθένα από αυτούς.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 28 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ