Legislator Case Law & Legislation
1287/2008 AI generated

1287/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1287/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1287/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αρχές του έτους 2000 ιδρύθηκε από Ελληνες πολίτες και τούρκους πολιτικούς πρόσφυγες το σωματείο "ΚΕΝΤΡΟ ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ" το οποίο εγγράφηκε στα αντίστοιχα βιβλία του Πρωτοδικείου της Αθήνας την 29-3-2001 με κύριο σκοπό την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία, την ενδυνάμωση της φιλίας του ελληνικού και τουρκικού λαού καθώς και την βοήθεια και συμπαράσταση στους πολιτικούς πρόσφυγες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1287 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1287/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσιβλήτου: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Δεμερούκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: Ψ, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αντώναρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-10-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 194/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 74/2006 του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 11-9-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 11-4-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, εφόσον το τελευταίο διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς.

Εν προκειμένω όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη αγωγή, περί εικονικότητος της γενομένης πωλήσεως του εν αυτή πλοίου, ως προς το πρόσωπο του φερομένου αγοραστού, ως τοιούτου θεωρηθέντος του ενάγοντος, αφού δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του περί πραγμάτων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, με τις εξής αιτιολογίες κατά τα κύρια σημεία αυτών:

Ο ενάγων είναι Τουρκικής καταγωγής, κατέφυγε το έτος 1988 στην Ελλάδα ως πολιτικός πρόσφυγας διωκόμενος από το Τουρκικό καθεστώς για τα δημοκρατικά του φρονήματα. Εκτοτε κατοικεί στην Ελλάδα έλαβε άδεια παραμονής, νυμφεύτηκε την Ελληνίδα υπήκοο Α δημόσιο υπάλληλο στο επάγγελμα και τελικά το 2001 κατόπιν αιτήσεώς του έλαβε την ελληνική υπηκοότητα και κατέστη Ελληνας πολίτης.

Αρχές του έτους 2000 ιδρύθηκε από Ελληνες πολίτες και τούρκους πολιτικούς πρόσφυγες το σωματείο "ΚΕΝΤΡΟ ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ" το οποίο εγγράφηκε στα αντίστοιχα βιβλία του Πρωτοδικείου της Αθήνας την 29-3-2001 με κύριο σκοπό την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία, την ενδυνάμωση της φιλίας του ελληνικού και τουρκικού λαού καθώς και την βοήθεια και συμπαράσταση στους πολιτικούς πρόσφυγες.

Στα ιδρυτικά μέλη του εν λόγω σωματείου ανήκει ο ενάγων ενώ και ο εναγόμενος, που έγινε μέλος μετά τη σύστασή του και κατείχε τη θέση του Γραμματέα στο Διοικητικό Συμβούλιο αυτού, ενεπλάκη στις προπαρασκευαστικές της ίδρυσής του συναντήσεις και εργασίες και στα πλαίσια αυτής της δραστηριότητας οι αντίδικοι γνωρίστηκαν και μεταξύ τους δημιουργήθηκε σχέση εμπιστοσύνης και φιλίας.

Στη συνέχεια, περί το τέλος Νοεμβρίου 2001, η επίσης τουρκικής καταγωγής και γερμανικής υπηκοότητας οικογενειακή φίλη του ενάγοντα, Β, πρότεινε στον τελευταίο να του πωλήσει ένα επαγγελματικό - ιστιοπλοϊκό σκάφος προκειμένου να ασχοληθεί ο ίδιος με την κερδοφόρα επιχειρηματική δραστηριότητα του ναυτικού τουρισμού μέσω της εκναυλώσεως αυτού σε τουρίστες.

Το εν λόγω σκάφος τύπου "Finsailer 38" με την ονομασία "... " μήκους 11,10 μέτρων, πλάτους 3,50 και βάθους 2.21 μέτρων, 16,03 κοχ και 14,73 κκχ που διαθέτει μηχανή "PERKINS 81 ΒΗΡ", ανήκε ουσιαστικά εξ ολοκλήρου στην Β αλλά για να διευκολύνεται η εκμίσθωσή του σε τρίτους φερόταν τυπικά ότι ανήκε σ' αυτήν κατά ποσοστό 49% και κατά το υπόλοιπο 51% στην συμπλοιοκτήτρια εταιρία "ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΕ", λόγω του εκτεταμένου δικτύου πελατών, που είχε η εταιρία αυτή.

Συγκεκριμένα η εν λόγω εταιρία με το από 27-4-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησε στην Β το ποσοστό 51% της συνιδιοκτησίας της σ' αυτήν πλην όμως η τελευταία (Β) δεν έσπευσε να καταχωρήσει το πωλητήριο αυτό στο νηολόγιο του πλοίου για τους παραπάνω λόγους με αποτέλεσμα να μην αποκτήσει ποτέ το μερίδιο της πωλήτριας εταιρίας.

Ο ενάγων αποδέχθηκε την πρόταση της φίλης του, όρισαν το τίμημα της πωλήσεως του σκάφους στο ποσό των 15.000.000 δραχμών εκ των οποίων άμεσα καταβλητέο, κατά το χρόνο της μεταβίβασης του πλοίου, ήταν το ποσό των 5.000.000 δραχμών και το υπόλοιπο σε τέσσερις εξαμηνιαίες, ισόποσες, δόσεις τις οποίες θα συγκέντρωνε από τα έσοδα της εκμετάλλευσης του σκάφους.

Στα πλαίσια αυτής της συμφωνίας ο ενάγων, προβληματιζόμενος έντονα για την αντίδραση των αρχών της Τουρκίας και την τύχη του πλοίου σε περίπτωση που προσέγγιζε τις ακτές της καθώς εκκρεμούσαν στη χώρα αυτή καταδικαστικές σε βάρος του αποφάσεις για την πολιτική δραστηριότητά του, αποδέχθηκε να γίνει εικονικά η μεταβίβαση του σκάφους, στο όνομα του εναγομένου ο οποίος θα φερόταν τυπικά ως ιδιοκτήτης, χωρίς μάλιστα καμία φορολογική επιβάρυνση ενόψει του επαγγελματικού χαρακτήρα του (σκάφους), ενώ συγχρόνως διαβεβαίωνε τον ενάγοντα ότι θα φρόντιζε και ο ίδιος για την συντήρηση και εκμίσθωση του σκάφους.

Ετσι στις 27-12-2001 καταρτίσθηκε μεταξύ της Β, της εταιρίας με την επωνυμία "Ναυτιλιακή Τουριστική ΕΠΕ" και του εναγομένου έγγραφη σύμβαση πωλήσεως, που νόμιμα καταχωρήθηκε στο οικείο νηολόγιο, του ως άνω σκάφους στον εναγόμενο, εν γνώσει απάντων των συμβαλλομένων ότι ο τελευταίος φαινομενικά συνεβλήθη ως αγοραστής, ενώ πραγματικός αγοραστής ήταν ο ενάγων ο οποίος την ημερομηνία αυτή της καταρτίσεως του πωλητηρίου ιδιωτικού συμφωνητικού κατέβαλε στην ουσιαστικά πωλήτρια του σκάφους Β μέρος του τιμήματος εκ δραχμών 5.000.000, όπως είχε συμφωνηθεί.

Με την καταχώρηση της εν λόγω συμβάσεως πωλήσεως του πλοίου στο οικείο νηολόγιο κύριος του πλοίου τυπικά (κατά το φαινόμενο) κατέστη, ο αγοραστής εναγόμενος, στην πραγματικότητα όμως ο ενάγων ως πραγματικός αγοραστής. Ακόμη δέχθηκε το Εφετείο ότι ο ενάγων στο ερώτημα του εναγομένου γιατί δεν επέλεξε ως εικονικό αγοραστή στην εν λόγω σύμβαση πωλήσεως τη σύζυγό του δίνει την πειστική δικαιολογία ότι υπήρχε φόβος οι Τουρκικές μυστικές υπηρεσίες να αντιληφθούν ότι το πλοίο αυτό ανήκει στη σύζυγό του και να ενεργήσουν αναλόγως σαν να ευρίσκετο στην κυριότητά του και ότι εν πάση περιπτώσει ο εναγόμενος γνώριζε από εκμετάλλευση και συντήρηση σκάφους αφού είχε αποφοιτήσει από τη Σχολή Εμποροπλοιάρχων στον Ασπρόπυργο Αττικής και είχε υπηρετήσει στο Λιμενικό Σώμα.

Κατά το χρονικό διάστημα του πρώτου εξαμήνου του έτους 2002 ο ενάγων επέβλεπε το εν λόγω σκάφος, είχε δώσει δε στον εναγόμενο το ποσό των 7.000 ευρώ περίπου για τη συντήρηση και τον καθαρισμό του. Με τα χρήματα αυτά ο εναγόμενος είχε καταβάλει για λογαριασμό του ενάγοντα για δαπάνες συντηρήσεως του σκάφους, ασφάλιστρα, ΦΠΑ κ.λ.π.

διάφορα ποσά και είχε αποδώσει στον τελευταίο (ενάγοντα) λογαριασμό με ένα ιδιόγραφο σημείωμά του. Συγκεκριμένα την 18-4-2003 κατά τη συζήτηση της από 28-3-2003 αιτήσεως του ενάγοντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, περί λήψεως του ασφαλιστικού μέτρου της μεσεγγύησης του εν λόγω σκάφους, ο εναγόμενος στο ακροατήριο αναγνώρισε ως δικό του σχετικό σημείωμα στο οποίο έγραφε ότι έλαβε (από τον ενάγοντα) το ποσό των 5.070 ευρώ.

Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμό 5109/2003 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με την οποία το ως άνω σκάφος αφηρέθη από τον εναγόμενο τεθέν υπό δικαστική μεσεγγύηση. Μετά την έκδοση της εκκαλουμένης και σε εκτέλεση αυτής ο διορισθείς μεσεγγυούχος Γ με το από 17-3-2005 πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής παρέδωσε στον ενάγοντα τη νομή και την κατοχή του εν λόγω σκάφους.

Τέλος δέχθηκε το Εφετείο ότι ο εναγόμενος ισχυρίστηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά και με την έφεσή του, επειδή δεν εμφανίζει εισοδήματα, ότι για το ποσό του τιμήματος της αγοράς του ως άνω σκάφους δανείστηκε από τον φίλο του και μάρτυρα (στην ως άνω ..... ένορκη βεβαίωση) Δ το ποσό των 3.600.00 δραχμών. Προς απόδειξη αυτού του ισχυρισμού του προσκόμισε έγγραφα αναλήψεων του μάρτυρα αυτού από λογαριασμό του στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο ποσού 1.000.000 δραχμών στις 23-10-2001 και 2.760.244 δρχ.

στις 8-11-2001 και ότι από το ποσό αυτό κατέβαλε στους πωλητές ως αρραβώνα το ποσό του 1.000.000 δραχμών. Τον ισχυρισμό αυτόν επιβεβαιώνει σε γενικές γραμμές ενόρκως με την ως άνω ένορκη βεβαίωσή του και ο μάρτυρας Δ. Ο εναγόμενος όμως για την καταβολή αυτή του αρραβώνα δεν ισχυρίζεται ούτε προσκομίζει κάποια εξοφλητική απόδειξη των πωλητών ή τραπεζική απόδειξη καταθέσεως σε λογαριασμό τους.

Πέραν αυτού οι επικαλούμενες χρονολογίες αναλήψεως των χρημάτων απέχουν πολύ από την 27-12-2001 ημερομηνία καταρτίσεως της συμβάσεως πωλήσεως του εν λόγω σκάφους με αποτέλεσμα να καθίσταται ευκόλως αντιληπτό ότι οι αναλήψεις αυτές ουδεμία σχέση έχουν με την καταβολή του τιμήματος της πωλήσεως του πλοίου αυτού.

Αντίθετα ο ενάγων εμφανίζει σοβαρό οικογενειακό εισόδημα, όπως προκύπτει από τα σχετικά εκκαθαριστικά σημειώματα των ετών 2000, 2001 και 2002 της αρμόδιας ΔΟΥ ΚΑ' Αθηνών, ικανό να καλύψει άνετα το συμφωνηθέν συνολικό τίμημα πωλήσεως του σκάφους εκ δραχμών 15.000.000, μάλιστα δε η σύζυγός του πέραν αυτού έλαβε με την υπ' αριθμό 232354/2001 απόφαση του Ταμείου Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων ως εφάπαξ το ποσό των 9.422.858 δρχ.

όπως προκύπτει από την από 15-4-2002 σχετική βεβαίωση του ως άνω Ταμείου. Την εικονικότητα της ως άνω συμβάσεως πωλήσεως και το περιεχόμενο της καλυπτόμενης από αυτή αληθούς συμβάσεως πωλήσεως του ως άνω πλοίου στον ενάγοντα επιβεβαιώνουν με τις καταθέσεις τους μετά λόγου γνώσεως η ουσιαστική πωλήτρια του σκάφους Β και οι Δικηγόροι Γ και Δ, την αξία δε των καταθέσεων αυτών δεν αναιρεί το γεγονός ότι μεταξύ της πλευράς του ενάγοντος και της πλευράς του εναγομένου υπάρχει σφοδρή δικαστική αντιδικία σε προσωπικό και πολιτικό επίπεδο.

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο έκανε δεκτή ως ουσία βάσιμη την αγωγή και αναγνώρισε την εικονικότητα της ανωτέρω πωλήσεως ως προς το πρόσωπο του αγοραστή, δεχθέν ότι ο ενάγων είναι ο καλυπτόμενος αληθής αγοραστής του ως άνω πλοίου στην από 27/2/01 εικονική σύμβαση πωλήσεως. Με τις αιτιολογίες του αυτές το Εφετείο στις οποίες στήριξε την αναγνώριση της εικονικότητος της ανωτέρω πωλήσεως του πλοίου ως προς το πρόσωπο του αγοραστή, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού διέλαβε σ' αυτές σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και επομένως ο 1ος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δ/ριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως δεν ανακύπτει η πλημμέλεια αυτή, αν το δ/ριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικά ή ουσιαστικά. "Πράγμα" υπό την ανωτέρω έννοια είναι και ο λόγος της εφέσεως.

Εν προκειμένω όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το εφετείο που την εξέδωσε, ερευνώντας καθολικά και εξ υπαρχής τη διαφορά έλαβε υπόψη όλους τους κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως προβαλλόμενους λόγους της εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος, τους οποίους και απέρριψε, χωρίς η ορθότητα της απορριπτικής αυτής κρίσεως να μπορεί να ελεγχθεί μέσω του αναιρετικού λόγου του άρ. 8.

Συνεπώς ο 2ος λόγος αναιρέσεως, που καταλογίζει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ανωτέρω διατάξεως, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον 1ον λόγος εφέσεως, είναι αβάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ το Εφετείο όπως ρητώς βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, σχημάτισε την κρίση του επί της ουσίας της υποθέσεως, αφού έλαβε υπόψη του εκτός από τα άλλα αποδεικτικά μέσα και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, από τη βεβαίωση δε αυτή, σε συνδυασμό και προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν απομένει αμφιβολία αλλά αντίθετα καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα αναφερόμενα στον τρίτο λόγο αναιρέσεως έγγραφα και δη α) την υπ' αρ. καταθέσεως 164952/13563/02 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του αναιρεσιβλήτου, β) την από 5-2-03 μήνυση του αναιρεσιβλήτου, γ) το από 12-4-02 πρωτόκολλο γενικής θεώρησης πλοίου και δ) την με αριθμ. πρωτ. 3344/1/73/18-2-00 άδεια επαγγελματικού σκάφους αναψυχής, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να είναι ειδική μνεία αυτών. Επομένως ο εκ του άρθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12-9-2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 74/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιά. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ