1287/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1287/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εν προκειμένω το Εφετείο δέχθηκε τη διεκδικητική ακινήτου αγωγή του αναιρεσίβλητου, απορρίπτοντας την ένσταση των αναιρεσειόντων για καταχρηστική άσκηση του αγωγικού δικαιώματος, διαλαμβάνοντας σχετικώς με αυτήν στην απόφασή του τα ακόλουθα περιστατικά : "Η Ζ1, αδελφή του ενάγοντος και σύζυγος του Ζ2, με το ....
Full text
Απόφαση 1287 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1287/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Ιωάννη Ιωαννίδη, Μίμη Γραμματικούδη και Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2, 3. Χ3 και 4. Χ4, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καμηλάκη.
Του αναιρεσίβλητου: ...... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Σώτο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-1992 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 117/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9447/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-3-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 2-4-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο που την εξέδωσε οδηγήθηκε στην κρίση του για την απόρριψη της ενστάσεως των αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής ασκήσεως του ασκουμένου, με την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή, δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, "και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, τα οποία επικαλούνται με τις προτάσεις τους και προσκομίζουν οι διάδικοι". Από τη βεβαίωση αυτή και την όλη αιτιολογία της αποφάσεως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και εκτίμησε, παρόλο που δεν τα μνημονεύει ειδικώς και δεν τα αξιολογεί χωριστά, και τα εξειδικευόμενα στο αναιρετήριο τέσσερα επιμέρους έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, γι' αυτό και ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ΄ ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙ. Επειδή, κατ' άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως ως "καλή πίστη" θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, ενώ ως κριτήριο των "χρηστών ηθών" χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτομένου ανθρώπου, ασκείται δε το δικαίωμα καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (ΟλΑΠ 17/1995). Σε κάθε περίπτωση τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου αν συνιστούν ή όχι κατάχρηση δικαιώματος με την προαναφερόμενη έννοια.
Εν προκειμένω το Εφετείο δέχθηκε τη διεκδικητική ακινήτου αγωγή του αναιρεσίβλητου, απορρίπτοντας την ένσταση των αναιρεσειόντων για καταχρηστική άσκηση του αγωγικού δικαιώματος, διαλαμβάνοντας σχετικώς με αυτήν στην απόφασή του τα ακόλουθα περιστατικά : "Η Ζ1, αδελφή του ενάγοντος και σύζυγος του Ζ2, με το ....
συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αλίκης Παπακωνσταντίνου, που μεταγράφηκε νόμιμα, έγινε κύρια οριζόντιας ιδιοκτησίας, εμβαδού 47 τ.μ., του τετάρτου ορόφου πολυκατοικίας που βρίσκεται στο Δήμο .... Αττικής επί της οδού....., αντί ποσού 230.000 δραχμών. Το τίμημα καλύφθηκε εξ ολοκλήρου με δάνειο, που έλαβε η ως άνω Ζ1 από το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο με βάση το ....
δανειστικό συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ανδρέου Ευαγγελάτου και έπρεπε να εξοφληθεί σε 300 μηνιαίες δόσεις των 1.640 δραχμών. Στην εν λόγω οικία διέμενε αυτή με το σύζυγό της Ζ2 μέχρι τον κατά την 14-8-1974 θάνατό της και μετά ο τελευταίος μόνος μέχρι τον κατά τις 14/9/1989 θάνατό του. Η Ζ1 με την..... δημόσια διαθήκη της ενώπιον του Συμβολαιογράφου Κονίτσης Ιωάννου Παπαϊωάννου, που δημοσιεύτηκε νόμιμα, εγκατέστησε τον ενάγοντα μοναδικό κληρονόμο της στο περιγραφόμενο σε αυτή ακίνητο, που βρίσκεται στη Κόνιτσα.
Για την τύχη της ως άνω οριζόντιας ιδιοκτησίας δεν διέλαβε διάταξη στη διαθήκη, με αποτέλεσμα για το ακίνητο αυτό να χωρήσει εξ αδιαθέτου διαδοχή (ΑΚ 1801). Έτσι και δεδομένου ότι η κληρονομούμενη δεν είχε αποκτήσει παιδιά, το εν λόγω ακίνητο περιήλθε στους μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς της και εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, δηλαδή στον ενάγοντα αδελφό της και τον επιζώντα, κατά το θάνατό της, σύζυγό της Ζ2 και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα (ΑΚ 1814,1820).
Ο ενάγων αποδέχθηκε την κληρονομία της αδελφής του με την ...... δήλωσή του ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Φωτεινής Κουλούκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, ενώ δεν αποδεικνύεται αποδοχή της ίδιας κληρονομίας από το σύζυγο της κληρονομούμενης, ούτε ότι η τελευταία είχε άλλη ακίνητη περιουσία. Όπως προαναφέρθηκε δε μετά το θάνατο της Ζ1 στην οικία κατοικούσε ο σύζυγός της .....
μέχρι το θάνατό του, χωρίς να αποδεικνύεται η κατάρτιση κάποιας άτυπης συμφωνίας μεταξύ των συγκληρονόμων ή μεταξύ αυτών και της κληρονομούμενης για την κυριότητα του ακινήτου αυτού. Αν η κληρονομούμενη επιθυμούσε η κυριότητα του επιδίκου να περιέλθει εξ ολοκλήρου στο σύζυγό της Ζ2 προδήλως θα το όριζε στη διαθήκη της, όπως σαφώς όρισε την επιθυμία της να περιέλθει το ακίνητο που βρίσκεται στην Κόνιτσα αποκλειστικά στον ενάγοντα αδελφό της.
Ο Ζ2 κατείχε και νεμόταν το επίδικο, όσο ,ζούσε, και για λογαριασμό του ενάγοντος, χωρίς ποτέ να του γνωστοποιήσει τη βούλησή του ότι το νέμεται ολόκληρο αποκλειστικά. Για δε την αποκλειστική χρήση του επιδίκου δεν κατέβαλε ποτέ αποζημίωση στον ενάγοντα, ούτε, άλλωστε ο τελευταίος του ζήτησε τέτοια αποζημίωση.
Κατέβαλε όμως μέχρι το θάνατό του τις δόσεις του δανείου στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, καθώς και τις κοινόχρηστες δαπάνες, αφού αυτός κατοικούσε εκεί, χωρίς ποτέ να αξιώσει από τον ενάγοντα την καταβολή του ποσοστού που αναλογούσε σε αυτόν. Το εξ αδιαιρέτου μερίδιο του Ζ2 στο επίδικο (1/2) μετά το θάνατό του περιήλθε χωρίς διαθήκη, όπως δεν αμφισβητείται, στους εναγομένους μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς του.
Ο ενάγων ουδέποτε παραιτήθηκε, ρητώς ή σιωπηρώς, από τα δικαιώματά του στο επίδικο υπέρ του Ζ2, έτσι ώστε να δημιουργήσει σε αυτόν την πεποίθηση ότι δεν θα διεκδικήσει το ιδανικό του μερίδιο στο ακίνητο. Έτσι ο ενάγων μετά το θάνατο του Ζ2 και όταν οι εναγόμενοι, ως κληρονόμοι του τελευταίου, αμφισβήτησαν τη συγκυριότητά του στο επίδικο και παραχώρησαν την χρήση του στην .....
χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του, άσκησε κατ' αυτών ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την από 27-12-1990 αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων προστασίας της συννομής του. Η αίτηση έγινε δεκτή με την 773/1991 απόφασή του ως άνω Δικαστηρίου. Στη συνέχεια άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 4-1-1991 (τακτική αγωγή) περί νομής, η οποία απερρίφθη, ως αόριστη, με την 7328/1991 απόφαση εκείνου του Δικαστηρίου.
Επομένως ο ενάγων έγινε κύριος του επίδικου ακινήτου, η αξία του οποίου ανερχόταν κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής σε 5.000.000 δραχμές (14.764 Ευρώ), με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή, αποδοχή κληρονομίας-μεταγραφή της δηλώσεως αποδοχής) κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου και οι εναγόμενοι, οι οποίοι το κατέλαβαν και το κατέχουν παράνομα από τον Οκτώβριο του έτους 1990, τον απέβαλαν από την νομή του σε αυτό κατά το ως άνω ποσοστό.
Όμως, ενόψει των παραπάνω περιστατικών που αποδείχθηκαν και συγκεκριμένα α) της μη υπάρξεως άτυπης συμφωνίας μεταξύ του ενάγοντος και του δικαιοπαρόχου των εναγομένων ή αυτών και της κληρονομουμένης για την κυριότητα του επίδικου, β) της νομής αυτού από το δικαιοπάροχο των εναγομένων και στο όνομα του ενάγοντος και γ) της προσφυγής του ενάγοντος σε ένδικη προστασία αμέσως μόλις μετά το θάνατο του Ζ2 οι κληρονόμοι αυτού αμφισβήτησαν τη συγκυριότητά του, η άσκηση του δικαιώματός του ενάγοντος για αναγνώριση του δικαιώματος συγκυριότητας αυτού στο επίδικο δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ούτε υπήρξε μακρά αδράνεια ασκήσεως αυτού του δικαιώματός του".
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παραβίασε την προεκτεθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη της ΑΚ 281 που εφάρμοσε, στην κρίση του δε αυτή διέλαβε πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες που δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Επομένως, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ τρίτος και δεύτερος, αντίστοιχα, λόγοι αναιρέσεως, που υποστηρίζουν το αντίθετο.
ΙΙΙ. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.9 εδ.γ΄ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια αυτής της διάταξης, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ενδίκου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά κάθε απόφανσης πάνω σε κάθε άλλου είδους "πράγματα", υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι άφησε αδίκαστη την ένσταση των αναιρεσειόντων περί αποδυναμώσεως του αγωγικού δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η ένσταση δεν συνιστά "αίτηση" κατά την έννοια της προεκτεθείσας διάταξης του αρ.9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-3-2006 αίτηση αναιρέσεως της 9447/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε εξακόσια πενήντα (650) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ