Legislator Case Law & Legislation
1287/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds where new claim differs from prior final judgment.

Case Number 1287/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeal's decision, ruling that the new claim exceeded the scope of the previous final judgment. The appellant, a former employee, sought back pay for a period after her contract was declared void, despite having previously failed to provide required documentation for a specific legal status. The court held that because the new request concerned facts and legal issues occurring after the prior judgment, the principle of res judicata did not apply, allowing the lower court to reject it.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281, 286, 287, 290, 321, 322, 324, 330, 331 of the Code of Civil Procedure; The principle of res judicata applies only to the same legal issue and parties, and does not bar a new claim based on facts occurring after the final judgment.

Keywords

AI generated
res judicata final judgment new claim subsequent facts scope of judgment legal issue contract voidness

Cited Legislation

AI generated
Articles 281, 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure
Articles 321, 322, 324, 330, 331 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1287 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1287/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαϊου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των καλούντων-αναιρεσειόντων: 1)....., 2)..... και 3)......, υπεισελθόντων στην παρούσα δίκη ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αρχικώς αναιρεσείουσας και ήδη αποβιώσασας την 14-1-2004 ....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Τίτο Επιτροπάκη.

Του καθού η κλήση αναιρεσίβλητου: Οργανισμού (Ν.Π.Ι.Δ.) με την επωνυμία «ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ» (ΕΛΤΑ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα Λυκούδη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-1993 αγωγή της αρχικώς αναιρεσείουσας και ήδη αποβιώσασας ....., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 733/1995 του ίδιου Δικαστηρίου και 644/1997 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ως άνω αρχικώς αναιρεσείουσα, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για την 5-11-2002, κατά την οποία ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 16-12-2004 κλήση των κληρονόμων. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 24-10-2001 έκθεση, του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Ιωάννη Δαβίλλα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της προκειμένης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των καλούντων-αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του καθού η κλήση-αναιρεσίβλητου την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή η δίκη, μετά τη βίαιη διακοπή της με το θάνατο της αναιρεσείουσας στις 14-1-2004, νομίμως επαναλαμβάνεται από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, δηλαδή τα τέκνα της ...., .... και ....., σύμφωνα με τα άρθρα 286 περ. α', 287 και 290 του ΚΠολΔ. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη.

Από το δεδικασμένο καλύπτονται και οι ενστάσεις κατά την έκταση που προσδιορίζεται στο άρθρο 330 του ΚΠολΔ, ακόμη και αν αναφέρονται στο προδικαστικό ζήτημα, ειδικότερα δε, αναφορικά με τις μη προταθείσες ενστάσεις, καλύπτονται εκείνες που δεν στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί και με κύρια αγωγή, εφόσον όμως υπήρχαν τα περιστατικά που τις θεμελιώνουν και μπορούσαν να προταθούν (άρθρ.330 ΚΠολΔ) και όχι όταν αυτά συντελέσθηκαν μεταγενεστέρως.

Εξάλλου, η επίκληση του δεδικασμένου σε δίκη της οποίας το αντικείμενο είναι διαφορετικό από το αντικείμενο της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση από την οποία απορρέει αυτό υπόκειται στην ένσταση, ότι με τη συνδρομή και μεταγενεστέρων περιστατικών, είναι καταχρηστική κατά τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ (ΑΠ 714/1992, 186/1981, 1530/1980).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, κατ' εκτίμηση της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, τοποθετήθηκε αναγκαστικά, με την από 23-12-1987 απόφαση της κατά το άρθρο 8 του Ν. 1648/1986 πρωτοβάθμιας Επιτροπής, ως μέλος πολύτεκνης οικογένειας, στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, μολονότι δεν πληρούσε της προϋποθέσεις εφαρμογής του νόμου αυτού, αφού ήταν έγγαμη από το έτος 1974 με το δικηγόρο Ηρακλείου ...., με τον οποίο μάλιστα είχε αποκτήσει τρία παιδιά, και δεν θεωρείτο μέλος πολύτεκνης οικογένειας κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν.1910/1944, όπως είχε αντικατασταθεί από το άρθρο 1 παρ.1 του Ν.860/1979, γεγονός που γνώριζε η ίδια αλλά απέκρυψε από την ως άνω Επιτροπή.

Κατόπιν προσφυγής του αναιρεσίβλητου κατά της αποφάσεως αυτής εκδόθηκε η αριθ. 290/1988 απόφαση της δευτεροβάθμιας Επιτροπής του άρθρου 10 του Ν.1648/1986, με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή υπό τον όρο ότι η αναιρεσείουσα θα προσκομίσει στο Υπουργείο Εργασίας βεβαίωση της Ανωτάτης Συνομοσπονδίας Πολυτέκνων (ΑΣΠΕ), για την υπαγωγή της στις διατάξεις του Ν.1648/1986.

Επιλέον, η ανωτέρω δευτεροβάθμια Επιτροπή, με το αριθ. 512/13-2-1989 έγγραφό της, γνωστοποίησε στο αναιρεσίβλητο ότι, σε περίπτωση κατά την οποία η αναιρεσείουσα δεν προσκομίσει την παραπάνω βεβαίωση, η θέση της θα θεωρηθεί κενή και το αναιρεσίβλητο θα έχει τη δυνατότητα να την καλύψει με τη νόμιμη διαδικασία προσλήψεων.

Η αναιρεσείουσα εμφανίστηκε και ανέλαβε υπηρεσία στο Ταχυδρομικό Γραφείο ..... στις 14-12-1988, αλλά απομακρύνθηκε από αυτό στις 28-2-1989, διότι δεν προσκόμισε την προαναφερόμενη βεβαίωση. Με την εκδοθείσα επί προηγούμενης αγωγής της αναιρεσείουσας αριθ. 471/1990 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία έχει καταστεί τελεσίδικη μετά την απόρριψη της εφέσεως που άσκησε κατ' αυτής το αναιρεσίβλητο, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της από 28-2-1989 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσείουσας εκ μέρους του αναιρεσίβλητου.

Περαιτέρω το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη, ότι η ενάγουσα, εκτός από το γεγονός ότι κατόρθωσε παράνομα να επιτύχει την αναγκαστική τοποθέτησή της στο αναιρεσίβλητο, γνωρίζοντας ότι δεν υπάγεται στις διατάξεις του Ν.1648/1986, εξακολούθησε και μετά την απόλυσή της να αδιαφορεί για την εκπλήρωση της υποχρεώσεως που της έταξε η δευτεροβάθμια επιτροπή του άρθρου 10 του Ν.1648/1986, αφού μέχρι και τη συζήτηση της εφέσεώς της (21-1-1997), δεν είχε προσκομίσει την προαναφερόμενη βεβαίωση της ΑΣΠΕ, επιπλέον δε ότι μετά την καταγγελία της συμβάσεώς της από το αναιρεσίβλητο έως την άσκηση της αγωγής δεν εργάστηκε ούτε επιδίωξε να εργασθεί παρά το ότι είναι ικανή προς εργασία, έκρινε ότι η επίκληση του δεδικασμένου που απορρέει από την ανωτέρω αριθ. 471/1990 απόφαση και συνακόλουθα η αξίωσή της για την καταβολή αποδοχών υπερημερίας και δώρων εορτών κατά το χρονικό διάστημα από 1-5-1993 έως 31-12-1993 υπερβαίνει τα όρια του άρθρου 281 του ΑΚ.

Ετσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις περί δεδικασμένου, αφού τα περιστατικά του θεμελιώνουν τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ είναι μεταγενέστερα της καταγγελίας της συμβάσεως, που κρίθηκε άκυρη και ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ. 16 περίπτ. β΄ μοναδικός λόγος της αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-9-1999 αίτηση περί αναιρέσεως της 644/1997 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων είκοσι (420) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαϊου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 16 Ιουνίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ