Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to vague and undefined grounds of appeal under Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's decision regarding land ownership. The appellant failed to specify concrete factual circumstances to substantiate the alleged procedural errors under Article 559 of the Civil Procedure Code. Consequently, the court ruled the grounds of appeal were too general and undefined to be examined.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 495, 176, 183, 191 of the Civil Procedure Code: The grounds of appeal must be specific and grounded in concrete facts; vague or general allegations without identifying specific circumstances render the appeal inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1286 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1286/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. συζ. Γ. Σ., το γένος Ι. και Μ. Π., κατοίκου Αθηνών, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Σμυρνιωτάκη, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α., χήρας Ε. Θ., το γένος Ι. και Μ. Π., κατοίκου ..., 2) Μ. Θ. του Ε. και Α., 3) Ε. Θ. του Ε. και της Α., 4) Γ. Θ. του Ε. και της Α., 5) Ι. Θ. του Ε. και της Α., κατοίκων .... Οι υπό στοιχείο 1, 2 και 3 αναιρεσίβλητοι, δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Οι υπό στοιχείο 4 και 5 αναιρεσίβλητοι, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Στειακάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-2-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 175/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-6-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει η ακόλουθη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης : Επί της από 22-02-2011 αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... κατά των 1) Α. Π. συζ. Ε. Θ., 2) Ι. Θ. του Ε., και 3) Ε. Θ., με την οποία, αφού εξέθετε ότι είναι κυρία των αναφερόμενων τεσσάρων (4) αγροτεμαχίων ελαιόφυτων του δήμου ... ..., με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, ασκώντας επ' αυτών εμφανείς πράξεις νομής διανοία κυρίου, για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ζήτησε να αναγνωριστεί η κυριότητάς της επ' αυτών, επειδή οι εναγόμενοι αμφισβήτησαν αυτήν, και να της αποδοθεί, λόγω αποβολής της, το ευρισκόμενο στη θέση "...".
Επί της αγωγής, τη δίκη της οποίας μετά τον επισυμβάντα, στις 29-11-2011, θάνατο του εναγόμενου Ε. Θ.. συνέχισαν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, Α. Π., σύζυγος αυτού και πρώτη εναγόμενη της αγωγής, και τα τέκνα του, Ι. Θ. του Ε., δεύτερος εναγόμενος της αγωγής, και οι Μ. Θ. του Ε., Ε. Θ. του Ε., Γ. Θ. του Ε., εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμ. ...
απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Επί της από 25-11-2014 έφεσης των εναγόμενων, τη δίκη της οποίας, μετά τον επισυμβάντα, στις ..., θάνατο της εκκαλούσας - εναγόμενης - συνεχίζουσας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο Α. Θ. χήρας Ε. Π., συνέχισαν, οικειοθελώς, οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι - τέκνα αυτής, 1) Μ.
Θ. του Ε. και της Α., 2) Ε. Θ. του Ε. και της Α., 3) Γ. Θ. του Ε. και της Α., και 4) Ι. Θ. του Ε. και της Α., ήδη αναιρεσίβλητοι, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η με αριθμ. ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., με την οποία έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή κα απέρριψε αυτήν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. 'Ηδη, η από 16-06-2017 αίτηση αναίρεσης, στην οποία εκ προφανούς παραδρομής αναφέρεται ως πρώτη αναιρεσίβλητη η Α.
χήρα Ε. Θ., ως προς την οποία πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 558 και 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθώς απεβίωσε αυτή μετά την άσκηση της έφεσης και πριν τη συζήτηση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στο οποίο είχαν συνεχίσει, οικειοθελώς, τη δίκη, οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι - τέκνα αυτής (Μ., Ε., Γ.
και Ι. Θ. του Ι. και της Α.), ενώ, λόγω μη υποβολής τινός σε δικαστικά έξοδα, δεν επιβάλλονται αυτά.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 § 2, 498 § 1, 568 § 1-3 και 576 § 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από άλλον επισπεύδοντα τη συζήτηση διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.
Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος την επέσπευσε, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση. Αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους τους αναγκαίους ομόδικους.
Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 477/2019, πρβλ ΟλΑΠ 9/2003), ενώ η επίσπευση της συζήτησης ως προς τον απολειπόμενο μπορεί να γίνει και από απλό ομόδικό του (ΑΠ 1144/2019, πρβλ ΟλΑΠ 7/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την αναιρεσείουσα, με αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου ... Ν. Κ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την, στη συνέχεια αυτής ..., πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Γ' Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση της υπόθεσης και την κάτωθι αυτής πράξη της Αντιπροέδρου του ανωτέρω τμήματος, με την οποία ορίστηκε δικάσιμος η 07-10-2020, με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο Ε.
Θ. του Ε. (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 ΚΠολΔ), ενώ από το φάκελο της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιος επέσπευσε τη συζήτηση της υπόθεσης ως προς την αναιρεσίβλητη Μ. Θ. του Ε. και της Α., ενόψει ότι οι παριστάμενοι διάδικοι δεν επικαλούνται ούτε προσκομίζουν έκθεση επίδοσης της αίτησης αναίρεσης στην ανωτέρω αναιρεσίβλητη ούτε δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης με επ' αυτού σημείωση επίδοσης στην αναιρεσείουσα.
Όπως προκύπτει από το σημείωμα χορήγησης αναβολής, κατά την ανωτέρω συνεδρίαση της 07-10-2020, εκπροσωπήθηκαν οι αναιρεσίβλητοι, μεταξύ των οποίων, και η Μ. Θ. από τον δικηγόρο Αθηνών Ν. Σ., ως συνεργάτη του πληρεξούσιου δικηγόρου Γ. Σ., και η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 07-04-2021. Κατ' εκείνη τη δικάσιμο, η συζήτησή της ματαιώθηκε, λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, εξαιτίας της πανδημίας Covid 19.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 83 παρ. 2 και 3 του ν. 4790/2021 ορίστηκε αυτεπαγγέλτως, με την από ... πράξη του τότε Προέδρου του Τμήματος, ως νέα ημέρα συζήτησης της αίτησης η 26-01-2022, κατά την οποία η υπόθεση εγγράφηκε από τον γραμματέα στο οικείο πινάκιο. Κατά τη συνεδρίαση της 26-01-2022 η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, λόγω κήρυξης κατάστασης ειδικής κινητοποίησης πολιτικής προστασίας της περιοχής της Αττικής, με την ΚΥΑ 14914/2022 (ΦΕΚ 189 Β/25-01-2022), και με σχετική πράξη του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος ορίστηκε, αυτεπαγγέλτως, ως νέα δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιήθηκε με ανάρτηση της πράξης την πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων (solon.gov.gr), στο site του Αρείου Πάγου, www.areiospagos.gr, στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων portal.olomeleia.gr, και η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων.
Η κατά τα ως άνω νόμιμη κλήτευση του αναιρεσιβλήτου Ε. Θ., οι διαδοχικές αναβολή και ματαιώσεις (λόγω αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, λόγω της πανδημίας covid και κήρυξης ειδικής κατάστασης) και η αντίστοιχη εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας, επέχει θέση κλήτευσης του ανωτέρω αναιρεσιβλήτου για τη σημερινή δικάσιμο, ενώ σε αντίθετη περίπτωση, η, χωρίς προηγούμενη νόμιμη κλήτευση, εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ' αυτή και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ 464/2021, ΑΠ 694/2021).
Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, κατά την ορισθείσα με τον παραπάνω τρόπο (νέα) σημερινή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο, οι αναιρεσίβλητοι, Μ. Θ. και Ε. Θ. δεν εκπροσωπήθηκαν ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ από την έρευνα των εγγράφων της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ότι ο Γ.
Σ., που εμφανίστηκε ως πληρεξούσιος δικηγόρος της Μ. Θ.. στο Δικαστήριο αυτό κατά τη δικάσιμο της 07-10-2020 και η υπόθεση αναβλήθηκε, όπως αναλύεται παραπάνω, για τη δικάσιμο της 07-04-2021, είχε νομίμως παρασταθεί, ως διορισμένος από την αναιρεσίβλητη Μ. Θ., με συμβολαιογραφική πληρεξουσιότητα, προκειμένου να καλυφθεί η αδυναμία διαπίστωσης του διάδικου που επέσπευσε τη συζήτηση για την παραπάνω αρχική δικάσιμο ως προς την αναιρεσίβλητη αυτή.
Επομένως, πρέπει να διαταχθεί ο χωρισμός της συζήτησης της υπόθεσης ως προς την αναιρεσίβλητη Μ. Θ. και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτήν και να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία του αναιρεσιβλήτου Ε. Θ. (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ), επειδή οι αναιρεσίβλητοι, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αρχικώς εναγόμενου Ε.
Θ.. και της αρχικώς εναγόμενης Α. Π. - Θ., συνδέονται μεταξύ τους με απλή ομοδικία ως προς την κληρονομική μερίδα που ανήκει στον καθένα, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 74 έως 78 ΚΠολΔ, 785 επ., 1113, 1884 επ. ΑΚ, και, συνεπώς, η αξίωση καθενός, ως προς την κληρονομική μερίδα, δεν αποτελεί αδιαίρετο δίκαιο, που να επιβάλει τη συμμετοχή στη δίκη όλων των συνδικαιούχων (πρβλ Ολ.
ΑΠ 902/1982, ΑΠ 6/2019, ΑΠ 55/2008), ενώ συνδέονται και με τον αρχικώς εναγόμενο Ι. Θ., ομοίως με απλή ομοδικία, διότι δεν συντρέχει περίπτωση αναγκαίας ομοδικίας (άρθρ. 74 και 76 ΚΠολΔ). Κατά τα λοιπά, η παραπάνω αίτηση, ως προς τους αναιρεσιβλήτους Ε., Γ. και Ι. Θ., ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. [1] Κατά τη διάταξη του άρθρου 976 εδ. α' του ΑΚ, σε πράγμα που βρίσκεται στη νομή άλλου η νομή αποκτάται με παράδοση που γίνεται με τη βούληση του νομέα. Από τη διάταξη αυτή, η οποία καθιερώνει παράγωγο τρόπο κτήσης της νομής, με ειδική διαδοχή, η οποία συντελείται με απλή παράδοση της νομής, σύμφωνα με τη βούληση του μέχρι τη μεταβίβαση νομέα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις για την κτήση της νομής με παράδοση είναι:
α) Η ύπαρξη της ιδιότητας του νομέα κατά το χρόνο παράδοσης της νομής, σ' αυτόν που μεταβιβάζει τη νομή β) η κτήση της φυσικής εξουσίας του πράγματος από τον αποκτώντα και γ) η μετάθεση της φυσικής εξουσίας από τον μέχρι τώρα νομέα στον αποκτώντα να γίνεται με τη θέληση και των δύο, δηλαδή, και εκείνου που μεταβιβάζει τη νομή.
Το στοιχείο αυτό της θέλησης του μεταβιβάζοντος νομέα υπάρχει, όχι μόνο όταν αυτός παραδίδει στον αποκτώντα το πράγμα, αλλά και όταν επιτρέπει ή εγκρίνει την κατάληψη του πράγματος από αυτόν (ΑΠ 956/2010). Η συμφωνία αυτή, μη απαιτούσα την ύπαρξη νόμιμης αιτίας, είναι αδιάφορο αν γι' αυτήν τηρείται ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου ή γίνεται ατύπως (ΑΠ 811/2020, ΑΠ 365/2017, ΑΠ 755/2012, ΑΠ 1139/2011). [2] Κατά το άρθρο 281 ΑΚ "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος".
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (OλΑΠ 17/1995).
Αντικειμενική καλή πίστη είναι η ευθύτητα και εντιμότητα που υπαγορεύονται σε κάθε άνθρωπο από τις ανάγκες της κοινωνικής συμβίωσης, ενώ χρηστά ήθη αποτελούν τα κριτήρια της κοινωνικής ηθικής που κρατούν κατά τη γενική αντίληψη των εντίμων και συνετών ανθρώπων. Κοινωνικοοικονομικός σκοπός του ιδιωτικού δικαιώματος είναι το όριο που ενυπάρχει στο δικαίωμα από την ανάγκη διαφύλαξης του γενικότερου συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου.
Τα αξιολογικά αυτά κριτήρια θέτουν φραγμό στην ιδιοτελή άσκηση του δικαιώματος, εφόσον αυτή έρχεται σε προφανή, δηλαδή, πρόδηλη και αναμφισβήτητη, αντίθεση προς αυτά (ΑΠ 524/2020, ΑΠ 1723/2017, ΑΠ 641/2013). Περαιτέρω, η κατάχρηση μπορεί ιδίως να οφείλεται α) σε κακοβουλία, όπως όταν ο δικαιούχος ενεργεί από κακότητα, χωρίς εύλογο όφελος, β) σε ανακολουθία, όπως όταν ο δικαιούχος δημιούργησε με την συμπεριφορά του τη δικαιολογημένη πεποίθηση ότι δεν επρόκειτο να ασκήσει το δικαίωμά του, εκ των υστέρων δε διαψεύδει την εμπιστοσύνη που με τη διαγωγή του είχε παραγάγει και γ) σε αποδυνάμωση, όπως όταν ο δικαιούχος αδράνησε επί μεγάλο χρονικό διάστημα, ώστε ο υπόχρεος ευλόγως αποκόμισε την πεποίθηση ότι το δικαίωμα δεν επρόκειτο να ασκηθεί, και η εκ των υστέρων άσκησή του συνεπάγεται επαχθείς επιπτώσεις για τον υπόχρεο (ΑΠ 472/2020, ΑΠ 95/2020, ΑΠ 1270/1994).
Τέλος, η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψή του, καταχρηστική δε άσκηση του δικαιώματος υφίσταται όχι μόνο στην περίπτωση αδράνειας του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, η οποία, εάν συνοδεύεται και από άλλες περιστάσεις, μπορεί να θεμελιώσει την ένσταση καταχρηστικότητας υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης του δικαιώματος (OλΑΠ 7/2002), αλλά και στην περίπτωση που η μεταβολή της προηγούμενης συμπεριφοράς του δικαιούχου, που είχε δημιουργήσει στον προσβολέα την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει αυτός το δικαίωμά του και είχε συντελέσει στην ενέργεια πράξεων από εκείνον που αποκρούει το δικαίωμα και στη δημιουργία ορισμένης πραγματικής κατάστασης, είναι αδικαιολόγητη και μη αναμενόμενη, και η λόγω της μεταβολής της συμπεριφοράς αυτής άσκηση του δικαιώματος, επιφέρει ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε, με επαχθείς, αν και όχι κατ` ανάγκην αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, για την αποτροπή των οποίων, με γνώμονα την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος, να παρίσταται επιβεβλημένη η θυσία του (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 8/2001, ΑΠ 1229/2022, ΑΠ 679/2019), όπως σε περίπτωση άτυπης πώλησης και παράδοσης του ακινήτου, ενώ η παραδοχή της ένστασης έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αναγνωριστικής και διεκδικητικής αγωγής (ΑΠ 403/2013, ΑΠ 2038/2009). [3] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019).
Ο λόγος αυτός για να είναι ορισμένος πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα, δηλαδή ορισμένο άρθρο ορισμένου νόμου (ΟλΑΠ 18/2005), το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (ΟλΑΠ 32/1996), επί νομικών σφαλμάτων κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλ.
τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 1040/2022). [4] κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1608/2022).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 1586/2022, ΑΠ 1542/2022). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η έλλειψη νόμιμης βάσης απαιτείται, πλην άλλων, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, α) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε εκ πλαγίου (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 1109/2022, ΑΠ 357/2018), β) ο ισχυρισμός, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών (ΑΠ 608/2007), γ) τα στοιχεία, από τα οποία προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, δ) οι κρίσιμες πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης πλήρως και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά (ΑΠ 1109/2022, ΑΠ 887/2019, 658/2019, ΑΠ 357/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι, από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, και δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, με τους οποίους η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, αντίστοιχα, α) για παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 17 παρ. 2α του Συντ., με τον πρώτο παραπάνω λόγο, επικαλούμενη ότι στέρηση της ιδιοκτησίας της αποτελεί και ο ουσιώδης περιορισμός της χρήσης, κάρπωσης και κατοχής της αναφερόμενης ακίνητης περιουσίας της, διότι παρόλο που με την προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται δεκτό ότι η αναιρεσείουσα απέκτησε κυριότητα, με έκτακτη χρησικτησία, επί των επίδικων ακινήτων, ένα ελαιοχώραφο στη θέση "...", εμβαδού 700 τ.μ.
και ένα στον ελαιώνα "...", εμβαδού 1.000 τ.μ., στη συνέχεια δέχεται ότι υπήρξε συμφωνία πώλησης, γεγονός που δεν αποδεικνύεται, καθώς οι δικαιοπάροχοι των τρίτου τέταρτου και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων επικαλούνται μία απόδειξη της τράπεζας ..., της οποίας ο αριθμός λογαριασμού δεν αντιστοιχεί στην αναιρεσείουσα και κυρίως δεν αφορά αγοραπωλησία ακινήτων, και, επίσης, δεν προέκυψε σωματική παράδοση των παραπάνω ακινήτων, και β) για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 64 και 65 ΕισΝΑΚ καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 1033, 1198 και 281 ΑΚ, με τον δεύτερο παραπάνω λόγο, επικαλούμενη ότι από κανένα έγγραφο ή μάρτυρα δεν αποδείχθηκε συμφωνία πώλησης ή μεταβίβασης της νομής ή κυριότητας των επικαλουμένων στην αγωγή ακινήτων ούτε αυτών στη θέση "..." ή "...", είναι απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του αντίστοιχου ουσιαστικού νόμου ούτε οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλ.
τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκαν οι επικαλούμενες παραβάσεις του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ενώ η επιλεκτική, και κατά το δοκούν, αποσπασματικές παραδοχές και το καταληκτικό αποτέλεσμα της προσβαλλόμενης απόφασης, για την κατ' ουσίαν απόρριψη τη αγωγής ως προς τα δύο παραπάνω ακίνητα, με παραδοχήν της υποβληθείσας από τους εναγόμενους ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, που επαναφέρθηκε με σχετικό λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για τα οποία ερίζουν οι διάδικοι δεν αρκεί.
Επιπροσθέτως, διότι υπό την επίφαση των παραπάνω λόγων αναίρεσης πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, ως προς την απόρριψη της αγωγής κατά τα αναφερόμενα δύο ακίνητα, που, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1316/2022, ΑΠ 1097/2021, ΑΠ 659/2021). Περαιτέρω, οι, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παρακάτω λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για στέρηση νόμιμης βάσης ως προς την εν όλω απόρριψη της αγωγής, λόγω παραδοχής της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, με παραβίαση των αυτών παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, και, ειδικότερα: 1) με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, διότι δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πως και με ποιο τρόπο απέκτησαν οι αρχικοί εναγόμενοι, Α.
Π. - Θ., Ε. Θ.., τη νομή και την κυριότητα, με ποια συμφωνία ή πραγματική φυσική παράδοση και από πότε, 2) με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, διότι διαλαμβάνονται αντιφατικές αιτιολογίες στην προσβαλλόμενη απόφαση σε σχέση με τα επικαλούμενα, από τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο αναιρεσίβλητο, στην έφεσή τους και τις προτάσεις τους στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπου ομολογούν την κυριότητα της αναιρεσείουσας, στη συνέχεια επικαλούνται επίμορτη αγροληψία και, τέλος, άτυπη πώληση των επίδικων παραπάνω δύο ακινήτων, 3) με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, διότι διαλαμβάνονται αντιφατικές αιτιολογίες στην προσβαλλόμενη απόφαση, "..Στη σελίδα 2 αυτής επικαλείται ότι "....Οι εναγόμενοι με τις προτάσεις τους (στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) ότι η ενάγουσα απέκτησε δικαίωμα κυριότητας στα επίδικα ...
αλλά επικαλέσθηκαν ότι η ίδια διάδικος ασκεί εμπράγματο δικαίωμα σε δύο από αυτά ..." και στην σελίδα 3 της προσβαλλόμενης ότι "...κατά την παραδοχή της εκκαλουμένης ότι η ενάγουσα έχει δικαίωμα κυριότητας και στα δύο ακίνητα ....Παραπονούνται τώρα οι εναγόμενοι για κακή εκτίμηση των αποδείξεων .... ". Επίσης, στην σελίδα 7 της προσβαλλόμενης "....Οι διάδικοι όμως ΔΕΝ αμφισβητούν ότι οι γονείς τους δεν διέθεταν τίτλους κυριότητας ....Μιά επομένως τυπική δικαιοπραξία ...είχε ως απαραίτητη προϋπόθεση να αποκτηθούν τίτλοι κυριότητας και να διανεμηθούν οι αγροί ..." και μετά "....Οι διάδικοι μάλιστα είναι στενοί συγγενείς ....δεν υποψιαζόταν ότι η σχέση τους αυτή θα κλονιζόταν ...
Ο μάρτυρας μάλιστα στων εναγομένων καταθέτει ότι τέτοιο δικαίωμα (άρδευσης ) ΕΧΕΙ ΜΟΝΟΝ όποιος έχει εμπράγματο δικαίωμα σε ακίνητο ...."" και 4) με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνει αιτιολογίες παραβιάζοντας εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 369 ΑΚ, 974, 976, 977, 1033, 1198, 1041, 1042, 1043 Α.Κ., ενώ διαλαμβάνει και αντιφατική αιτιολογία δεχόμενη ότι η αναιρεσείουσα δεν δήλωνε τα δύο ακίνητα το έτος 2003 ή το 2010 και εξής επειδή η αναιρεσείουσα προσκόμισε αντίγραφο ενιαίας εκμετάλλευσης του 2010, 2011 και 2012 και όταν, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ζήτησε πραγματογνωμοσύνη και αυτοψία, είναι απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης πλήρως και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά από την αναιρεσείουσα.
Σε κάθε περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αγωγής, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της εν όλω απόρριψης της αγωγής, ως προς τα επίδικα δύο ακίνητα, μετά από παραδοχή της προταθείσας από τους εναγόμενους έντασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, το Εφετείο με αυτά που δέχθηκε και έτσι έκρινε δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον εξέθεσε με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο κατέληξε και τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε και τα οποία ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου διαλαμβάνοντας, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ότι η άσκηση της αγωγής ως προς τα επίδικα δύο ακίνητα υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη, διότι η αναιρεσείουσα, κυρία των επίδικων ακινήτων, που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια ... ..., ένα στη θέση "..." εμβαδού 700 τ.μ., που έχει εικοσιδύο ελαιόδενδρα και δύο καρυδιές, και ένα στη θέση "...", εμβαδού ένα στρέμμα, κτηθέντα απ' αυτήν με τον πρωτότυπο τρόπο έκτακτης χρησικτησίας (με άσκηση εμφανών πράξεων διανοία κυρίας, αυτοπροσώπως ή δια αντιπροσώπου, και, ειδικότερα, δια των αρχικών εναγόμενων μέχρι την άνοιξη του έτους 1999), και η αναιρεσείουσα, επειδή η ίδια, με την οικογένειά της, κατοικούσε μόνιμα στην Αθήνα, μεταβίβασε άτυπα τα παραπάνω δύο ακίνητα στην αρχική εναγόμενη Α.
Π. - Θ., αδελφή της, και χωρίς να συνταχθεί οποιοδήποτε έγγραφο, λόγω της συγγενικής τους σχέσης, και ο αρχικός εναγόμενος Ε. Θ.., στις 14-05-1999, κατέβαλε το τίμημα αυτών, ανερχόμενο στο ποσό των 900.000 δρχ. στον αναφερόμενο τραπεζικό λογαριασμό, που διατηρεί η αναιρεσείουσα στην ..., που ήταν ανάλογο της πραγματικής αξίας των ακινήτων τίμημα, και, από την καταβολή του τιμήματος, επέτρεψε και ενέκρινε η αναιρεσείουσα, την εγκατάσταση των εναγομένων στα ως άνω δύο ακίνητα και είχαν στην πλήρη διάθεσή τους, τα οποία, από το έτος 2005, και εφεξής, έχοντας αποκτήσει την οικονομική δυνατότητα, καλλιεργούσαν, επέβλεπαν, φρόντιζαν περιέφραξαν, δήλωναν στις φορολογικές αρχές, με τη στέρεη πεποίθηση ότι επρόκειτο για ιδιοκτησία τους, ενώ η αναιρεσείουσα, το πρώτον τον Ιανουάριο του έτους 2010, κάλεσε την αρχική εναγόμενη, δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων, για συζήτηση για τα γονεϊκά περιουσιακά στοιχεία τους, και στη συνέχεια, απαίτησε την απόδοση αυτών, και, με την άσκηση της ένδικης αγωγής για την αναγνώριση της κυριότητας, πλην άλλων ακινήτων, και για τα προαναφερθέντα δύο αγροτεμάχια, και την απόδοση του αγροτεμαχίου που βρίσκεται στη θέση "...", με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 218, 976 ΑΚ, ως προς την απόρριψη της αναγνωριστικής κυριότητας επί των δύο ως άνω αγροτεμαχίων κατά παραδοχήν της ένστασης του άρθρου 281 Α.Κ., και, επομένως, οι, παραπάνω λόγοι, αναίρεσης είναι και αβάσιμοι.
Με τη διάταξη του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδρασή στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται, με την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 14/2021).
Τα αποδεικτικά μέσα (άρθρο 339 ΚΠολΔ) αποδεικνύουν ισχυρισμούς, πλην όμως τα ίδια δεν είναι πράγματα κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1306/2021, ΑΠ 66/2018). Ο ανωτέρω λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 463/2021, ΑΠ 291/2021) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 455/2021).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα" με την έννοια του παραπάνω λόγου αναίρεσης, χωρίς να έχει προσκομιστεί για αυτά οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για τα "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά (ΑΠ 274/2021, ΑΠ 955/2021, ΑΠ 1058/2020).
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ` αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα. Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα", κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 274/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 59/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο από τον αρ. 8α και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενη ότι έλαβε υπόψη τη, χωρίς αριθμό αποστολής και κατάθεσης, με χρονολογία 14-05-199, απόδειξη κατάθεσης στο με αριθμ. ...
λογαριασμό της τράπεζας ..., παρά τις διατάξεις των άρθρων 369, 974, 976, 977, 1033, 1198 ΑΚ, και χωρίς απόδειξη δέχθηκε την προταθείσα, από τους δικαιοπαρόχους των τρίτου, τέταρτου και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων και πέμπτο αναιρεσίβλητο, ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, κατέληξε ότι η αναιρεσείουσα μεταβίβασε τη νομή των δύο ακινήτων, άτυπα, έναντι του ποσού των 900.000 δρχ., είναι απαράδεκτος, διότι η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου δεν αποτελεί πράγμα με την έννοια του άρθρου 8 και 10 του 559 ΚΠολΔ, και επιπροσθέτως, όσον αφορά την, από τον αρ. 10, πλημμέλεια, και λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι δέχθηκε την ανωτέρω ένσταση χωρίς να μνημονεύει στην απόφασή του καθόλου αποδεικτικά μέσα, ως απαιτείται, προκειμένου να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης (ΑΠ 47/2022, ΑΠ 573/2021).
Σε κάθε περίπτωση, από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι κατέληξε στην, κατά παραδοχή της παραπάνω ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, απόρριψη της αγωγής, ως προς τα ως άνω ακίνητα, από την εκτίμηση του συνόλου των νομίμως προσκομισθέντων και επικληθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, δηλαδή όχι χωρίς απόδειξη.
Λοιπές αιτιάσεις: Α. με τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους, κατά τα οικεία μέρη αυτών, ότι: 1) δεν αιτιολογεί ποια συμφωνία απέκτησαν τη νομή των δύο ακινήτων, οι δικαιοπάροχοι των τρίτου, τέταρτου, πέμπτου των αναιρεσιβλήτων και ο τελευταίος δεν επικαλέστηκαν ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης, 2) δεν έγινε συμφωνία πώλησης ακινήτων, ούτε ανάλογη προφορική συμφωνία, 3) η αρχική εναγόμενη - αδελφή της και ο αρχικός εναγόμενος - γαμβρός επί αδελφή της δεν συνεισέφεραν οικονομικά για την αποκατάταστή της, δεν της κατέβαλαν χρήματα για την αγορά ακινήτων, 4) η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εκτίμησε ότι ο αρχικός εναγόμενος, καταβάλλοντας το τίμημα αγοραπωλησίας, θα ζητούσε τη σύνταξη ιδιωτικού συμφωνητικού ή υπεύθυνης δήλωσης του ν. 1559, για να προκύπτει ο σκοπός της καταβολής χρημάτων, και ο αναιρεσίβλητος Ι.
Θ., ως λογιστής, θα ζητούσε τη σύνταξη ιδιωτικού συμφωνητικού ή προσυμφώνου, δεν ανεγράφη ως αιτιολογία κατάθεσης στην απόδειξη η αγορά ακινήτου ή συναφής λέξη, 5) ο μάρτυρας απόδειξης, στα πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... αναφέρει ότι ήταν χρήματα επιδοτήσεων, που όφειλαν οι εναγόμενοι στην αναιρεσείουσα, ότι δεν είναι δυνατόν ένας μέσος συνετός άνθρωπος όση καλοπιστία και αν είχε, έχοντας καταβάλει από το 1999 τίμημα, να μην είχε ζητήσει, έστω με ένα εξώδικο, την κατάρτιση συμβολαίου ή προσυμφώνου ή ιδιωτικού συμφωνητικού ή υπεύθυνης δήλωσης, δεν άσκησε μία ανταγωγή ή αγωγή διεκδίκησης των επίδικων ακινήτων, 6) η προσβαλλόμενη δεν εκτίμησε ότι οι αντίδικοι της αναιρεσείουσας καταθέτουν και έχουν καταθέσει αναλήθειες ότι το ακίνητο (...
και ...) είναι χέρσο, ότι οι αντίδικοι φύτεψαν το ... αφού ξεπάτωσαν τις ελιές πορτοκαλιές, μεγάλης ηλικίας για να αποδείξουν ότι αυτοί έχουν φυτέψει εδώ και χρόνια, 7) ότι το ποσό των 900.000 δρχ. αφορούσε απόδοση επιδοτήσεων 12 ακινήτων της αναιρεσείουσας και τιμήματος πώλησης ελαιολάδου τριών ετών της αναιρεσείουσας, που εισέπραξαν οι αρχικοί εναγόμενοι για λογαριασμό της αναιρεσείουσας, και η αξία του ενός στρέμματος, το έτος 1999, ήταν 300 δρχ., 8) ότι οι προαναφερθέντες αναιρεσίβλητοι θέλοντας να αποδείξουν ότι δήθεν πήραν νερό προσκομίζουν βεβαίωση, του Δήμου ..., για γεώτρηση, χωρίς όμως να αναφέρεται σ' αυτήν πια ακίνητα ποτίζουν με νερό και χωρίς ημερομηνία κατάρτισης βεβαίωσης, 9) στις δηλώσεις του ν. 1599/1986 και μετά οι αρχικοί εναγόμενοι, προτιθέμενοι να αξιώσουν δικαιώματα αλλά και ως συμισάτορες το έτος 2003, δηλώνουν τα επίδικα, με σκοπό να αποδείξουν αργότερα κυριότητα, σε έντυπα του ανωτέρω νόμου ή και σε Ε9 μπορούν περισσότεροι να δηλώνουν το ίδιο ακίνητο, αφού δεν υπάρχει κτηματολόγιο, 10) το έτος 1996, αν και ο συμισάτορας της αναιρεσείουσας, Φ., καλλιεργεί και τα δύο επίδικα, για λογαριασμό της αναιρεσείουσας, οι αρχικοί εναγόμενοι δηλώνουν στο Ε3 ή Ε9 και τα δηλώνει και η αναιρεσείουσα, και πως τα δηλώνει ο αναιρεσίβλητος Ι.
Θ. από το 1996 ενώ το τίμημα κατατέθηκε το έτος 1999, 11) δεχόμενη η προσβαλλόμενη απόφαση την ένορκη βεβαίωση του Α. Γ. δεν λαμβάνει υπόψη ότι είναι στενός φίλος των Ε. και Ι. Θ., ούτε ότι ο βεβαιών είναι μόνιμος κάτοικος, ο οποίος κατέθεσε αναληθώς ότι μάζευε τις ελιές της αναιρεσείουσας, ενώ δεν μάζευε τις ελιές της, 12) αναλήθειες κατέθεσε ο μάρτυρας των αρχικών εναγομένων, Χ.
Φ.., ως πολιτικό πρόσωπο, υπέρ αυτών, αναλήθειες και αντιφατικούς ισχυρισμούς πρότειναν οι αρχικοί εναγόμενοι, ότι το 1996 δήλωναν ελαιοχώραφα συνολικού εμβαδού 3,6 στρέμματα και το οικονομικό έτος 1997 δηλώνουν τα ίδια ακίνητα, και, επομένως, δεν μπορούσαν να ήταν χέρσα, 13) οι επικαλούμενες από τους δικαιοπαρόχους του τρίτου, τέταρτου και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων και τον πέμπτο αναιρεσίβλητο φωτογραφίες είναι παραπλανητικές και δεν απεικονίζουν, χρονικά και πραγματικά, τα επίδικα ούτε λήφθηκαν με τον προσήκοντα τρόπο, ενώ οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα αεροφωτογραφίες είναι αληθείς και αποδεικνύουν ότι τα επίδικα δύο ακίνητα καλλιεργούνται, και 14) από τη μία ομολογούν την κυριότητα της αναιρεσείουσας, μετά επικαλέστηκαν επίμορτη αγροληψία και στη συνέχεια πώληση, και Β.
με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, 1) ότι από την ένορκη κατάθεση της Γ., κοινή εξαδέλφη των αδελφών - διαδίκων προκύπτει ότι η ίδια γνώριζε ότι το δύο ακίνητα ήταν της αναιρεσείουσας, από την οποία, το έτος 2003, ζήτησε την αγορά τους, ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε συμισάτορα τον Α. Γ., ο οποίος κατοικεί μόνιμα στο ..., διότι αν ήταν θα το κατέθεταν οι ενόρκως βεβαιώσαντες Β.
Φ. και Χ. Π., και ο εξεταστείς μάρτυρας Γ. Σ., ότι ο Α. Γ. κατέθεσε αναλήθειες, 2) ότι τα ακίνητα τα έλαβε η αναιρεσείουσα από τους γονείς της και αν δεν γίνει δεκτή η αγωγή ανατρέπεται η εξώδικός της, ότι η αναιρεσείουσα δηλώνει τα δύο ακίνητα στο Ε9 και το επικαλείται και στις με στοιχείο 6 και 7 ένορκες βεβαιώσεις της, 3) ότι ο Β.
Φ.. ήταν συμισάτορας και επειδή δεν προλάβαινε τα δύο επίδικα εμπιστεύτηκε στην αρχική εναγόμενη - αδελφή της, είναι απαράδεκτοι, αφού οι επικαλούμενοι ως άνω ισχυρισμοί δεν έχουν αυτοτέλεια και δεν αποτελούν πράγματα με την έννοια του παραπάνω αναιρετικού λόγου, αλλά αναφέρονται σε επίκληση αποδεικτικών μέσων και σε επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς υποστήριξη των αγωγικών ισχυρισμών της και αιτιολογημένη άρνηση της προταθείσας από τους αρχικούς εναγόμενους ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και, ως εκ τούτου, δεν ιδρύονται οι, από το αρ. 8, 10 του 559 ΚΠολΔ, παραπάνω λόγοι αναίρεσης.
Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, είναι και αβάσιμοι, διότι, σαφώς, συνάγεται από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλους τους ανωτέρω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας και απέρριψε αυτούς, ως κατ' ουσίαν αβάσιμους, με την παραδοχήν ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων από εκείνα που προεβλήθησαν από την αναιρεσείουσα για την στοιχειοθέτηση της αγωγής αλλά και για την αιτιολογημένη άρνηση της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, κατέληξε στην απόρριψη της αγωγής για τα δύο ακίνητα, κατόπιν εκτίμησης του συνόλου των αποδεικτικών μέσων, αλλά και ως αναφερόμενοι σε πλημμέλειες και από τον αρ. 19 του 559 ΚΠολΔ, με σαφείς, επαρκείς αιτιολογίες και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αποφάνθηκε για την παραδοχή της παραπάνω ένστασης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη, εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).
Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου.
Έτσι, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ` ουσία αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, και αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1083/2022, ΑΠ 1186/2021, ΑΠ 1350/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος απόρριψης της αγωγής ως προς τα αναφερόμενα δύο ακίνητα, μετά από την παραδοχή ως κατ' ουσίαν βάσιμης της, προταθείσας από τους παραπάνω αναιρεσιβλήτους, ένστασης καταχρηστικής άσκησης, δεν έλαβε υπόψη : 1) τα πρακτικά της εκκαλούμενης απόφασης, 2) την από 21-01-2010 εξώδικη δήλωση της αναιρεσείουσας, επιδοθείσα με τις με αριθμ. ...
εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή ... Ν. Π., το με αριθμ. ... πιστοποιητικό του Υποθηκοφυλακείου ..., 3) το χωρίς χρονολογία ιδιόχειρο σημείωμα, με την ένδειξη "κλήρος ..." του πατέρα της αναιρεσείουσας και της αρχικής εναγόμενης, και των αδελφών τους Χ. και Γ. Π., που αφορά την άτυπη διανομή των ακινήτων από τους γονείς τους, και, ειδικότερα, το μερίδιο της Χ.
Π… και ανάλογο σημείωμα αφορά τον κλήρο της αναιρεσείουσας, 4) τη με αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση, ενώπιον της συμβ/φου Αθηνών Μ. Δ., της Χ. Π., και τη με αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση, ενώπιον της συμβ/φου ... Ι. Σ., του Γ. Σ., με αντίστοιχες εκθέσεις επίδοσης της κλήσης για εξέταση μαρτύρων, 5) φωτοαντίγραφα Ε9 του 2008 σε δύο καταστάσεις και Ε9 2005, 6) αντίγραφο χειρόγραφης όχλησης προς την αρχική εναγόμενη Α.
Π. - Θ., συνταχθείσα από τον δικηγόρο Κ. Μ., 7) δύο ασπρόμαυρες - αρεοφωτογραφίες Google, 8) αντίγραφο ενιαίας εκμετάλλευσης για τα έτη 2010, 2011 και 2012 και αντίστοιχο έντυπο δήλωσης φυτικού κεφαλαίου, 9) βεβαίωση δηλωθείσας περιουσιακής κατάστασης 1/1/2014, 10) δύο αεροφωτογραφίες ακινήτων από το αγροτικό κτηματολόγιο, 11) δηλώσεις εκμετάλλευσης από το 2010 έως 2014 και εξής, 12) αίτηση μεταβολής Ένωσης αγροτικών συνεταιρισμών, και 13) αντίγραφο της αγωγής για επίδοση στον αρχικό εναγόμενο Ε.
Θ.., με σφραγίδα επίδοσης, το με αριθμ. ... διπλότυπο του Δικηγορικού Συλλόγου ... και το καταβληθέν δικαστικό ένσημο, είναι απαράδεκτος ως προς τα αναφερόμενα στο με στοιχείο 13 διαδικαστικά έγγραφα, διότι δεν αποτελούν αποδεικτικά μέσα με την έννοια του άρθρου 339 ΚΠολΔ (ΑΠ 1124/2018) και ως προς τα λοιπά επικαλούμενα ως αγνοηθέντα είναι αβάσιμος.
Ειδικότερα, όσον αφορά τα τελευταία, από τη βεβαίωση, του Εφετείου, που περιέχεται στην απόφασή του, ότι ελήφθησαν υπόψη, ".. όλα τα αποδεικτικά μέσα που υπάρχουν στη δικογραφία και, ειδικότερα, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, οι οποίες δόθηκαν νόμιμα στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασή του και από όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι είτε για άμεση και έμμεση απόδειξη, είτε ως δικαστικά τεκμήρια, από την υπ' αριθμό ...
ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Α. Γ. του Σ., κατοίκου ..., την υπ' αριθμό ... ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα Χ. Π. του Ι., κατοίκου ... και την υπ' αριθμό ... ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Γ. Σ. του Π., κατοίκου ..., ενώπιον Συμβολαιογράφων, οι οποίες ελήφθησαν νομότυπα μετά προηγούμενη κλήτευση των αντιδίκων (άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ)", έστω και χωρίς να γίνεται μνεία - χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα από τον αναιρεσείοντα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, και χωρίς μάλιστα κατά την αναφορά των εγγράφων να απαιτείται να γίνεται διάκριση μεταξύ εκείνων που λήφθηκαν υπόψη προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και εκείνων που λήφθηκαν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια.
Περαιτέρω, ο, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, με τον οποίο η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνει αιτιολογία για τη μη λήψη και εκτίμηση των αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, που αναφέρονται στον παραπάνω δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, είναι απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, για ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του με σαφήνεια διατυπούμενου αποδεικτικού πορίσματος απόρριψης της αγωγής, για τα ένδικα δύο ακίνητα, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, διότι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση, πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, και, τούτο, ανεξαρτήτως της αοριστίας του παραπάνω λόγου αναίρεσης, διότι δεν διαλαμβάνονται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφαση, παρά μόνο επιλεκτική αναφορά αυτών και το καταληκτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση έχει αντιφατικές διατάξεις. Για την ίδρυση του λόγου αυτού απαιτείται να εντοπίζεται η αντίφαση των διατάξεων στο διατακτικό της απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεων μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού, εκτός αν η αντίφαση έχει την μορφή ανεπαρκών αιτιολογιών, οπότε στην περίπτωση αυτή ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1101/2022, 998/2017).
Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντίφασης στο αιτιολογικό της απόφασης αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της. Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης όταν προκαλείται τέτοια αοριστία ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 842/2022, ΑΠ 123/2022).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι αντιφάσεις του διατακτικού, εξαιτίας των οποίων εμποδίζεται η εκτελεστότητα ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης (Α.Π. 854/2019, ΑΠ 537/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, ο, από τον αρ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενη η αναιρεσείουσα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι παντελώς αντιφατική και δεν πείθει τον ηττηθέντα διάδικο για δίκαιη δίκη, είναι απαράδεκτος, ως αλυσιτελής, διότι δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, αφού δεν αφορά αντιφάσεις του διατακτικού της απόφασης, εξαιτίας των οποίων εμποδίζεται η εκτελεστότητα της προσβαλλόμενης απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνεται η προβαλλόμενη αιτίαση.
Δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που προβλέπει το σχετικό λόγο, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης. Διαφορετικά, με αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου, ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος (ΟλΑΠ 16/2006, ΑΠ 1273/2022, ΑΠ 984/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τους τρίτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης, επικαλείται, αναιρετικές πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης από τους αρ. 8, 12, 13, 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ περιλαμβάνοντας στο δικόγραφο συλλήβδην παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου 216 και 111 ΚΠολΔ, 369, 1033, 1198, 974, 997, 976, 977, 992, 1041, 1042, 1045, 1033 ΑΚ και 25 και 26 ΕισΝΑΚ, άρθρο 17 παρ. 2 Σ., εκτεταμένα επιχειρήματα και αντιφατική εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλοντας γενικόλογες και αόριστες αιτιάσεις, οι οποίες δεν εστιάζονται, ούτε μπορούν να ταυτοποιηθούν με τους λόγους αναίρεσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ που προαναφέρθηκαν, αφού δεν γίνεται μνεία πραγματικών περιστατικών, που να στοιχειοθετούν τις οικείες αναιρετικές πλημμέλειες, ούτε των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, προκειμένου να κριθούν οι επικαλούμενες παραπάνω πλημμέλειες.
Επομένως, εφόσον δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο τα ανωτέρω, αναγκαία για τη θεμελίωση καθενός των παραπάνω προβαλλομένων λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά, οι λόγοι αυτοί της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας.
Κατόπιν αυτών, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς τους αναιρεσιβλήτους, και να διαταχθεί η εισαγωγή του προκαταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, λόγω της ήττας της (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του τέταρτου και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχήν του αιτήματος αυτών, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 16-6-2017 αίτηση αναίρεσης Ε. συζ. Γ. Σ. - Π. ως προς την αναιρεσίβλητη Α. Θ..
Διατάσσει το χωρισμό της δίκης ως προς την αναιρεσίβλητη Μ. Θ. και
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 16-06-2017 αίτησης αναίρεσης Ε. συζ. Γ. Σ. - Π. ως προς αυτήν την αναιρεσίβλητη.
Απορρίπτει την από 16-06-2017 αίτηση αναίρεσης της Ε. συζ. Γ. Σ. - Π. κατά της με αριθμ. ... απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης ως προς τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο των αναιρεσίβλητων.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του τέταρτου και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουλίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Αυγούστου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ