Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for vague legal cost argument and lack of other grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by multiple parties against a second-instance judgment. The appellants argued that legal costs were excessive and should have been imposed, but the court found this specific ground vague and unsupported by the final dismissal of their claims. Since no other valid grounds for appeal were presented, the appeal was rejected and the appellants were ordered to pay the costs of the intervening company.
Legislator headnote
AI generatedArticle 558 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the grounds are vague or if the appellate court finds no other valid grounds for review, resulting in the dismissal of the appeal and the imposition of costs on the losing party.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1286 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1286/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη - Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Δ. του Α. συζ. Θ. Π., 2) Α. Δ. του Α. συζ. Δ. Κ., 3) Α. Π. του Α. συζ. Ι. Π., 4) Ε. Δ. του Α., 5) Μ. Δ. του Α., 6) Ιωάννη Δ. του Α., 7) Ν. Π. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γρηγορία Αναστασοπούλου-Κράνια με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Μ. του Ι. και Ε., κατοίκου ..., 2) Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και με διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στο δημοτικό διαμέρισμα ... του Δήμου ... και εκπροσωπείται νόμιμα, με την ιδιότητα της εναγομένης και της προσθέτως παρεμβαίνουσας υπέρ του πρώτου των καθ'ών η παρούσα αναίρεση, 3) Α. Σ. του Δ. και Κ., κατοίκου ... του Δήμου ... του Νομού ..., 4) Γ. Σ. του Δ. και Κ., 5) Φ. συζύγου Π. Σ., το γένος Δ. και Κ. Σ., κατοίκων ..., 6) Π. Π. του Β. και Α., 7) Ι. - Ά. Α. του Α. και Ε., 8) Ό. συζύγου Π. Π. το γένος Λ. και Β. Σ.- Σ., κατοίκων .... Η 2η αναιρεσίβλητη Ανώνυμη Εταιρεία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της: 1) Γεώργιο Μπουρμά, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2) Παγώνα-Μαρία (Παμάρια) Ρεκαΐτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που κατέθεσαν προτάσεις. Οι λοιποί αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 2-4-2009 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων κατά: α) του πρώτου ήδη αναιρεσιβλήτου και β) της δεύτερης ήδη αναιρεσίβλητης. Επιπρόσθετα, η τελευταία κατέθεσε την από 28-7-2011 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και την από 10-10-2012 πρόσθετη παρέμβαση ενώ οι 3ος, 4ος, 5η, 6ος και 8η ήδη αναιρεσίβλητοι κατέθεσαν την από 10-8-2012 πρόσθετη παρέμβαση, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου, που συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 128/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης και κατ' επέκταση της με αριθμό 13/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-6-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 558 του ΚΠολΔ, κατά την οποία "η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους", προκύπτει, ότι η αίτηση αναίρεσης δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη ανέλαβε τον δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, σε κάθε όμως περίπτωση ο προσθέτως παρεμβαίνων καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης (άρθρο 81 παρ. 3 ΚΠολΔ), άλλως αυτή (συζήτηση) κηρύσσεται απαράδεκτη, τούτο δε λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 1049/2010).
Πάντως, αν η αναίρεση απευθυνθεί και κατά του προσθέτως παρεμβάντος, εκτιμάται ως κλήση τούτου για να παραστεί κατά τη συζήτηση της αναίρεσης (ΑΠ 4/2020, ΑΠ 434/2019, ΑΠ 711/2017, ΑΠ 1194/2015, ΑΠ 569/2013). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔικ προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.
Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή, αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.
Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωρεί η συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 423/2020, ΑΠ 67/2019, ΑΠ 1.../2018). Επί πλέον, με την παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/30.5.2020 (ΦΕΚ Α' 104/30.5.2020) με τον τίτλο "Διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων και τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως" επιβλήθηκε, μεταξύ άλλων, το μέτρο της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, για λόγους δημόσιας υγείας, για το χρονικό διάστημα από 13.3.2020 μέχρι 31.5.2020, ενώ με την παρ. 2 τούτου ορίστηκε ότι σε περίπτωση που η συζήτηση της υποθέσεως οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας ή με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι 31.5.2020, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ή το έκθεμα γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Μετέπειτα, με το άρθρο 83 παρ. 2 και 3 του Ν. 4790/2021 (ΦΕΚ 48Α/31.3.2021) με τον τίτλο "Διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων και τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως" επιβλήθηκε, μεταξύ άλλων, το μέτρο της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, για λόγους δημόσιας υγείας, και ορίστηκε, ότι με την επιφύλαξη των άρθρων 237 και 238 ΚΠολΔ, σε περίπτωση που η συζήτηση της υποθέσεως οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας ή με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι 31.3.2021, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, στη συντομότερη δυνατή δικάσιμο, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ή το έκθεμα γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά των εναγομένων - εφεσίβλητων στην κατ' έφεση δίκη Ι. Μ. του Ι. και της Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", καθώς και κατά Α. Σ. του Δ., Γ. Σ. του Δ., Φ. συζύγου Π. Σ., Π. Π. του Β., Ι.- Ά. Α. του Α. και Ό. συζύγου Π. Π. (3ου, 4ου, 5ης, 6ου, 7ου και 8ης των αναιρεσιβλήτων) οι οποίοι, πλην του έβδομου, άσκησαν πρωτοδίκως απλή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των εναγομένων και επίσης υπήρξαν άπαντες εφεσίβλητοι στην κατ' έφεση δίκη, χωρίς να έχουν καταστεί διάδικοι, δηλαδή υποκείμενα της δίκης, αφού δεν αξίωναν στο δικό τους όνομα έννομη προστασία.
Πλην όμως η αίτηση αναίρεσης παραδεκτά στρέφεται και κατ' αυτών των προσώπων, τα οποία νομιμοποιούνται παθητικώς, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, καθόσον οι λόγοι της αίτησης αναίρεσης, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της, αφορούν και τις πρόσθετες αυτές παρεμβάσεις τούτων ως δικαιοπαρόχων των δύο πρώτων των αναιρεσιβλήτων.
Περαιτέρω, οι επισπεύδοντες τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείοντες προσκομίζουν και επικαλούνται τις: α) 02692Γ'/10.1.2020, 02719Γ'/13.1.2020 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αιγαίου, με έδρα το Πρωτοδικείο Νάξου, προς τους πρώτο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων, β) 7127 Ζ'/15.1.2020, 7128Ζ'/15.1.2020 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Α.
Τ., προς τους τέταρτο και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων και γ) 7181Ζ'/22.1.2020, 7180Ζ' /22.1.2020 και 7179Ζ'/22.1.2020 εκθέσεις επιδόσεως προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, για τους ήδη αγνώστου διαμονής έκτο, έβδομο και όγδοη των αναιρεσιβλήτων, με αντίστοιχες δημοσιεύσεις στις εφημερίδες ..., ..., ... και .... Από τα ως άνω έγγραφα προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους αναιρεσίβλητους για να παραστούν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, κατά την δικάσιμο της 6.5.2020, κατά την οποία όμως η συζήτηση ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, και με πράξη της Προέδρου του Γ' τμήματος του Αρείου Πάγου, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Ασπασίας Μαγιάκου, με βάση τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 74 του ν. 4690/30.5.2020, ορίστηκε αυτεπαγγέλτως δικάσιμος στις 17.2.2021, κατά την οποία όμως και πάλι η συζήτηση ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και με πράξη της προέδρου του Γ' τμήματος του Αρείου Πάγου, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Ασπασίας Μαγιάκου, με βάση τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 83 παρ. 2 και 3 του Ν. 4790/2021, σε συνδυασμό με το άρθρο 568 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ορίστηκε αυτεπαγγέλτως δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως .
Μετά τη ματαίωση της συζήτησης της υποθέσεως και τον αυτεπάγγελτο ορισμό της δικασίμου της 17.2.2021 και μετέπειτα της 8.9.2021 για την εκδίκασή της, από το γραμματέα του δικαστηρίου, έγινε σε αμφότερες τις περιπτώσεις εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά την ημέρα που ορίσθηκε.
Νέα κλήση των διαδίκων για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν απαιτείται, αφού η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Οι πρώτος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτη, έκτος, έβδομος και όγδοη των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκαν, κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε δήλωση κατ'άρθρο 242 & 2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 576 & 1 και 2 Κ.Πολ.Δικ., η συζήτηση της υποθέσεως πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία τους.
Η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής : Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου ασκήθηκαν οι από 2.4.2009 διεκδικητικές κυριότητας αγωγές των αναιρεσειόντων και κατόπιν της από 28.7.2011 προσεπίκλησης εκ μέρους της δεύτερης αναιρεσίβλητης των δικαιοπαρόχων της, οι τελευταίοι, πλην του έβδομου αναιρεσίβλητου, άσκησαν, κατά τα προαναφερόμενα, με αυτοτελή δικόγραφα, πρόσθετες παρεμβάσεις, πρόσθετη δε παρέμβαση άσκησε και η δεύτερη αναιρεσίβλητη υπέρ του πρώτου αναιρεσίβλητου, υποστηρίζοντας ότι το πραγματικό ζήτημα της κατ'αυτού αγωγής των αναιρεσειόντων,συναρτάται κατά λογική και νομική ακολουθία άμεσα με το πραγματικό της εναντίον της αγωγής, με τους ίδιους ενάγοντες, καθόσον τα επίδικα ακίνητα φέρονται να αποτελούν τμήματα της ευρύτερης εδαφικής έκτασης που διεκδικούν αυτοί με αμφότερες τις αγωγές τους.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου, με την 13/2014 απόφασή του, συνεκδικάζοντας τις ως άνω αγωγές, την προσεπίκληση και τις πρόσθετες παρεμβάσεις, απέρριψε τις αγωγές ως αβάσιμες κατ'ουσίαν και δέχθηκε την πρόσθετη παρέμβαση της δεύτερης αναιρεσίβλητης. Κατά της αποφάσεως αυτής οι αναιρεσείοντες άσκησαν έφεση και πρόσθετους λόγους εφέσεως, επί των οποίων εκδόθηκε η 128/2017 προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.
Με την απόφαση αυτή έγιναν δεκτοί ως βάσιμοι οι δύο πρώτοι λόγοι εφέσεως και προσθέτων λόγων εφέσεως, καθώς κρίθηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, δεν έλαβε υπόψη του ως δικαστικά τεκμήρια ένορκες βεβαιώσεις που είχαν ληφθεί στα πλαίσια προγενέστερων ποινικών δικών και δίκης ασφαλιστικών μέτρων.
Κατόπιν αυτού, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους εφέσεως, εξαφάνισε την 13/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου και, αφού κράτησε και δίκασε τις ως άνω αγωγές, προσεπίκληση και πρόσθετες παρεμβάσεις, απέρριψε αμφότερες τις αγωγές ως αβάσιμες κατ'ουσίαν και δέχθηκε την πρόσθετη παρέμβαση της δεύτερης αναιρεσίβλητης.
Κατά της αποφάσεως αυτής του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου στρέφεται η υπό κρίση, από 14.6.2019 αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως, αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043 και 1051 του ΑΚ συνάγεται ότι για την κτήση κυριότητας, με τακτική μεν χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής, με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, για μία δεκαετία, με έκτακτη δε χρησικτησία, άσκηση νομής, επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχής να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Άσκηση νομής αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητα, οι υλικές και εμφανείς, πάνω σ'αυτά πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό τους, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει με διάνοια κυρίου, όπως είναι ενδεικτικά η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η εκμίσθωση σε τρίτο, η φύλαξή του, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση και καταμέτρηση των διαστάσεών του, η ανέγερση κτισμάτων κ.α., αν δε πρόκειται για αστικό ακίνητο η ενοικίαση σε αυτό και γενικά οι αρμόζουσες στην φύση του πράξεις εξουσίασης, χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας (ΑΠ 925/2018, ΑΠ 20/2017, ΑΠ .../2016).
Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 1033, 1045 ΑΚ και 262 παρ.1 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο κατά της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής ακινήτου προβαλλόμενος από τον εναγόμενο ισχυρισμός ότι απέκτησε αυτός την κυριότητα του επιδίκου με παράγωγο ή πρωτότυπο τρόπο αποτελεί ένσταση αν η αγωγή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας ή και σε πρωτότυπο τρόπο, εφόσον όμως τα περιστατικά που προτείνονται, αληθινά υποτιθέμενα, προσπορίζουν στον προτείνοντα την κυριότητα και είναι μεταγενέστερα αυτών της αγωγής, ή ο χρόνος της νομής που περιέχεται σ'αυτά είναι επαρκής για τη συμπλήρωση διπλής χρησικτησίας, άρνηση δε της αγωγής αν τα περιστατικά αυτά συμπίπτουν ή είναι προγενέστερα εκείνων που περιέχονται στην αγωγή (ΑΠ 952/2018, ΑΠ 242/2017, ΑΠ 54/2014, ΑΠ 1516/2012, ΑΠ 718/2010).
Εξάλλου, επί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής πρέπει, κατά τα άρθρα 1094 ΑΚ και 338 ΚΠολΔ, ο ενάγων να αποδείξει το δικαίωμα της κυριότητάς του πάνω σε αυτό (ακίνητο) και ότι ο εναγόμενος το νέμεται ή το κατέχει. Αν όμως απορριφθεί η αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη, για το λόγο ότι δεν αποδείχθηκε η κυριότητα του ενάγοντος, καθίσταται περιττή η έρευνα της ένστασης ιδίας κυριότητας του εναγομένου, αφού η απόρριψη της αγωγής που επιδίωξε ο εναγόμενος με την ένστασή του έγινε, γιατί ο ενάγων δεν απέδειξε τα πραγματικά περιστατικά που την θεμελιώνουν.
Τούτο δε, διότι, στην περίπτωση αυτή, που η αγωγή απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεν ενδιαφέρει η ουσιαστική βασιμότητα της ένστασης ιδίας κυριότητας του εναγομένου, η οποία είναι χρήσιμη και ερευνάται μόνο όταν ο ενάγων αποδείξει την κυριότητα στην οποία θεμελιώνει την αγωγή του, όταν δηλαδή το δικαστήριο οδηγηθεί στην αποδοχή της αγωγής ως ουσιαστικά βάσιμης (ΑΠ 401/2019, ΑΠ 1383/2014).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 1/2013).
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 741/2019, ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1103/2011).
Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου (ΑΠ 893/2020, ΑΠ 462/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 128/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου έγιναν δεκτά ανελέγκτως τα εξής : "...Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στο ... ... στην κτηματική περιφέρεια του Δημοτικού Διαμερίσματος ... του Δήμου ... του Νομού ..., στη θέση "...", εντός οικισμού και εντός σχεδίου πόλεως, το οποίο χωρίζεται σε δύο άνισα τμήματα, επιφανείας, του μεν μικρότερου τμήματος που βρίσκεται εντός οικισμού 507 τμ, του δε μεγαλύτερου τμήματος που βρίσκεται εκτός οικισμού 637 τμ, τα οποία εμφαίνονται με τα κεφαλαία γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-Τ-Υ-Α μικρό-τερο τμήμα των 507 τμ) και Α'- Β'Τ'Δ'- Κ' Θ' Ή Ζ' Α' (μεγαλύτερο τμήμα των 637 τμ) στο από Σεπτεμβρίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι.
Ρ., και συνορεύει : α) το μικρότερο τμήμα των 507 τμ βόρεια εν μέρει και σε τεθλασμένη γραμμή Μ-Ν μέτρων 4,92 συν Ν-Ξ μέτρων 6,55 με δημοτικά σκαλοπάτια, και εν μέρει και σε πρόσωπο Π- Ρ μέτρων 5,08 συν Ρ-Σ μέτρων 8,50 συν Σ-Τα μέτρων 4,74 συν Τ-Υ μέτρων6,11 συν Υ-Α μέτρων10,88 με δημοτικά σκαλοπάτια, ανατολικά εν μέρει και σε πλευρά Ξ-0 μέτρων 5,81 συν Ο-Π μέτρων 1,92 με δημοτικά σκαλοπάτια και εν μέρει σε πλευρά Α-Β μέτρων 5 με κοινοτικό δρόμο και εν μέρει και σε πλευρά Β-Γ μέτρων 22,20 με ιδιοκτησία εναγομένης δεύτερης αγωγής και πλευρά Δ-Ε-Ζ μέτρων 25,10 εν μέρει με ιδιοκτησία εναγομένης δεύτερης αγωγής και δυτικά σε πρόσωπο Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ μέτρων 22,82 με κοινοτικό δρόμο, β) το μεγαλύτερο τμήμα των 637 τμ βόρεια σε πλευρά Κ'- Θ' μέτρων 28,20 με ιδιοκτησία αγνώστου, ανατολικά σε τεθλασμένη γραμμή Θ'- Η' μέτρων 6,54 συν πλευρά Η'- Ζ' 5,80 συν πλευρά Ζ'-Α' 11,34 συν 3,50 συν 4,09 με κοινοτικό δρόμο, νότια σε πλευρά Α' - Β' μέτρων 24 εν μέρει με ιδιοκτησία εναγομένης της δεύτερης αγωγής, δυτικά σε πλευρά Β'- Γ' μέτρων 4 συν πλευρά Γ'-Δ' μέτρων 5,10 συν πλευρά Δ'- Κ' μέτρων 15,46 με γκρεμνά.
Από το συνολικό επίδικο ακίνητο οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο εναγόμενος της πρώτης αγωγής κατέλαβε ένα τμήμα 211,29 τμ στο ανατολικό τμήμα και 309,43 στο δυτικό τμήμα, που ορίζονται στο άνω τοπογραφικό διάγραμμα α) το τμήμα των 211,29 τμ με τα στοιχεία Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Α-Γ-Κ-Ι, β) το τμήμα των 309,43 τμ με τα στοιχεία Ζ- Η'Θ- ΓΚ'ΔΈ'Ζ', ενώ η εναγομένη στη δεύτερη αγωγή κατέλαβε ένα τμήμα 295,71 τμ στο ανατολικό τμήμα και 327,57 τμ στο δυτικό τμήμα που ορίζονται στο άνω τοπογραφικό διάγραμμα α) το τμήμα των 295,71 τμ με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Γ-Α, β) το τμήμα των 327,57 τμ με τα στοιχεία Α'-Β' -Π- Δ' - Ε'- Ζ' Α'.
Περαιτέρω, για το ακίνητο της πρώτης αγωγής αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Δυνάμει του υπ'αριθμ. .../21-7-1969 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου ... Ε. Μητροπία, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο Α. Β. του Π. και Α., μεταβίβασε στον εναγόμενο της πρώτης αγωγής Ζ. Μ. του Ι. ένα ακίνητο, που περιγράφεται ως " ...μία ερειπωμένη οιναποθήκη εκ των σεισμών μετά μικρού περιβόλου κείμενη εν ...
της ... συνορευομένης γύρωθεν με ακίνητα Δ. Σ., Μ. Σ. και δημοσίαν οδόν, περιελθούσα εις αυτόν εκ χρησικτησίας, διακατέχων αυτήν πλέον των τεσσαράκοντα ετών διανοία κυρίου και καλή τη πίστη ανενοχλήτως και αδιαταράκτως έκτοτε και μέχρι σήμερον ως εδήλωσεν παρουσία και των μαρτύρων και ως προκύπτει εκ του συνημμένου υπ'αριθμ. .../29.9.1968 πιστοποιητικού του Προέδρου Κοινότητας ... ......".
Το ακίνητο αυτό ο Α. Β. απέκτησε από τον πατέρα του Π. Β., ο οποίος με τη σειρά του το απέκτησε από τον πατέρα του Ε. Β. δυνάμει της υπ'αριθμ. .../19-5-1906 δωρεάς αιτίας θανάτου του συμβολαιογράφου ... Σαράντου Λαούρη, που μεταγράφηκε νόμιμα και περιγράφεται ως "την εντός του χωρίου ... του Δήμου ... θέσιν ... κείμενη οιναποθήκην του συγκείμενην από αίθουσαν και (ή με) πατητήριον και αυλήν εν η υπάρχει καμάριον και δεξαμενή και ετέρας οιναποθήκης εντός αυτής πεπαλαιωμένης μετά του κάτωθι αυτής πεζούλιον και των υποκάτωθι αυτής δύο πεζουλιών μετά της αυλής τους κάτωθι της οποίας υπάρχουν πεπαλαιωμένα δωμάτια και μία πεζούλα με οπωροφόρα δένδρα εις περικλείεται δι'εξωθύρας πλησιάζουσαν με σπηλαίαν των κληρονόμων Ν. (δυσανάγνωστο σημείον) Γ.
και οιναποθήκην του Ζ. Μ. και κοινή οδό". Το ακίνητο αυτό ο Ε. Β. απέκτησε δυνάμει του υπ'αριθμ. .../15-1-1871 συμβολαίου του συμβολαιογράφου ... Ιωσήφ Λουμπαίου από τον Γ. Π. που περιγράφεται ως "οιναποθήκη συγκείμενη από κάμαρα και ραδικιού συνεχόμενα με εις φουρνίου και δεξαμενήν εκτός της αυτής, με την αυλοπεριφέρειά των, ομού και τα υποκάτωθεν της αυλής δύο έτερα υπόσκαφα οικοθήτια με το απέναντι αυτών περιβόλιον το περιεχόμενο ελαία και δύο φραγκοσυκιές, συκιές και αμπέλους και μίαν τζενερίαν καθώς και τις διαχωριζόμενας από την κοινή οδό δύο πεζούλες αγρούς προς τα γκρεμνά εμπεριέχουσαν μίαν συκήν και μίαν αραβοσυκήν μεθ'όλων εν γαίας των εκτάσεων παραρτημάτων και δικαιωμάτων των κείμενων εις την θέσιν ...
του Δήμου ... κατά το ..., συνορευόμενο γύρωθεν με την σπηλαίαν Ζ. Κ. και Ν. Γ. με οιναποθήκη του...Ε. Γ. και με την κοινήν οδόν...". Το ακίνητο που περιγράφεται στο συμβόλαιο .../1871 ταυτίζεται με το ακίνητο του συμβολαίου .../1906 και ταυτίζεται με το ακίνητο του συμβολαίου .../1969, σύμφωνα με την διεξαχθείσα πραγματογνωμοσύνη του τοπογράφου Μηχανικού Ι.
Μ.. Μάλιστα σύμφωνα με την φωτοερμηνεία του άνω πραγματογνώμονα το ακίνητο αυτό έχει σταθερή μορφή και ταυτίζεται με την περιγραφή του ακινήτου στο υπ'αριθμ. .../1906 ανωτέρω συμβόλαιο. Το ακίνητο αυτό από το έτος 1969 νέμεται και κατέχει ο εναγόμενος Ζ. Μ. τόσο με παράγωγο τρόπο (ανωτέρω υπ'αριθμ. .../1969 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο), όσο και με πρωτότυπο τρόπο ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες πράξεις νομής, διανοία κυρίου και καλή πίστη, επιβλέποντας αυτό και εκδίδοντας μάλιστα την υπ'αριθμ…. /6-5-1996 άδεια οικοδομής από την Πολεοδομία ...
με το από Απριλίου 1996 επισυναπτόμενο τοπογραφικό διάγραμμα κάλυψης του πολιτικού μηχανικού Γ. Κ., για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας προσμετρώντας στο δικό του χρόνο νομής και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του. Αντίθετα, ως προς το επίδικο, που αποτελεί τμήμα του ακινήτου του εναγομένου, οι ενάγοντες ισχυρίζονται:
α) ότι απέκτησαν τη συγκυριότητα, νομή και κατοχή κατά ποσοστό 1/7 εξ αδιαιρέτου ο καθένας δυνάμει της υπ'αριθμ. .../2-3-2007 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Πειραιά Ελένης Τσούμα, που μεταγράφηκε νόμιμα, η οποία διορθώθηκε με την υπ'αριθμ. .../3-7-2007 πράξη της ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, που διορθώθηκε εκ νέου με την υπ'αριθμ. .../4-3-2008 πράξη της ίδιας συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα και τροποποιήθηκε τελικά με την υπ'αρθμ. .../2008 πράξη της ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα από τον πατέρα τους Α.
Δ. του Ν., στον οποίο περιήλθε με άτυπη διανομή το έτος 1975 μετά τη διανομή της περιουσίας των γονέων του Ν. Δ. του Λ. και Α. χήρας Ν. Δ., στους οποίους είχε περιέλθει μία μεγαλύτερη έκταση τεσσάρων στρεμμάτων, με τέσσερα συμβόλαια (.../1921, .../1921, .../1935 και .../1928), με τα οποία συνενώθηκαν τέσσερα ακίνητα, προσκομίζουν μάλιστα τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι.
Ρ., στο οποίο αποτυπώνονται με διαφορετικό χρώμα τα ακίνητα που αγοράσθηκαν με καθένα από τα ανωτέρω τέσσερα συμβόλαια, υποστηρίζοντας μάλιστα ότι μετά την άτυπη διανομή που έγινε ανάμεσα στον πατέρα τους Α. Δ. και τα αδέλφια του το έτος 1975, ο πατέρας τους έλαβε μέρος των ακινήτων που αγοράσθηκαν από τον απώτερο δικαιοπάροχο τους με τα υπ'αριθμ. .../1935 και .../1928 συμβόλαια, β) ότι ο δικαιοπάροχος του εναγομένου Α.
Β. δεν νεμόταν το επίδικο για 40 έτη, όπως αναγράφεται στο υπ'αριθμ. .../1969 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, αφού ήταν κάτοικος ... και ήταν 15 ετών 40 έτη πριν την κατάρτιση του συμβολαίου, ο δε παππούς του λεγόταν Α. και όχι Ε.. Επί των ισχυρισμών των εναγόντων πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Πράγματι με την υπ'αριθμ. .../2-3-2007 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Πειραιά Ελένης Τσούμα, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι ενάγοντες απεδέχθησαν την κληρονομιά του πατέρα τους Α.
Δ., ήτοι ενός οικοπέδου κείμενου στο ... ..., εμβαδού 189,58 τμ, το οποίο περιήλθε σε αυτόν με έκτακτη χρησικτησία, στη συνέχεια με την υπ'αριθμ. .../3-7-2007 πράξη διόρθωσης της δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς συμπλήρωσαν την προηγούμενη πράξη ως προς τους τίτλους κτήσεως του ακινήτου, δεχόμενοι ότι ο πατέρας τους απέκτησε το ακίνητο με άτυπη διανομή, ακολούθως με την υπ'αριθμ. .../4-3-2008 νέα πράξη διόρθωσης της προηγούμενης διόρθωσαν το εμβαδόν του ακινήτου σε 400 τμ και για πρώτη φορά ισχυρίσθηκαν ότι το ακίνητο δεν είναι ενιαίο αλλά χωρίζεται σε δύο άνισα τμήματα από την κοινοτική οδό και τέλος με την υπ'αριθμ. .../20-10-2008 τελική πράξη διόρθωσης διόρθωσαν το εμβαδόν του ακινήτου σε 1.144 τμ.
Από όλες τις ανωτέρω διορθώσεις, σαφώς συνάγεται ότι οι ενάγοντες δεν είχαν μέχρι το 2007 σαφή γνώση και εικόνα του ακινήτου, αφού δεν γνώριζαν ούτε τον τρόπο περιέλευσης αυτού στον πατέρα τους (άτυπη διανομή ή χρησικτησία) ούτε καν το εμβαδόν και τις διαστάσεις του, αφού από την αρχική δήλωσή τους (189,58 τμ) μέχρι και την τελική διόρθωση (1.144 τμ) η έκταση του ακινήτου μεταβάλλεται κατά πολύ σε εμβαδόν και έχει σαφώς διαφορετικά όρια, ενώ ο ισχυρισμός τους ότι η ακριβής καταμέτρηση δεν ήταν δυνατή λόγω προπηλακισμών τους από τους εναγομένους των δύο αγωγών, κρίνεται μη πειστικός, αφού κάλλιστα μπορούσαν να μετρήσουν τις πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου χωρίς να εισέλθουν σε αυτό, σε κάθε δε περίπτωση δεν χωρεί τόσο μεγάλη διαφορά εμβαδού του ακινήτου ανάμεσα στην αρχική και στην τελική πράξη αποδοχής κληρονομιάς καθώς και η μη συμπερίληψη του ακινήτου ως αποτελούμενου από δύο τμήματα στην αρχική πράξη αποδοχής κληρονομιάς, αφού η κοινοτική οδός που τέμνει το ακίνητο ήταν γνωστή και μπορούσε να αναφερθεί και να μετρηθεί.
Βέβαια, είναι γεγονός ότι ο παππούς τους Ν. Δ. του Λ. και η σύζυγος του Α. Δ. είχαν αγοράσει πλησίον του επιδίκου τέσσερα ακίνητα, τα οποία συνένωσαν σε ένα ενιαίο ακίνητο και πιο συγκεκριμένα α) με το υπ' αριθμ. .../1-10-1921 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Βιδιάνου Ζάννου, που μεταγράφηκε νόμιμα, η Α.
σύζυγος Ν. Δ. αγόρασε "μία ερειπωμένη οικία συγκείμενη εξ αιθούσης μετά μαγειρίου, αυλής, δεξαμενής, μάνδρα μετά δικαιωμάτων και παραρτημάτων, πλησιάζουσα με κτήματα Μ. Δ., Α. Δ. και με δημοσία οδό", β) με το υπ'αριθμ. .../3-6-1921 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Βιδιάνου Ζάννου, που μεταγράφηκε νόμιμα, η Α.
σύζυγος Ν. Δ. αγόρασε "μία οικία συγκείμενη από μία αίθουσα, κοιτώνα και κατώι με αυλή, περιέχουσα δεξαμενή, αποχωρητήριο και οικόπεδο όσης εκτάσεως είναι μετά των δικαιωμάτων και παραρτημάτων, πλησιάζουσα με κτήματα Ν. Δ., Λ. Δ., Ε. Ρ. και δημοσία οδό", γ) με το υπ'αριθμ. .../3-10-1928 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ...
Βιδιάνου Ζάννου που μεταγράφηκε νόμιμα, η Α. σύζυγος Ν. Δ. αγόρασε "μία οικία, συγκείμενη εξ αιθούσης μετά κοιτώνος, αυλής περιεχούσης μάνδρα, δεξαμενή, μετά μικρού οικοπέδου περιέχοντος δύο σπηλαίας μετά των δικαιωμάτων και παραρτημάτων της, πλησιαζούσης με οικίας Μ. Μ., Ρ. Δ. και δημοσία οδό, δ) με το υπ'αριθμ. .../7-10-1935αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ...
Βιδιάνου Ζάννου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο Ν. Δ. αγόρασε "μία ερειπωμένη αποθήκη με δεξαμενή συνορευόμενη με κτήματα Σ. Δ., Ε. Κ. και με δημοσία οδό". Τα ακίνητα αυτά συνενωμένα κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων ανέρχονταν σε 4 στρέμματα, πλην όμως ο ισχυρισμός τους αυτός είναι πλήρως αβάσιμος αφού στο τοπογραφικό του τοπογράφου μηχανικού που οι ίδιοι προσκομίζουν αναγράφεται ότι μετά την άτυπη διανομή μεταξύ των κληρονόμων του Ν.
και της Α.ς Δ., ο Δ. Δ. έλαβε τμήμα του ακινήτου 799,28 τμ, ο Α. Δ. 159,82 τμ, ο Α. Δ. (πατέρας των εναγόντων) 1.144 τμ, η Ε. Δ. 293,60 τμ και η Μ. Δ. 200,65 τμ, ήτοι συνολικά το ακίνητο που διανεμήθηκε ανέρχεται σε 2.597,35 τμ. Επιπλέον τα άνω συμβόλαια ουδόλως αναφέρουν ως όρια τα γρεμνά της νήσου ..., που ως σταθερό όριο θα αναφέρονταν, ενώ ακόμη αναφέρεται στα άνω παλαιά συμβόλαια ότι μόνο στο ένα ακίνητο περιέχονταν δύο σπηλιές, ενώ αντίθετα στο όλο ενιαίο ακίνητο που θεωρούν οι ενάγοντες ως συνένωση των άνω τεσσάρων ακινήτων υπάρχουν πέντε σπηλιές, που αποτυπώνονται στο ανωτέρω προσκομιζόμενο από αυτούς τοπογραφικό διάγραμμα.
Επιπλέον ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα του ακινήτου που αποκτήθηκε με το υπ'αριθμ. .../1935 συμβόλαιο και τμήμα του ακινήτου που αποκτήθηκε με το υπ'αριθμ. .../1928 συμβόλαιο, είναι αβάσιμος, αφού το ακίνητο που αγοράστηκε με το υπ'αριθμ. .../1935 συμβόλαιο (εμβαδού 117,64 τμ) μεταβιβάστηκε με το υπ'αριθμ. .../12-10-1988 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Ζάνια, από τους κληρονόμους του Ν.
Δ., μεταξύ των οποίων και ο πατέρας των εναγόντων Ν. Δ., προς την .... Στο ανωτέρω συμβόλαιο μεταβίβασης (.../1988) αναγράφεται ότι το όλο οικόπεδο περιήλθε στους πωλητές με αγορά με το .../1935 συμβόλαιο (σελ. 4,5 συμβολαίου), και επομένως το οικόπεδο που αρχικά είχε αγοραστεί το έτος 1935 μεταβιβάστηκε ολόκληρο το έτος 1988.
Επιπλέον το συμβόλαιο .../3-10-1928 αναφέρεται σε αγορά μιας αίθουσας με κοιτώνα, αυλή και μικρό οικόπεδο, ενώ αντίθετα σύμφωνα με το ανωτέρω σχεδιάγραμμα των εναγόντων το ακίνητο που αγοράστηκε με το υπ'αριθμ. .../1928 συμβόλαιο περιλαμβάνει μέρος του επιδίκου, μέρος ακινήτου που έχει ήδη μεταβιβαστεί από τους κληρονόμους του Ν.
Δ. με το υπ'αριθμ. .../1989 συμβόλαιο, καθώς και ακίνητο που μεταβιβάστηκε από τους ως άνω κληρονόμους με το υπ'αριθμ. .../1983 συμβόλαιο, ήτοι περίπου 1.500 τμ, που δεν θεωρείται μικρό ακίνητο. Αντίθετα, πλήρως απεδείχθη ότι το ακίνητο που αγοράστηκε με το υπ'αριθμ. .../1928 συμβόλαιο έχει ήδη μεταβιβαστεί δυνάμει του υπ'αριθμ. .../1983 συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Ζάνια από τους κληρονόμους του Ν.
Δ. (στους οποίους περιλαμβανόταν και ο πατέρας των εναγόντων Α.) στην Α. συζ. Κ. Κ. (ρητά αναγράφεται στο άνω συμβόλαιο .../1983 φύλλο 4 ότι το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει στους άνω κληρονόμους από το αρχικό .../1928 συμβόλαιο) και σήμερα κατά την πραγματογνωμοσύνη αποτελεί τμήμα του ξενοδοχείου .... Επιπλέον το ακίνητο που αποκτήθηκε με το υπ'αριθμ. .../1921 συμβόλαιο (που δεν είναι επίδικο) ανήκε στον Α.
Δ., που το μεταβίβασε στα τέκνα του Α., Λ. και Σ. με το υπ'αριθμ. .../1986 συμβόλαιο γονικής παροχής και στη συνέχεια μεταβιβάστηκε στους Γ., Α. και Ε. Σ. με το υπ'αριθμ. .../18-12-2007 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ... Φωτεινής Σ. και κατά την πραγματογνωμοσύνη αποτελεί τμήμα του ξενοδοχείου Σ.. Τα ανωτέρω ουδόλως αναιρούνται από την προσκομιζόμενη από τους ενάγοντες από Νοεμβρίου 2015 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Α.
Σ., καθώς δεν αναγράφεται πειστικά με ποιο τρόπο το επίδικο της πρώτης αγωγής αποτελεί μέρος των ανωτέρω υπ'αριθμ. .../1928 και .../1935 αρχικών συμβολαίων, επιπλέον ουδόλως προκύπτει ότι ο παππούς του Α. Β. λεγόταν Α. και όχι Ε., η δε διαμονή του νομέα και κατόχου σε άλλη περιοχή εκτός της νήσου ... δεν τον αποξενώνει με την τυχόν ιδιοκτησία του, αφού αυτός μπορεί να έχει επίβλεψη αυτής, η δε απόκτησή της από τον πατέρα του Α.
Β. δικαιολογεί την έκφραση του συμβολαίου "την κατέχει 40 έτη". Επιπλέον ο Α. Β. με την υπ'αριθμ. .../5-7-1987 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου ... Μαρίας Μητροπία αποδέχεται την κληρονομιά της αδελφής του Ε. και όχι του πατέρα του και για το λόγο αυτό είναι λογικό να μην αναφέρεται το επίδικο. Βέβαια, αξίζει να σημειωθεί ότι ο εναγόμενος απέκτησε με το υπ'αριθμ. .../21-7-1969 συμβόλαιο μία οιναποθήκη με μικρό περίβολο, η οποία παρουσιάζεται στο τοπογραφικό του 1996 έχουσα έκταση 1.296,77 τμ, πλην όμως τυχόν αυθαίρετη επέκτασή της, που όπως σημειώνεται ανωτέρω δεν προκύπτει από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, δεν έγινε σε βάρος του ακινήτου των εναγόντων, όπως προκύπτει και από το τοπογραφικό διάγραμμα του Ι.
Ρ., όπου αναγράφεται δίπλα στο επίδικο ένα οικόπεδο ως "καταπατηθέν από Μ." . Ακόμη αξίζει να σημειωθεί ότι οι ενάγοντες δεν είχαν συμπεριλάβει το επίδικο στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος του έτους 2005, παρά το γεγονός ότι ο πατέρας τους Α. Δ. είχε αποβιώσει από το έτος 1995, γεγονός που αποδεικνύει ότι η διεκδίκηση του ακινήτου από αυτούς ξεκίνησε μόλις το έτος 2007, οπότε και συμπεριέλαβαν αυτό στη δήλωση φόρου κληρονομιάς.
Συμπερασματικά, όσον αφορά το ακίνητο της πρώτης αγωγής ουδόλως απεδείχθη η συγκυριότητα των εναγόντων με παράγωγο ή με πρωτότυπο τρόπο, αφού πλήρως απεδείχθη ότι το επίδικο δεν προέρχεται από διανομή των τεσσάρων αρχικών ακινήτων που συνενώθηκαν, ούτε ποτέ οι ενάγοντες ασκούσαν διανοία κυρίου και καλή πίστη πράξεις νομής επί του επιδίκου, αλλά αντίθετα ενδιαφέρθηκαν για τυχόν ύπαρξη ιδιοκτησίας τους μόλις το 2007, χωρίς να έχουν σαφή γνώση ούτε των ορίων, ούτε του εμβαδού του ακινήτου που θεωρούσαν ότι ήταν δυνατόν να είχε απομείνει από την πώληση της ευρύτερης έκτασης που ανήκε στην ιδιοκτησία του Ν.
Δ. και μετέπειτα των κληρονόμων του, ενώ αντίθετα ο εναγόμενος είναι κύριος του ακινήτου αυτού και με παράγωγο και με πρωτότυπο τρόπο, όπως προαναφέρθηκε. Εξάλλου όσον αφορά το ακίνητο της δεύτερης αγωγής των εναγόντων εναντίον της "..." απεδείχθησαν τα ακόλουθα: Η εναγομένη "..." είναι αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος δύο όμορων ακινήτων, εμβαδού 535 τμ το πρώτο, το οποίο απέκτησε δυνάμει του υπ' αριθμ. .../2006 συμβολαίου της συμβολαιογράφου ...
Κυριακής Ρούσσου Μαργαρίτη από τους κληρονόμους του Δ. Σ. και εμβαδού 782,28 τμ το δεύτερο, που απέκτησε δυνάμει του υπ'αριθμ. .../2006 συμβολαίου της ίδιας συμβολαιογράφου από τους Π. Π., Ό. Σ. και Ι. Α. Α., που μεταγράφηκαν νόμιμα. Σχετικά με το πρώτο ακίνητο των 535 τμ απεδείχθησαν τα εξής: Δυνάμει του υπ'αριθμ. .../2006 συμβολαίου της συμβολαιογράφου ...
Κυριακής Ρούσσου Μαργαρίτη που μεταγράφηκε νόμιμα, οι Α. Σ. του Δ., Γ. Σ. του Δ. και Φ. συζ. Π. Σ., το γένος Δ. Σ. πώλησαν στην εναγομένη "..."... ένα ακίνητο, που βρίσκεται στο δημοτικό διαμέρισμα ... του Δήμου ..., στη θέση "..." συνολικής έκτασεως κατά τον τίτλο κτήσης 420,15 τμ και με νεότερη καταμέτρηση 535,25 τμ, το οποίο διαχωρίζεται σε δύο οικοπεδικά τμήματα με δημοτική οδό, ήτοι το τμήμα (I) εμβαδού 327,57 τμ και το τμήμα (II) εμβαδού 207,68 τμ, όπως απεικονίζεται το όλο οικόπεδο στο από Σεπτεμβρίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα Κ.
Π.... Το τμήμα (I) συνορεύει... βόρεια εν μέρει με ιδιοκτησία Ζ. Μ., νότια με ιδιοκτησία πρώην Ι. Ά. Α., Ό. Σ. - Σ. και Π. Π. και τώρα "..." ... ανατολικά με δημοτική οδό (δημοτικό ριμίδι) και πέραν αυτής με το τμήμα (II) του αυτού οικοπέδου και δυτικά με ιδιοκτησία αγνώστου. Εντός του περιγραφομένου τμήματος του οικοπέδου υπάρχει σπηλιά εμβαδού 21,77 τμ.
Το τμήμα (II) εμβαδού 207,68 τμ, συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Ζ. Μ., νότια με ιδιοκτησία πρώην Ι. Ά. Α., Ό. Σ. - Σ. και Π. Π. και τώρα "...", ανατολικά... με ιδιοκτησία πρώην Ι. Ά. Α., Ό. Σ.-Σ. και Π. Π. τώρα "..." και δυτικά με δημοτική οδό (δημοτικό ριμίδι) και πέραν αυτής με το τμήμα (I) του οικοπέδου. Εντός του τμήματος του οικοπέδου υπάρχουν υπόσκαφο εμβαδού 84,38 τμ και ερειπωμένο κτίσμα 12,69 τμ".
Όλο το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε στους δικαιοπαρόχους της εναγομένης ως εξής: 1) Στον Α. Σ.. α) ποσοστό 12/24 εξ αδιαιρέτου με αγορά από τη Γ. θυγ. Μ. Σ., δυνάμει του υπ'αριθμ. .../18-5-1987 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου ... Μαρίας-Ρίτσας Μητροπία, που μεταγράφηκε νόμιμα, β) ποσοστό 3/24 εξ αδιαιρέτου ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της μητέρας του Κ.
συζ. Δ. Σ., το γένος Μ. Σ., που αποβίωσε στις 9-7-1956, την κληρονομιά της οποίας αποδέχθηκε με την υπ' αριθμ. .../27-1- 1977 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου ... Αθανασίου Καραθανάση, που μεταγράφηκε νόμιμα, γ) ποσοστό 1/24 εξ αδιαιρέτου ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα του Δ. Σ. του Α. που απεβίωσε στις 25-11-1982, την κληρονομιά του οποίου αποδέχθηκε με την υπ'αριθμ. .../4-7-2002 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου ...
Ιωάννας Τσάκριου- Αντωνιάδου, που μεταγράφηκε νόμιμα. 2) Στη Φ. Σ. και στο Γ. Σ. α) ποσοστό 3/24 εξ αδιαιρέτου ο καθένας ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της μητέρας τους Κ. συζ. Δ. Σ., το γένος Μ. Σ., που απεβίωσε στις 9-7-1956, β) ποσοστό 1/24 εξ αδιαιρέτου ο καθένας ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα τους Δ. Σ. του Α. που απεβίωσε στις 25-11-1982, την κληρονομιά των οποίων αποδέχθηκε με την υπ'αριθμ. .../4-7-2002 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου ...
Ιωάννας Τσάκριου- Αντωνιάδου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Σημειώνεται ότι το ακίνητο στην υπ'αριθμ. .../2002 πράξη αποδοχής κληρονομιάς περιγράφεται ως "ακίνητο που βρίσκεται εντός το δημοτικού διαμερίσματος του δήμου ... του Δήμου ..., διαχωριζόμενο σε δύο οικοπεδικά τμήματα από τη δημοτική οδό, εμφαινόμενα στο προσαρτώμενο τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ.
Κ., εκ των οποίων α) το νοτιοανατολικό και άνω της δημοτικής οδού εμβαδού 179,83 τμ... συνορεύει βορειοανατολικά... με ιδιοκτησία Μ.υ και βορειοδυτικά... με ιδιοκτησία Σ. και νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία αγνώστου, με τα εντός αυτού κτίσματα και ειδικότερα μία υπόσκαφη ερειπωμένη οιναποθήκη (κάναβα) εμβαδού 73,31 τμ εκτεινόμενη εν μέρει εκτός των ορίων του άνω οικοπεδικού τμήματος και εντός των ορίων των όμορων προς ανατολάς και προς δυσμάς ιδιοκτησιών και δύο ισόγεια δωμάτια εμβαδού 12,16 τμ και 13,23 τμ και β) το βορειοδυτικό και κάτω της δημοτικής οδού τμήμα εμβαδού 240,32 τμ...
συνορεύει βορειοανατολικά με ιδιοκτησία Μ.υ, βορειοδυτικά με δημόσια παραλία, νοτιοανατολικά με ιδιοκτησία αγνώστου". Το ακίνητο στο υπ'αριθμ. .../1987 συμβόλαιο περιγράφεται ως "...παλαιά και υπόσκαφη οιναποθήκη, ευρισκόμενη στην περιοχή Κοινότητας ... ..., που αποτελείται από δύο δωμάτια, την κυρίως οιναποθήκη, αποχωρητήριο, προαύλιο με δεξαμενή και ένα πεζούλι που κείται μετά το δημόσιο δρόμο και με σύνορο την παραλία προς δυσμάς, έχουσης εμβαδόν των μεν υπόσκαφων χώρων 40 τμ ή όσης εκτάσεως είναι, της δε αυλής 20 τμ πλέον ή έλαττον, συνορευόμενης με ακίνητα γύρωθεν προς βορρά με ακίνητο Ζ.
Μ., προς νότο με ακίνητο Σ. Δ., ανατολικά με ακίνητα Β. και δυτικά με δημόσιο δρόμο και πέραν αυτού με το παραπάνω πεζούλι, όσης εκτάσεως είναι τούτο.." . Το ακίνητο στην υπ'αριθμ. .../27-1-1977 πράξη αποδοχής κληρονομιάς περιγράφεται ως "...μία οιναποθήκη κείμενη εντός του χωρίου ... ..., συνορευόμενη γύρωθεν με Ε.Κ., Τ.
Μ. και δημόσιο δρόμο...". Το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει στη Γ. Σ. (απώτερη δικαιοπάροχο του Α. Σ.) κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου με εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή του πατέρα της Μ. Σ. που πέθανε περί το έτος 1920 και έκτοτε μέχρι την πώληση με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ενώ στον Μ. Σ. περιήλθε από αγορά από τα αδέλφια Ζ.
και Δ. Μ., δυνάμει του .../11-9-1906 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου ... Σαράντου Λαούρη, που μεταγράφηκε νόμιμα. Το ακίνητο στο άνω .../1906 συμβόλαιο περιγράφεται ως "... μία οιναποθήκη συγκείμενη εκ μίας αποθήκης συγκείμενης μετά της εν αυτής πατητηρίων... με δεξαμενή και αποχωρητήριο κάτωθεν σε δύο μικρά πεζούλια, πλησιάζον Ε.Β.
και δρόμο...". Σύμφωνα με την πραγματογνωμοσύνη του Ι. Μ. το ακίνητο που περιγράφεται στο υπ'αριθ .../1906 πωλητήριο συμβόλαιο ταυτίζεται με το ακίνητο της υπ'αριθμ. .../1977 πράξης αποδοχής κληρονομιάς, ταυτίζεται με το υπ'αριθμ. .../1987 συμβολαίου, ταυτίζεται με το ακίνητο της υπ'αριθμ. .../2002 πράξης αποδοχής κληρονομιάς και ομοίως ταυτίζεται με το υπ'αριθμ. .../2006 συμβόλαιο (κτήσης εναγομένης) .
Αξίζει να σημειωθεί ότι στα συμβόλαια .../2002 και .../2006 αναφέρεται ως όμορος ιδιοκτήτης ο Μ.ς, ενώ στο συμβόλαιο .../1977 αναφέρεται ως όμορος ο Μ.ς, αλλά και ο Ε.Κ. (προφανώς εκ λάθους κατά τον πραγματογνώμονα), ενώ στο συμβόλαιο .../1906 αναφέρεται ως όμορος ο Ε. Β.. Επομένως με βάση τη διαδοχή των τίτλων αυτών απεδείχθη ότι αρχικός κύριος του ακινήτου ήταν ο Μ.
Σ., που το απέκτησε με παράγωγο και με πρωτότυπο τρόπο, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του ακινήτου πράξεις νομής, επιβλέποντας το ακίνητο, χρησιμοποιώντας την οιναποθήκη και κληρονομήθηκε αδιάθετος το έτος 1920 από τη σύζυγο του Φ. και τις δύο θυγατέρες του Γ. Σ. και Κ. Σ., οι οποίες υπεισήλθαν στην κληρονομιά, ασκώντας όλες τις πράξεις επίβλεψης και χρήσης της οιναποθήκης, η μεν Φ.
μέχρι το θάνατο της περί το έτος 1926, η δε μία θυγατέρα της (Γ.) πώλησε το μερίδιο της στον ανηψιό της Α. Σ., ενώ η έτερη (Κ.) κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τρία τέκνα της Α., Γ. και Φ. Σ., οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομιά και μεταβίβασαν το ακίνητο στη δεύτερη εναγομένη. Επομένως, η εναγομένη της δεύτερης αγωγής απέκτησε το ακίνητο τόσο με παράγωγο (ανωτέρω μεταβιβάσεις) όσο και με πρωτότυπο τρόπο, ασκώντας με διάνοια κυρίου και καλή πίστη όλες τις προσιδιάζουσες πράξεις νομής, ήτοι επισκέψεις, επίβλεψη, περίφραξη για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 20ετίας, προσμετρώντας το δικό της χρόνο νομής στο χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων της.
Περαιτέρω, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι το επίδικο ανήκει στην συγκυριότητά τους, σύμφωνα με τους ανωτέρω τίτλους κτήσης που αναφέρθηκαν στο ακίνητο της πρώτης αγωγής (.../2007 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Πειραιά Ελένης Τσούμα, όπως διορθώθηκε με τις υπ'αριθμ. .../2007, .../2008 και .../2008 πράξεις της ίδιας συμβολαιογράφου) και ότι το ακίνητο αυτό αποτελεί μέρος των συνενωθέντων ακινήτων που αγοράσθηκαν από τους δικαιοπαρόχους τους με τα αρχικά υπ'αριθμ. .../1935 και .../1928 συμβόλαια, ισχυριζόμενοι επιπλέον ότι με το υπ'αριθμ. .../2006 συμβόλαιο οι δικαιοπάροχοι της εναγομένης μεταβίβασαν ακίνητο εμβαδού 420,15 τμ, ενώ σήμερα το ακίνητο έχει εμβαδό 535,25 τμ, ότι το ακίνητο που μεταβιβάστηκε στον Α.
Σ. από τη Γ. Σ. είναι μία σπηλιά 40τμ με οικόπεδο 20 τμ και βρίσκεται σε άλλη περιοχή, ότι το ακίνητο που μεταβιβάσθηκε με την υπ'αριθμ. .../2002 πράξη αποδοχής κληρονομιάς είναι 73 τμ, το δε ακίνητο που αποδέχθηκαν οι κληρονόμοι του Δ. Σ. με την υπ'αριθμ .../1977 πράξη αποδοχής κληρονομιάς αφορά ακίνητο άλλης περιοχής, ενώ σύμφωνα με το προσκομιζόμενο τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι.
Ρ., το επίδικο αποτελεί τμήμα των αρχικών ακινήτων που αγοράσθηκαν με τα υπ'αριθμ. .../1935 και .../1928 συμβόλαια. Εδώ επαναλαμβάνεται ότι αναφέρθηκε ανωτέρω στην πρώτη αγωγή σχετικά με τους τίτλους των εναγόντων και τα αρχικά συμβόλαια (ήτοι διαδοχική διόρθωση τίτλων με αύξηση του εμβαδού και διαδοχικές πωλήσεις των ακινήτων που αποκτήθηκαν με όλα τα αρχικά τέσσερα συμβόλαια).
Οι ισχυρισμοί όμως των εναγόντων αποδεικνύονται αβάσιμοι και από τα ακόλουθα στοιχεία: α) από την υπ'αριθμ. .../6-6-2008 άδεια οικοδομής για περίφραξη των ίδιων των εναγόντων, όπου προσπαθώντας να περιφράξουν το ακίνητο της πρώτης αγωγής, ισχυρίζονται οι ίδιοι ότι το ακίνητο αυτό συνορεύει και με ιδιοκτησία Σ., (παρόν επίδικο), ενώ με την ένδικη αγωγή ισχυρίζονται ότι το ακίνητο αυτό είναι δικό τους, β) από το από Φεβρουαρίου 2008 τοπογραφικό του πολιτικού μηχανικού Ι.
Ρ. που συντάχθηκε από τους ενάγοντες, στο οποίο εμφαίνεται ιδιοκτησία "Σ." δίπλα στο ακίνητο της πρώτης αγωγής, γ) από την υπ'αριθμ. .../20-3-1989 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Ζανιά, στο οποίο οι κληρονόμοι του Ν. Δ., μεταξύ των οποίων και ο πατέρας των εναγόντων Α. 5 αποδέχθηκαν την κληρονομιά ακινήτου, το οποίο συνορεύει και με ιδιοκτησία Σ., σε συνδυασμό με το υπ'αριθμ. .../1989 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Ζανιά, στο οποίο οι κληρονόμοι του Ν.
Δ., μεταξύ των οποίων και ο πατέρας των εναγόντων Α., πώλησαν το ανωτέρω ακίνητο, καθώς και το από 5-12-1988 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Κ. Π., το οποίο απεικονίζει ιδιοκτησία Σ. δίπλα στο ακίνητο της πρώτης αγωγής, δ) από την υπ'αριθμ. …/1966 άδεια οικοδομής του εναγομένου της πρώτης αγωγής, στην οποία εμφαίνεται ως όμορος ιδιοκτήτης ο Σ.ς.
Είναι βέβαια αληθές ότι το ακίνητο αυτό φαίνεται επαυξημένο (535,25 τμ) έναντι 420,15 τμ του υπ'αριθμ. .../2006 συμβολαίου και έναντι του αρχικού ακινήτου του Μ. Σ., πλην όμως η τυχόν επέκταση του ακινήτου δεν έγινε προς την ιδιοκτησία των εναγόντων, αλλά προς τα γρεμνά, που αποτελούν περιοχή που δεν ανήκε σε κάποιον ιδιοκτήτη, γεγονός που προκύπτει από την τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Ι.
Σ.. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την από Νομβρίου 2015 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Α. Σ., που εκθέτει ότι και το παρόν επίδικο προήλθε εκ των αρχικά αγορασθέντων με τα υπ'αριθμ. .../1935 και .../1928 συμβόλαια ακινήτων, αφού, όπως προαναφέρθηκε, τα ακίνητα αυτά έχουν όλα μεταβιβασθεί. Ακόμη αξίζει να σημειωθεί ότι οι ενάγοντες δεν είχαν συμπεριλάβει το επίδικο στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος του έτους 2005, παρά το γεγονός ότι ο πατέρας τους Α.
Δ. είχε αποβιώσει το έτος 1995, γεγονός που αποδεικνύει ότι η διεκδίκηση του ακινήτου από αυτούς ξεκίνησε μόλις το έτος 2007, οπότε και συμπεριέλαβαν αυτό στη δήλωση φόρου κληρονομιάς. Τα ανωτέρω ομοίως δεν αναιρούνται ούτε από την από 21-9-2012 έκθεση αυτοψίας του πολιτικού μηχανικού Γ. Τ., ο οποίος διαπίστωσε ότι το ακίνητο που αναφέρεται στην υπ'αριθμ. .../2002 πράξη αποδοχής κληρονομιάς ως προγενέστερος τίτλος (υπ'αριθμ. .../1904 συμβόλαιο) δεν αφορά το επίδικο ακίνητο, αλλά άλλο ακίνητο σε άλλη θέση.
Η διαπίστωση αυτή είναι ορθή, καθόσον και ο πραγματογνώμων Ι. Μ. την αποδέχεται, πλην όμως διαπιστώνει ότι εκ λάθους τέθηκε ως παλαιότερος τίτλος το υπ'αριθμ. .../1904 συμβόλαιο αγοράς από το Μ. Σ., ενώ το ορθό συμβόλαιο που ταυτίζεται με το επίδικο ακίνητο είναι το υπ'αριθμ. .../1906 συμβόλαιο. Επομένως, με βάση τα ανωτέρω οι ενάγοντες δεν απέκτησαν τη συγκυριότητα του επιδίκου με παράγωγο, ούτε με πρωτότυπο τρόπο, αφού το επίδικο δεν περιλαμβάνεται, ως εκτέθηκε, στους αρχικούς τίτλους .../1935 και .../1928, επιπλέον δε, δεν νεμήθηκαν το ακίνητο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 20ετίας, αλλά αντίθετα αυτοί το πρώτον περί το έτος 2007 ενδιαφέρθηκαν για την ύπαρξη τυχόν κληρονομιαίας περιουσίας τους στην περιοχή, που είχε τυχόν απομείνει μετά την πώλησή της από τους κληρονόμους του Ν.
Δ.. Εξάλλου, για το δεύτερο τμήμα του ακινήτου της εναγομένης στη δεύτερη αγωγή σημειώνονται τα ακόλουθα: Δυνάμει του υπ'αριθμ. .../23-10-2006 συμβολαίου της συμβολαιογράφου ... Κυριακής Ρούσσου - Μαργαρίτη που μεταγράφηκε νόμιμα, ο Π. Π. και Ό. θυγ. Λ. Σ., σύζυγος Π. Π. μεταβίβασαν στην εναγομένη της δεύτερης αγωγής "ένα οικόπεδο, που βρίσκεται στο δημοτικό διαμέρισμα ...
του Δήμου ..., στη θέση "...", εμβαδού 681,64 τμ, όπως είχε αποτυπωθεί στο από Μαρτίου 1989 τοπογραφικό του αρχιτέκτονα Ν. Τ. και με νεότερη καταμέτρηση 782,28 τμ., το οποίο διασχίζεται με δημοτικό δρόμο που το χωρίζει σε δύο τμήματα, τα οποία ενώνονται με υπόγειο πέρασμα, ήτοι το τμήμα (1) εμβαδού 367,11 τμ και το τμήμα (2) εμβαδού 415,17 τμ, όπως απεικονίζεται όλο το οικόπεδο στο από Οκτωβρίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα Κ.
Π.. Το τμήμα (1) συνορεύει δυτικά με ιδιοκτησία αγνώστου, ανατολικά με δημοτικό δρόμο και πέραν αυτού με το τμήμα (2) του αυτού οικοπέδου, βόρεια με ιδιοκτησία αδελφών Σ., δηλαδή Α., Γ. και Φ. Σ. και νότια με ιδιοκτησία ...", το τμήμα (2) συνορεύει δυτικά με δημοτικό δρόμο και πέραν αυτού με το τμήμα (1) του αυτού οικοπέδου, ανατολικά με δημοτικό δρόμο, βόρεια εν μέρει με ιδιοκτησία ΤΖ.
Μ. και εν μέρει με ιδιοκτησία αδελφών Σ.... και νότια με ιδιοκτησία "...". Εντός του περιγραφομένου οικοπέδου υπάρχει υπόσκαφο εμβαδού 97,96 τμ, εκ του οποίου τμήμα 58,69 τμ βρίσκεται εντός των ορίων του οικοπέδου . Το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε στους δικαιοπαρόχους της εναγομένης με αγορά από τους κληρονόμους του Ν.
Δ. (μεταξύ των οποίων ήταν και ο πατέρας των εναγόντων Α.), δυνάμει του υπ'αριθμ. .../22-12-1989 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Ζανιά, που μεταγράφηκε νόμιμα, το οποίο περιγράφεται ως εξής: Οικόπεδο στη θέση "...", εμφαίνεται με τα γράμματα ΑΒΓΔΕΖΗΘΙΑ και ΚΛΜΝΚ στο από Δεκεμβρίου 1988 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Κ.
Π., έχει επιφάνεια 681,64 τμ και διασχίζεται από κοινοτικό δρόμο... που χωρίζει το ακίνητο σε δύο τμήματα 455,14 τμ και 226,50 τμ. Το οικόπεδο συνορεύει δυτικά με γκρεμνά και ιδιοκτησία Σ., βόρεια με ιδιοκτησία αγνώστου και Σ. και εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Ν. Δ., ανατολικά με κοινοτικό χώρο και νότια με ιδιοκτησία "...".
Στους ανωτέρω πωλητές είχε περιέλθει με την υπ'αριθμ. .../1989 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Ζανιά, που μεταγράφηκε νόμιμα από τον πατέρα τους Ν. Δ. του Λουκά. Σημειώνεται ότι το ακίνητο που περιγράφεται στο .../1989 συμβόλαιο ταυτίζεται με το ακίνητο των υπ'αριθμ. .../1989 και .../2006 συμβολαίων με βάση την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ι.
Μ.. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι το ακίνητο αυτό ανήκει στη συγκυριότητά τους, που το έχουν αποκτήσει με τους ίδιους παραπάνω τίτλους και υπάρχει διαφορά εμβαδού μεταξύ των διαδοχικών τίτλων (.../1989 και .../2006 συμβολαίων) 39,97 τμ λιγότερα για το τμήμα άνωθεν της κοινοτικής οδού και 140,61 τμ περισσότερα για το τμήμα κάτωθεν της κοινοτικής οδού, ενώ με το υπ'αριθμ. .../1989 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα Ν.
Τ. εμφαίνεται η ιδιοκτησία κληρονόμων Ν. Δ. ως ιδιοκτητών του επιδίκου. Εδώ, ομοίως επαναλαμβάνεται ότι αναφέρθηκε ανωτέρω στην πρώτη αγωγή σχετικά με τους τίτλους των εναγόντων και τα αρχικά συμβόλαια (ήτοι διαδοχική διόρθωση τίτλων με αύξηση του εμβαδού του ακινήτου χωρίς σαφή γνώση των ορίων και του εμβαδού και διαδοχικές πωλήσεις των ακινήτων που αποκτήθηκαν με όλα τα αρχικά τέσσερα συμβόλαια).
Επιπλέον για το ακίνητο αυτού παρατηρούνται τα ακόλουθα: α) σε όλα τα ανωτέρω συμβόλαια μεταβίβασης του τμήματος αυτού δεν αναγράφεται ότι το οικόπεδο αυτό προήλθε από τα αρχικά τέσσερα συνενωμένα ακίνητα (υπ'αριθμ. .../1935, .../1921, .../1921 και .../1928 συμβόλαια) και επομένως οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της δεύτερης εναγομένης κληρονόμοι Ν.
Δ. είχαν γίνει κύριοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, β) πράγματι το από Μαρτίου 1989 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα Ν. Τ. δείχνει ως όριο του ακινήτου που μεταβιβάσθηκε (διπλανό επιδίκου) πλην της ιδιοκτησίας Σ. και ιδιοκτησία κληρονόμων Ν. Δ., ενώ αντίθετα στο από Οκτωβρίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα Κ.
Π.,, εμφανίζεται ως ιδιοκτήτης ο Ζ. Μ. στη θέση των κληρονόμων Ν. Δ.. Το άνω όμως σχεδιάγραμμα του Ν. Τ. εκπονήθηκε κατά δήλωση των κληρονόμων Ν. Δ., πλην όμως ουδόλως απεδείχθη ότι το ανωτέρω τμήμα (παρόν επίδικο) αποτελεί μέρος των αρχικών άνω τεσσάρων ακινήτων που συνενώθηκαν, αφού μεταξύ του επιδίκου τμήματος και των ακινήτων που συνενώθηκαν παρεμβάλλεται το άνω ακίνητο που πωλήθηκε στην εναγομένη της δεύτερης αγωγής, το οποίο και είχε καταληφθεί από τον Ν.
Δ. και τους κληρονόμους του. Ακόμη αξίζει να σημειωθεί ότι οι ενάγοντες δεν είχαν συμπεριλάβει το επίδικο στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος του έτους 2005, παρά το γεγονός ότι ο πατέρας τους Α. Δ. είχε αποβιώσει το έτος 1995, γεγονός που αποδεικνύει ότι η διεκδίκηση του ακινήτου από αυτούς ξεκίνησε μόλις το έτος 2007, οπότε και συμπεριέλαβαν αυτό στη δήλωση φόρου κληρονομιάς.
Επίσης, απεδείχθη ότι η δεύτερη εναγομένη απέκτησε την κυριότητα του άνω ακινήτου τόσο με παράγωγο (ανωτέρω συμβόλαια) όσο και με πρωτότυπο τρόπο, ασκώντας τόσο αυτ'όσο και οι δικαιοπάροχοι της όλες τις προσιδιάζουσες πράξεις νομής, ήτοι επίβλεψη, έκδοση οικοδομικής αδείας για τουριστική χρήση, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερη της 20ετίας προσμετρώντας στο χρόνο νομής της το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων της, ενώ αντίθετα ουδόλως απεδείχθη η συγκυριότητα των εναγόντων τόσο με παράγωγο τρόπο (αντιφατικοί τίτλοι αποδοχής κληρονομιάς όπως έχει εκτεθεί ανωτέρω), όσο και με πρωτότυπο τρόπο, αφού ουδεμία πράξη νομής ενήργησαν πριν το 2007, εμφανισθέντες το χρονικό αυτό σημείο χωρίς να έχουν σαφή γνώση της τυχόν ιδιοκτησίας και των ορίων της.
Τα ανωτέρω προκύπτουν και από την έκθεση φωτοερμηνείας του τοπογράφου μηχανικού Ι. Σ. και δεν αναιρείται από την τεχνική έκθεση του Α. Σ., που εκθέτει, όπως αναφέρθηκε αβάσιμα, ότι και το παρόν επίδικο προκύπτει από τα αρχικά .../1935 και .../1928 συμβόλαια. Εξάλλου, σημειώνεται ότι η πραγματογνωμοσύνη του πραγματογνώμονα Ι.
Μ. κρίνεται σαφής, εμπεριστατωμένη και συνταχθείσα με ιδιαίτερη επιμέλεια, απορριπτομένου ως αβασίμου του αιτήματος των εναγόντων περί διενέργειας νέας τεχνικής πραγματογνωμοσύνης, καθώς και αυτοπρόσωπης εμφάνισης των διαδίκων, το οποίο κρίνεται παρελκυστικό, αφού τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτουν κυρίως από τους προσκομιζόμενους τίτλους και τα τοπογραφικά διαγράμματα που προσκόμισαν οι διάδικοι..." .
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974 επ., 983, 1033, 1041, 1042,1045, 1046, 1051, 1094, 1710 επ. ΑΚ, που αφορούν στην κτήση κυριότητας ακινήτου, τόσο με παράγωγο, όσο και με πρωτότυπο τρόπο, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.
Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, εφόσον στις ως άνω παραδοχές αυτής αναφέρεται ότι ουδόλως απεδείχθη η συγκυριότητα των αναιρεσειόντων με παράγωγο ή με πρωτότυπο τρόπο σε αμφότερα τα επίδικα ακίνητα (πρώτης και δεύτερης αγωγής), διότι αυτά δεν προέρχονται, όπως επικαλέσθηκαν οι ίδιοι, από άτυπη διανομή τεσσάρων ακινήτων, τα οποία οι απώτατοι δικαιοπάροχοι τους Ν.
Δ., και η σύζυγος του Α. Δ., είχαν αγοράσει με ισάριθμα αγοραπωλητήρια συμβόλαια ( .../1921, .../1921, .../1935 και .../1928) και συνενώσει σε ένα ενιαίο ακίνητο, από την οποία διανομή μεταξύ των κληρονόμων των ως άνω αρχικών κυρίων ο πατέρας τους Α. Δ., έλαβε, ως κληρονόμος, τμήμα του ενιαίου ακινήτου εκτάσεως 1.144 τ.μ. . Επί πλέον δε, ορθά δέχθηκε το Εφετείο, ότι το συνολικό επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στους αρχικούς επικαλούμενους από τους αναιρεσείοντες συμβολαιογραφικούς τίτλους (.../1935 και .../1928), καθόσον τα ακίνητα που περιγράφονται σε αυτούς έχουν ήδη μεταβιβασθεί από τους κληρονόμους του Ν.
Δ., μεταξύ των οποίων και από τον πατέρα τους, σε κατονομαζόμενους τρίτους αγοραστές, ήδη από τα έτη 1988 και 1989, με συγκεκριμένες συμβολαιογραφικές πράξεις αγοραπωλησίας, χωρίς να παραμένει άλλη εδαφική έκταση στην κυριότητα του δικαιοπαρόχου τους Α. Δ., ώστε αυτή να μεταβιβασθεί νομίμως στους κληρονόμους του αναιρεσείοντες, οι οποίοι, άλλωστε, δεν ασκούσαν πράξεις νομής επί των επιδίκων ακινήτων αμφοτέρων των διεκδικητικών αγωγών, για διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ώστε να καταστούν κύριοι τούτων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αλλά ενδιαφέρθηκαν για την τυχόν ύπαρξη ιδιοκτησίας μόλις το έτος 2007, οπότε προέβησαν σε συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής της κληρονομιάς του πατέρα τους.
Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και ειδικότερα με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συγκεκριμένα σχετικά με το ότι τα διεκδικούμενα με αμφότερες της αγωγές ακίνητα δεν ανήκουν στην κυριότητα των αναιρεσειόντων, την οποία αυτοί ουδέποτε απέκτησαν με τους επικαλούμενους από τους ίδιους παράγωγο και πρωτότυπο τρόπους κτήσεως κυριότητας.
Ειδικότερα, το Εφετείο κατέληξε στο ως άνω συμπέρασμά του διαλαμβάνοντας στις παραδοχές του με πλήρη διεξοδική και σαφή ανάλυση των αιτιολογιών του : α) ότι οι αναιρεσείοντες προέβησαν αρχικά σε συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομιάς του πατέρα τους, ήτοι ενός οικοπέδου εμβαδού 187,58 τ.μ., το οποίο φέρονταν ότι απέκτησε ο δικαιοπάροχος τους με έκτακτη χρησικτησία και σε τρεις (3) συνεχόμενες συμβολαιογραφικές πράξεις διόρθωσης αυτής, με τις οποίες αφενός μεν συμπλήρωσαν την πρώτη πράξη ως προς τους τίτλους κτήσεως του ακινήτου, δεχόμενοι ότι περιήλθε στον πατέρα τους από άτυπη διανομή, αφετέρου δε μετέβαλαν σταδιακά το εμβαδόν τούτου από 187,58 τ.μ.
σε 400 τ.μ. και εν τέλει σε 1.144 τ.μ., αλλά και τη μορφή του ακινήτου από αρχικά ενιαίο σε διαχωριζόμενο σε δύο άνισα τμήματα από την κοινοτική οδό και ότι οι πράξεις τους αυτές υποδηλώνουν άγνοια του εμβαδού και των διαστάσεων του διεκδικούμενου από αυτούς συνολικού ακινήτου, αλλά και του τρόπου περιέλευσης τούτου στον πατέρα τους, β) ότι από τα προαναφερόμενα συμβόλαια με τα οποία αποκτήθηκαν από τους απώτατους δικαιοπαρόχους των αναιρεσειόντων, τέσσερα ακίνητα των οποίων, κατά τα προεκτιθέμενα, μετά τη συνένωσή τους, επακολούθησε άτυπη διανομή μεταξύ των κληρονόμων τους, αφορούν στην προκειμένη υπόθεση τα δύο εξ αυτών και συγκεκριμένα τα .../1935 και .../1928, πλην όμως τα διεκδικούμενα ακίνητα δεν περιλαμβάνονται σε αυτά, τα οποία ουδόλως αναφέρουν ως όρια τα γκρεμνά της νήσου ..., που ως σταθερό όριο θα αναφέρονταν, ενώ ακόμη γίνεται μνεία στα άνω παλαιά συμβόλαια ότι μόνο στο ένα ακίνητο περιέχονταν δύο σπηλιές, ενώ αντίθετα στο όλο ενιαίο ακίνητο που θεωρούν οι ενάγοντας ως συνένωση των άνω τεσσάρων ακινήτων υπάρχουν πέντε σπηλιές, που αποτυπώνονται στο προσκομιζόμενο από αυτούς τοπογραφικό διάγραμμα, επί πλέον δε τα περιλαμβανόμενα στα ως άνω συμβόλαια ακίνητα έχουν μεταβιβασθεί από τους κληρονόμους του Ν.
Δ., μεταξύ των οποίων και ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων, Α. Δ., σε κατονομαζόμενα νομικά και φυσικά πρόσωπα, με συνέπεια από την πώληση της ευρύτερης (συνενωμένης) εδαφικής έκτασης να μην έχει απομείνει τμήμα της ανήκον στην κυριότητα τούτου, ώστε να μεταβιβασθεί νομίμως στους κληρονόμους του, γ) ότι οι αναιρεσείοντες δεν είχαν συμπεριλάβει το επίδικο στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος του έτους 2005, παρά το γεγονός ότι ο δικαιοπάροχος τους Α.
Δ. είχε αποβιώσει από το έτος 1995, γεγονός που αποδεικνύει ότι η διεκδίκηση του ακινήτου από αυτούς ξεκίνησε μόλις το έτος 2007, οπότε και συμπεριέλαβαν αυτό στη δήλωση φόρου κληρονομιάς, δ) ότι οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες στην .../6-6-2008 άδεια οικοδομής με την οποία προσπάθησαν να περιφράξουν το ακίνητο της πρώτης αγωγής, ισχυρίζονται ότι αυτό συνορεύει και με ιδιοκτησία Σ., (παρόν επίδικο), ενώ με την ένδικη αγωγή ισχυρίζονται ότι το ακίνητο αυτό είναι δικό τους, ενώ και στο από Φεβρουαρίου 2008 τοπογραφικό του πολιτικού μηχανικού Ι.
Ρ. που συντάχθηκε από τους αναιρεσείοντες, εμφαίνεται ιδιοκτησία "Σ." δίπλα στο ακίνητο της πρώτης αγωγής, ε) ότι η ύπαρξη ιδιοκτησίας "Σ." ήτοι ιδιοκτησίας των δικαιοπαρόχων της δεύτερης αναιρεσίβλητης, λοιπών αναιρεσιβλήτων, δίπλα στο ακίνητο της πρώτης αγωγής, αναφέρεται και στην .../20-3-1989 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Ζανιά, με την οποία, οι κληρονόμοι του Ν.
Δ., περιλαμβανομένου σε αυτούς και του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων Α. Δ., αποδέχθηκαν την κληρονομιά ακινήτου, το οποίο συνορεύει και με ιδιοκτησία Σ., σε συνδυασμό με το υπ'αριθμ. .../1989 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Ζανιά, με το οποίο οι κληρονόμοι του Ν. Δ., και ο πατέρας των εναγόντων Α., πώλησαν το ανωτέρω ακίνητο, καθώς και από το από 5-12-1988 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Κ.
Π., που απεικονίζει ιδιοκτησία Σ. δίπλα στο ακίνητο της πρώτης αγωγής, αλλά και την υπ'αριθμ. 92/1966 άδεια οικοδομής του πρώτου αναιρεσίβλητου, στην οποία εμφαίνεται ως όμορος ιδιοκτήτης ο Σ.ς. Επίσης, με την προσβαλλόμενη απόφαση, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες έγινε δεκτό, ότι το πρώτο από τα επίδικα ακίνητα περιήλθε στον πρώτο αναιρεσίβλητο με βάση το .../1969 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο από τον προηγούμενο κύριο αυτού, Α.
Β., που το είχε αποκτήσει από τον πατέρα του, στον οποίο είχε περιέλθει με την .../1906 δωρεά αιτία θανάτου από τον δικό του πατέρα και ο ίδιος (πρώτος αναιρεσίβλητος) από το χρόνο της αγοράς του, ήτοι από το έτος 1969 το νέμεται και το κατέχει ασκώντας σε αυτό όλες τις προσιδιάζουσες πράξεις νομής, διανοία κυρίου και καλή πίστη, επιβλέποντάς το και εκδίδοντας το έτος 1996 άδεια οικοδομής, για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας προσμετρώντας στο δικό του χρόνο νομής το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του, οπότε έχει καταστεί κύριος του επιδίκου αυτού ακινήτου, τόσο με παράγωγο, όσο με πρωτότυπο τρόπο.
Σύμφωνα δε με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το ακίνητο αυτό, που αγόρασε ο πρώτος αναιρεσίβλητος με το .../1969 συμβόλαιο, όπως προκύπτει από φωτοερμηνεία, έχει σταθερή μορφή και ταυτίζεται με την περιγραφή του ακινήτου στο .../1906 συμβόλαιο δωρεάς αιτία θανάτου. Σχετικά με τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε, ότι αυτή κατέστη αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος δύο όμορων ακινήτων, το πρώτο από τα οποία απέκτησε με το .../2006 συμβόλαιο από τους κληρονόμους του Δ.
Σ., Α., Γ. Σ. και Φ. συζ. Π. Σ., το γένος Δ. Σ., τρίτο, τέταρτο και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων και το δεύτερο με το .../2006 συμβόλαιο από τους Π. Π., Ό. Σ.. και Ι.Α.Α., έκτο, όγδοη και έβδομο των αναιρεσιβλήτων. Με τη μνεία δε διαδοχικών τίτλων (αγοραπωλητήρια συμβόλαια, αποδοχές κληρονομιάς) δέχθηκε, ότι αρχικός κύριος του ακινήτου αυτού, ήταν ο Μ.
Σ., που το απέκτησε με παράγωγο και με πρωτότυπο τρόπο, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του ακινήτου πράξεις νομής, επιβλέποντας το ακίνητο, χρησιμοποιώντας την εντός αυτού οιναποθήκη, ο οποίος κληρονομήθηκε αδιάθετος το έτος 1920 από τη σύζυγο του Φ. και τις δύο θυγατέρες του Γ. Σ. και Κ. Σ., που υπεισήλθαν στην κληρονομιά, ασκώντας όλες τις πράξεις επίβλεψης και χρήσης της οιναποθήκης, η μεν Φ.
μέχρι το θάνατο της περί το έτος 1926, η δε μία θυγατέρα της (Γ.) πώλησε το μερίδιο της στον ανηψιό της Α. Σ., τρίτο αναιρεσίβλητο, ενώ η έτερη (Κ.) κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τρία τέκνα της Α., Γ. και Φ. Σ., οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομιά και μεταβίβασαν το ακίνητο στη δεύτερη εναγομένη, καταλήγοντας στο συμπέρασμα .,ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη απέκτησε το διεκδικούμενο από τους αναιρεσείοντες ακίνητο της δεύτερης αγωγής, τόσο με παράγωγο (ανωτέρω μεταβιβάσεις) όσο και με πρωτότυπο τρόπο, ασκώντας με διάνοια κυρίου και καλή πίστη όλες τις προσιδιάζουσες πράξεις νομής, ήτοι επισκέψεις, επίβλεψη, περίφραξη για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 20ετίας, προσμετρώντας το δικό της χρόνο νομής στο χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων της.
Κατά συνέπεια, με βάση τα παραπάνω, είναι αβάσιμοι οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, έβδομος, ένατος, δέκατος, ενδέκατος, δωδέκατος, δέκατος τρίτος, δέκατος τέταρτος, δέκατος πέμπτος, δέκατος έκτος, δέκατος έβδομος και δέκατος όγδοος λόγοι αναίρεσης κατά το μέρος τους με το οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, συλλήβδην, μεταξύ άλλων αναιρετικών πλημμελειών, και παραβίαση των αριθμών 1 και 19 (πλην δέκατου πέμπτου) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ο έκτος λόγος αναίρεσης ως προς το μέρος του με το οποίο επίσης της καταλογίζουν παραβίαση του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, αιτιώμενοι ότι αυτή παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974 επ., 983, 1033, 1041, 1042,1045, 1046, 1051, 1094, 1710 επ.
ΑΚ, διότι με την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τούτων και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, στηριζόμενη κυρίως στην πραγματογνωμοσύνη του I. Μ., χωρίς να ερευνήσει πρωτίστως αν οι ίδιοι ως ενάγοντες - εκκαλούντες απέδειξαν τα πραγματικά περιστατικά των αγωγών τους, ήτοι την κτήση κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων από αυτούς τόσο με παράγωγο, όσο και με πρωτότυπο τρόπο, αφήνοντας αδίκαστους τους αγωγικούς ισχυρισμούς τους, και το αίτημά τους για αναγνώριση της κυριότητάς τους επί του συνολικού επιδίκου ακινήτου και την απόδοση τούτου από τους αναιρεσίβλητους, κατά τα αντίστοιχα καταληφθέντα από αυτούς τμήματά του, ερεύνησε τους ισχυρισμούς περί ιδίας κυριότητας των εναγομένων και κατέληξε μετά από εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων στο συμπέρασμα, ότι οι εναγόμενοι έχουν καταστεί κύριοι των επιδίκων ακινήτων με παράγωγο και με πρωτότυπο τρόπο.
Τα παραπάνω δε ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι οι ως άνω λόγοι, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προβαίνοντας σε αναλυτική αναφορά των αγωγικών ισχυρισμών τους, καταλογίζουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι κατά εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (πραγματογνωμοσύνης, εγγράφων συμβολαιογραφικών τίτλων, τεχνικών εκθέσεων, τοπογραφικών διαγραμμάτων, μαρτυρικών καταθέσεων, ενόρκων βεβαιώσεων), το περιεχόμενο των οποίων περιλαμβάνουν στο αναιρετήριο, με κριτικές παρατηρήσεις, αξιολογήσεις και σχόλια, κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα, ενώ, κατά την άποψή τους, από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων προκύπτει, ότι το επίδικο ακίνητο, τόσο κατά το τμήμα του που αφορά στην πρώτη διεκδικητική αγωγή, όσο και κατά το τμήμα του που αφορά στη δεύτερη, έχουν "καταπατηθεί" από τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων και τους δικαιοπαρόχους της δεύτερης αναιρεσίβλητης, λοιπούς αναιρεσίβλητους, και ότι οι επικαλούμενοι από όλους συμβολαιογραφικοί τίτλοι, στους οποίους στηρίζουν το δικαίωμα κυριότητας επί τούτων αφορούν σε "αλλότριο" ακίνητο που βρίσκεται σε άλλη περιοχή, είναι απαράδεκτοι, επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις ως άνω διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Οι ειδικότερα επικαλούμενες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τους αναιρεσείοντες πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την αιτίασή τους ότι το Εφετείο ερεύνησε πρωτίστως το ζήτημα της κυριότητας των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων, επί των επιδίκων ακινήτων, ενώ έπρεπε να ερευνήσει αρχικά τις διεκδικητικές κυριότητας αγωγής των ιδίων, είναι επίσης αβάσιμες, διότι, όπως προκύπτει από περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, οι διεκδικητικές κυριότητας αγωγές απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμες επειδή οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες) δεν απέδειξαν την ιστορική βάση τους, δηλαδή δεν απέδειξαν ότι κατέστησαν κύριοι του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο και με πρωτότυπο τρόπο, και όχι κατά παραδοχή των ισχυρισμών των εναγομένων (πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων) περί ιδίας κυριότητας επί του συνολικού επιδίκου ακινήτου που προέβαλαν οι ίδιοι, ο πρώτος από τους οποίους αποτελούσε άρνηση της αγωγής και ο δεύτερος ένσταση .
Συνεπώς, οι συγκεκριμένες ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την εξέταση των ισχυρισμών αυτών των αναιρσιβλήτων περί ιδίας κυριότητας επί του συνολικού επιδίκου ακινήτου, αφορούν σε πλεοναστικές αιτιολογίες, οι οποίες, κατά τα αναφερόμενα στην παραπάνω οικεία νομική σκέψη, δεν στηρίζουν το διατακτικό, αφού, όπως εκτέθηκε, η απορριπτική κρίση του Εφετείου στηρίχθηκε στην μη απόδειξη της ιστορικής βάσεως των αγωγών, καθώς επίσης αφορούν και σε επιχειρήματα του δικαστηρίου, κατά την πορεία του δικανικού του συλλογισμού, προς ενίσχυση της δικαιοδοτικής του κρίσης περί του ότι οι αναιρεσείοντες (ενάγοντες) ουδέποτε απέκτησαν την κυριότητα του συνολικού επιδίκου ακινήτου είτε με πρωτότυπο είτε με παράγωγο τρόπο.
Περαιτέρω, ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν (περ. α') ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν (περ. β) και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Δεν συνιστούν όμως "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις των ισχυρισμών του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, ούτε ισχυρισμοί αυτού που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ή από το νόμο, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ ΑΠ 14/2004, Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 892/2019).
Δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔικ αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων είναι και η πραγματογνωμοσύνη, οι ένορκες βεβαιώσεις, τα έγγραφα και τα δικαστικά τεκμήρια η λήψη ή μη λήψη των οποίων δεν ιδρύει τον ερευνώμενο εκ της διατάξεως του αριθμό 8 εδ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγο (ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 827/2020, ΑΠ 10/2008, 625/2008, 2019/2007,
2031/2007, 2104/2007). Ο δε αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη, όχι όμως οποιαδήποτε αίτηση των διαδίκων, αλλά μόνο εκείνη που ενάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (Ολ ΑΠ 25/2003) .Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, ανταγωγής, κυρίας παρέμβασης, αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης κλπ (ΑΠ 615/2019, ΑΠ 54/2017).
Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 19/2021, ΑΠ 54/2017). Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γΓ αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα.
Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει στην απόφασή του, χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογεί το καθένα ξεχωριστά (ΑΠ 1091/2019, ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 333/2017, ΑΠ 217/2016).
Επιπροσθέτως, λόγος αναίρεσης ιδρύεται από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει (περ. α ) ή παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δε προσκομίσθηκαν (περ. β') ή δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (περ.
γ'). Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ'αυτά, και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια αποδεικτικά μέσα έμμεση απόδειξη, αρκεί να καθίσταται αναμφιβόλως (ΟλΑΠ /2008) ή κατ'άλλη έκφραση αδιστάκτως (ΟλΑΠ 14/2005) βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 64/2019).
Επί πλέον, κατά τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης στοιχειοθετεί η παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445).
Για τα αποδεικτικά μέσα που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ'άρθρο 340 ΚΠολΔ, εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα, αφού τούτο ανήκει στην ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του.
Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 368 370,372,376,377, 379, ...,383, 387 και 388 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η έκθεση πραγματογνωμοσύνης, εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, ακόμη και όταν διατάχθηκε υποχρεωτικά κατ' άρθρ. 386 και δεν έχει αυξημένη δύναμη σε σχέση με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, που να δεσμεύει το δικαστήριο να δεχθεί την απόδειξη που προκύπτει από αυτήν.
Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις δεν απορρέει υποχρέωση του πραγματογνώμονα να καλέσει τους διαδίκους να του προσκομίσουν στοιχεία. Απεναντίας από τις διατάξεις των άρθρων 379 και 380 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση δίνει στους πραγματογνώμονες τις αναγκαίες οδηγίες για τον τρόπο με τον οποίο θα εκτελέσουν τα καθήκοντά τους και ότι οι πραγματογνώμονες μπορούν να λάβουν γνώση των στοιχείων της δικογραφίας που είναι χρήσιμα για τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης.
Σε περίπτωση δε που οι πραγματογνώμονες είτε δεν ακολούθησαν τις οδηγίες είτε δεν έλαβαν υπόψη τα στοιχεία της δικογραφίας και παρά ταύτα συνέταξαν την έκθεσή τους, δεν δημιουργείται ακυρότητα, ακόμη κι αν υπάρχει βλάβη του διαδίκου, διότι, κατά τα ως άνω, αφενός μεν το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων, αφετέρου, αν κρίνει σκόπιμο μπορεί να διατάξει είτε με αίτηση των διαδίκων είτε αυτεπαγγέλτως νέα πραγματογνωμοσύνη (ΑΠ 306/2018, ΑΠ 187/2018, ΑΠ 624/2013).
Το δικαστήριο, μπορεί να διορίσει ως πραγματογνώμονες και πρόσωπα εκτός καταλόγου πραγματογνωμόνων αν το κρίνει σκόπιμο, εφόσον κρίνει τα πρόσωπα αυτά κατάλληλα για το σκοπό διενέργειας της πραγματογνωμοσύνης (ΑΠ 1291/2010). Πραγματογνωμοσύνη που διεξήχθη σε άλλη δίκη συναφή ή όχι μεταξύ ή όχι των ιδίων διαδίκων, προσκομιζόμενη σε μεταγενέστερη δίκη δεν εκτιμάται ως το αυτοτελές αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης αλλά ως έγγραφο προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 807/2015).
Σύμφωνα δε με το άρθρο 390 Κ.Πολ.Δικ, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τις γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε αιτήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν. Από όλες τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι τόσο η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάχθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης σχετικής με την εκκρεμή δίκη, όσο και οι έγγραφες εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων, με τις οποίες διατυπώνουν κατά το άρθρο 392 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.
τις γνώσεις τους για τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων, αποτελούν έγγραφα που εκτιμώνται, ως τεκμήρια, ελεύθερα, από το δικαστήριο. Η σχετική ως προς την εκτίμηση της πραγματογνωμοσύνης κρίση του δικαστηρίου (όπως και των τεχνικών εκθέσεων) δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ως αναγόμενη στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων (ΑΠ 171/2020, ΑΠ 180/2017, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1225/2009) και συνεπώς δεν ελέγχεται αναιρετικά με τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί οι διατάξεις των άρθρων 368 επ., 387 και 390 του ίδιου Κώδικα, που αφορούν σε αυτές είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου, αλλά ούτε με τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559, αφού δεν έχουν ιδιαίτερη αποδεικτική δύναμη έναντι των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 306/2021, ΑΠ 1020/2014, ΑΠ 179/2013).
Παραλείψεις σχετικά με την εφαρμογή των ως άνω άρθρων δεν δημιουργούν λόγους αναίρεσης ούτε από τους αριθμούς 8 και 9 ΚΠολΔ, ούτε οποιαδήποτε άλλη διάταξη (ΑΠ 537/2012, ΑΠ 579/2007). Ακόμη, ο ισχυρισμός κατά τον οποίο το Εφετείο όφειλε να διατάξει νέα πραγματογνωμοσύνη είναι απαράδεκτος, καθόσον από τις ίδιες ως άνω διατάξεις (368,386 και 388) προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν υποχρεούται να διατάξει πραγματογνωμοσύνη επί συγκεκριμένου θέματος, ή να διατάξει νέα πραγματογνωμοσύνη από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες, αλλά το ζήτημα αυτό ανήκει στη διακριτική του ευχέρεια, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. (ΑΠ 187/2018, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1013/2010).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμός 13 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ. βάρος της αποδείξεως, το οποίο διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό.
Μετά την κατάργηση με τους ν. 2207/1994 και 2479/1997 της προδικαστικής αποφάσεως και της εισαγωγής της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις τακτικής διαδικασίας δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους με την έννοια προσδιορισμού του διαδίκου στον οποίο πρέπει να επιβάλλει, με απόφασή του το Δικαστήριο, την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού.
Αντίθετα το αντικειμενικό μέρος το οποίο προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας εξακολουθεί να λειτουργεί. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης (ΑΠ 550/2020, ΑΠ 903/2019).
Για να είναι δε ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο ο συγκεκριμένος ισχυρισμός ως προς τον οποίο εφαρμόσθηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου περί του βάρους της αποδείξεως, καθώς και το σφάλμα, στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 543/2018, ΑΠ 305/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα εκτιθέμενα στις παραπάνω νομικές σκέψεις :α) οι τρίτος, πέμπτος, έκτος, έβδομος, ενδέκατος, δωδέκατος, δέκατος τρίτος, δέκατος τέταρτος, δέκατος πέμπτος, δέκατος έκτος, δέκατος έβδομος και δέκατος όγδοος λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που ο καθένας από αυτούς πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι, καθόσον, όπως σαφώς αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και προκύπτει από τις αιτιολογίες της, το Εφετείο σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα επί των ανωτέρω επίδικων ζητημάτων από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει αναλυτικά στην απόφασή του, β) οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, ενδέκατος, δωδέκατος, δέκατος τρίτος, δέκατος τέταρτος και δέκατος όγδοος λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος τους με το οποίο πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, είναι αβάσιμοι, καθόσον το Εφετείο δεν άφησε αδίκαστες τις βάσεις των αγωγών των αναιρεσειόντων, ούτε το αίτημά τους για αναγνώριση της κυριότητάς τους στα επίδικα ακίνητα και απόδοσης τούτων, όπως οι ίδιοι, κατά την εκτίμηση του λόγου αυτού, αιτιώνται, αλλά το ως άνω δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τις αγωγές των αναιρεσειόντων και τις απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες.
Οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, από τον ίδιο αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναφέρονται σε αιτήσεις τους, οι οποίες δεν αποτελούν ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και δεν προκαλούν εκκρεμοδικία, αλλά πλήττουν ουσιαστικά την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή σε όλους τους αναιρετικούς λόγους.
Με τους τρίτο, πέμπτο, ενδέκατο, δωδέκατο, δέκατο τρίτο, δέκατο τέταρτο, δέκατο πέμπτο, δέκατο έκτο, δέκατο έβδομο και δέκατο όγδοο λόγους αναίρεσης οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση υπό την επίκληση του αριθμού 8 (8β), με τους ίδιους λόγους, καθώς και με τον πρώτο λόγο αναίρεσης για παραβίαση του αριθμού 11 (11 γ), ενώ με τους ως άνω λόγους και με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης για παραβίαση του αριθμού 12 και (πλην του δέκατου πέμπτου) του αριθμού 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιώμενοι, κατά την εκτίμηση του καθενός από αυτούς, ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη του την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα I.
Μ., που διατάχθηκε με την 82/2011 απόφαση του Πταισματοδικείου Σύρου, στα πλαίσια άλλης σχετικής με την παρούσα υπόθεση ποινικής δίκης, την οποία χαρακτηρίζουν ως μη επιστημονικά άρτια και τεκμηριωμένη, μεροληπτική και μη παρέχουσα τα εχέγγυα αξιοπιστίας και αντικειμενικότητας, αναφέροντας ότι σε αυτήν στηρίχθηκε "αποκλειστικά" το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασής του, ενώ δεν έπρεπε να την λάβει υπόψη, διότι ο ως άνω πραγματογνώμονας, με την ιδιότητά του ως τοπογράφου μηχανικού ΤΕ, ήτοι τεχνολογικής εκπαίδευσης, δεν είχε δικαίωμα να συντάσσει, χωρίς τη συνδρομή και ετέρου Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού τοπογραφικά διαγράμματα και να προβαίνει στη μελέτη και εφαρμογή συμβολαίων, η δε δικαστική εντολή που δόθηκε στον πραγματογνώμονα για τη σύνταξη πραγματογνωμοσύνης αφορούσε μόνο το επίδικο ακίνητο της δεύτερης αναιρεσίβλητης, αλλά ο ίδιος, κατά παράβαση της εντολής αυτής γνωμάτευσε και σχετικά με το επίδικο ακίνητο του πρώτου αναιρεσίβλητου .
Κατά τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ο πραγματογνώμονας ουδέποτε ήρθε σε επαφή μαζί τους προς παροχή πληροφοριών, συνέταξε δε την προκειμένη πραγματογνωμοσύνη "επίτηδες" για να χρησιμοποιηθεί στην παρούσα δίκη, γνωμάτευσε με βάση την "σημερινή" κατάσταση των επιδίκων ακινήτων και όχι με την ιστορική αποτύπωση προγενεστέρων ετών μέσω φωτοερμηνείας αεροφωτογραφιών, χωρίς να αναφέρει τη μεθοδολογία που ακολούθησε και επικαλείται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του 68 έγγραφα, χωρίς να προσδιορίζει τον τρόπο προμήθειάς τους, μεταξύ των οποίων και ένορκες βεβαιώσεις χωρίς να προσδιορίζει τους καταθέσαντες και τον λόγο για τον οποίο ο ίδιος πείσθηκε από τις καταθέσεις αυτές, καθώς και έγγραφα, όπως συμβόλαια και τοπογραφικά διαγράμματα, χωρίς να προκύπτει ο τρόπος προμήθειάς τους, επί πλέον δε αναφέρεται στην πραγματογνωμοσύνη του σε ένορκες βεβαιώσεις που είχαν ανακληθεί.
Αποδίδουν επίσης πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση (τρίτος λόγος αναίρεσης) επειδή απέρριψε το αίτημά τους για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Επίσης, αιτιώνται οι αναιρεσείοντες, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος αποδεικτικά μέσα, όπως το 3.027/22.12.1989 συμβόλαιο, την 43699/2011 ένορκη βεβαίωση του Π.
Π. (στο αναιρετήριο περιλαμβάνεται το περιεχόμενο της), την από 21.9.2012 έκθεση του πολιτικού μηχανικού Γ. Τ. (στο αναιρετήριο γίνεται και αναφορά του συμπεράσματος της), την από 30.9.2010 μαρτυρική κατάθεση του πολιτικού μηχανικού Ι. Ρ., τις 279/2008, 1695/2008 και 5002/2008 ένορκες βεβαιώσεις του Ν. Σ. Δ., την 7.211/2008 ένορκη βεβαίωση του Ν.
Κ., την 91/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου, με την οποία αθωώθηκαν οι ίδιοι και οι μάρτυρες που είχαν καταθέσει ενόρκως για την κυριότητά τους ύστερα από την από 14.4.2011 έγκληση των αντιδίκων, την 9/19.3.2012 ένορκη βεβαίωση του Αρτέμιου Νομικού ενώπιον του Ειρηνοδικείου ... με την οποία ανακαλεί την 4802/19.10.2011 ένορκη βεβαίωση, την 13/20.3.2012 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδικείου ..., του Δ.
Β., με την οποία ανακάλεσε τις προηγούμενες ένορκες βεβαιώσεις του, την 8.664/5.2.2013 ένορκη βεβαίωση του Α. Δ. για ανάκληση της 4801/19.10.2011 ένορκης βεβαίωσης, με μνεία στο αναιρετήριο του περιεχομένου όλων των ανακλητικών ενόρκων βεβαιώσεων, την από 14.6.2013 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Γ. Τ., τα συμβόλαια που προσκομίσθηκαν από όλους τους διαδίκους με τα συνημμένα σε αυτά τοπογραφικά τους, την από 12.10.2007 εξώδικη πρόσκληση, με την οποία οι αναιρεσείοντες κατά τους ισχυρισμούς τους διαμαρτύρονταν για την "απαράδεκτη" και "καταχρηστική" συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσίβλητου, το με αριθμό πρωτοκόλλου 8566/14.7.2008 έγγραφο της Τεχνικής Υπηρεσίας του Δήμου ...
που επιβεβαιώνει κατά τους ισχυρισμούς τους την ύπαρξη δημοτικού ριμιδιού μεταξύ της ιδιοκτησίας τους και της ιδιοκτησίας του ίδιου, καθώς και το από 24.9.2008 έγγραφο της ίδιας υπηρεσίας που επιβεβαιώνει κατά τους ισχυρισμούς τους τα παραπάνω, οπτικό δίσκο με καταγεγραμμένες εικόνες από τις κατά τους ισχυρισμούς τους επισκέψεις των αναιρεσειόντων στο ακίνητο και την επίδειξή του από τους γείτονες την 15.5.2000, το από Μαρτίου 1989 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ν.
Τ., το οποίο είναι προσαρτημένο στο .../22.12.1989 πωλητήριο συμβόλαιο του όμορου ακινήτου προς τους δικαιοπαρόχους της δεύτερης αναιρεσίβλητης, την ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου από 22.2.1991 αγωγή των κληρονόμων της θείας των αναιρεσειόντων Μ. Δ., την .../6.6.2008 άδεια περίφραξης του οικοπέδου τούτων από την Πολεοδομία ....
Η αιτίαση της μη λήψης υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων επαναλαμβάνεται, κατά περίπτωση, σε όλους τους ως άνω λόγους αναίρεσης, με την επί πλέον αναφορά, ότι, άλλως, εσφαλμένα εκτιμήθηκαν τα αποδεικτικά μέσα από αυτήν, και με επισημάνσεις, ότι μόνη η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση των αριθμών που χαρακτηρίζουν τις ένορκες βεβαιώσεις ως ληφθείσες υπόψη χωρίς καμία κρίση ή σχόλιο επί των όσων καταθέτουν οι μάρτυρες σε αυτές, ιδιαίτερα δε οι μάρτυρες αποδείξεως, δεν πληροί τις ανάγκες του νόμου περί του βάρους απόδειξης και αξίας εκάστου αποδεικτικού στοιχείου, καθώς και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατέγραψε τις ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν στα πλαίσια άλλων δικών ως δικαστικά τεκμήρια, χωρίς να κάνει οποιοδήποτε σχόλιο επί αυτών, με τη μόνιμη αιτίαση, ότι, εν τέλει, αν τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα είχαν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί ορθά, το Εφετείο θα είχε "αποδεχθεί" τις αγωγές των αναιρεσειόντων.
Όλοι οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως κατά το μέρος τους που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του αριθμού 8 άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτοι, διότι οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί από αυτήν δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, αλλά με τον λόγο αυτό πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο, ενώ "πράγμα" υπό την έννοια αυτή δεν αποτελεί και η ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, την αποδεικτική αξία και την ορθότητά της οποίας πλήττουν ιδιαιτέρως οι αναιρεσείοντες με τους λόγους αναιρέσεως, ενώ αυτή, που λήφθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης, εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο και χωρίς την ανάγκη ιδιαίτερης αιτιολογίας.
Η εν λόγω πραγματογνωμοσύνη, εν προκειμένω, ως διαταχθείσα στα πλαίσια άλλης δίκης (ποινικής), λήφθηκε υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση ως δικαστικό τεκμήριο και ως εκ τούτου, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία ως άνω νομική σκέψη, δεν συνιστά ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο : α) εξ αιτίας της ιδιότητας του πραγματογνώμονα, ως τοπογράφου μηχανικού τεχνολογικής εκπαίδευσης, αφού αυτός διορίστηκε στο πλαίσιο δίκης ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, το οποίο, όπως και το πολιτικό δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να διορίζει ως πραγματογνώμονες ακόμη και πρόσωπα εκτός καταλόγου πραγματογνωμόνων, εφόσον τα κρίνει κατάλληλα για το σκοπό αυτό, β) επειδή ο πραγματογνώμονας δεν κάλεσε τους αναιρεσείοντες να του προσκομίσουν στοιχεία, εφόσον αυτός δεν έχει τέτοια υποχρέωση από το νόμο, γ) επειδή ο πραγματογνώμονας δεν ακολούθησε τις οδηγίες του Δικαστηρίου (Πταισματοδικείο Σύρου) και διέλαβε γνωμοδότηση σχετικά και με το διεκδικούμενο ακίνητο της πρώτης αγωγής, ενώ η ποινική δίκη αφορούσε την δεύτερη αναιρεσίβλητη, ήτοι είχε σχέση με το ακίνητο της δεύτερης διεκδικητικής αγωγής, καθόσον, από το λόγο αυτό δεν δημιουργείται ακυρότητα της πραγματογνωμοσύνης, αφού αυτή εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας.
Τα παραπάνω ισχύουν, ανεξαρτήτως του ότι, κατά τα προεκτιθέμενα, η σχετική με την εκτίμηση της πραγματογνωμοσύνης κρίση του δικαστηρίου είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, με οποιοδήποτε λόγο αναίρεσης . Ακόμη, ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, κατά τον οποίο το δικαστήριο όφειλε να διατάξει νέα πραγματογνωμοσύνη είναι απαράδεκτος, καθόσον, όπως ήδη εκτέθηκε, η διάταξη πραγματογνωμοσύνης επί συγκεκριμένου ζητήματος ή η διάταξη νέας πραγματογνωμοσύνης, από τον ίδιο ή άλλο, ή άλλους πραγματογνώμονες, ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στη διακριτική επίσης, ευχέρεια του δικαστηρίου ανήκει και η διάταξη περί εξέτασης των διαδίκων, χωρίς να υφίσταται υποχρέωσή του να αποδεχθεί σχετικό αίτημα. Περαιτέρω, στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται ότι το Εφετείο σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση από: α) τις ένορκες καταθέσεις των κατονομαζομένων μαρτύρων που διαδίκων, που εξετάσθηκαν στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας δίκης, β)τις αναλυτικά αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν για λογαριασμό όλων των διαδίκων, με τις νόμιμες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων και τις 707,708 και 709/5.4.2017 ένορκες βεβαιώσεις, με τη μνεία ότι αυτές που λήφθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, παραδεκτά προσκομίσθηκαν, το πρώτον ενώπιον του, σύμφωνα με το άρθρο 529 ΚΠολΔ, δεχόμενο, ανελέγκτως αναιρετικά (ΑΠ 809/2020, ΑΠ 670/2015), ότι δεν προσκομίσθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη χωρίς πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριάς αμέλειας, γ) τις αναλυτικά προσδιοριζόμενες ένορκες βεβαιώσεις με τη μνεία, ότι αυτές, ως ληφθείσες στα πλαίσια άλλων ποινικών δικών και δίκης ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των διαδίκων, λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια (παρόλο που δεν υπήρχε ανάγκη ειδικής μνείας τους), δ) την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του I.
Μ., την από 14.6.2013 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Γ. Τ. και το σχετικό απόσπασμα ορθοφωτογραφίας, το οπτικοακουστικό υλικό (dvd), την από Φεβρουαρίου 2011 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Ι. Σ., την από Νοεμβρίου 2015 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Α. Σ., με την παραδοχή, ότι επίσης δεν προσκομίσθηκε το πρώτον ενώπιον του από στρεψοδικία ή από βαριά αμέλεια, ε) τα έγγραφα της ποινικής διαδικασίας, στ) τις φωτογραφίες των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε και ζ) όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι παραδεκτά και νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Επί πλέον εκτός από την εκτεθείσα διαβεβαίωση, από τις αιτιολογίες και τις παραδοχές της εν λόγω απόφασης, καθίσταται αναμφιβόλως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε κατά τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν με τις κατατεθείσες στην έκκλητη δίκη προτάσεις τους.
Ειδικότερα, το Μονομελές Εφετείο Αιγαίου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, μνημονεύει ειδικά και αξιολογεί εκτενώς το περιεχόμενο όλων των συμβολαίων, της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης που λήφθηκε στα πλαίσια της ποινικής δίκης, των τεχνικών εκθέσεων, με συγκεκριμένες αναφορές και σε πλείστα άλλα έγγραφα, με βάση τα οποία κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, εξαίροντας μερικά από αυτά, όπως έχει δικαίωμα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, (ΑΠ 155/2020) χωρίς να ήταν αναγκαίο να αιτιολογήσει ειδικώς όλα τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες έγγραφα, ούτε το περιεχόμενο των ενόρκων βεβαιώσεων .
Επομένως, το Εφετείο, αφενός μεν δεν έλαβε υπόψη του ανεπίτρεπτα αποδεικτικά μέσα, αιτίαση που αφορά μόνο την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του I. Μ., η οποία κατά τα προεκτιθέμενα δεν συνιστά ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, ούτε αποδεικτικά μέσα τα οποία δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έγινε επίκλησή τους από τους διαδίκους, περίπτωση για την οποία δεν υφίστανται αναιρετικές αιτιάσεις, ενώ ουδεμία υφίσταται αμφιβολία για τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων από αυτό κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος περί του ότι οι αναιρεσείοντες ουδέποτε κατέστησαν συγκύριοι των επιδίκων ακινήτων (αμφοτέρων των διεκδικητικών κυριότητας αγωγών τους) είτε με παράγωγο είτε με πρωτότυπο τρόπο.
Κατά συνέπεια όλοι οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως κατά το μέρος τους που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του αριθμού 11 (11 γ) του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, οι ίδιοι λόγοι είναι απαράδεκτοι, εφόσον οι αιτιάσεις, με τις οποίες οι αναιρεσείοντες εκφράζουν την άποψη ότι η διαφορετική εκτίμηση των αποδεικτικών αυτών μέσων, σε συνδυασμό με τα δικά τους συμπεράσματα από την αξιολόγησή τους, θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγούν σε ανεπίτρεπτο έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων.
Eπίσης, όλοι οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως κατά το μέρος τους με το οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι αυτή παραβίασε σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων τους ορισμούς των άρθρων 432 και 438 ΚΠολΔ, αποδίδοντας μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη σε αποδεικτικά μέσα των αναιρεσιβλήτων, χωρίς να αξιολογεί τα εξ ίσου σημαντικά αποδεικτικά μέσα που αυτοί προσκόμισαν μετ'επικλήσεως, είναι αβάσιμοι, καθόσον, το Εφετείο, κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα εκτιμώντας ελεύθερα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, όλα τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει σε κάποιο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν είχε από το νόμο.
Οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως κατά το μέρος τους με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως, πέραν της αοριστίας τους, συνισταμένης στον μη σαφή προσδιορισμό των ισχυρισμών σχετικά με τους οποίους εφαρμόσθηκαν από το Εφετείο οι ορισμοί του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως και σε τι συνίσταται το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, είναι αβάσιμοι, εφόσον το Δικαστήριο έκρινε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις διεκδικητικές κυριότητας αγωγές των αναιρεσειόντων, επειδή δεν θεωρήθηκαν επαρκείς οι αποδείξεις τις οποίες προσκόμισαν οι ίδιοι βαρυνόμενοι με το σχετικό αποδεικτικό βάρος και όχι γιατί ανταποδείχθηκαν οι αντίθετοι (αρνητικοί) ισχυρισμοί των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ώστε να τίθεται θέμα αναστροφής και παραβιάσεως του αντικειμενικού βάρους της αποδείξεως.
Με τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔικ (όπως ίσχυε μετά τον ν. 2915/2001 αλλά και μετά τον ν.3994/2011) και πριν από την με την κατάργησή του με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 1 του ν. 4335/2015, η ισχύς του οποίου δεν καταργήθηκε αναδρομικά με τη μεταβατική διάταξη του ως άνω νόμου (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4), κατά την οποία: "κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επί μέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016", εισήχθη στην τακτική διαδικασία, ενώπιον κάθε πρωτοβάθμιου ή δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η χρήση από τους διαδίκους ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου, περιλαμβανόμενη κατά το άρθρο 36 του Ν.3994/13-7-2011 στα κατά το άρθρο 339 ΚΠολΔικ περιοριστικά αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, εφόσον βέβαια για το αποδεικτέο θέμα επιτρέπονται μάρτυρες και τηρήθηκε η οριζόμενη από τη διάταξη αυτή προϋπόθεση, για την έγκυρη λήψη τους, δηλαδή η προηγούμενη, πριν από δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου (ή οκτώ αν πρόκειται για την αλλοδαπή), που τις επικαλείται και τις προσκομίζει, παράλληλα δε ορίσθηκε ότι επιτρέπεται η λήψη τριών (3) κατ' ανώτατο όριο ενόρκων βεβαιώσεων που κάθε διάδικη πλευρά μπορεί να προσκομίσει και το δικαστήριο να λάβει υπόψη.
Το όριο των τριών ενόρκων βεβαιώσεων ισχύει αθροιστικά και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και για το σύνολο των αντικειμένων της δίκης που κάθε διάδικο μέρος αποσκοπεί να υποστηρίξει ή να αποκρούσει με τις ένορκες βεβαιώσεις, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της αντικειμενικής σώρευσης αγωγών (άρθρ. 218 ΚΠολΔικ) ή της ανταγωγής (άρθρ. 268 ΚΠολΔικ), δηλαδή και στις περιπτώσεις αυτές τρεις συνολικά ένορκες βεβαιώσεις επιτρέπεται σε κάθε διάδικο μέρος να επικαλεσθεί και να προσκομίσει.
Αν προσκομισθούν από κάποιο διάδικο περισσότερες από τρεις ένορκες βεβαιώσεις λαμβάνονται υπόψη οι τρεις πρώτες, κατά τη σειρά της επικλήσεώς τους. Αν όμως εισάγονται στο δικαστήριο δύο ή περισσότερα εισαγωγικά της δίκης δικόγραφα, όπως αγωγές, κάθε διάδικο μέρος έχει δικαίωμα να επικαλεσθεί και να προσκομίσει μέχρι τρεις ένορκες βεβαιώσεις για την απόδειξη της κάθε αγωγής του και μέχρι τρεις προς ανταπόδειξη κατά της κάθε αγωγής του αντιδίκου του.
Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση που οι περισσότερες αγωγές συνεκδικασθούν, αφού η συνεκδίκαση, η οποία εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου (άρθρο 246 ΚΠολΔικ) και η οποία άλλωστε δεν είναι γνωστή στους διαδίκους, δεν ανατρέπει την αυτοτέλεια των αγωγών και δεν βλάπτει τα δικονομικά δικαιώματα των διαδίκων.
Επομένως, αν στην ίδια δικάσιμο εισάγονται προς εκδίκαση περισσότερες αγωγές, είτε με τους ίδιους, είτε πολύ περισσότερο με διαφορετικούς εν όλω ή εν μέρει διαδίκους, το όριο των τριών ενόρκων βεβαιώσεων ισχύει βέβαια και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας για κάθε διάδικη πλευρά, αλλά για κάθε αγωγή ξεχωριστά.
Διαφορετική αντιμετώπιση του ζητήματος και μάλιστα προσδιορισμός του επιτρεπτού αριθμού των ενόρκων βεβαιώσεων, όχι με βάση τον αριθμό των ξεχωριστών αγωγών, αλλά με βάση την ταυτότητα των διαδίκων, οδηγεί σε άνιση μεταχείριση των διαδίκων μερών, αφού με τη λογική αυτή ο ίδιος διάδικος, ως ενάγων ή ως εναγόμενος σε διαφορετικές αγωγές, με διαφορετικούς αντιδίκους, αποτελεί ένα διάδικο μέρος για όλες τις αγωγές και μπορεί να προσκομίσει τρεις μόνο ένορκες βεβαιώσεις για όλες τις αγωγές, σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, ενώ οι αντίδικοι του αποτελούν ξεχωριστό μέρος σε κάθε αγωγή και μπορεί να προσκομίσουν τρεις ένορκες βεβαιώσεις για κάθε αγωγή.
Έτσι όμως παραβιάζεται η αρχή της ίσης μεταχείρισης των διαδίκων, που καθιερώνεται ρητά με το άρθρο 110 ΚΠολΔικ και αξιώνει την παροχή της δυνατότητας σε κάθε διάδικο να υπερασπίζεται την υπόθεση, υπό συνθήκες που δεν θα τον οδηγούν σε μειονεκτική θέση έναντι των αντιδίκων του. Παραβιάζονται επίσης οι διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (κύρωση με ΝΔ 53/1974) και 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ν.2462/1997), με τις οποίες (διατάξεις) καθιερώνεται μεταξύ άλλων στα πλαίσια του δικαιώματος για δίκαιη δίκη η αρχή της ισότητας των δικονομικών όπλων σε αστικές υποθέσεις, η οποία επιβάλλει να δίνεται και στα δύο διάδικα μέρη ίση δυνατότητα υποστηρίξεως των απόψεών τους και προσαγωγής των αποδείξεών τους, ώστε να εξασφαλίζεται μια ισόρροπη ακρόαση.
Τέλος, παραβιάζονται και οι διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που κατοχυρώνουν το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας υπό συνθήκες ισότητας των διαδίκων. Ενόψει τούτων επί συνεκδικάσεως περισσοτέρων αγωγών αν το δικαστήριο της ουσίας δεν λάβει υπόψη του μέχρι τρεις ένορκες βεβαιώσεις για κάθε συνεκδικαζομένη αγωγή και για κάθε διάδικο μέρος, υποπίπτει στις πλημμέλειες των αριθμών 11 γ και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, δηλαδή δεν λαμβάνει υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και παρά το νόμο τα κηρύσσει απαράδεκτα, καθώς επίσης και στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του ίδιου άρθρου, ως παραβιάζον τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου καθώς και εκείνες των άρθρων 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος που περιέχουν διατάξεις ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 345, 346/2009, 9, 23, 24/2004, 2/2008, ΑΠ 740/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως, κατά την εκτίμησή του, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες των άρθρων 1, 11 και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, κατά τις οποίες το Εφετείο, παρά το νόμο και κατά παραβίαση των προπαρατεθεισών διατάξεων ( 270 παρ. 2 εδ. γ και δ ΚΠολΔικ, 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου, 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος), έλαβε υπόψη του, υπεράριθμες ένορκες βεβαιώσεις πέραν του επιτρεπομένου, κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδ.
γ' ΚΠολΔικ αριθμού των τριών. Ειδικότερα, σύμφωνα με τους αναιρεσείοντες η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της για τη συναγωγή του δικανικού της πορίσματος τις 12/20.3.2012, 16.146/19.6.2013 και 16147/19.6.2013 ένορκες βεβαιώσεις, των μαρτύρων Ι. Κ., Α. Π. και Ε. Δ., οι οποίες λήφθηκαν με την επιμέλεια και για λογαριασμό του πρώτου αναιρεσίβλητου I.
Μ.υ, η πρώτη ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νάξου και οι λοιπές ενώπιον της συμβολαιογράφου ... Φωτεινής Νικολοπούλου, καθώς επίσης και τις 4801/19.11.2011, 4802/19.11.2011 και 4803/19.11.2011 ένορκες βεβαιώσεις της συμβολαιογράφου ... Ξένιας Χατζηξενή Καφούρου, των μαρτύρων Α. Δ., Α. Ν. και Δ. Β., την 4664/15.12.2010 ένορκη βεβαίωση του τελευταίου μάρτυρα, ενώπιον της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, καθώς και τις 4984/9.7.2013 και 4983/9.7. 2013 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Μ.
Π. και Ν. Ν., ενώπιον της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, επί πλέον δε έλαβε υπόψη και την 43699/13.12.2010 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Π. Π., ενώπιον της συμβολαιογράφου Αμαρουσίου, Παρασκευής Λαζαράκου, οι οποίες δόθηκαν με την επιμέλεια και για λογαριασμό της δεύτερης αναιρεσίβλητης εταιρίας. Με βάση τα παραπάνω, κατά τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη συνεκδίκαση των δύο διεκδικητικών κυριότητας αγωγών της, έλαβε μεν υπόψη της τρεις ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίσθηκαν μετ'επικλήσεως από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, εναγόμενο της πρώτης διεκδικητικής αγωγής, όσον αφορά όμως στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, εναγομένη της δεύτερης διεκδικητικής αγωγής, έλαβε υπόψη της επτά (7) ένορκες βεβαιώσεις, καθ' υπέρβαση του επιτρεπτού από τις ως άνω διατάξεις ορίου των τριών, επί πλέον δε ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει μεν ότι οι τρεις πρώτες ως άνω βεβαιώσεις ανακλήθηκαν, χωρίς να διευκρινίζει αν τις λαμβάνει ή δεν τις λαμβάνει υπόψη.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης 128/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου και των προσκομιζομένων εγγράφων (ενόρκων βεβαιώσεων) - άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ - προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφέρει ότι για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη, μεταξύ των άλλων νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων και τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από πλευράς της δεύτερης αναιρεσίβλητης, 4801/19.11.2011, 4802/19.11.2011 και 4803/19.11.2011 ένορκες βεβαιώσεις της συμβολαιογράφου ...
Ξένιας Χατζηξενή Καφούρου, οι οποίες λήφθηκαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της άλλης πλευράς..., με τη· μνεία "οι οποίες όμως στη συνέχεια ανακλήθηκαν", τις 4984/9.7.2013 και 4983/9.7.2013 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου καθώς και τις 4664/15.12.2010 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Δ. Β.
και την 43699/13.12.2010 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Π. Π., ενώπιον της συμβολαιογράφου Αμαρουσίου, Παρασκευής Λαζαράκου. Ενόψει τούτων, το Εφετείο, εφόσον πρόκειται για συνεκδίκαση δύο αγωγών με εν μέρει μάλιστα διαφορετικούς διαδίκους, είχε τη δυνατότητα να λάβει υπόψη του τρεις προσκομισθείσες μετ'επικλήσεως ένορκες βεβαιώσεις από τον εναγόμενο της πρώτης αγωγής (πρώτο αναιρεσίβλητο), όπως και έπραξε, και άλλες τρεις ένορκες βεβαιώσεις από την εναγομένη της δεύτερης αγωγής (δεύτερη αναιρεσίβλητη).
Όσον αφορά στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, από τις ως άνω επτά (7) ένορκες βεβαιώσεις, όπως σαφώς προκύπτει από τις συγκεκριμένες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, γίνεται αναφορά των τριών πρώτων από αυτές με την αμέσως ακόλουθη ρητή μνεία, ότι αυτές "όμως στη συνέχεια ανακλήθηκαν", η χρήση δε του αντιθετικού συνδέσμου "όμως", ο οποίος συνδέει αντιθετικά φράσεις, ή και ολόκληρες προτάσεις, για να δηλωθεί η αντίθεση που ακολουθεί, εκφράζοντας την ίδια έννοια, πως οι σύνδεσμοι αλλά και ωστόσο, καθώς και το επίρρημα εντούτοις, υποδηλώνει, ότι το Εφετείο αφενός μεν διαπίστωσε την ανάκληση των ενόρκων αυτών βεβαιώσεων, αφετέρου δε με τη χρήση του συνδέσμου "όμως" κατέστησε σαφές ότι δεν τις λαμβάνει υπόψη για τη συναγωγή του δικαστικού του πορίσματος, σε αντίθεση με τις άλλες ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες δεν επακολούθησε ανάκληση.
Περαιτέρω, όσον αφορά τις 4664/15.12.2010 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Δ. Β. και 43699/13.12.2010 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Π. Π., ενώπιον της συμβολαιογράφου Αμαρουσίου, Παρασκευής Λαζαράκου, γίνεται σαφής μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν στα πλαίσια άλλων ποινικών δικών και δίκης ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των διαδίκων και λαμβάνονται υπόψη από το Εφετείο ως δικαστικά τεκμήρια και όχι ως ένορκες βεβαιώσεις που αποτελούν αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, για τις οποίες και μόνο υφίσταται από το νόμο ο ως άνω αριθμητικός περιορισμός.
Με βάση τα παραπάνω, εφόσον το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, τις ένορκες βεβαιώσεις που ανακλήθηκαν, ενώ τις δύο που προεκτέθηκαν τις έλαβε υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια, για τα οποία δεν υφίσταται από το νόμο αριθμητικός περιορισμός, δεν παραβίασε τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 270 παρ. 2 εδ.
γ' και ε' και 110 ΚΠολΔικ, καθόσον δεν έλαβε υπόψη του, πέραν των τριών ενόρκων βεβαιώσεων, από εκείνες που η δεύτερη αναιρεσίβλητη είχε προσκομίσει μετ'επικλήσεως και δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, προσέτι δε δεν παραβίασε τις επικαλούμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Συντάγματος που κατοχυρώνουν το δικαίωμα της έννομης προστασίας, υπό συνθήκες ισότητας των διαδίκων, μη στοιχειοθετουμένου εντεύθεν και του αναιρετικού λόγου του αριθμού 1 του ίδιου άρθρου και συνεπώς ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, ως προς τις αποδιδόμενες με αυτόν πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση από τους αριθμούς 1 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος (τέταρτος) αναίρεσης ως προς την αναιρετική, πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι πρωτίστως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν εκτίθενται στον λόγο αυτό: α) το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, η κατά το νόμο αποδεικτική δύναμή του και η αποδεικτική δύναμη που του αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας, β) το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την αποδεικτική δύναμη του αποδεικτικού μέσου, γ) ο πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο και η επίδραση που αυτός θα ασκούσε στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 262/2020).
Απαράδεκτοι είναι επίσης: ί) ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, λόγω αοριστίας του κατά το μέρος του με το οποίο καταλογίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και η πλημμέλεια, (πλην των προαναφερομένων) από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία υφίσταται όταν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις που εντοπίζονται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης, χωρίς να αρκεί η ύπαρξη αντίφασης στο αιτιολογικό της ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της (Ολ ΑΠ 13/1995, ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 860/2017), διότι στον λόγο αυτό αναίρεσης δεν καθορίζονται οι φερόμενες ως αντιφατικές διατάξεις του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ούτε και σε τι συνίσταται η αντιφατικότητα των διατάξεων αυτών, ως έδει, για να είναι ορισμένος, αλλά πλήττεται μόνο η ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης του I.
Μ., ως ανεπαρκής, για τους προαναφερθέντες λόγους και η προσβαλλόμενη απόφαση για την απόρριψη του αιτήματος διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, ίί) οι ένατος και δέκατος λόγοι αναιρέσεως, κατά το μέρος τους με τον οποίο αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, πλην των άλλων προεκτιθεμένων πλημμελειών, και παραβίαση του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., ο οποίος ιδρύεται μόνο όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε παραβίαση δικονομικών διατάξεων, δηλαδή διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων.
Στον ένατο όμως λόγο αναίρεσης δεν υφίσταται αιτίαση για παραβίαση τέτοιων διατάξεων, αντιθέτως σε αυτόν περιλαμβάνονται σχεδιαγράμματα που, κατά τους αναιρεσείοντες απεικονίζουν την πραγματική αποτύπωση των αρχικών τεσσάρων ακινήτων των δικαιοπαρόχων τους που συνενώθηκαν σε ένα ενιαίο ακίνητο, καθώς και δύο σχεδιαγράμματα του μηχανικού Κ.
Π., το ένα που συντάχθηκε το έτος 2006 και το άλλο που είχε συνταχθεί το έτος 1989, με την αιτίαση ότι ο ίδιος μηχανικός, που συνέταξε τοπογραφικά διαγράμματα για λογαριασμό των αναιρεσιβλήτων, ενώ στο προγενέστερο αναγνωρίζει την ύπαρξη των αναιρεσειόντων ως "κληρονόμων Ν. Δ." ως όμορων ιδιοκτητών, στο νεότερο σχεδιάγραμμα τους παραλείπει.
Με τον δέκατο δε λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες, κατά την εκτίμησή του, πλήττουν και πάλι την ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, περί την εκτίμηση των αποδείξεων, με τις αιτιάσεις ότι το αποδεικτικό υλικό που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν και ειδικότερα το οπτικοακουσικό υλικό του έτους 2000, δεν λήφθηκε υπόψη από αυτό, καθώς και ότι εσφαλμένα έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι η συμπερίληψη του επίδικου ακινήτου στη φορολογική δήλωση του έτους 2006 δεν συνιστά πράξη νομής καθώς και ότι μέχρι τότε (2006) ουδείς είχε προβεί σε εξωτερική πράξη νομής, που να καθιστά εμφανές ότι διεκδικεί έναντι των αναιρεσειόντων το επίδικο ακίνητο.
Με το εδάφιο β' του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία πρέπει να εξειδικεύονται, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου (ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλαδή για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών) ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 589/2020, 334/2019, ΑΠ 757/2015).
Έτσι, αποκλείεται η αναίρεση, για εσφαλμένη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας μέσων που προσκομίσθηκαν (ΑΠ 2157/2014). Ήδη, με τον όγδοο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αιτιώνται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου, τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών καθώς και των διδαγμάτων που αφορούν στους κανόνες δικαίου και την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.
Με τον λόγο αυτό αναίρεσης οι ενάγοντες πλήττουν τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με τις οποίες έγινε δεκτό ότι, ενώ ο δικαιοπάροχος τους Α. Δ. είχε αποβιώσει το έτος 1995, οι ίδιοι προέβησαν για πρώτη φορά σε αποδοχή της κληρονομιάς του το έτος 2007, για οικόπεδο εμβαδού 189,58 τμ, που ο τελευταίος απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία, στη συνέχεια δε προέβησαν σε τρεις διαδοχικές πράξεις διορθώσεως της πρώτης δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς με τις οποίες διαφοροποίησαν τόσο τον τρόπο κτήσης κυριότητας του δικαιοπαρόχου τους, αναφέροντας ότι αυτός το απέκτησε με άτυπη διανομή, όσο και το εμβαδόν τούτου, το οποίο αναβίβασαν με την τελική διόρθωση σε 1.144 τμ, διαφοροποιώντας σαφώς και τα όριά του.
Αιτιώνται δε οι αναιρεσείοντες, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση που δέχθηκε ότι οι ίδιοι μέχρι το έτος 2007 δεν είχαν σαφή γνώση και εικόνα του συνολικά διεκδικούμενου από αυτούς ακινήτου, ούτε του τρόπου περιέλευσής του στον πατέρα τους (άτυπη διανομή ή χρησικτησία), ούτε καν του εμβαδού και των διαστάσεων τούτου, παραβίασε τα διδάγματα κοινής πείρας και λογικής.
Ειδικότερα, κατά τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, στην ελληνική κοινωνία σε πάμπολες περιπτώσεις τα τέκνα από λόγους σεβασμού και αγάπης δεν προβαίνουν σε αποδοχή κληρονομιάς του πρώτου αποθανόντα γονέα, αλλά αναμένουν μετά τον θάνατο και των δύο να προβούν στην αποδοχή κληρονομιάς και τη συνολική αποδοχή αυτής, τούτο δε έπραξαν και οι ίδιοι, οι οποίοι κληρονόμησαν τον δικαιοπάροχο πατέρα και παππού τους Α.
Δ. μετά το θάνατο του από κοινού με τη μητέρα και γιαγιά τους Σ., χήρα Α. Β., η οποία προέβαινε σε πράξεις νομής και εποπτείας του επίδικου ακινήτου και εκ λόγου αυτού δεν παρίστατο άμεση ανάγκη να προβούν σε αποδοχή κληρονομιάς και μόνο μετά τον επισυμβάντα στις 14.11.2004 θάνατο αυτής άρχισαν να κινητοποιούνται προς την κατεύθυνση αποδοχής κληρονομιάς του πατέρα και παππού τους, ενόψει διανομής της περιουσίας τους.
Επίσης, σύμφωνα με τους αναιρεσείοντες, η διόρθωση των συμβολαίων είναι σύνηθες φαινόμενο στις συναλλαγές και δη στις αποδοχές κληρονομιάς, οι ίδιοι δε απευθύνθηκαν σε πολιτικό μηχανικό για να του επιδείξουν τα όρια του ακινήτου τους, ώστε να προβεί σε σαφή καταμέτρησή του, πράγμα που δεν επιτεύχθηκε εξαιτίας του γεγονότος ότι αυτός εμποδίστηκε και προπηλακίσθηκε από πλευράς των αναιρεσιβλήτων, επί πλέον δε ήταν λογικό να πιστέψουν ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη είχε καταλάβει το επίδικο ακίνητο στο οποίο αφορά η δεύτερη διεκδικητική αγωγή τους, επειδή αυτή πρωτοδίκως προέβαλε επικουρικό αίτημα από το άρθρο 1010 ΑΚ, για την επιδίκαση σε αυτήν τούτου έναντι καταβολής τιμήματος προς τους αναιρεσείοντες ποσού 350.000 ευρώ.
Ο λόγος, αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, πρωτίστως λόγω αοριστίας του, καθόσον δεν προσδιορίζεται ποιος ή ποιοι είναι οι συγκεκριμένοι κανόνες δικαίου στην ερμηνεία ή εφαρμογή των οποίων χρησιμοποιήθηκαν, ανεξαρτήτως του ότι τα παραπάνω αναφερόμενα ως διδάγματα της κοινής πείρας δεν έχουν τον χαρακτήρα αυτό, ούτε άλλωστε χρησιμοποιήθηκαν για την ερμηνεία μη κατονομαζόμενων κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, αλλά αναφέρονται στην ουσία της υποθέσεως, υπό την επίφαση δε της παραβίασής τους, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, με το δε επικουρικώς προβληθέν ως άνω αίτημα της δεύτερης αναιρεσίβλητης δεν ασχολήθηκε το Εφετείο, καθόσον η εξέτασή του προϋπέθετε παραδοχή της εν λόγω διεκδικητικής αγωγής, η οποία όμως απορρίφθηκε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη, κατά τα προεκτεθέντα.
Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά, από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 25/2011).
Η παραμόρφωση του εγγράφου μπορεί να γίνει θετικά, με την εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά, με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων για το αποδεικτέο γεγονός φράσεων αυτού δηλ. φράσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα. Δεν αρκεί για την ίδρυση του λόγου η εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔικ, εγγράφου, αλλά πρέπει επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 612/2020, ΑΠ 433/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση με μέρος των τρίτου, ενδέκατου, δωδέκατου, δέκατου τρίτου, δέκατου τέταρτου, δέκατου έκτου, δέκατου έβδομου και δέκατου όγδοου λόγων αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες καταλογίζουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, πλην των προαναφερομένων πλημμελειών, και την παραβίαση της διατάξεως του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, Ειδικότερα, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης καταλογίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι "διαστρεβλώθηκε" το περιεχόμενο της "κατ'όνομα πραγματογνωμοσύνης" του I.
Μ., με τις ίδιες ως άνω αναφορές σχετικά με την εκτίμηση της από τους αναιρεσείοντες, όπως αυτές εκτέθηκαν, στα πλαίσια της απόρριψης των αναιρετικών λόγων από τους αριθμούς 8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επί πλέον, στον ίδιο λόγο γίνεται μνεία, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση οδηγήθηκε στο αποδεικτικό της πόρισμα με λανθασμένες παραδοχές και αναλύσεις, με τις αιτιάσεις ότι αυτή "διαστρέβλωσε" την τεχνική έκθεση του Α.
Σ. στην οποία επισημάνθηκε, ότι η ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης του I. Μ. "πάσχει πολλαπλώς, διότι αυτός εξέλαβε ως ορθό το τοπογραφικό διάγραμμα καλύψεως που εκπονήθηκε από τον πολιτικό μηχανικό Γ. Κ., το οποίο συντάχθηκε με εντολή Μ.υ (πρώτου αναιρεσίβλητου) χωρίς να κάνει τον απαραίτητο έλεγχο και αυτό είχε ως αποτέλεσμα το εμβαδόν οιναποθήκης μετά του μικρού περίβολου από εμβαδόν 100 τ.μ.
να ανέλθει σε 1.296,70 τ.μ., μέγιστο επιστημονικό ατόπημα, το σφάλμα δε αυτό είχε ως αποτέλεσμα τα επίδικα τεμάχια 211,29 τ.μ. και 309,43 τ.μ. να τα αναφέρει στην έκθεσή του ως περιλαμβανόμενα στο .../1969 συμβόλαιο, "γεγονός παντελώς ανακριβές και εξωπραγματικό". Επίσης με τον ενδέκατο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες πλήττουν, κατά τα προαναφερόμενα, τα πορίσματα της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του Ι.
Μ., με τον δωδέκατο λόγο αναίρεσης αιτιώνται ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο απορρίφθηκαν οι διεκδικητικές αγωγές τους από την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι το γεγονός ότι αυτοί προέβησαν στις αναφερόμενες αλλεπάλληλες διορθώσεις της συμβολαιογραφικής πράξεως αποδοχής κληρονομιάς του δικαιοπαρόχου τους και επιχειρούν να το αιτιολογήσουν, με τα επιχειρήματα που αναφέρθηκαν και στον όγδοο λόγο αναίρεσης στα πλαίσια της παραβίασης των διδαγμάτων κοινής πείρας, στον δέκατο τρίτο λόγο αναφέρονται στα έγγραφα, που, κατά την (εσφαλμένη) άποψή τους δεν λήφθηκαν υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση, με τα οποία, όπως ισχυρίζονται, απέδειξαν τους αγωγικούς ισχυρισμούς τους, με το δέκατο τέταρτο λόγο αναίρεσης υποστηρίζουν εντελώς αορίστως, ότι κακώς έγιναν δεκτές οι πρόσθετες παρεμβάσεις των λοιπών (πλην πρώτου και δεύτερης) αναιρεσιβλήτων, τις οποίες χαρακτηρίζουν αυθαίρετα ως αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις, γεγονός αβάσιμο, καθόσον οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι, όπως ήδη εκτέθηκε, άσκησαν πρόσθετες παρεμβάσεις προς υποστήριξη των αρχικώς εναγομένων πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και δεν κατέστησαν κύριοι διάδικοι, όπως εσφαλμένα αναφέρουν οι αναιρεσείοντες, και οι ίδιοι, με τους δέκατο έκτο, δέκατο έβδομο και δέκατο όγδοο λόγους αναίρεσης όπως ήδη εκτέθηκε, αναφέρονται στα αποδεικτικά μέσα (τοπογραφικά διαγράμματα, πραγματογνωμοσύνη I.
Μ., τεχνικές εκθέσεις, που εκφράζουν αντίθετη επιστημονική άποψη, εκτίμηση ενόρκων βεβαιώσεων κλπ.).
Συνεπώς, οι ως άνω λόγοι αναίρεσης κατά το μέρος τους με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, απαράδεκτοι, γιατί δεν αφορούν σε διαγνωστικό λάθος" εγγράφων, αλλά στην πραγματικότητα αναφέρονται σε, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, λανθασμένη εκτίμηση του περιεχομένου των επικαλούμενων αποδεικτικών μέσων, από την οποία το δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι ίδιοι θεωρούν ορθό. Δηλαδή οι επικαλούμενες αιτιάσεις αφορούν σε παράπονα αναγόμενα στην ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων και του περιεχομένου των εγγράφων. Τα παραπάνω ισχύουν, ανεξαρτήτως του ότι οι λόγοι αυτοί, όσον αφορά την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι και αβάσιμοι, γιατί το αποδεικτικό πόρισμα της αποφάσεως ότι οι αναιρεσείοντες ουδέποτε κατέστησαν κύριοι των επιδίκων ακινήτων με παράγωγο ή με πρωτότυπο τρόπο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά η κατά κύριο λόγο στα έγγραφα που αυτοί προσβάλλουν με την αιτίαση, ότι παραμορφώθηκε το περιεχόμενο τους.
Τέλος, από το συνδυασμό των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ, που αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 956/2018) και η παραβίασή τους ελέγχεται αναιρετικά από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι, ο διάδικος που ηττήθηκε καταδικάζεται να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα και ότι τα έξοδα που προκάλεσε η άσκηση και η εκδίκαση ενδίκου μέσου επιβάλλονται σε περίπτωση που απορριφθεί σε βάρος του διαδίκου που το άσκησε, ενώ, σε περίπτωση που γίνει δεκτό, σε βάρος του διαδίκου που ηττήθηκε (ΑΠ 908/2019). Επίσης από το συνδυασμό των άρθρων 189, 190 και 191 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι αποδίδονται στο νικήσαντα διάδικο μόνο τα έξοδα που ήταν
απαραίτητα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης και ότι ο αιτών τα έξοδα πρέπει να υποβάλλει κατάλογο των εξόδων και αν δεν υποβληθεί τέτοιος κατάλογος, αρκεί και μόνη η υποβολή του αιτήματος για να προβεί το δικαστήριο στην επιβολή των εξόδων (ΑΠ 936/2019, ΑΠ 961/2017). Οι διατάξεις των άρθρων 176 επ. ΚΠολΔ προσδιορίζουν ειδικώς τις προϋποθέσεις, καθώς και την έκταση της αξίωσης απόδοσης στον διάδικο όσων εξόδων συνδέονται με τις δαπάνες, στις οποίες αυτός υποβλήθηκε εξαιτίας της εκ μέρους του, ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, άσκησης του δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας.
Στα δικαστικά έξοδα που αποδίδονται στον διάδικο που νίκησε περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 189 παρ. 1 ΚΠολΔ: α) τα τέλη χαρτοσήμου για τη σύνταξη των δικογράφων και τη διενέργεια των διαδικαστικών πράξεων, β) το τέλος δικαστικού ενσήμου, γ) η αμοιβή των δικηγόρων ή άλλων δικαστικών πληρεξουσίων και των δικαστικών υπαλλήλων, δ) τα ποσά που καταβάλλονται στους μάρτυρες για έξοδα και αποζημίωση, καθώς και στους πραγματογνώμονες για έξοδα και αμοιβή, ε) τα ποσά που καταβλήθηκαν για την προσαγωγή άλλων αποδεικτικών μέσων, καθώς και τα έξοδα ταξιδιού και αλληλογραφίας που κατέβαλε ο διάδικος για να εμφανιστεί στη δίκη.
Σύμφωνα δε με το άρθρο 63 παρ. 1 του Ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων" όπως η περ. ζ' αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 10 στοιχ. β' του Ν 4205/2013, και το άρθρο 68 του ίδιου Κώδικα, η αμοιβή του δικηγόρου σε περίπτωση μη ύπαρξης έγγραφης συμφωνίας καθορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της αγωγής. Η καταψήφιση στην δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε, δεν έχει ανάγκη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού είναι απόρροια της αρχής της ήττας, της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 176 ΚΠολΔ (ΑΠ 1195/2018, ΑΠ 77/2014).
Ο ως άνω αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται εκ του ότι στην επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, η δικηγορική αμοιβή υπολογίστηκε σε ύψος μεγαλύτερο του κατωτέρου ορίου του Κώδικα Δικηγόρων. Ούτε έχει ανάγκη αιτιολόγησης η σχετική δικανική κρίση (ΑΠ 1195/2018, ΑΠ 77/2014, ΑΠ 613/2010, ΑΠ 614/2010). Με τον τελευταίο λόγο της ένδικης αναίρεσης του, οι αναιρεσείοντες υπό την επίκληση της παραβίασης των αριθμών 1, 8β', 9, 10, 11, 12, 13, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση διότι τους καταδίκασε στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων για αμφοτέρους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, την οποία όρισε στο ποσό των 13.000 ευρώ για τον πρώτο και των 16.000 ευρώ για τη δεύτερη εξ αυτών με την αιτίαση, ότι τα ως άνω ποσά είναι υπέρογκα και δεν αιτιολογούνται από τυχόν έξοδα ή άλλα υποβληθέντα στοιχεία, ή κατάλογο εξόδων και δεν είναι η ειθισμένη αμοιβή ούτε συνέχονται με την αξία των επιδίκων, καθώς και ότι δεν έπρεπε να επιβληθούν και έξοδα και για τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, αφού η έφεσή τους έγινε δεκτή.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ελεγχόμενος μόνο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όχι από τους λοιπούς (8β, 9,10,11,12,13,19 και 20) λόγους αναίρεσης που επικαλούνται συλλήβδην οι αναιρεσείοντες, στους οποίους δεν αφορούν οι αποδιδόμενες ως άνω πλημμέλειες, είναι πρωτίστως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον σε αυτόν ουδεμία γίνεται μνεία της δικαστικής δαπάνης που, κατά τους αναιρεσείοντες έπρεπε να τους επιβληθεί με βάση την αξία του αντικειμένου των αγωγών, αλλά χαρακτηρίζεται αορίστως ως υπερβολική η επιβληθείσα.
Ανεξαρτήτως της αοριστίας του, ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος όσον αφορά στην επιδίκαση με την προσβαλλόμενη απόφαση της δικαστικής δαπάνης αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, διότι μετά την άσκηση εφέσεως κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκαν οι αγωγές των αναιρεσειόντων, η κατ'αυτής έφεσή τους κατά παραδοχή λόγου της, έγινε μεν τυπικά και κατ'ουσίαν δεκτή και εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, μετά όμως την εκδίκαση των αγωγών από το Μονομελές Εφετείο Αιγαίου, αυτές απορρίφθηκαν εν τέλει ως ουσιαστικά αβάσιμες, οπότε τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, τους οποίους διέδραμε η προκειμένη δίκη, επιβάλλονται στους αναιρεσείοντες ως ηττηθέντες διαδίκους, λόγω της απόρριψης των αγωγών τους στο σύνολο τους, κατά τον τερματισμό της δίκης.
Αβάσιμος, είναι επίσης ο ίδιος λόγος κατά το σκέλος του με το οποίο οι αναιρεσείοντες παραπονούνται για τον προσδιορισμό της δικαστικής δαπάνης από το Εφετείο, χωρίς να έχει υποβληθεί κατάλογος εξόδων ή άλλα στοιχεία από τους αναιρεσίβλητους και χωρίς αυτά να αιτιολογούνται, διότι, όπως ήδη εκτέθηκε, και στην περίπτωση, που ο αιτών τα έξοδα δεν υποβάλλει κατάλογο εξόδων, αρκεί και μόνη η υποβολή του αιτήματος για να προβεί το δικαστήριο στην επιβολή τους, χωρίς να απαιτείται ειδική αιτιολογία για τον προσδιορισμό τους.
Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος ετέρου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 14.6.2019 αίτηση για αναίρεση της 128/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της, ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης αναιρεσίβλητης, που παρέστη στο Δικαστήριο και κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως αυτά ορίζονται στο διατακτικό.
Ζήτημα επιβολής δικαστικών εξόδων υπέρ των λοιπών αναιρεσιβλήτων δεν τίθεται, διότι αυτοί δεν παρέστησαν στο Δικαστήριο και συνεπώς δεν υποβλήθηκαν σε τέτοια έξοδα. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14.6.2019 αίτηση για αναίρεση της 128/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.
Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της δεύτερης αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ