Legislator Case Law & Legislation
1286/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and rejects argument that evidence evaluation is reviewable on appeal.

Case Number 1286/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the first and second instance judgments. The appellant argued that the appellate court misinterpreted ex-trial statements and imposed an insufficient fine, claiming these were reviewable errors. The court ruled that the appellant's complaints regarding evidence evaluation and the appropriateness of the fine were inadmissible because they did not constitute reviewable errors under the Civil Procedure Code. Consequently, the appeal was rejected, the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs, and the appellant was required to return an improperly paid deposit.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553(1), 559(20), 559(8) of the Code of Civil Procedure; An appeal lies only against the appellate judgment regarding errors of law or procedure, while factual evaluation of evidence and the discretion to impose fines are not reviewable on appeal.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code appeal admissibility evidence evaluation reviewable errors legal costs improper deposit factual assessment

Cited Legislation

AI generated
Article 553(1) of the Code of Civil Procedure
Article 522 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 566(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 592(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1286 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1286/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Γεώργιο Αποστολάκη και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του: 1) Σ. Ζ. και 2) Κ. Τ.. Της αναιρεσίβλητης: Κ. Π. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελευθέριο Γκέλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-3-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2884/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 2798/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση και των δύο αυτών απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-9-2017 αίτησή του και τους από 23-3-2018 πρόσθετους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 522, 552 και 566 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, αν γίνει δεκτή κατά τύπους η έφεση και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, διότι η πρωτόδικη ενσωματώνεται στην εφετειακή, σφάλματα δε της πρωτόδικης θεωρούνται ως σφάλματα και της εφετειακής.

Αν όμως η έφεση απορριφθεί ως απαράδεκτη για τυπικούς λόγους, σε αναίρεση υπόκειται τόσο η εφετειακή απόφαση, σχετικά με το κεφάλαιο της απόρριψης της έφεσης, όσο και η πρωτόδικη ως προς την ουσία της υπόθεσης. Επίσης η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου υπόκειται σε αναίρεση και ως προς τις οριστικές διατάξεις της (κεφάλαια)που δεν προσβλήθηκαν με έφεση, αλλά μόνο μετά την έκδοση της απόφασης του Εφετείου για όλες τις διατάξεις κατά των οποίων ασκήθηκε παραδεκτά έφεση (ΑΠ 634/2017,343/2013,306/2009).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 566 παρ. 2 του ΚΠολΔ, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 και 2 του αυτού Κώδικα, που ρυθμίζει τον τρόπο άσκησης των ένδικων μέσων, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά (ΑΠ 1183/2010, ΑΠ 1573/ 2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση (αρθρ.561παρ.2ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ασκηθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από 18-3- 2015 αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ζήτησε, α) να αναγνωρισθεί ότι είναι ο φυσικός πατέρας του ανήλικου τέκνου που γεννήθηκε από τις εκτός γάμου σχέσεις σαρκικής συνάφειας που διατηρούσε με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη,) β)να του ανατεθεί η από κοινού με την τελευταία άσκηση της γονικής του μέριμνας και γ) επικουρικώς, για την περίπτωση απόρριψης του αμέσως προηγούμενου αιτήματος, να ρυθμιστεί το δικαίωμα επικοινωνίας του με το ανήλικο τέκνο, κατά τον διαλαμβανόμενο στο δικόγραφο του τρόπο.

Επί της ανωτέρω αγωγής, εκδόθηκε η 2884/2016 απόφαση του ανωτέρω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτό το υπό στοιχείο α) αίτημα, απορρίφθηκε το υπό στοιχείο β) και έγινε εν μέρει δεκτό το υπό στοιχείο γ) Κατά της απόφασης αυτής, ο αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, την από 12-7-2016 έφεσή του, με την οποία προσέβαλε τις διατάξεις της που αφορούσαν τόσο την απόρριψη του ανωτέρω υπό στοιχείο β) αιτήματός του, όσο και αυτή που αφορούσε στην μερική απόρριψη του με στοιχείο γ) αιτήματος αυτού.

Με την 2798/2017απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η εν λόγω έφεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, (για τυπικό λόγο) κατά την διάταξη που αφορά στην απόρριψη του υπό στοιχείο β) προαναφερθέντος αιτήματος του, της ανάθεσης δηλαδή και στον αναιρεσείοντα της γονικής μέριμνας της ανήλικης θυγατέρας του, ενώ έγινε κατ' ουσία δεκτή ως προς το υπό στοιχείο γ) αίτημα και αφού εξαφανίστηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως προς τη διάταξή της που αφορά τη" ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του με την ανήλικη θυγατέρα του, ρυθμίστηκε το σχετικό του δικαίωμα, κατά τον αναφερόμενο σε αυτή τρόπο.

Επομένως, η κρινόμενη από 8-9-2017 αίτηση αναίρεσης, είναι παραδεκτή, τόσο κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 2798/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όσο και κατά το μέρος, που στρέφεται κατά της 2884/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, (στην γραμματεία του οποίου έχει κατατεθεί, όπως προκύπτει από την από 8-9-2017 έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου της αρμόδιας γραμματέως), μόνο κατά την πληττόμενη με το αναιρετήριο διάταξη αυτής, που απέρριψε το αίτημα του της ανάθεσης και στον ίδιο της γονικής μέριμνας του ανήλικου τέκνου του.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 569 παρ. 2 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η παραδεκτή άσκηση των προσθέτων λόγων αναίρεσης προϋποθέτει όπως, τόσο η κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, όσο και η επίδοση αντιγράφου αυτού στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους, έχει λάβει χώρα τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης που είχε αρχικώς οριστεί.

Η παράλειψη δε τήρησης των παραπάνω διατυπώσεων ή της μιας απ' αυτές συνεπάγεται την απόρριψη αυτών ως απαραδέκτων και αυτεπαγγέλτως (ΟλΑΠ 143/1984, ΑΠ318/2017). Εξάλλου, με το άρθρο 1 παρ. 1 της από 29-12-1980 πράξης νομοθετικού περιεχομένου, που κυρώθηκε με τον Ν. 1157/1981, καθιερώθηκε από 1 Ιανουαρίου 1981 πενθήμερη εβδομάδα εργασίας, αρχόμενη από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή για το προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών της τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ενώ κατά την παρ. 12 του ίδιου άρθρου, η διαδρομή των προθεσμιών, που τάσσονται από το νόμο ή τα δικαστήρια, αρχίζει από την επομένη ημέρα της επίδοσης ή του γεγονότος που αποτελεί την αφετηρία της και λήγει την 17.00 ώρα της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο λήγει την ίδια ώρα της επομένης εργάσιμης ημέρας.

Όπως συνάγεται από τη διατύπωσή της, η άνω διάταξη, όπως άλλωστε και η ταυτόσημη σχεδόν διάταξη του άρθρου 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται τόσον επί των προθεσμιών ενέργειας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων, οι οποίες τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξης, σε τρόπο ώστε αν η τελευταία ημέρα των εν λόγω προθεσμιών συμπίπτει προς ημέρα εξαιρετέα ή Σάββατο, δεν υπολογίζεται αυτή και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα της επομένης εργάσιμης ημέρας, πράγμα το οποίο ισχύει και επί της 30ήμερης προθεσμίας που τάσσεται με τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., για την κατάθεση και την επίδοση του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης.

Επομένως, αν η τελευταία (30η), πριν από τη δικάσιμο, ημέρα (με αφετηρία την επομένη της επίδοσης) συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα, δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ (Ολ.ΑΠ 33/1996,ΑΠ332/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, με πράξη του Προεδρεύοντος του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ορίστηκε για τη δικάσιμο της 23-4-2018.0 αναιρεσείων κατέθεσε το με χρονολογία 23-3-2018 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης στις 23 Μαρτίου 2018, σύμφωνα με την επισυναπτόμενη 39/23-3-2018 πράξη κατάθεσης, που συντάχθηκε από την αρμόδια γραμματέα, ενώ το επέδωσε στην αναιρεσίβλητη αυθημερόν, ήτοι στις 23 Μαρτίου 2018,όπως προκύπτει από την …6γ/23-3-2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, Ε.

Θ.. Έτσι, η τριακοστή ημέρα, από την επομένη της επίδοσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων,ήτοι από 24 Μαρτίου 2018, συμπίπτει με την 22 Απριλίου 2018,η μέρα Κυριακή, όπως προκύπτει από το ημερολόγιο του τρέχοντος έτους, ώστε η πιο πάνω 30ήμερη προθεσμία, παρατεινόμενη αντιστοίχως, λήγει την 7η της επόμενης εργάσιμης ημέρας, δηλαδή στις 23 Απριλίου 2018, η οποία είναι και η δικάσιμος της υπόθεσης, η συζήτηση της οποίας έχει οριστεί για την 9.30 π.μ.

ώρα, μέχρι την οποία όμως δεν είχε συμπληρωθεί η 30ήμερη προθεσμία. Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν εκπρόθεσμα και ως εκ τούτου, είναι απαράδεκτοι.

Κατά το άρθρο 559αριθμ.14ΚΠολΔ,αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο. Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό, αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων κύρους της (Ολ.ΑΠ 12/2000).Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης της στρεφόμενης κατά της 2884/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.14ΚΠολΔ,μέμφεται το δικαστήριο, ότι δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής, που αφορούσε στη γονική μέριμνα και επικοινωνία ανήλικου τέκνου, λόγω μη τήρησης της υποχρεωτικώς προβλεπόμενης από τη διάταξη του τότε ισχύοντος άρθρου 681ΓΚΠολΔ, απόπειρας συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς. 'Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Μονομελές Πρωτοδικείο, δέχθηκε σχετικώς τα ακόλουθα: "...πραγματοποιήθηκε η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 681Γπαρ.2εδ.β του ΚΠολΔ προσπάθεια συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς αναφορικά με την αιτούμενη ανάθεση της άσκησης της γονικής μέριμνας της ανήλικης Μ.

στους διαδίκους από κοινού, άλλως τη ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος) μαζί της, η οποία, ωστόσο, δεν είχε επιτυχή έκβαση". Επομένως και με την επισήμανση, ότι δεν απαιτείται σχετική πανηγυρική διατύπωση στα ταυτάριθμα τηρούμενα πρακτικά, ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι η δικαστική απόφαση είναι δημόσιο έγγραφο (σχ.ΑΠ46/2002) και αποτελεί πλήρη απόδειξη, εφόσον δεν προσβλήθηκε ως πλαστή, ως προς την βεβαίωσή της για γεγονός που έγινε από τον δικαστή που εξέδωσε την απόφαση, ότι, δηλαδή πραγματοποιήθηκε η προσπάθεια συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς (αρθρ.438 ΚΠολΔ).

Κατ' ακολουθίαν, αβάσιμος είναι και ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 14ΚΠολΔ κατά της 2798/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την απόρριψη του σχετικού λόγου έφεσής του περί μη τήρησης της ανωτέρω διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εφόσον το Εφετείο δέχθηκε, ότι η προσπάθεια συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς είχε πραγματοποιηθεί.

Με τον τρίτο υπό στοιχείο α) λόγο αναίρεσης κατά της 2884/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.9 ΚΠολΔ, μέμφεται το δικαστήριο ότι άφησε αδίκαστα τα αιτήματά του αφενός μεν παροχής ενημέρωσης από την αναιρεσίβλητη για τα αφορώντα το πρόσωπο και την περιουσία της ανήλικης θυγατέρας τους ζητήματα, αφετέρου δε, καθημερινής τηλεφωνικής ή μέσω skype επικοινωνίας με αυτή. Επίσης, με τον τρίτο, υπό στοιχείο γ2 επικουρικό λόγο του (για την περίπτωση που τα ανωτέρω αιτήματα θεωρηθεί ότι "σιγή" απορρίφθηκαν) κατά της ίδιας απόφασης, ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.1ΚΠολΔ,μέμφεται το Μονομελές Πρωτοδικείο, για εσφαλμένη μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1513 παρ. 3και 1515 παρ.1εδ.βΑΚ. Οι ανωτέρω λόγοι είναι απαράδεκτοι, εφόσον τα ζητήματα αυτά προσβλήθηκαν ρητά με την προαναφερθείσα έφεση του αναιρεσείοντος ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η οποία ως προς αυτά δεν κρίθηκε απαράδεκτη, με αποτέλεσμα να ενσωματωθούν στην απόφαση του Εφετείου και να μην δύνανται να προσβληθεί η σχετική με αυτά κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Κατά το άρθρο 1515 παρ. 1 και 2 ΑΚ, η γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου που γεννήθηκε και παραμένει χωρίς γάμο των γονέων του ανήκει στη μητέρα του. Σε περίπτωση αναγνώρισής του, αποκτά γονική μέριμνα και ο πατέρας, που όμως την ασκεί αν έπαυσε η γονική μέριμνα της μητέρας ή αν αυτή αδυνατεί να την ασκήσει για νομικούς ή πραγματικούς λόγους.

Με αίτηση του πατέρα το δικαστήριο μπορεί και σε κάθε άλλη περίπτωση να αναθέσει και σ' αυτόν την άσκηση της γονικής μέριμνας, αποκλειστικά ή από κοινού με την μητέρα, εφόσον αυτό επιβάλλεται από το συμφέρον του τέκνου. Από το συνδυασμό εξάλλου των διατάξεων των άρθρ. 1510, 1511, 1512, 1513, 1514 και 1518 ΑΚ συνάγεται ότι ως κατευθυντήρια γραμμή για την άσκηση της γονικής μέριμνας στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων των τέκνων και της προσφυγής τους στο δικαστήριο, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της άσκησής της είναι το αληθινό συμφέρον του τέκνου, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου ως μία ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα.

Για την εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας δεν παρέχονται από το νομοθέτη εκ των προτέρων προσδιοριστικά στοιχεία πέραν από το επιβαλλόμενο στο δικαστή καθήκον να σεβαστεί την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, της κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσιακής - οικονομικής κατάστασής τους.

Στην δικαστική, συνεπώς, κρίση καταλείπεται ευρύ πεδίο ώστε, αφού ληφθούν υπόψη, όλες οι σχέσεις και οι περιστάσεις, να καταλήξει σε ρύθμιση τέτοια, που να εξυπηρετείται καλύτερα το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου. Κρίσιμα προς τούτο στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η καταλληλότητα του ή των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγώγησης και της περίθαλψης του ανηλίκου τέκνου, και οι έως τότε δεσμοί του τέκνου με τους γονείς του.

Αυτό δε ισχύει, ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα των γονέων ως προς τη διακοπή της συμβίωσης. Η άποψη, ότι η γονική μέριμνα των μικρής ηλικίας τέκνων πρέπει να ανατίθεται στη μητέρα τους, λόγω του ότι έχουν ανάγκη της μητρικής στοργής και ιδιαίτερων περιποιήσεων, εξακολουθεί να ισχύει, κατά τις νεότερες ιατρικές παιδαγωγικές και ψυχολογικές έρευνες, τουλάχιστον για τη νηπιακή ηλικία, για την οποία αναγνωρίζεται σαφής βιοκοινωνική υπεροχή στη μητέρα, ενώ για το μεταγενέστερο χρόνο αναγνωρίζεται ο σοβαρός ρόλος του πατέρα στην όλη διαμόρφωση των διαπροσωπικών σχέσεων του τέκνου Τέλος, το συμφέρον του τέκνου λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια, προς διαπίστωση δε της συνδρομής του εξετάζονται πάντα τα επωφελή και πρόσφορα για τον ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις, ενώ για την εξειδίκευση του σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, εκτιμώνται από το δικαστήριο τα περιστατικά που αποδείχθηκαν, με βάση αξιολογικά κριτήρια, τα οποία αντλούνται από τους κανόνες της λογικής και κοινής πείρας, λαμβάνοντας υπόψη, σχετικά με το πρόσωπο του ανηλίκου και τα πορίσματα της ψυχολογίας (ΑΠ 1132/2017, 550/2017, 537/2012).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, όπως και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Έτσι, η παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (Ολ. ΑΠ 10/2011).Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 24/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη (2884/2016) απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι γνωρίστηκαν το Νοέμβριο του 2013 και συνήψαν ερωτικές σχέσεις το Δεκέμβριο του ίδιου έτους. Έχοντας και οι δύο την πρόθεση να δημιουργήσουν οικογένεια, αποφάσισαν να τελέσουν άμεσα γάμο, ο οποίος ορίστηκε για τις 6-7-2014.

Εν τω μεταξύ και ενώ ήδη συγκατοικούσαν, η εναγόμενη (ήδη αναιρεσίβλητη) ανακάλυψε ότι ήταν έγκυος. Λίγες εβδομάδες, ωστόσο, πριν το Μυστήριο, η σχέση των διαδίκων διακόπηκε με πρωτοβουλία του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος) και ο γάμος ματαιώθηκε. Έκτοτε ουδεμία επικοινωνία ή άλλους είδους επαφή υπήρξε μεταξύ των διαδίκων πλην ορισμένων γραπτών μηνυμάτων μέσω κινητού τηλεφώνου που κατά κύριο λόγο απέστελλε ο ενάγων προκειμένου να ενημερωθεί για την πορεία της εγκυμοσύνης της εναγόμενης.

Τελικά την 1-12- 2014 στο ..., η εναγόμενη έφερε στον κόσμο ένα θήλυ τέκνο, το οποίο, σύμφωνα με την από 12-12-2014 δήλωση ονοματοδοσίας της μητέρας του στο Ληξιαρχείο του ..., έλαβε το όνομα Μ.. Από την ως άνω ομολογία της εναγόμενης σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο ενάγων διατηρούσε σαρκικές σχέσεις μαζί της κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης......αποδεικνύεται πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ο τελευταίος είναι ο φυσικός πατέρας του ανήλικου τέκνου της εναγόμενης.

Άλλωστε ο ίδιος ο ενάγων προέβη στην εκούσια αναγνώριση της ανήλικης θυγατέρας του δυνάμει της με αριθμ. …8/26-1-2015 πράξης αναγνώρισης τέκνου του συμβολαιογράφου Α. Μ., χωρίς, ωστόσο τη συναίνεση της μητέρας της. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι η μεταξύ των διαδίκων επικοινωνία είναι ανύπαρκτη, εξαιτίας των ιδιαίτερα άσχημων συνθηκών υπό τις οποίες διαλύθηκε η σχέση τους, χωρίς περιθώρια αποκατάστασης, γεγονός που καθιστά κάθε απόπειρα συνεννόησης του πρώην ζεύγους αδύνατη.

Το ενδεχόμενο συνεπώς, να ανατεθεί η άσκηση της γονικής μέριμνας της ανήλικης Μ. στους δύο γονείς της από κοινού, φαντάζει πρακτικά αδύνατη, θα απέβαινε δε ολέθρια για το τέκνο αφού κάθε πιθανότητα συναπόφασης των διαδίκων, ακόμη και σε θέματα που θα αφορούσαν στην καθημερινότητα του τέκνου τους, αποκλείεται εκ των προτέρων.

Για το λόγο αυτό κρίνεται συμφέρουσα για το τέκνο η εξακολούθηση της άσκησης της γονικής μέριμνάς του αποκλειστικά από την εναγόμενη μητέρα του, η οποία το φροντίζει από τη γέννησή του, μεριμνώντας για όλα τα θέματα που άπτονται της ανατροφής και διαπαιδαγώγησής του."Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος για ανάθεση της γονικής μέριμνας της ανήλικης θυγατέρας του και στον ίδιο, ώστε να την συνασκούν με την αναιρεσίβλητη μητέρα της.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1511, 1512 και 1515 παρ.1 και 2 ΑΚ, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα επωφελή στοιχεία για την ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων, εφόσον με βάση τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δικαιολογείται η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι το συμφέρον αυτής επιβάλλει να εξακολουθεί να ασκεί την γονική της μέριμνα αποκλειστικά η αναιρεσίβλητη μητέρα της.

Με τον περί του αντιθέτου τρίτο υπό στοιχείο β1 και 2 λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559αριθμ.1ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για κακή ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων, διότι έλαβε υπόψη κριτήρια και περιστάσεις που δεν συνιστούν νόμιμες προϋποθέσεις αυτών και ειδικότερα τους λόγους της διάστασης των διαδίκων και των κακών προσωπικών τους σχέσεων, την έλλειψη συνεννόησης αυτών και τη φροντίδα της ανήλικης από την αναιρεσίβλητη αποκλειστικά, ενώ, δεν έλαβε υπόψη τα κριτήρια που κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας όφειλε να λάβει, ήτοι τη διαφύλαξη της ομαλής ψυχοσωματικής της ανάπτυξης, την ηλικία και το φύλο αυτής την αναγκαιότητα της ψυχικής της επαφής με τους γονείς της, την καταλληλότητά τους, την συμπεριφορά τους έναντι της θυγατέρος τους, τον τρόπο ζωής τους, την μόρφωση και το οικογενειακό τους περιβάλλον.

Επίσης με τον τρίτο υπό στοιχείο γ1 λόγο, ο αναιρεσείων κατ' επίκληση της ίδιας από το άρθρο 559 αριθμ.1ΚΠολΔ πλημμέλειας, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 4 του Συντάγματος και του άρθρου 1511 παρ.2εδ.βΑΚ,με την ανάθεση της άσκησης της γονικής μέριμνας της ανήλικης θυγατέρας τους στην αναιρεσίβλητη.

Οι ανωτέρω λόγοι είναι αβάσιμοι, εφόσον το δικαστήριο, που δεν ήταν υποχρεωμένο κατά την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας του συμφέροντος της ανήλικης θυγατέρας των διαδίκων να λάβει υπόψη συγκεκριμένα προσδιοριστικά στοιχεία, δεχόμενο ότι την ανήλικη (ηλικίας δέκα μηνών κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του)φροντίζει από την γέννησή της αποκλειστικά και μεριμνά για όλα τα θέματα που άπτονται της ανατροφής και διαπαιδαγώγησής της η αναιρεσίβλητη μητέρα της και ότι λόγω των ιδιαίτερα άσχημων σχέσεων των διαδίκων καθίσταται αδύνατη η συνεννόησή μεταξύ τους και η συναπόφαση ακόμη και για απλά θέματα της καθημερινότητας της ανήλικης, ορθά έκρινε κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής ότι η ανάθεση της γονικής μέριμνας αυτής και στον αναιρεσείοντα θα απέβαινε ολέθρια για την ανήλικη και θα ήταν αντίθετη προς το συμφέρον της.

Η ανάθεση δε αυτή στην αναιρεσίβλητη, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν έγινε λόγω της, με πρωτοβουλία του αναιρεσείοντος, διακοπής της σχέσης του με την αναιρεσίβλητη, ούτε με μοναδικό κριτήριο το φύλλο της και κατά συνέπεια, υπό τις προεκτεθείσες προϋποθέσεις, που ανελέγκτως έγιναν δεκτές από το δικαστήριο της ουσίας, δεν υφίσταται παραβίαση της συνταγματικώς κατοχυρωμένης αρχής της ισότητας, ούτε της διάταξης του άρθρου 1511 παρ. 2 εδ.

β ΑΚ.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559αριθμ.8ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος και έχοντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη. "Πράγματα" δε, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς.

Ενώ δεν αποτελούν "πράγμα" τα αποδεικτικά μέσα, ούτε οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση κάθε μιας εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών αυτούς γεγονότων, ούτε τα μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.

ΑΠ3/1997, ΑΠ 1132/2017, 851/2015). Περαιτέρω, δεν αποτελούν πράγματα οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟΛ. ΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 180/2011), ούτε ιδρύεται ο σχετικός λόγος αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.ΑΠ11/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο υπό στοιχείο δ υπ'αριθμ.1, 2 και 3 λόγο αναίρεσης, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα με το οποίο απέρριψε την αιτούμενη συνάσκηση της γονικής μέριμνας της ανήλικης θυγατέρας τους, δεν έλαβε υπόψη, τους ακόλουθους ισχυρισμούς που είχε προβάλει με την αγωγή και με τις προτάσεις του, όπως και με την προσθήκη των προτάσεων του προς αντίκρουση των ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης, ήτοι, ότι: 1) συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την ανάθεση και στον ίδιο της άσκησης της γονικής μέριμνας της ανήλικης, που επιβάλλεται νομικά από την αρχή της ισότητας μεταξύ των γονέων και της μη διάκρισής της εξαιτίας του φύλου τους, 2) η προταθείσα από αυτόν με την αγωγή του συνάσκηση της γονικής μέριμνας εξυπηρετεί το αληθινό συμφέρον της ανήλικης και οι συναισθηματικοί δεσμοί με αυτή μπορούν να θεμελιωθούν μόνο εφόσον συνασκεί την γονική της μέριμνα, 3) η καταλληλότητά του για συνάσκηση της γονικής μέριμνας είναι πρόδηλη, για τους αναφερόμενους αναλυτικά λόγους που αφορούν την ηλικία, το επάγγελμα, τις οικονομικές του δυνατότητες, το οικογενειακό του περιβάλλον, σε αντίθεση με την καταλληλότητα της αναιρεσίβλητης που η επαγγελματική της ενασχόληση την δυσχεραίνει, 4) η πληροφόρησή του για τα σχετικά με τη γονική μέριμνα ζητήματα και η επικοινωνία του με την ανήλικη θυγατέρα του δεν εξαρτάται από την διαφωνία του με την αναιρεσίβλητη 5) ή έλλειψη επαφής του με το τέκνο του οφείλεται αποκλειστικά σε υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης, για τους λεπτομερώς αναφερόμενους από τον αναιρεσείοντα λόγους που αφορούν στην άρνησή της να αποδεχθεί την συμβολαιογραφική αποδοχή της πατρότητάς του και στην άρνησή της να του επιτρέψει την επικοινωνία με την ανήλικη θυγατέρα του πλην μιάς φοράς, 6) οι ισχυρισμοί της αναιρεσίβλητης περί βιαιοπραγίας σε βάρος της κατά το διάστημα της εγκυμοσύνης της είναι ψευδείς και 7) η αναιρεσίβλητη είναι αποκλειστικά υπεύθυνη για την ματαίωση του γάμου τους και το χωρισμό τους και τις μετά από αυτόν κακές προσωπικές τους σχέσεις.

Ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος, κατά τους υπ'αριθμ.6 και 7 ισχυρισμούς ,εφόσον η βιαιοπραγία ως αιτία στις μεταξύ των διαδίκων κακές προσωπικές σχέσεις, όπως και υπαιτιότητα στην ματαίωση του γάμου τους, δεν συνιστούν λυσιτελείς ισχυρισμούς έχοντας επιρροή στην ανάθεση της γονικής μέριμνας της ανήλικης θυγατέρας τους, τους οποίους και δεν αναφέρει άλλωστε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ενώ κατά τα λοιπά είναι αβάσιμος, εφόσον το δικαστήριο έλαβε υπόψη τους προαναφερθέντες ισχυρισμούς, τους οποίους απέρριψε με την αντίθετη παραδοχή του περί καταλληλότητας μόνο της αναιρεσίβλητης για την άσκηση της γονικής μέριμνας της ανήλικης θυγατέρας τους.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, υπό την προϋπόθεση όμως ότι είναι υποστατά και γνήσια, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη το δικαστήριο (Ολ.ΑΠ2/2008).

Για να είναι ορισμένος δε ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται το περιεχόμενό (ΑΠ204/2017). Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ650/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο υπό στοιχείο ε λόγο της κρινόμενης αίτησής του μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη όλα γενικώς τα αποδεικτικά μέσα που είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει ενώπιον του, προκειμένου να αποδείξει το αγωγικό του αίτημα της συνάσκησης της γονικής μέριμνας, με αποτέλεσμα να το απορρίψει εσφαλμένα ως ουσιαστικώς αβάσιμο.

Ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, αφού δεν γίνεται συγκεκριμενοποίηση των αποδεικτικών μέσων που κατά τον αναιρεσείοντα δεν λήφθηκαν υπόψη και του περιεχομένου τους, αλλά και διότι, με την κατ' επίφαση επίκληση της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας ο αναιρεσείων επιχειρεί να πλήξει την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.

Ο τελευταίος, με αριθμό 2 λόγος αναίρεσης, κατά της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τον οποίο ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.1ΚΠολΔ, μέμφεται το δικαστήριο ότι με την απόρριψη ως μη νομίμου του αιτήματος του για απειλή χρηματικής ποινής σε βάρος της αναιρεσίβλητης για την παραβίαση της σχετικής με την συνάσκηση της γονικής μέριμνας διάταξης, εσφαλμένα δεν εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 946,947 και 950ΚΠολΔ,καθίσταται πλέον αλυσιτελής, λόγω της απόρριψης των λοιπών, αφορούντων στην αιτούμενη συνάσκηση, λόγων.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 2884/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πρέπει να απορριφθεί.

Κατά το άρθρο 47 εδ. α' του Ν. 2447/1996, στις αναφερόμενες στο άρθρο αυτό περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και του άρθρου 1515 του ΑΚ, δεν επιτρέπεται το ένδικο μέσο της έφεσης. Η τελευταία αυτή διάταξη, που καθιστά ανέκκλητη την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία αφορά τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου, που γεννήθηκε και παραμένει χωρίς γάμο των γονέων του, δεν αντίκειται στο άρθρο 20 του Συντάγματος, που επιβάλλει μεν στην Πολιτεία την υποχρέωση παροχής στους πολίτες ένδικης έννομης προστασίας προς επίλυση των ιδιωτικών διαφορών τους, αναγνωρίζοντας σ' αυτούς αντίστοιχο δημόσιο δικαίωμα, όμως στον νομοθέτη εναπόκειται, κατ' αρχήν, να κρίνει αν, πόσα και ποιά ένδικα μέσα θα χορηγήσει, καθώς και για ποιούς λόγους.

Το ίδιο ισχύει και στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ (κύρωση με το ν.δ/γμα 53/1974), που αναγνωρίζει μεν με το άρθρο 6παρ.1 το δικαίωμα στα πρόσωπα για δικαστική επίλυση των ιδιωτικών διαφορών τους σε συνθήκες δίκαιης δίκης, στην έννοια όμως αυτής δεν περιλαμβάνεται και η πρόβλεψη οπωσδήποτε άσκησης ένδικων μέσων, ενώ η ειδική διαδικασία του άρθρου 681Β σε συνδυασμό με το 681ΓΚΠολΔ, κατά την οποία εκδικάζεται η σχετική αγωγή,(όπως οι εν λόγω διατάξεις ίσχυαν στην ένδικη περίπτωση) διασφαλίζει πλήρως τα δικαιώματα απόδειξης των ισχυρισμών των διαδίκων και επομένως πληροί τους όρους διεξαγωγής δίκαιης δίκης (ΑΠ1249/2017,1111/2002,σχΑΠ287/2016).

Επομένως, ο υπό στοιχείο Α λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.14 (και όχι και αριθμ1) ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη 2798/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ότι παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την ασκηθείσα έφεσή του κατά της προαναφερθείσας απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά τη διάταξή της που αφορούσε στην συνάσκηση της γονικής μέριμνας της ανήλικης θυγατέρας του, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 1520 ΑΚ, όπως αυτό ισχύει μετά το ν. 1329/1983, ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο διατηρεί το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας με αυτό και τα σχετικά με την επικοινωνία του αυτή κανονίζονται ειδικότερα από το δικαστήριο. Η επικοινωνία αυτή ρυθμίζεται από το δικαστήριο με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον του τέκνου και τούτο διότι η ρύθμιση της άσκησης του ανωτέρω δικαιώματος από το άρθρο 1520 ΑΚ, λειτουργεί μέσα στο γενικότερο πλαίσιο των διατάξεων που προβλέπουν την άσκηση του δικαιώματος και καθήκοντος των γονέων για τη μέριμνα υπέρ του ανηλίκου τέκνου τους (άρθρα 1511 και 1512 ΑΚ), με βάση και σκοπό πρωτίστως το συμφέρον του τέκνου.

Τούτο αποτελεί αόριστη νομική έννοια και γενική ρήτρα, που εξειδικεύεται ανάλογα με τις συνθήκες κάθε περίπτωσης. Για να κριθεί τι αποτελεί συμφέρον του ανηλίκου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, θα εκτιμηθούν τα περιστατικά που διαπιστώθηκαν βάσει αξιολογικών κριτηρίων που αντλεί το δικαστήριο από τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας και σχετικά με το πρόσωπο του ανηλίκου, θα ληφθούν υπόψη και τα πορίσματα της εξελικτικής ψυχολογίας και παιδοψυχιατρικής.

Για τη διαπίστωσή του δε, θα ληφθούν υπόψη και θα αξιολογηθούν όλα τα επωφελή για το ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις, χωρίς να επιδρά στην απόφαση κανένας από τους διαφορετικούς παράγοντες που συνοδεύουν το πρόσωπο κάθε γονέα, η τυχόν υπαιτιότητα του γονέα στη διακοπή της συμβίωσης, οι προκύπτουσες συντρέχουσες συνθήκες και περιστάσεις κάτω από τις οποίες θα ασκείται αυτή η προσωπική επικοινωνία. (ΑΠ 58/2017, 1516/2005).

Το δικαστήριο, επίσης, με την απόφασή του μπορεί να επιβάλει, εφόσον είναι αναγκαίο για την προστασία του συμφέροντος του τέκνου, περιορισμούς στην άσκηση της επικοινωνίας, οι οποίοι μπορούν να αναφέρονται στον τόπο και τον χρόνο της επικοινωνίας, την παρουσία τρίτων προσώπων κατά τη διάρκειά της ή ακόμη να συνίστανται στη λήψη μέτρων που διαμορφώνουν την επικοινωνία με ιδιαίτερο τρόπο, λόγω ειδικών περιστάσεων.

Στην προκειμένη το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη (2798/2017) απόφαση, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την αναιρετική διαδικασία, τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι, αμφότεροι δικαστικοί λειτουργοί, γνωρίστηκαν το Νοέμβριο του 2013, σύντομα συνήψαν ερωτικές σχέσεις και τον Ιανουάριο του 2013 άρχισαν να συγκατοικούν στην επί της οδού ...,στον …., οικία της εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης).

Λίγο αργότερα συνήψαν μνηστεία και όταν η εναγομένη έμεινε έγκυος αποφάσισαν να τελέσουν άμεσα το γάμο τους, ο οποίος ορίστηκε για τις 6-7-2014. Ωστόσο, ένα μήνα περίπου πριν την ως άνω ημερομηνία και ενώ ολοκληρώνονταν οι σχετικές ετοιμασίες για την τέλεση του γάμου τους, η σχέση των διαδίκων διακόπηκε με πρωτοβουλία του ενάγοντος(ήδη αναιρεσείοντος) και ο γάμος ματαιώθηκε.

Την 1-12-2014 η εναγομένη γέννησε στο ... ένα θήλυ τέκνο, το οποίο, σύμφωνα με την από 12-12-2014 δήλωση ονοματοδοσίας αυτής στο Ληξιαρχείο του ..., έλαβε το όνομα Μ.. Ακολούθως, ο ενάγων προέβη στην εκούσια αναγνώριση του ανωτέρω ανηλίκου δυνάμει της υπ' αριθμ. ...8/26-1-2015 πράξης αναγνώρισης τέκνου του συμβολαιογράφου Α.

Μ., χωρίς, ωστόσο, τη συναίνεση της εναγομένης. Ήδη, όμως, με την εκκαλούμενη απόφαση, καθό μέρος αυτή δεν προσβάλλεται με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, έγινε τελεσίδικα δεκτό, ότι ο ενάγων είναι ο φυσικός πατέρας του παραπάνω ανήλικου τέκνου της εναγόμενης. Έτσι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1515 ΑΚ, η γονική μέριμνα του πιο πάνω ανηλίκου, που γεννήθηκε και παραμένει εκτός γάμου των γονέων του, ασκείται αποκλειστικά από την εναγομένη μητέρα του, η οποία, συνακόλουθα, έχει και την επιμέλεια αυτού, καθόσον....

το αίτημα του ενάγοντος να του ανατεθεί η από κοινού με την εναγομένη άσκηση της γονικής μέριμνας του ανήλικου απορρίφθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση και η κατ' αυτής έφεση τυγχάνει κατά το μέρος αυτό απαράδεκτη. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι η συμβίωση των διαδίκων δεν υπήρξε αρμονική, εξ αιτίας κυρίως της εριστικής και εγωιστικής συμπεριφοράς του ενάγοντος, ο οποίος με την παραμικρή διαφωνία έχανε την ψυχραιμία του και δημιουργούσε επεισόδια σε βάρος της εναγομένης, κατά τη διάρκεια των οποίων φερόταν προς αυτή με περιφρόνηση και υβριστικά, εκσφενδονίζοντας μάλιστα και θραύοντας διάφορα αντικείμενα, ενώ υπήρξε και περίπτωση κατά την οποία χειροδίκησε σε βάρος της.

Ενόψει όλων αυτών και της εγκατάλειψης, τελικώς, της εναγομένης από τον ενάγοντα ένα μήνα πριν από την αναγγελθείσα ημερομηνία τέλεσης του γάμου τους, η μεταξύ των διαδίκων επικοινωνία μετά τη γέννηση του τέκνου του υπήρξε ανύπαρκτη και κάθε απόπειρα συνεννόησης αδύνατη. Στη συνέχεια, ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 18-3- 2015 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζήτησε να του ανατεθεί προσωρινά η συνάσκηση της γονικής μέριμνας του ανηλίκου τέκνου και επικουρικώς να ρυθμιστεί το δικαίωμα επικοινωνίας του με αυτό.

Η αίτηση αυτή έγινε εν μέρει μόνον δεκτή ως προς το επικουρικό αίτημα με την υπ' αριθμ. 6821/2015 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία ρύθμισε προσωρινά το δικαίωμα επικοινωνίας του ενάγοντος με το ανήλικο ως εξής: "Κάθε Σάββατο από 12.00 έως 15.00 στην εκάστοτε οικία της εναγομένης, με την παρουσία αυτής και ενός συγγενικού της προσώπου".

Ακολούθως, επί της υπό κρίση αγωγής εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, η οποία ρύθμισε οριστικά το δικαίωμα της επικοινωνίας του ενάγοντος ως ακολούθως: "Κατά το πρώτο έτος από την έκδοση της απόφασης, κάθε πρώτο και τρίτο Σάββατο εκάστου μηνός από ώρα 12.00 μ.μ. μέχρι ώρα 17.00 μ.μ. και κάθε δεύτερη και τέταρτη Κυριακή εκάστου μηνός από ώρα 12.00 μ.μ.

μέχρι ώρα 17.00 μ. μ. στην οικία της εναγόμενης και πάντοτε υπό την παρουσία της τελευταίας και ενός δικού της συγγενικού προσώπου, μετά δε το πρώτο έτος από την έκδοση της απόφασης κάθε πρώτο και τρίτο Σάββατο εκάστου μηνός από ώρα 12.00 μ. μ. μέχρι ώρα 19.00 μ.μ. και κάθε δεύτερη και τέταρτη Κυριακή εκάστου μηνός από ώρα 12.00 μ.μ.

μέχρι ώρα 19.00 μ.μ.". Ωστόσο, μέχρι σήμερα ο ενάγων, ενεργώντας εγωιστικά, δεν επεδίωξε να επικοινωνεί με το ανήλικο τέκνο του κατά τον τρόπο που όρισαν οι δύο δικαστικές αποφάσεις, με αποτέλεσμα να έχει δει μόνον μια φορά το ως άνω τέκνο του στις 7-3-2015. Πέραν της αποστολής εξωδίκων δηλώσεων προς την εναγομένη, με τις οποίες κατά τρόπο προσχηματικό αμφισβητούσε την ορθότητα των δικαστικών αποφάσεων και δικαιολογούσε τη μη επικοινωνία του με το ανήλικο δεν επέδειξε κάποιο πραγματικό ενδιαφέρον προς αυτό, αρνούμενος μάλιστα να καταβάλει και οποιοδήποτε ποσό για τη διατροφή του.

Παρομοίως, έλλειψη οποιουδήποτε ενδιαφέροντος για το ανήλικο υπήρξε και εκ μέρους των συγγενών του (γονέων και αδελφών) του ενάγοντος, οι οποίοι ουδέποτε ζήτησαν να δουν τη μικρή Μ.. Έτσι, ακόμη και σήμερα είναι προφανής η παντελής έλλειψη οικειότητας μεταξύ του ενάγοντος και του ανηλίκου. Παρ' όλα αυτά, όμως, το αληθινό συμφέρον του ανηλίκου επιβάλλει να μην αποξενωθεί αυτό ψυχικά από τον πατέρα του και, ως εκ τούτου, καθίσταται αναγκαία η επικοινωνία του ενάγοντος με αυτό, προκειμένου σταδιακά να καλλιεργηθούν και να αναπτυχθούν με την πάροδο του χρόνου τα αμοιβαία μεταξύ τους αισθήματα στοργής και αγάπης, που είναι απαραίτητα για την ανάπτυξη του αισθήματος ασφάλειας και της ψυχικής ισορροπίας του ανηλίκου.

Η επικοινωνία αυτή θα συμβάλει στην απαραίτητη δημιουργία του ψυχικού δεσμού μεταξύ γονέα και τέκνου και στην ανάπτυξη της μεταξύ τους προσωπικής σχέσης, καθώς και στη μείωση των συνεπειών της ανώμαλης εξέλιξης του δεσμού των διαδίκων, με δυνατότητα του ενάγοντος να λαμβάνει γνώση της ανάπτυξης, της εξέλιξης της προσωπικότητάς του και γενικά της παρακολούθησης της όλης πορείας του.

Ωστόσο, με οδηγό και γνώμονα το καλώς εννοούμενο συμφέρον του ανήλικου τέκνου, κατά τον καθορισμό του τρόπου και χρόνου επικοινωνίας του ενάγοντος με αυτό, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι προεκτεθείσες συντρέχουσες συνθήκες και περιστάσεις, οι οποίες επιβάλλουν τους παρακάτω περιορισμούς στην άσκησή της.

Ειδικότερα, μεταξύ των άλλων, θα πρέπει ιδιαίτερα να ληφθεί υπόψη αφενός μεν το γεγονός ότι ο ενάγων μέχρι σήμερα μόνον μία φορά έχει συναντήσει το ανήλικο τέκνο του, αφετέρου η πολύ μικρή ηλικία αυτού, το οποίο έχει συνηθίσει στην αποκλειστική φροντίδα και στοργή της μητέρας του, την οποία δεν μπορεί να αποχωριστεί, με αποτέλεσμα, λόγω της παράλειψης του ενάγοντος να επιδιώξει να επικοινωνήσει με το ανήλικο στο πλαίσιο της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων και της εκκαλούμενης, να επιβάλλεται, τουλάχιστον κατά το πρώτο χρονικό διάστημα, περιορισμένη μεν, αλλά τακτική επικοινωνία, αλλά χωρίς δυνατότητα διανυκτέρευσης του ανηλίκου στην οικία του ενάγοντος, μέχρι να καταστεί σαφές και κατά τρόπο αναμφισβήτητο το πραγματικό ενδιαφέρον αυτού και, παράλληλα, να υπάρξει μία σταδιακή προσέγγιση του τελευταίου με το ανήλικο για τη σύσφιξη των μεταξύ τους σχέσεων και την ενδυνάμωση του συγγενικού τους δεσμού, δεδομένου ότι υπό τις παρούσες συνθήκες η διανυκτέρευση αυτού με τον πατέρα του κρίνεται ότι θα έχει δυσμενή επίδραση στην περαιτέρω ομαλή ψυχοσωματική και ψυχοδιανοητική του ανάπτυξη, με τη δημιουργία σ' αυτό αισθήματος ανασφάλειας, καθόσον το περιβάλλον του πατέρα του είναι παντελώς άγνωστο στο ανήλικο.

Επί πλέον, κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, κρίνεται αναγκαίο να γίνονται οι συναντήσεις του εναγομένου με το ανήλικο με την παρουσία της εναγομένης μητέρας του, καθώς και ενός τρίτου προσώπου, συγγενή αυτής. Από την άλλη πλευρά, όμως, θα πρέπει και η εναγομένη να καταβάλει προσπάθεια, ώστε κατά τις συναντήσεις αυτές η επικοινωνία του ενάγοντος με το ανήλικο να έχει ουσιαστικό περιεχόμενο, γενικά δε αμφότεροι οι διάδικοι, των οποίων οι σχέσεις είναι εξαιρετικά τεταμένες, δεν πρέπει να καθιστούν το τέκνο τους αποδέκτη των προβλημάτων τους, ούτε να το αναμειγνύουν στις προσωπικές τους έριδες, αλλά να το διαπαιδαγωγούν αμφότεροι κατά τρόπο, ώστε να τρέφει αισθήματα σεβασμού και αγάπης εξίσου και προς τους δύο γονείς του, μετά των οποίων συνδέεται με άρρηκτο φυσικό δεσμό.

Ενόψει όλων αυτών, το αληθινό συμφέρον του τέκνου, όπως αυτό προσδιορίζεται από την ηλικία του και από τις συνθήκες της ζωής του, που έχουν ήδη διαμορφωθεί, το Δικαστήριο κρίνει ότι προς το παρόν ο πλέον κατάλληλος τρόπος επικοινωνίας του ενάγοντος με αυτό είναι ο ακόλουθος: Α) Κατά το πρώτο έτος από την έκδοση της παρούσας:

α) κατά το πρώτο εξάμηνο από την έκδοση της απόφασης, κάθε πρώτο και τρίτο Σάββατο εκάστου μηνός από ώρα 12.00 μ.μ. μέχρι ώρα 15.00 μ.μ. και κάθε δεύτερη και τέταρτη Κυριακή εκάστου μηνός από ώρα 12.00 μ.μ. μέχρι ώρα 17.00 μ. μ. στην οικία της εναγομένης και πάντοτε υπό την παρουσία της τελευταίας και ενός δικού της συγγενικού προσώπου, β) κατά το δεύτερο εξάμηνο από την έκδοση της απόφασης, κάθε πρώτο και τρίτο Σάββατο εκάστου μηνός από ώρα 12.00 μ.μ.

μέχρι ώρα 17.00 μ.μ. και κάθε δεύτερη και τέταρτη Κυριακή εκάστου μηνός από ώρα 12.00 μ.μ. μέχρι ώρα 17.00 μ.μ., εναλλάξ σε αμφότερες τις ημέρες, είτε -στην οικία της εναγόμενης είτε σε παιδότοπο κλειστό ή, αν το επιτρέπουν οι καιρικές συνθήκες, ανοικτό, και πάντοτε υπό την παρουσία της εναγομένης και ενός δικού της συγγενικού προσώπου.

Κατόπιν συνεννόησης των διαδίκων η αμέσως υπό στοιχ. Α(β) ανωτέρω επικοινωνία θα μπορεί να γίνεται κατά την ίδια ημέρα εν μέρει στην οικία της εναγομένης και εν μέρει στον παιδότοπο. Β) Μετά το πρώτο έτος από την έκδοση της παρούσας απόφασης: κάθε πρώτο και τρίτο Σάββατο εκάστου μηνός από ώρα 12.00 μ.μ. μέχρι ώρα 19.00 μ.μ.

και κάθε δεύτερη και τέταρτη Κυριακή εκάστου μηνός από ώρα 12.00 μ.μ. μέχρι ώρα 19.00 μ.μ. Ο ενάγων θα παραλαμβάνει το ανήλικο τέκνο του από την οικία της εναγόμενης όπου και θα το επιστρέφει μετά το πέρας της επικοινωνίας". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, αφού δέχθηκε τόσο την προαναφερθείσα έφεση του αναιρεσείοντος, όσο και την από 6-2-2017 αντέφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του αναιρεσείοντος κατά το επικουρικό της αίτημα της ρύθμισης της επικοινωνίας του με την ανήλικη θυγατέρα του, την οποία και ρύθμισε κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, με απειλή σε βάρος της αναιρεσίβλητη ς χρηματικής ποινής πεντακοσίων ευρώ για κάθε παράβαση της σχετικής της διάταξης.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1510,1511,1512,1513 1520ΑΚ και 4 του Συντάγματος, ως προς τη συνδρομή του συμφέροντος της θυγατέρας των διαδίκων σε σχέση με την γενόμενη με τον ορισθέντα από αυτό ανωτέρω τρόπο επικοινωνίας της με τον αναιρεσείοντα, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα αποδειχθέντα επωφελή για την ανήλικη στοιχεία και περιστάσεις.

Ειδικότερα, το Εφετείο, με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά, ότι η γεννηθείσα την 1-12-2014 ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων, διαμένει από την γέννησή της συνεχώς με την αναιρεσίβλητη μητέρα της, ότι ο αναιρεσείων έχει επικοινωνήσει μαζί της μόνο μία φορά, στις 7-3-2015,όταν ήταν δηλαδή περίπου τριών μηνών, και έκτοτε δεν έχει επαφή μαζί της, ενώ το περιβάλλον του της είναι παντελώς άγνωστο και ότι οι μεταξύ των διαδίκων σχέσεις είναι τεταμένες, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων, έκρινε ότι το καλώς εννοούμενο συμφέρον της ανήλικης επιτάσσει την ρύθμιση της επικοινωνίας της κατά τον τρόπο και με τους περιορισμούς που έθεσε, ως προς τον τόπο, το χρόνο και την παρουσία τρίτου συγγενικού προσώπου της αναιρεσίβλητης.

Προς τούτο συνεκτίμησε και δεν έλαβε υπόψη, ως μόνο στοιχείο, την βιοκοινωνική υπεροχή στη συγκεκριμένη περίπτωση της αναιρεσίβλητης μητέρας, ενώ είναι σαφές από το προεκτεθέν περιεχόμενο της, ότι διηγηματικά και μόνο ανέφερε τις συνθήκες ματαίωσης του γάμου των διαδίκων και την γι' αυτήν υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος, τις οποίες και δεν έλαβε υπόψη ως παράγοντες ρύθμισης της επικοινωνίας.

Εξάλλου, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης δεν προκύπτει, ότι θεώρησε ως φορέα του δικαιώματος επικοινωνίας με την ανήλικη την αναιρεσίβλητη, αλλά το δικαίωμα αυτό ρύθμισε λαμβάνοντας υπόψη την αγωγή του μόνου νομιμοποιούμενου προς τούτο, κατά τη διάταξη του άρθρου 1520ΑΚ αναιρεσείοντος, την οποία και μόνο έκανε εν μέρει δεκτή, όπως ρητά αναφέρει.

Αντίθετο συμπέρασμα, ότι δηλαδή δέχθηκε σχετικό αίτημα της αναιρεσίβλητης, εκτός του ότι τέτοιο δεν δέχθηκε η απόφαση, δεν μπορεί να εξαχθεί από την μη αποδοχή από το Εφετείο του προταθέντος από τον αναιρεσείοντα τρόπου επικοινωνίας. Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον δεύτερο, υπό στοιχεία β1,2,3 και γ1 λόγο, για αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων είναι αβάσιμα.

Κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διάταξης που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς το χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης.

Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ255/2010).

Εξάλλου, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ74/2016).Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για τη κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και προσδιόρισαν το έννομο συμφέρον της ανήλικης θυγατέρας των διαδίκων, ώστε να ρυθμιστεί το δικαίωμα επικοινωνίας του αναιρεσείοντος με αυτή, κατά το αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση χρονικό διάστημα των δύο ετών, ενώ έχει τις απαιτούμενες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς και πλήρεις και δεν αντιφάσκουν, κατά τρόπο που καθιστούν ευχερή τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερθεισών διατάξεων.

Ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο υπό στοιχείο στ 1, 2,3και 10, λόγο της κρινόμενης αίτησης, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.19ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για ελλιπή αιτιολογία, λόγω μη αναφοράς: Α) τι εννοεί ως πρωτοβουλία για την διακοπή της σχέσης του με την αναιρεσίβλητη, τι εννοεί ότι η μη αρμονική με αυτή συμβίωση οφειλόταν κυρίως στην συμπεριφορά του, ποιά η σημασία για το ανήλικο τέκνο της εγωιστικής του συμπεριφοράς, ο λόγος της διαφωνίας του με την αναιρεσίβλητη, ο τόπος, χρόνος και τα παρόντα πρόσωπα στα μεταξύ τους επεισόδια, τις επιλήψιμες πράξεις ή φράσεις του, τα διάφορα αντικείμενα που εκσφενδόνισε και έθραυσε, τον τόπο και τον χρόνο που χειροδίκησε σε βάρος της αναιρεσίβλητης, τις σωματικές βλάβες που αυτή υπέστη, αν καταγγέλθηκε και αν τιμωρήθηκε γι' αυτές, για ποιους λόγους θεωρεί ότι η θεία της τελευταίας κατέθεσε πειστικά, ποια είναι τα άλλα επεισόδια, από πού συνάγεται ότι η θεία της αναιρεσίβλητης ήταν παρούσα κατ' αυτό της 1-6-2014 και τι ακριβώς συνέβη τότε και Β)πότε ημερολογιακά λήγει το πρώτο χρονικό διάστημα μετά το οποίο θα υπάρχει δυνατότητα διανυκτέρευσης του ανήλικου στην οικία του, πότε και με ποιό τρόπο θα καταστεί σαφές το πραγματικό του ενδιαφέρον για το ανήλικο και θα υπάρξει μια σταδιακή προσέγγισή του με αυτό, πότε και με ποιο τρόπο θα καταστεί οικείο το περιβάλλον του στο τέκνο, με βάση ποιούς κανόνες της λογικής έκρινε ότι η διανυκτέρευση του τέκνου με τον πατέρα του θα έχει δυσμενή επίδραση στην ομαλή ψυχοσωματική και ψυχοδιανοητική του κατάσταση, με ποιά κριτήρια έκρινε ότι είναι απαραίτητη η παρουσία της αναιρεσίβλητης και συγγενικού της προσώπου κατά την επικοινωνία και γιατί η αιτούμενη από τον ίδιο ρύθμιση της επικοινωνίας είναι λιγότερο συμφέρουσα από την επιβληθείσα.

Ο ανωτέρω λόγος, κατά την με στοιχ.Α αιτίαση είναι αβάσιμος, εφόσον η γενόμενη στα πλαίσια της εκτίμησης του αποδεικτικού υλικού παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφαση, σε σχέση με τις συνθήκες ματαίωσης του γάμου των διαδίκων, των μεταξύ τους επεισοδίων και της συμπεριφοράς του αναίρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη, δεν αφορά σε ουσιώδες ζήτημα της δίκης και δεν στηρίζει το αποδεικτικό της πόρισμα, περί ρύθμισης του δικαιώματος επικοινωνίας του αναιρεσείοντος με το τέκνο του και διατυπώθηκε διηγηματικά και πλεοναστικά.

Ο ίδιος λόγος κατά τις υπό στοιχείο Β αιτιάσεις είναι επίσης αβάσιμος. Ειδικότερα, το πόρισμα του Εφετείου με το οποίο ρυθμίζεται το δικαίωμα επικοινωνίας, είναι σαφές και επαρκώς αιτιολογημένο τόσο ως προς το χρονικό διάστημα διαρκείας του, ήτοι δύο ετών(από 8 Ιουνίου 2017,έως 8 Ιουνίου 2019),κατά το οποίο το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι οι αποδειχθείσες περιστάσεις δικαιολογούσαν την ρύθμισή του, όσο και ως προς τους περιορισμούς ως προς την μη διανυκτέρευση και την παρουσία της αναιρεσίβλητης κατ' αυτή και ενός συγγενικού της προσώπου, κατά το πρώτο έτος της ρύθμισής της(το οποίο έχει σχεδόν αναλωθεί).

Από το προεκτεθέν περιεχόμενο εξάλλου της προσβαλλόμενης απόφασης, ευθέως συνάγεται ότι ο περιορισμός ως προς την μη διανυκτέρευση ορίσθηκε λόγω της έλλειψης οικειότητας μεταξύ του αναιρεσείοντος και της γεννηθείσας την 1-12-2014 ανήλικης θυγατέρας του, με την οποία μόνο μία φορά σε ηλικία τριών μηνών είχε επικοινωνία, με αποτέλεσμα, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής που δεν ήταν υποχρεωμένο να αναφέρει το δικαστήριο, να είναι σαφής και αιτιολογημένη ως προς το συμφέρον του ανήλικου η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφαση περί δυσμενούς επίδρασης στην ομαλή ψυχοσωματική και ψυχοδιανοητική του ανάπτυξη η διανυκτέρευσή του με τον αναιρεσείοντα, μέχρι 8 Ιουνίου 2019, χωρίς να είναι υποχρεωμένο το Εφετείο να διαλάβει παραδοχή για το πότε και πώς θα εκλείψουν οι λόγοι που επιβάλλουν τον περιορισμό αυτό.

Επίσης από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, ευθέως συνάγονται και οι λόγοι που το συμφέρον της ανήλικης θυγατέρας των διαδίκων επέβαλαν τον περιορισμό κατά το πρώτο έτος μόνο, ήτοι μέχρι 8 Ιουνίου 2018 της παρουσίας της αναιρεσίβλητης, που είναι οι προαναφερόμενοι και ενός συγγενικού της προσώπου, λόγω των περιγραφέντων τεταμένων σχέσεων των διαδίκων προς αποφυγή τυχόν επεισοδίων μεταξύ τους, κάτι που θα είχε δυσμενή επίδραση στο ανήλικο τέκνο τους.

Οι λοιπές αιτιάσεις πλήττουν την ανάλυση και αιτιολόγηση του ανωτέρω σαφούς αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύουν τον από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο και κατά τούτο είναι απαράδεκτες. Εξάλλου, για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης δεν ήταν υποχρεωμένο το Εφετείο να προβλέψει στο διατακτικό του υποχρεώσεις της αναιρεσίβλητης για να έχει η επικοινωνία του με την ανήλικη ουσιαστικό περιεχόμενο, απορριπτομένων όσων περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο αναιρεσείων κατ' επίκληση της ίδιας αναιρετικής πλημμέλειας με τον δεύτερο υπό στοιχείο στ μεαρ.4 λόγο της αναίρεσης.

Περαιτέρω, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο υπό στοιχείο στ. με αριθμούς 5,8 και 9, λόγο της κρινόμενης αίτησης, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.19ΚΠολΔ,μέμφεται το Εφετείο, ότι ενώ στην μείζονα πρόταση του αναφέρει, ότι το αληθινό συμφέρον του τέκνου επιβάλλει να μην αποξενωθεί αυτό ψυχικά από τον πατέρα του και, ως εκ τούτου, καθίσταται αναγκαία η επικοινωνία του αναιρεσείοντος με αυτό, χωρίς να επιδρά στην απόφαση κανένας από τους διαφορετικούς παράγοντες που συνοδεύουν το πρόσωπο κάθε γονέα και η τυχόν υπαιτιότητα αυτού στη διακοπή της συμβίωσης, τελικώς με την ρύθμιση της επικοινωνίας που επέβαλε, αντιφάσκει με τις προηγηθείσες παραδοχές του.

Ο λόγος είναι απαράδεκτος, εφόσον με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ ελέγχονται οι αντιφάσεις στις παραδοχές της ελάσσονος πρότασης του δικαστηρίου της ουσίας και όχι αυτές μεταξύ της μείζονος και της ελάσσονος οι οποίες εφόσον υφίστανται ελέγχονται ως πλημμέλειες, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ανεξάρτητα, του ότι είναι και αβάσιμος, εφόσον δεν υφίσταται τέτοια αντίφαση.

Δεν υφίσταται εξάλλου αντίφαση μεταξύ της παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης για εριστική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και αυτής που όρισε να γίνεται η επικοινωνία του με την ανήλικη θυγατέρα του το πρώτο έτος στην οικία της αναιρεσίβλητης με την παρουσία αυτής και ενός συγγενικού της προσώπου, απορριπτομένων όσων περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον δεύτερο υπό στοιχείο στ με αρ.6 αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559αριθμ.19ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, η επίκληση από τον αναιρεσείοντα "εξωνομικής κρίσης και παραλογισμού" διότι, κατά την εκτίμησή του το Εφετείο εξάρτησε εμμέσως πλην σαφώς την απλή παραμονή και διανυκτέρευση του τέκνου του στην οικία του στο μέλλον από τις προσωπικές του σχέσεις με την αναιρεσίβλητη, δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει τον από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, όπως αποπεράται να πράξει ο αναιρεσείων με τον δεύτερο υπό στοιχείο στ αρ. 7 λόγο της κρινόμενης αίτησης, ο οποίος κατά τούτο είναι απαράδεκτος.

Από τη διάταξη του άρθρου 1520 σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 1511,1512ΑΚ,σαφώς προκύπτει, ότι το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας με το ανήλικο τέκνο ασκείται είτε με αυτοτελή αγωγή είτε με ανταγωγή, για την οποία ο μόνος νομιμοποιούμενος ενεργητικά είναι ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, αναγκαίο, στοιχείο της οποίας δεν αποτελεί και ο τρόπος, ο χρόνος και οι λοιπές περιστάσεις επικοινωνίας, τις οποίες καθορίζει το δικαστήριο σύμφωνα με το συμφέρον του τέκνου, αφού λάβει υπόψη το σχετικό αίτημα της αγωγής και κρίνει με βάση τις αποδείξεις αν ο προτεινόμενος από τον δικαιούχο τρόπος επικοινωνίας είναι συμφέρων για το τέκνο, δικαιούμενο να ρυθμίσει το σχετικό δικαίωμα του και κατά τρόπο διαφορετικό από τον προταθέντα (ΑΠ989/2015).

Εκ του ότι δεν νομιμοποιείται ο γονέας που διαμένει με το τέκνο να ασκήσει αγωγή ρύθμισης του δικαιώματος επικοινωνίας του άλλου γονέα, δεν συνάγεται ότι δεν έχει έννομο συμφέρον και δεν νομιμοποιείται να ασκήσει έφεση ή αντέφεση κατά της απόφασης με την οποία ρυθμίζεται το θέμα αυτό, προβάλλοντας τις αντιρρήσεις του για την διαταχθείσα ρύθμιση.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων:1)ο αναιρεσείων ζήτησε με το επικουρικό αίτημα της αγωγής του τη ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του με το ανήλικο τέκνο του μέχρι την ηλικία των δέκα οκτώ ετών, κατά τον αναφερόμενο σ' αυτή τρόπο,2)η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή του κατά το άνω αίτημα και ρύθμισε το δικαίωμά του αυτό για χρονικό διάστημα από 13 Ιουνίου 2016 μέχρι 13 Ιουνίου 2018,κατά τον προαναφερθέντα τρόπο,3)ο αναιρεσείων άσκησε κατά της ανωτέρω απόφασης έφεση, στα πλαίσια της οποίας, ζήτησε και πάλι να ρυθμιστεί η επικοινωνία του με το τέκνο του μέχρι τα δέκα οκτώ του έτη, ενώ αντέφεση κατά της ίδιας απόφασης άσκησε και η αναιρεσίβλητη προβάλλοντας αντιρρήσεις για τον ορισθέντα τρόπο επικοινωνίας, παραπονούμενη ειδικότερα για την μη παρουσία αυτής και συγγενικού της προσώπου σε μέρος του ρυθμισθέντος χρονικού διαστήματος αυτής και 4) η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, αφού δέχθηκε τόσο την έφεση, όσο και την παραδεκτώς ασκηθείσα αντέφεση από την έχουσα προς τούτο, ως ηττηθείσα, προφανές έννομο συμφέρον, αναιρεσίβλητη, εξαφάνισε τη σχετική διάταξη του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του αναιρεσείοντος κατά το σχετικό της αίτημα, και ρύθμισε το δικαίωμα επικοινωνίας του με το ανήλικο και πάλι για δύο έτη, αρχόμενα από την έκδοσή της, διευρύνοντας το δικαίωμά του και με την δυνατότητα επικοινωνίας με το τέκνο του σε παιδότοπο, κατ' αποδοχή της έφεσής του, και μειώνοντας τις ώρες επικοινωνίας του κατά δύο ώρες για το χρονικό διάστημα από 8 Ιουνίου 2017 μέχρι 8 Δεκεμβρίου 2017, κατ' αποδοχή της αντέφεσης της αναιρεσίβλητης.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, α)δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, μη απορρίπτοντας την αντέφεση της αναιρεσίβλητης και β)δεν διέλαβε αντιφατική με την παραδοχή της περί αποδοχής της έφεσης και της αντέφεσης, διάταξη ρύθμισης της επιμέλειας, ούτε, εφόσον δέχθηκε την παραδεκτώς ασκηθείσα αντέφεση, κατέστησε χείρονα την θέση του(άρθρο536ΚΠολΔ).

Συνεπώς, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο αναιρεσείων αντίστοιχα, με τον δεύτερο λόγο υπό στοιχείο ζ, για αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559αριθμ.14ΚΠολΔ, και με τον δεύτερο λόγο υπό στοιχείο στ αρ.11 για αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.19 και αριθμ., κατ' εκτίμηση, 8ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 9, περιπτ. γ', του Κ.Πολ.Δ,, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια αυτής της διάταξης, νοείται αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ένδικου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, αφετέρου δε κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης (ΑΠ1450/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο υπό στοιχείο α' λόγο αναίρεσης, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.9γ ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, ότι άφησε αδίκαστα "τα ειδικότερα αιτήματα που περιλαμβάνονται στο επικουρικό αίτημα της αγωγής του για ρύθμιση της επικοινωνίας του με το τέκνο", ήτοι ,α) της ρύθμισης αυτής μέχρι το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του, β)της παροχής από την αναιρεσίβλητη ενημέρωσης για όλα τα ζητήματα που το αφορούν και γ) της δυνατότητάς του καθημερινής τηλεφωνικής ή μέσω skype επικοινωνίας με το τέκνο.

Ο λόγος είναι απαράδεκτος, εφόσον τα ανωτέρω αιτήματα δεν είναι αυτοτελή, ούτε αποτέλεσαν ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης, αλλά όπως και ο αναιρεσείων εκθέτει στο αναιρετήριο, προκύπτει άλλωστε και από την επισκόπηση της αγωγής του, τα είχε εισάγει(και το ανωτέρω υπό στοιχ. β) στο πλαίσιο της αιτούμενης με αυτή ρύθμισης του δικαιώματος της επικοινωνίας του.

Επομένως, το δικαστήριο, δεν ήταν υποχρεωμένο να διαλάβει σχετική γι' αυτά διάταξη, αφού δικάζοντας την αγωγή και ρυθμίζοντας κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές της την επικοινωνία του με το ανήλικο, είναι προφανές ότι τα ερεύνησε και "σιγή" τα απέρριψε. Εξάλλου, και ο επικουρικώς προβαλλόμενος,(για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι τα ανωτέρω αιτήματα απορρίφθηκαν, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) δεύτερος υπό στοιχείο γ' αριθμ.2 λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, λόγω μη αναφοράς στην μείζονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασης των διατάξεων των άρθρων 1513 παρ.3 και 1515 παρ.1εδ.βΑΚ,είναι απαράδεκτος, εφόσον η παράλειψη και μόνο αναφοράς της νομικής διάταξης δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο (ΑΠ 176/2011).

Περαιτέρω, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο υπό στοιχείο δ λόγο της αναίρεσης, με τους αριθμούς 1 έως και 10. κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, ότι κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα ρύθμισης της επιμέλειας του ανήλικου, χωρίς να λάβει υπόψη τους εξής ισχυρισμούς: 1) ότι πληροί τις περιστάσεις και τα κριτήρια που επιβάλλουν την ευρύτατη δυνατή επικοινωνία με το τέκνο, αφού είναι απολύτως κατάλληλος γι' αυτό, λόγω ηλικίας και επαγγέλματος, επέδειξε ενδιαφέρον για την εγκυμοσύνη της αναιρεσίβλητης και για το τέκνο, 2) ότι η αναιρεσίβλητη από υπαιτιότητά της έχει παγιώσει μονομερώς και αυθαίρετα μια πραγματική κατάσταση που δεν του επιτρέπει να επικοινωνήσει αξιοπρεπώς με το τέκνο του και έχει κτίσει μονόπλευρο συναισθηματικό δεσμό με αυτό αντίθετο από την θέλησή του, ενώ και η μικρή ηλικία αυτού δεν δίνει προβάδισμα στην μητέρα, 3) ότι διαθέτει παιδικό δωμάτιο και έχει όλα τα προσόντα να φροντίζει το τέκνο του στην οικία του,4)ότι δεν έλαβε υπόψη τους δικούς του ισχυρισμούς και κατέληξε στις εσφαλμένες παραδοχές περί υπαιτιότητάς του για την ματαίωση του γάμου του με την αναιρεσίβλητη, περί εγκατάλειψής της και περί βίαιης και εριστικής συμπεριφοράς του, 5) ότι η αναιρεσίβλητη απουσιάζει από την οικία της λόγω της επαγγελματικής της ενασχόλησης και το τέκνο θα μεγαλώνει με βρεφοκόμο,6)ότι η αναιρεσίβλητη τον συκοφαντεί και η επιθυμία της να παρευρίσκεται τρίτο πρόσωπο παρεμποδίζει την αμεσότητα της προσωπικής του επαφής με το τέκνο, ενώ συνιστά αδικαιολόγητο περιορισμό αυτής, 7) ότι η μη επικοινωνία του μέχρι τώρα με το ανήλικο τέκνο του οφείλεται στους μη ληφθέντες υπόψη τεθέντες υπόψη του δικαστηρίου λόγους, 8) τους σχετικούς με την διατροφή του ανήλικου, ισχυρισμούς, 9) ότι οι γονείς και τα αδέλφια του επιθυμούν να επικοινωνούν συχνότατα με το τέκνο του, αλλά δεν υφίσταται δυνατότητα συνεννόησης με την αναιρεσίβλητη.

Ο ανωτέρω λόγος, Α)ως προς τους με αριθμούς 4, 8 και 9 ισχυρισμούς είναι απαράδεκτος, διότι αυτοί είναι αλυσιτελείς, εφόσον δεν επιδρούν στην διερεύνηση του συμφέροντος του ανήλικου, σε σχέση με τον καθορισμό του δικαιώματος επικοινωνίας του με αυτό, Β)ως προς τον με αριθμό 1 είναι αβάσιμος, εφόσον λήφθηκε υπόψη και αναλόγως ρυθμίστηκε το δικαίωμα επικοινωνίας του κατά μερική παραδοχή του και Γ) κατά τους λοιπούς ισχυρισμούς είναι απαράδεκτος, διότι αυτοί δεν αποτελούν πράγμα, αλλά είναι αρνητικοί ισχυρισμοί και επιχειρήματα υπέρ του προταθέντος από τον αναιρεσείοντα τρόπου επικοινωνίας που σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης, λήφθηκαν υπόψη και αναλόγως απορρίφθηκαν ή έγιναν εν μέρει δεκτοί με τον τρόπο που το Εφετείο καθόρισε την άσκηση του δικαιώματος του να επικοινωνεί με το τέκνο του.

Εξάλλου, με την κατ' επίφαση επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας (του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ), ο σχολιασμός και αντίκρουση από τον αναιρεσείοντα των ενόρκων βεβαιώσεων που προσκομίστηκαν με την επιμέλεια της αναιρεσίβλητης και της κατάθεσης της μάρτυρος της στο ακροατήριο σε σχέση με τις συνθήκες ματαίωσης του γάμου των διαδίκων και της εγωιστικής και εριστικής συμπεριφοράς του προς την αναιρεσίβλητη, είναι απαράδεκτος, εφόσον εκτός του ότι η υπαιτιότητα για την ματαίωση του γάμου τους δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της παρούσας πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου.

Επίσης απαράδεκτη είναι και η με την κατ' επίφαση επίκληση της ίδιας αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ,(της μη λήψης δηλαδή υπόψη των δικών του ισχυρισμών) αιτίαση, περί εσφαλμένης παραδοχής του Εφετείου για την μη επιδίωξή του να επικοινωνεί με την ανήλικη θυγατέρα του, εφόσον έτσι επιχειρείται η επανάκριση της ουσίας της υπόθεσης.

Ο αναιρεσείων εξάλλου με τον δεύτερο υπό στοιχείο ε' λόγο της κρινόμενης αίτησής του μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.11γ, ότι δεν έλαβε υπόψη όλα γενικώς τα αποδεικτικά μέσα που είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει ενώπιον του, προκειμένου να αποδείξει το αγωγικό του αίτημα και την έφεσή του και να αντικρούσει την αντέφεση της αναιρεσίβλητης ως προς τη ρύθμιση του δικαιώματος του επικοινωνίας με το ανήλικο τέκνο του, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε εσφαλμένο διατακτικό. Ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, αφού δεν γίνεται συγκεκριμενοποίηση των αποδεικτικών μέσων που κατά τον αναιρεσείοντα δεν λήφθηκαν υπόψη και του περιεχομένου τους, αλλά και διότι, με την κατ' επίφαση επίκληση της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας ο αναιρεσείων επιχειρεί να πλήξει την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ' αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του.

Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ' αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά (Ολ.ΑΠ2/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο υπό στοιχείο η' λόγο της κρινόμενης αίτησής του, επικαλούμενος αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.20 ΚΠολΔ., μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, ότι με την παραδοχή της σύμφωνα με την οποία, με την αποστολή των από 7-7-2015και 27-8-2015 εξωδίκων δηλώσεών του προς την αναιρεσίβλητη "κατά προσχηματικό τρόπο αμφισβήτησε την ορθότητα των δικαστικών αποφάσεων και δικαιολογούσε τη μη επικοινωνία του με το ανήλικο",απέδωσε στα έγγραφα αυτά εντελώς διαφορετικό νόημα από το πραγματικό περιεχόμενο τους, με το οποίο θεμελίωνε πλήρως τους λόγους για τους οποίους ήταν νομικά και πρακτικά ανεφάρμοστες οι εν λόγω δικαστικές αποφάσεις και δεν δικαιολογούσε έτσι την μη επικοινωνία του με το τέκνο.

Ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος, εφόσον με αυτόν δεν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο των προαναφερθέντων εγγράφων, δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωσή τους, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου τους, το οποίο όμως δεν ελέγχεται αναιρετικά.

Εξάλλου, το Εφετείο, δεχόμενο εν μέρει το αίτημα του αναιρεσείοντος επιβολής χρηματικής ποινής σε βάρος της αναιρεσίβλητης, απείλησε σε βάρος της χρηματική ποινή ύψους πεντακοσίων ευρώ για κάθε παραβίαση του ορισθέντος τρόπου επικοινωνίας. Επομένως, η κατ' επίκληση, με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι η απειληθείσα ποινή είναι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ανεπαρκής και πολύ μικρή έναντι της αιτούμενης ύψους δέκα χιλιάδων ευρώ είναι απαράδεκτη, εφόσον το προαναφερθέν αίτημα λήφθηκε υπόψη, δικάστηκε και έγινε εν μέρει δεκτό, απορριφθέν κατά το επί πλέον αιτούμενο.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (αρθρ.176, 183) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από τις από 8-9-2017 εκθέσεις κατάθεσης της κρινόμενης αίτησης, τόσο ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο αναιρεσείων κατέθεσε το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 495παρ.1ΚΠολΔ παράβολο, καίτοι δεν είχε τέτοια υποχρέωση, κατά την παρ.3 εδάφιο τελευταίο του ίδιου άρθρου, εφόσον επρόκειτο για διαφορά υπαγόμενη στη διάταξη του άρθρου 592αριθμ.3ΚΠολΔ,πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή αυτού στον ίδιο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8 Σεπτεμβρίου 2017 αίτηση και τον από 23/3/2018 πρόσθετο λόγο του Π. Κ. για αναίρεση των αποφάσεων: 1) 2798/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και 2) 2884/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή των κατατεθέντων παραβόλων στον αναιρεσείοντα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουλίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ