Legislator Case Law & Legislation
1286/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against one defendant but remands case for substantive trial on others.

Case Number 1286/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal regarding the forty-seventh defendant but allowed it against the remaining twenty-six defendants. The State argued for dismissal based on statute of limitations, while the defendants contested the application of this bar. The court ruled that the appeal was unfounded for one party but valid for others, necessitating a new substantive hearing for the remainder.

Legislator headnote

AI generated

Articles 580(3), 570(2), 581(2) of the Code of Civil Procedure; In cases of a second appeal on the same matter, the Supreme Court must retain the case for substantive trial after dismissing the appeal on procedural grounds for some parties, requiring a new hearing.

Keywords

AI generated
second appeal procedure substantive trial remand statute of limitations partial appeal dismissal legal costs offsetting

Cited Legislation

AI generated
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 570(2) of the Code of Civil Procedure
Article 581(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1286 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1286/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Φωτεινή Δεδούση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. χήρας Β. Ρ., το γένος Α. Κ., κατοίκου ..., 2) Α. Ρ. του Κ., συζύγου Ε. Κ., κατοίκου ..., 3) Κ. συζύγου Σ. Ρ., το γένος Α. Κ., κατοίκου ..., 4) Δ. Ρ. του Μ., κατοίκου ..., 5) Α. Ρ. του Σ., πρώην συζύγου Λ. Σ., κατοίκου ..., 6) Δ. συζύγου Γ. Σ., το γένος Γ. Σ., κατοίκου ..., 7) Α. Σ. του Α., κατοίκου ..., 8) Ε. συζύγου Χ. Σ., το γένος Β.

Ζ., κατοίκου ..., 9) Σ. συζύγου Σ. Σ., το γένος Μ. Δ., κατοίκου ..., 10) Π. Σ. του Λ., κατοίκου ..., 11) Γ. συζύγου Γ. Σ., το γένος Α. Δ., κατοίκου ..., 12) Α. συζύγου Σ. Σ., το γένος Α. Χ., κατοίκου ..., 13) Α. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 14) Β. Μ. του Κ., πρώην συζύγου Χ. Σ., κατοίκου ..., 15) Μ. συζύγου Π. Σ., το γένος Γ. Κ., κατοίκου ..., 16) Δ. χήρας Γ. Σ., το γένος Γ.

Β., κατοίκου ..., 17) Ε. συζύγου Ν. Σ., το γένος Β. Χ., κατοίκου ..., 18) Π. συζύγου Ν. Σ., το γένος Κ. Α., κατοίκου ..., 19) Ε. συζύγου Δ. Σ., το γένος Φ. Τ., κατοίκου ..., 20) Ε. συζύγου Γ. Σ., το γένος Χ. Χ., κατοίκου ..., 21) Σ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 22) Α. Τ. του Ν., κατοίκου ..., 23) Α. συζύγου Π. Τ., το γένος Ν. Β., κατοίκου ..., 24) Μ. συζύγου Κ. Τ., το γένος Ε.

Χ., κατοίκου ..., 25) Ι. Τ. του Η., κατοίκου ..., 26) Α. συζύγου Θ. Τ., το γένος Ζ. Μ., κατοίκου ..., 27) Α. Τ. του Β., κατοίκου ..., 28) Γ. συζύγου Γ. Τ., το γένος Β. Π., κατοίκου ..., 29) Μ. συζύγου Σ. Τ., το γένος Χ. Τ., κατοίκου ..., 30) Δ. χήρας Ι. Τ., το γένος Χ. Κ., κατοίκου ..., 31) Σ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., 32) Μ. Τ. του Χ., κατοίκου ..., 33) Γ. Τ. του Θ., κατοίκου ..., 34) Ε.

Τ. του Χ., κατοίκου ..., 35) Ε. συζύγου Β. Τ., το γένος Κ. Μ., κατοίκου ..., 36) Μ. συζύγου Δ. Φ., κατοίκου ..., 37) Β. Φ. του Δ., κατοίκου ..., 38) Ε. χήρας Φ. Φ., το γένος Σ. Κ., κατοίκου ..., 39) Ι. συζύγου Γ. Φ., το γένος Ε. Ν., κατοίκου ..., 40) Δ. χήρας Ν. Χ., το γένος Μ. Π., κατοίκου ..., 41) Ε. Χ. του Μ., κατοίκου ..., 42) Μ. Χ. του Γ., συζύγου Χ. Α., κατοίκου ..., 43) Φ.

συζύγου Γ. Χ., το γένος Α. Ρ., κατοίκου ..., 44) Ε. συζύγου Π. Χ., το γένος Κ. Τ., κατοίκου ..., 45) Β. Χ. του Γ., συζύγου Κ. Κ., κατοίκου ..., 46) Ν. Χ. του Χ., συζύγου Β. Ο., κατοίκου ..., 47) Ε. χήρας Σ. Χ., το γένος Α. Γ., κατοίκου ..., 48) Φ. συζύγου Α. Χ., το γένος Η. Π., κατοίκου ..., 49) Μ. συζύγου Δ. Χ., το γένος Τ. Σ., κατοίκου ..., 50) Δ. χήρας Γ. Χ., το γένος Ζ.

Κ., κατοίκου ... και 51) Α. Χ. του Δ., συζύγου Δ. Ρ., κατοίκου ..., από τις οποίες η τριακοστή πρώτη (Σ. Τ.) παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βασιλείου και οι λοιπές εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων ήδη μη διαδίκων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1266/2011 του ίδιου δικαστηρίου και 4808/2013 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητες με την από 3-12-2013 αίτησή τους, καθώς και το ήδη αναιρεσείον με την από 6-3-2014 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 2203/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η από 6-3-2014 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή δε της από 3-12-2013 αίτησης των ήδη αναιρεσιβλήτων αναιρέθηκε κατά ένα μέρος της η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς αυτές και παραπέμφθηκε η υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο.

Εκδόθηκε η 4579/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-1-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίσθηκε εισηγήτρια η Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β, 309 εδ. α, 321 και 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ανωτέρω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (Ολ. Α.Π. 5/2001, 9/1996). Εξ άλλου κατά το άρθρο 503 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δεκαπέντε ημέρες αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, επί ανακοπής δε που ασκείται από το Ελληνικό Δημόσιο η προθεσμία είναι τριάντα ημερών (άρθρο 10 του κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου που κυρώθηκε με το ν.δ. της 26-6/10-7-1944 και εξακολουθεί να ισχύει και μετά την εισαγωγή του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι παρήλθε η προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ.

β Κ.Πολ.Δ. Περαιτέρω η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκου μέσου είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο διαδικαστικός τύπος του άρθρου 297 Κ.Πολ.Δ. διότι ο τύπος αυτός αφορά αποκλειστικά την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ασκηθέντος ήδη ενδίκου μέσου. Ενόψει τούτου η παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος άσκησε αναίρεση χωρίς να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας (Ολ.

Α.Π. 17/2013). Προκειμένου όμως περί του Ελληνικού Δημοσίου, η παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ενδίκου μέσου κατά δικαστικής απόφασης πρέπει να είναι ρητή και γίνεται με την τήρηση των διατυπώσεων που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 6 του Οργανισμού Νομικού Συμβουλίου του Κράτους που κυρώθηκε με το ν. 3086/2002 και 2 παρ. 1 περ.

β του π.δ. 238/2003 για την εκτέλεση των διατάξεων περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Α.Π. 1057/2015). Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται για συζήτηση η από 13-1-2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 4579/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ως δικαστηρίου παραπομπής, στρεφόμενη μεταξύ άλλων και κατά της τεσσαρακοστής έβδομης αναιρεσίβλητης (εβδομηκοστής δεύτερης ενάγουσας και τεσσαρακοστής όγδοης εφεσίβλητης) Ε.

Χ.. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, καθόσον αφορά την εν λόγω εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη, δικάσθηκε ερήμην και απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η έφεσή του κατά το αναιρεθέν κεφάλαιό της ως προς αυτήν, χωρίς να προκύπτει περαιτέρω τελεσιδικία της ερήμην αυτού εκδοθείσας απόφασης με ένα από τους προεκτεθέντες τρόπους.

Κατά συνέπειαν και σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση ως προς την ανωτέρω αναιρεσίβλητη ως απαράδεκτη κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου και να συμψηφισθεί ολικά μεταξύ αυτής και του αναιρεσείοντος η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη (άρθρα 179 περ. β και 183 Κ.Πολ.Δ.).

Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει δε και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ’ αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή όμως αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, δεδομένου ότι αν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δι’ αυτών χορηγούμενης εξουσιοδότησης προς τη διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.

Ειδικότερα, όταν παρέχεται από το νόμο εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξης, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας κατ’ αρχήν δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξης και για το χρόνο έκδοσης αυτής ανήκει στην ανέλεγκτη από το δικαστή κρίση της διοίκησης.

Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξης, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας είτε όταν η υποχρέωση της διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα.

Εξ άλλου με τις διατάξεις του ν. 2738/1999 (κεφάλαιο Α) εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη δημόσια διοίκηση. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου αυτού η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης των υπαλλήλων τους οποίους αφορά, για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών.

Με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 13 με τον τίτλο "Συλλογικές συμφωνίες" ορίζονται τα εξής: "1. Συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2.

Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. ή ο.τ.α.: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.

Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Στη συνέχεια με το ν. 3016/2002 "Για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" και ειδικότερα με το άρθρο 14 του νόμου αυτού με τον τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών" ορίσθηκαν τα εξής: "1.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 (ΦΕΚ 180 Α’ ) και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001. 2.

Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.

Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.

Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή.

β) Οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης. γ) Κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους. 5... 6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος υπουργός δεν είχαν υποχρέωση αλλ’ απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις με τις οποίες να επεκτείνουν εν όλω ή εν μέρει τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από κοινές υπουργικές αποφάσεις εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παράγραφο 1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που δεν συμμετείχαν στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών.

Σε περίπτωση δε επέκτασης των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ’ εκτίμηση επίσης της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ.

Δηλαδή προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής κατ’ εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παράγραφο 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου 14 του ν. 3016/20002 και του σκοπού της ρύθμισης (που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων) να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό.

Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή μικρότερη από το ποσό αυτό (των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ) ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί με τις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις μόνο η διαφορά έως το ποσό αυτό. Ενόψει των ανωτέρω δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της διοίκησης να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα με την έκδοση υπουργικής απόφασης για την επέκταση της χορήγησης της ένδικης παροχής και πάντως δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση αυτής σε υπαλλήλους οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή ίση ή ανώτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ (Ολ.

Σ.τ.Ε. 95/2013). Η δε τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 2, 3 και 4 του ν. 3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της διοίκησης και δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση της ειδικής αυτής παροχής σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων.

Αν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της δημόσιας διοίκησης, θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σ’ αυτή, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, τη διακριτική ευχέρεια να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για τη χορήγησή της υπό τις προεκτεθείσες και μόνο προϋποθέσεις.

Ακολούθως, με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 3205/2003 "Μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκε από 1-1-2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού), εκτός των άλλων, "το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 (ΦΕΚ 110 Α’ ) και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του".

Με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου νόμου 3205/2003 ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με το νόμο αυτό δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στο νόμο αυτό, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεών του και με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίσθηκε ότι "...ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 (ΦΕΚ 110 Α’ ) ως ειδική παροχή...

διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημίωσης ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του παρόντος νόμου. Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Μετά την 31-12-2003, δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και τις κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις...".

Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, καθώς και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κοινών υπουργικών αποφάσεων, για να μη χειροτερεύσει από την 1-1-2004 η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι ελάμβαναν μέχρι τις 31-12-2003 την ειδική παροχή των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ με βάση κοινές υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορήγησης οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημίωσης ή αύξησης του κινήτρου απόδοσης.

Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 3336/2005, το οποίο φέρει τον τίτλο "Εισοδηματική πολιτική έτους 2005" και ορίζει ότι: "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπικής διαφοράς, με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών.

Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1-1-2005", προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ ως προσωπικής διαφοράς σε υπαλλήλους που διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε υπηρεσίες στις οποίες διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά η παροχή των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ, είναι να τη λαμβάνει το προσωπικό των υπηρεσιών αυτών, καθώς και η νόμιμη χορήγησή της στο προσωπικό αυτό, διότι αν το τελευταίο λαμβάνει την προσωπική διαφορά χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις για την απόληψή της, μεταξύ των οποίων είναι να μη λαμβάνει άλλες πρόσθετες παροχές ίσες ή ανώτερες του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ που συμψηφίζονται με την παροχή αυτή, οι διορισθέντες ή μεταταχθέντες στις υπηρεσίες αυτές δεν την δικαιούνται από 1-1-2005 με βάση την αρχή της ισότητας διότι, όπως προαναφέρθηκε, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.

Πρέπει να σημειωθεί ότι με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ενόσω ίσχυε, και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, του Ελληνικού Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα υπουργεία, οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, χωρίς να εξαρτάται η χορήγηση της παροχής αυτής από τη μη καταβολή πρόσθετων μισθολογικών παροχών (Ολ.

Α.Π. 16 και 17/2015). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την από 10-6-2009 αγωγή τους οι ήδη αναιρεσίβλητες (και άλλα πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη λόγω παραίτησής τους από το δικόγραφο της αγωγής, καθώς και η προαναφερθείσα εβδομηκοστή δεύτερη ενάγουσα και ήδη τεσσαρακοστή έβδομη αναιρεσίβλητη Ε.

Χ.) εξέθεσαν τα εξής: Ότι προσελήφθησαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο κατά τις αναφερόμενες για καθεμία ημερομηνίες και απασχολούνται έκτοτε συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι την άσκηση της αγωγής ως καθαρίστριες σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του Νομού Αττικής, αρχικά με διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις που το εναγόμενο κατά καταστρατήγηση δικαίου και καταχρηστικά χαρακτήριζε ως "μίσθωσης έργου", αν και υπέκρυπταν εξαρτημένη εργασία αορίστου χρόνου αφού κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα, και στη συνέχεια από το Δεκέμβριο του έτους 2006 και τον Ιανουάριο του έτους 2007, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Ότι ειδικότερα ύστερα από την υποβολή εκ μέρους τους σχετικών αιτήσεων, με τις ...2005 πράξεις του Κεντρικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου Διοικητικού Προσωπικού του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και στη συνέχεια από το ΑΣΕΠ, κρίθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις υπαγωγής τους στις διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004.

Ότι για το λόγο αυτό με τις .../7-12-2006 και .../10-1-2007 αποφάσεις του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων κατατάχθηκαν στο εναγόμενο σε θέσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Με βάση τα περιστατικά αυτά ζήτησαν, μετά από μερική μετατροπή του αρχικού καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει και να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται να τους καταβάλει (με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής) τα αναλυτικά αναφερόμενα ποσά, ως οφειλόμενες για τα έτη 2001-2008 διαφορές αποδοχών συγκριτικά με τις νόμιμες αποδοχές για αντίστοιχους εργαζομένους της ειδικότητάς τους που εργάζονται στο εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και συνυπολογιζομένου για το μετά την κατάταξή τους χρονικό διάστημα και του χρόνου εργασίας τους με συμβάσεις που χαρακτηρίζονταν ως μίσθωσης έργου, όπως οι αποδοχές αυτές καθορίζονται με τους ν. 2470/1997 και 3205/2003 (μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης), οι διατάξεις των οποίων εφαρμόζονται και στο απασχολούμενο στο εναγόμενο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, οι οποίες (διαφορές αποδοχών) προκύπτουν από τα αναφερόμενα ποσά που καταβάλλονταν σε καθεμία από τις ενάγουσες κάθε επίδικο έτος (αρχικά ως αμοιβή για σύμβαση έργου και στη συνέχεια για απασχόληση με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, χωρίς όμως υπολογισμό του προηγουμένου χρονικού διαστήματος παροχής υπηρεσιών με συμβάσεις έργου) και τα επίσης αναφερόμενα ποσά που έπρεπε να λάβουν ως μηνιαίες αποδοχές και επιδόματα εορτών και αδείας, με την παράθεση των επιμέρους αυτών ποσών, του συνόλου των αποδοχών που έπρεπε να λάβουν κατ’ έτος, αυτών που έλαβαν και της συνολικής κατ’ έτος μεταξύ αυτών διαφοράς, τις οποίες ισχυρίσθηκαν ότι δικαιούνται κυρίως κατ’ εφαρμογή των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης που απορρέουν από τις αναφερόμενες υπερνομοθετικής ισχύος και άλλες διατάξεις, άλλως με βάση τις διατάξεις των ανωτέρω νόμων περί ενιαίου μισθολογίου ως εκ της απασχόλησής τους στο εναγόμενο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, άλλως και επικουρικά κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες (αποδοχές) παράνομα δεν χορηγούνταν και σ’ αυτές, κατά τα επίσης εκτιθέμενα στην αγωγή:

α) για το διάστημα απασχόλησής τους με συμβάσεις χαρακτηριζόμενες ως "μίσθωσης έργου" με την αιτιολογία ακριβώς αυτή, ότι δηλαδή η σχέση τους χαρακτηριζόταν κάθε φορά ως "μίσθωσης έργου" και β) για το διάστημα από την κατάταξή τους σε θέσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και εφεξής με την αιτιολογία ότι ο χρόνος απασχόλησής τους με συμβάσεις χαρακτηριζόμενες ως "μίσθωσης έργου" δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για τη μισθολογική τους εξέλιξη, καθόσον η σχετική προϋπηρεσία δεν διανύθηκε υπό καθεστώς εξαρτημένης εργασίας.

Στις εν λόγω ζητούμενες με την αγωγή διαφορές αποδοχών οι ενάγουσες συνάθροισαν και την ειδική μηνιαία παροχή του άρθρου 14 ν. 3016/2002 ύψους εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ από 1-7-2002, επικαλούμενες προς τούτο τις διατάξεις του άρθρου 14 ν. 3016/2002, τις κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν με βάση αυτό, ήτοι την .../4-7-2002 και εν συνεχεία τη ..., που αφορούσαν τη χορήγηση της εν λόγω ειδικής παροχής στους διοικητικούς υπαλλήλους του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, των Πανεπιστημίων και ΤΕΙ, της Ακαδημίας Αθηνών, της Εθνικής Βιβλιοθήκης Ελλάδος και των λοιπών Δημοσίων Βιβλιοθηκών, ως και τις διατάξεις των άρθρων 24 παρ. 2 ν. 3205/2003 και 2 παρ. 3 ν. 3336/2005.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 1266/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή θεωρήθηκε ως μη ασκηθείσα ως προς τους ενάγοντες που παραιτήθηκαν από το δικόγραφό της (οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη) και έγινε δεκτή ως προς τις λοιπές ενάγουσες ως και μερικώς κατ’ ουσίαν βάσιμη κατά την κύρια βάση της.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση του εναγομένου και εκδόθηκε η 4808/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγιναν δεκτά τα εξής σε σχέση με τη νομική βασιμότητα της αγωγής: α) Ότι η αγωγή, κατά το αίτημά της να επιδικασθούν στις ενάγουσες τα αναλυτικά αναφερόμενα ποσά ως οφειλόμενες για το χρονικό διάστημα πριν την κατάταξή τους διαφορές αποδοχών ήταν μη νόμιμη, διότι χρόνος κατάρτισης των ενδίκων συμβάσεων εργασίας των εναγουσών δεν ήταν εκείνος της κατάρτισης των επί μέρους διαδοχικών συμβάσεων έργου που καθεμία από αυτές είχε συνάψει με το εναγόμενο αλλά εκείνος της έκδοσης της πράξης κατάταξης αυτών στις κενές οργανικές θέσεις προσωπικού και ειδικότερα ότι από και δια της εκδόσεως της πράξεως κατάταξης δια της οποίας συντελέσθηκε η ένταξη καθεμιάς από τις ενάγουσες στον οικείο φορέα, θεωρείται ότι επήλθε η μετατροπή της σύμβασής της σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 π.δ. 164/2004, έκτοτε δε καθεμία από τις ενάγουσες δικαιούται τις αποδοχές του εργαζομένου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στις οποίες συνυπολογίζεται και ο χρόνος εργασίας της με συμβάσεις μίσθωσης έργου.

Κατά παραδοχή δε συναφούς λόγου της έφεσης του εναγομένου το εφετείο εξαφάνισε κατά τούτο την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη κατά το ως άνω αίτημα. β) Για το χρονικό διάστημα μετά την κατάταξη των εναγουσών το εφετείο έκρινε ότι η αγωγή είναι νόμιμη. Στη συνέχεια, αφού απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς την εβδομηκοστή δεύτερη ενάγουσα Ε.

Χ., τη δέχθηκε ως προς τις λοιπές ως μερικώς κατ’ ουσίαν βάσιμη και το μεν υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει, το δε αναγνώρισε ότι το τελευταίο υποχρεούται να καταβάλει σ’ αυτές για την παραπάνω αιτία τα λεπτομερώς αναφερόμενα κατά περίπτωση ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης και από τα δύο διάδικα μέρη.

Επ’ αυτών εκδόθηκε η 2203/2014 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση του εναγομένου και έγινε δεκτή η αίτηση των εναγουσών κατά τον πρώτο λόγο της από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα έγινε δεκτό ότι το εφετείο, με την κρίση του ότι ήταν μη νόμιμο το αίτημα της αγωγής να επιδικασθούν στις ενάγουσες τα αναφερόμενα ποσά ως οφειλόμενες μισθολογικές διαφορές για το πριν από την κατάταξή τους χρονικό διάστημα παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 4 εδ.

β ν. 3320/2005 και 11 π.δ. 164/2004, αναιρέθηκε δε η τότε προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που είχε απορρίψει ως μη νόμιμο το αίτημα αυτό της αγωγής και παραπέμφθηκε η υπόθεση κατά το μέρος της αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Το τελευταίο, ως δικαστήριο παραπομπής, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη 4579/2015 απόφασή του ότι η αγωγή, κατά το αίτημά της να επιδικασθούν στις ενάγουσες τα αναλυτικά αναφερόμενα ποσά ως οφειλόμενες διαφορές αποδοχών για το χρονικό διάστημα πριν την κατάταξή τους ήταν νόμιμη στο σύνολό της, δηλαδή και ως προς το επί μέρους αίτημά της να επιδικασθεί στις ενάγουσες και η ειδική παροχή του άρθρου 14 ν. 3016/2002.

Στη συνέχεια, κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας του ανωτέρω αιτήματος της αγωγής, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με βάση συμβάσεις που συνάφθηκαν κατ’ επίκληση των... διατάξεων του άρθρου 113 παρ. 5 του ν. 1892/1990 οι... ενάγουσες... προσλήφθηκαν και απασχολήθηκαν επί σειρά ετών, που εκτείνονται τουλάχιστον από το έτος 2001...

μέχρι την κατάταξή τους σε θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 και του άρθρου 1 του ν. 3320/2005, στον καθαρισμό σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, δηλαδή εργάστηκαν για την εξυπηρέτηση πάγιων και διαρκών αναγκών του εναγομένου, αφού, όπως ήδη έχει κριθεί αρχικά από τα αρμόδια όργανα του τελευταίου και στη συνέχεια από το ΑΣΕΠ, ο καθαρισμός των σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης "αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη διεξαγωγή της όλης εκπαιδευτικής διαδικασίας"...

Μετά την πρόσληψή τους και επί συνεχή έτη απασχολήθηκαν με αλληλοδιαδοχικές συμβάσεις που χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις "μίσθωσης έργου" και που είχαν τυπική χρονική διάρκεια περίπου δέκα μηνών (από την 1η Σεπτεμβρίου του ενός έτους μέχρι την 30η Ιουνίου του επομένου έτους), ίση δηλαδή με τη σχολική περίοδο.

Ωστόσο στην πράξη απασχολούνταν και μετά το πέρας της σχολικής περιόδου και μέχρι την έναρξη της επομένης. Επισημαίνεται σχετικά ότι, όπως έχει κριθεί από τα αρμόδια όργανα του εναγομένου "οι ανάγκες καθαρισμού των σχολικών εγκαταστάσεων είναι διαρκείς, δηλαδή καλύπτουν όλη τη διάρκεια του σχολικού έτους και η υποχώρησή τους κατά τους δύο μήνες των θερινών διακοπών και των δεκαπενθήμερων διακοπών κατά τις εορτές των Χριστουγέννων και του Πάσχα εξισορροπείται με τον εκτεταμένο καθαρισμό που πραγματοποιείται κατά την έναρξη και τη λήξη του σχολικού έτους και κατά την περίοδο των διακοπών των Χριστουγέννων και του Πάσχα"...

Οι εργασίες που εκτελούσαν υποχρεωτικά καθ’ όλη τη διάρκεια της απασχόλησής τους ήταν ο καθημερινός καθαρισμός όλων των χώρων των σχολείων. Ειδικότερα εργάζονταν όχι σε χρόνο που επέλεγαν οι ίδιες αλλά σε καθορισμένο από τον εργοδότη τους ωράριο, δηλαδή πριν την έναρξη των μαθημάτων και μετά τη λήξη τους στον τόπο που επίσης καθόριζε ο εργοδότης τους και τελούσαν, όπως έχει κριθεί από τα αρμόδια όργανα του εναγομένου, υπό την "εκ του σύνεγγυς καθοδήγηση και εποπτεία στην εκτέλεση του έργου καθαρισμού των σχολικών χώρων από τους διευθυντές των σχολείων (εργοδότες), οι οποίοι γνωρίζουν άριστα τις ανάγκες καθαριότητας της σχολικής μονάδας που διευθύνουν"...

Επρόκειτο συνεπώς για παροχή υπηρεσιών που δεν ανταποκρίνονταν στην έννοια του "έργου" αλλά στην έννοια της εξαρτημένης εργασίας, η οποία κάλυπτε σταθερές, πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, όπως κρίθηκε από τα αρμόδια όργανα αυτού, καθώς και από το ΑΣΕΠ. Ενώ όμως οι ενάγουσες εργάζονταν (και εξακολουθούν να εργάζονται) υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας, η αμοιβή τους δεν ήταν αντίστοιχη με αυτή...

που λαμβάνουν οι συνάδελφοί τους που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου, μολονότι διαθέτουν τα ίδια προσόντα και εργάζονται υπό τις αυτές ακριβώς συνθήκες. Ενόψει αυτών, μετά τη θέση σε ισχύ του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, οι ενάγουσες υπέβαλαν αιτήσεις για τη θεώρηση των συμβάσεών τους ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Επί των αιτήσεων αυτών απεφάνθη θετικά το αρμόδιο υπηρεσιακό συμβούλιο του εναγομένου και το ΑΣΕΠ... Ειδικότερα με τη... .../7-12-2006 απόφαση ΥΠΕΠΘ όσον αφορά τις 2η, 3η, 39η και 62η από τις ενάγουσες και με τη... .../10-1-2007 απόφαση ΥΠΕΠΘ όσον αφορά τις λοιπές ενάγουσες, κατετάγησαν αυτές σε θέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, λαμβάνοντας έκτοτε βασικό μισθό, κίνητρο απόδοσης, οικογενειακό επίδομα και ειδική παροχή 176 ευρώ.

Πλην όμως ενώ κατετάγησαν κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11 π.δ. 164/2004 και του άρθρου 1 του ν. 3320/2005, η κατάταξή τους έγινε χωρίς να ληφθεί υπόψη η προϋπηρεσία τους με συμβάσεις επιγραφόμενες ως συμβάσεις μίσθωσης έργου, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 4 του ν. 3320/2005... και του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 3205/2003...

‘ Ετσι οι ενάγουσες κατατάχθηκαν στο εισαγωγικό (18ο) μισθολογικό κλιμάκιο, ενώ έπρεπε, όπως έγινε... αμετάκλητα δεκτό, να είχαν καταταχθεί σύμφωνα με την προϋπηρεσία τους στα αντίστοιχα με βάση αυτή (προϋπηρεσία) για την καθεμία μισθολογικά κλιμάκια και να λαμβάνουν βασικό μισθό αναλόγως της προϋπηρεσίας τους, η οποία διανύθηκε υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας κατά τα προεκτεθέντα.

Επί πλέον όμως... έπρεπε να λαμβάνουν και για τον πριν την κατάταξή τους χρόνο τις αντίστοιχες αποδοχές, όπως αυτές καθορίζονται εκάστοτε με τις σχετικές διατάξεις για το μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης... Στις επίδικες διαφορές αποδοχών, αντίθετα με τα όσα υποστηρίζει το εναγόμενο, πρέπει εκτός από τα επιδόματα κινήτρου απόδοσης και γάμου για καθεμία από τις ενάγουσες που είναι έγγαμες, να συνυπολογιστεί η ειδική παροχή του ν. 3016/2002, αφού...

δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγουσες ελάμβαναν μηνιαίως πρόσθετες παροχές συμψηφιζόμενες με το ποσό των 176 ευρώ...". Με βάση αυτές τις παραδοχές και επί πλέον παραδοχές περί παραγραφής μέρους των ενδίκων αξιώσεων (για τις οποίες θα γίνει λόγος κατωτέρω), καθώς και παραδοχές για τον υπολογισμό των οφειλομένων σε κάθε ενάγουσα διαφορών αποδοχών για το πριν από την κατάταξή τους χρονικό διάστημα (στις οποίες συνυπολόγισε και την ειδική παροχή του ν. 3016/2002 ποσού 176 ευρώ μηνιαίως για κάθε ενάγουσα από το έτος 2004 και εφεξής) το εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγομένου ως προς την τεσσαρακοστή όγδοη εφεσίβλητη Ε.

Χ. και την δέχθηκε ως προς τις λοιπές κατά το κεφάλαιό της για επιδίκαση μισθολογικών διαφορών για το πριν από την κατάταξή τους χρονικό διάστημα, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιό της αυτό και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή κατά το προαναφερθέν κεφάλαιο, την απέρριψε όσον αφορά την εξηκοστή δεύτερη ενάγουσα Ε.

Φ. και τη δέχθηκε μερικώς ως προς τις λοιπές, υποχρέωσε δε το εναγόμενο να καταβάλει και αναγνώρισε ότι αυτό υποχρεούται να καταβάλει στις ενάγουσες τα αναφερόμενα για καθεμία ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Έτσι που έκρινε το εφετείο και ειδικότερα δεχόμενο την αγωγή ως νόμιμη κατά το εκτεθέν μέρος της, δηλαδή όσον αφορά το συνυπολογισμό της ειδικής παροχής στις οφειλόμενες διαφορές αποδοχών, με μόνη την επίκληση (κατά την ερευνηθείσα κύρια βάση της) της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη ίσης αξίας εργασία, χωρίς την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων που τάσσει το άρθρο 14 ν. 3016/2002, μεταξύ των οποίων ότι οι ενάγουσες δεν ελάμβαναν άλλες παροχές ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.

α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 22 παρ. 1 του Συντάγματος, 14 ν. 3016/2002, 24 παρ. 2, 3 και 28 παρ. 4 ν. 3205/2003. Πρέπει να σημειωθεί ότι με την προαναφερθείσα 2203/2014 αναιρετική απόφαση του παρόντος δικαστηρίου δεν είχε κριθεί η νομική βασιμότητα του αιτήματος επιδίκασης της ειδικής παροχής του άρθρου 14 ν. 3016/2002, όπως εσφαλμένα υπέλαβε το εφετείο, επικαλούμενο αμετάκλητη περί αυτού κρίση.

Αντίθετα το αίτημα αυτό δεν είχε αποτελέσει αντικείμενο έρευνας, αφού το παρόν δικαστήριο είχε ερευνήσει μόνο την παραβίαση, με εσφαλμένη ερμηνεία, των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 4 εδ. β ν. 3320/2005 και 11 π.δ 164/2004, που αφορούσαν την εσφαλμένη παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας περί νομικής αβασιμότητας των οφειλομένων μισθολογικών διαφορών για το πριν από την κατάταξη των εναγουσών χρονικό διάστημα.

Επί πλέον η παροχή των 176 ευρώ δεν συνιστά προβλεπόμενη εκ του νόμου ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (απασχολουμένων με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου), ούτε έχει προσλάβει το χαρακτήρα επιμισθίου εργασίας, δηλαδή γενικής προσαύξησης των τακτικών αποδοχών τους σωρευτικά με την ενιαία και απρόσβλητη μισθολογική τους βάση με μόνη προϋπόθεση την υπαγωγή αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, ώστε κατ’ εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας, της ίσης μεταχείρισης και της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία, να αξιώνεται κατά τούτο η επέκταση της και στις αναιρεσίβλητες, αλλά αποτελεί ειδική παροχή μη εξομοιούμενη με μισθό, παρέχεται δε μόνο αν η διοίκηση ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια, μετά συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, να εκδώσει κανονιστική πράξη για επέκταση της χορήγησης της παροχής αυτής σε υπαλλήλους οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14 του ν. 3016/2002, μία των οποίων είναι να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη του ποσού των 176 ευρώ και τούτο προς ενίσχυση των χαμηλόμισθων, προϋπόθεση η οποία δεν πληρούται στην προκείμενη περίπτωση, κατά την οποία σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή (και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης), οι ενάγουσες ελάμβαναν κατά το επίδικο διάστημα τα προρρηθέντα επιδόματα, τα οποία, παρά ταύτα έκρινε ως ανεπίδεκτα συμψηφισμού προς το ποσό των 176 ευρώ.

Ούτε άλλωστε έγινε επίκληση στο αγωγικό δικόγραφο ότι οι ενάγουσες κατατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε υπηρεσίες στους υπαλλήλους των οποίων εχορηγείτο κατά νόμιμο τρόπο η εν λόγω ειδική παροχή, ώστε να τύχουν εφαρμογής οι παρατιθέμενες μόνο στην αγωγή διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 3 ν. 3336/2005. Κατά συνέπειαν ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του με το οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 3 ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους" και ήδη του άρθρου 140 παρ. 3 ν. 4270/2014 (ΦΕΚ Α 143) προκύπτει ότι οι απαιτήσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου κατ’ αυτού που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, παραγράφονται μετά διετία από τη γένεσή τους.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 93 περ. α του αυτού ως άνω ν. 2362/1995, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται και με την υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών.

Κατά δε το άρθρο 94 εδ. δ του ίδιου ν. 2362/1995, η παραγραφή των κατά του Δημοσίου αξιώσεων των υπαλλήλων του λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο. Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ν. 2362/1995, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 261 Α.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ. 1 ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α 74), 106 και 262 Κ.Πολ.Δ.

σαφώς προκύπτει ότι η παραγραφή αξίωσης κατά του Δημοσίου λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, ενώ η διακοπή της παραγραφής αυτής (που συντελείται με ένα από τους αναφερόμενους στο άνω άρθρο 93 ν. 2362/1995 τρόπους, μεταξύ των οποίων και η υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο) συνιστά αντένσταση, την οποία πρέπει να προτείνει παραδεκτώς και νομίμως ο διάδικος που αποκρούει την παραγραφή, και δεν μπορεί να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο (Α.Π. 242/2016, 352/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε περαιτέρω τα ακόλουθα: "Περαιτέρω το εναγόμενο - εκκαλούν παραδεκτά πρωτοδίκως... πρότεινε την ένσταση της διετούς παραγραφής του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995... των αγωγικών αξιώσεων των εναγουσών, η οποία (ένσταση) απορρίφθηκε σιωπηρά από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ήδη το εναγόμενο-εκκαλούν επαναφέρει...

αυτή... με... λόγο της υπό κρίση εφέσεώς του, η οποία άλλωστε (ένσταση)... λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Οι ενάγουσες με τις από 2-6-2015 νόμιμα και εμπρόθεσμα κατατεθείσες νέες (ήτοι μετ’ αναίρεση) έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του δικαστηρίου τούτου της παραπομπής, παραδεκτά κατ’ άρθρο 527 περ. 1 του Κ.Πολ.Δ...

προτείνουν ως εφεσίβλητες και προς υπεράσπιση κατά του ανωτέρω... λόγου της υπό κρίση εφέσεως... την αντένσταση της διακοπής της παραγραφής, ως προς την οποία (αντένσταση) σε κάθε περίπτωση συντρέχουν και οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 παρ. 2 εδαφ. γ’ του Κ.Πολ.Δ., καθόσον αποδεικνύεται εγγράφως από... τις κατωτέρω αναφερόμενες σχετικές προηγούμενες αγωγές...

Ειδικότερα επί της ανωτέρω ενστάσεως της διετούς παραγραφής του εκκαλούντος και της αντενστάσεως των εφεσιβλήτων περί διακοπής αυτής (οι οποίες ερευνώνται μόνο όσον αφορά το ως άνω αναιρεθέν κεφάλαιο, ως προς το οποίο έχει εξαφανισθεί η 4808/2013 μερικώς αναιρεθείσα απόφαση του δικαστηρίου τούτου) αποδεικνύονται τα ακόλουθα:

Οι 2η, 3η, 6η, 7η, 8η, 9η, 11η, 13η, 15η, 16η, 17η, 19η, 21η, 22η, 26η, 27η, 29η, 30η, 33η, 35η, 38η, 39η, 40η, 41η, 42η, 44η, 45η, 47η, 49η, 50η, 51η, 54η, 55η, 56η, 58η, 59η, 60η, 62η, 63η, 64η, 66η, 67η, 68η, 69η, 76η, 77η, 78η και 80η των εναγουσών άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών τη με αριθμό κατάθεσης 2562/2005 αγωγή τους κατά του εναγομένου... η οποία επιδόθηκε σ’ αυτό στις 29-12-2005...

προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη δικάσιμο της 2-11-2006, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 23-4-2007, οπότε και ματαιώθηκε. Οι 2η, 9η, 19η, 21η, 22η, 33η, 47η, 51η, 60η, 62η, 64η, 67η, 68η και 76η των εναγουσών άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών τη με αριθμό κατάθεσης .../2005 αγωγή τους κατά του εναγομένου... η οποία επιδόθηκε σ’ αυτό στις 29-12-2005...

προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη δικάσιμο της 6-11-2006, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 26-4-2007, οπότε και ματαιώθηκε. Οι 3η, 6η, 7η, 13η, 15η, 16η, 23η, 28η, 29η, 30η, 39η, 40η, 41η, 42η, 44η, 49η, 50η, 55η, 56η, 58η, 59η, 60η, 63η, 66η, 69η, 70η, 77η και 80η των εναγουσών άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών τη με αριθμό κατάθεσης .../2007 αγωγή τους κατά του εναγομένου...

η οποία επιδόθηκε σ’ αυτό στις 27-12-2007... προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη δικάσιμο της 3-12-2008, κατά την οποία ματαιώθηκε. Τέλος όλες οι εν λόγω ενάγουσες... άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών τη με αριθμό κατάθεσης ...2009 αγωγή τους κατά του εναγομένου... η οποία επιδόθηκε σ’ αυτό την 1-4-2009... προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη δικάσιμο της 3-12-2009, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 10-11-2010.

Οι ενάγουσες των δύο πρώτων από τις παραπάνω αγωγές με τις .../19-10-2007 και .../19-10-2007 κλήσεις τους που επιδόθηκαν στο εναγόμενο στις 19-10-2007... τις επανέφεραν προς συζήτηση για τις δικασίμους της 9-6-2008 και 10-6-2008 αντίστοιχα, κατά τις οποίες αναβλήθηκαν για τις δικασίμους της 17-3-2009 και 16-3-2009 αντίστοιχα, οπότε δεν εκφωνήθηκαν.

Όλες οι παραπάνω αγωγές βασίζονται στην ίδια ακριβώς με την ένδικη αγωγή νομική και ιστορική αιτία, διαφοροποιούνται όμως ως προς τη χρονική περίοδο για την οποία οι ενάγουσες κάθε αγωγής ζητούσαν διαφορές αποδοχών και ειδικότερα οι δύο πρώτες αγωγές αφορούν τα έτη 2000 έως και 2005, η τρίτη τα έτη 2002 έως και 2006 και η τέταρτη τα έτη 2001 έως και 2008.

Ακολούθως κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών η ένδικη από 10-6-2009... αγωγή τους, η οποία προσδιορίστηκε για να συζητηθεί αρχικά κατά τη δικάσιμο της 12-5-2010 και μετά από αναβολή κατά τη δικάσιμο της 7-12-2010, οπότε και συζητήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Με την ένδικη αυτή αγωγή τους, η οποία επιδόθηκε στο εναγόμενο στις 24-6-2009...

οι προαναφερόμενες ενάγουσες παραδεκτά παραιτήθηκαν από το δικόγραφο όλων των παραπάνω προηγούμενων αγωγών τους... ανατρέποντας έτσι αναδρομικά την εκκρεμοδικία που είχε επιφέρει η άσκησή τους. Επομένως η ένσταση εκκρεμοδικίας, την οποία είχε προτείνει παραδεκτά πρωτοδίκως το εναγόμενο... κρίνεται απορριπτέα.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, όσον αφορά την παραγραφή των αγωγικών αξιώσεων, με την επίδοση στο εναγόμενο των δύο πρώτων ανωτέρω αγωγών... στις 29-12-2005, διακόπηκε η παραγραφή των αξιώσεων αυτών των ετών 2004 και 2005... όπως βάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγουσες... Όμως όσον αφορά τις αγωγικές αξιώσεις των προηγούμενων ετών και δη των ετών 2001, 2002 και 2003, αυτές έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995...

η οποία αρχίζει... από τη γέννηση κάθε αξίωσης και δεδομένου άλλωστε ότι ο χρόνος καταβολής του επιδόματος εορτών Πάσχα είναι δέκα ημέρες πριν από το Πάσχα, του επιδόματος αδείας κάθε έτους είναι η 1η Ιουλίου, του επιδόματος Χριστουγέννων είναι η 21η Δεκεμβρίου και του μηνιαίου μισθού που προκαταβάλλεται για κάθε δεκαπενθήμερο, είναι η 1η και η 16η κάθε μήνα...

Επομένως η και αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενη υπόψη ένσταση παραγραφής του εναγομένου... πρέπει να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη. Ακολούθως με την επίδοση στο εναγόμενο της τρίτης από τις προαναφερόμενες αγωγές... στις 27-12-2007, διακόπηκε η παραγραφή των αξιώσεων αυτών των ετών 2006 και 2007 και τέλος με την επίδοση της τελευταίας αγωγής...

την 1-4-2009 διακόπηκε η παραγραφή των αγωγικών αξιώσεων από 1-4-2007 έως και 31-12-2008... Εξ άλλου πρέπει στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι οι αναβολές, οι ματαιώσεις της συζήτησης, καθώς και οι κλήσεις για συζήτηση που αναφέρθηκαν παραπάνω αναλυτικά για καθεμία από τις προηγούμενες της ένδικης τρεις αγωγές, ενόψει του ότι συνιστούν διαδικαστικές πράξεις αφού έχουν συγκεκριμένο αποτέλεσμα στην κίνηση της δίκης, έχουν ως αποτέλεσμα μετά τη διακοπή της παραγραφής, που κατά τα προαναφερόμενα επήλθε με την άσκηση καθεμιάς από τις παραπάνω αγωγές, την εκ νέου έναρξη ισόχρονης παραγραφής από την άσκηση κάθε διαδικαστικής πράξης...

Έτσι όσον αφορά τις προαναφερόμενες μη παραγραφείσες αγωγικές αξιώσεις που ασκήθηκαν με τις ανωτέρω προγενέστερες της ένδικης αγωγές, δεν είχαν παραγραφεί ούτε μέχρι την παραίτηση των εναγουσών από αυτές με την ένδικη αγωγή. Και τούτο διότι... δεν μεσολάβησε μεταξύ των προαναφερομένων διαδικαστικών πράξεων, για κάθε αγωγή χωριστά, χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας, με συνέπεια να λογίζεται ότι και με την ένδικη αγωγή επήλθε νέα διακοπή της παραγραφής.

Σύμφωνα με όλα όσα προαναφέρθηκαν, πέραν των επίδικων αξιώσεων των ετών 2001, 2002 και 2003 που έχουν παραγραφεί ως προς όλες τις ενάγουσες... έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995... κατά παραδοχή επίσης της σχετικής ενστάσεως του εναγομένου... και οι ακόλουθες αξιώσεις: α) των 23ης, 28ης και 70ης των εναγουσών για τα έτη 2004 και 2005, δεδομένου ότι για πρώτη φορά τις άσκησαν με τη με αριθμό καταθέσεως .../2007...

αγωγή τους, η οποία... επιδόθηκε στο εναγόμενο στις 27-12-2007 και β) των 2ης, 8ης, 9ης, 11ης, 17ης, 19ης, 21ης, 22ης, 26ης, 27ης, 33ης, 35ης, 38ης, 45ης, 47ης, 51ης, 54ης, 62ης, 64ης, 67ης, 68ης, 76ης και 78ης για τα έτη 2006 και έως την 31-3-2007 και πιο συγκεκριμένα έως και την κατάταξή τους που ενδιαφέρει στην ένδικη περίπτωση (7-12-2006 και 10-1-2007), δεδομένου ότι για πρώτη φορά τις άσκησαν με τη με αριθμό καταθέσεως ...2009...

αγωγή τους, η οποία... επιδόθηκε στο εναγόμενο την 1-4-2009...". Με την κρίση του αυτή το εφετείο δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α και 19 Κ.Πολ.Δ., αφού το μεν ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 3, 93 περ. α, 94 εδ. δ ν. 2362/1995, το δε διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το κρίσιμο ζήτημα της διακοπής της παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων των εναγουσών.

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πιο πάνω αναιρετικές πλημμέλειες, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.

α Κ.Πολ.Δ. για το λόγο ότι οι προηγούμενες αγωγές των αναιρεσιβλήτων ασκήθηκαν ενώπιον αναρμοδίου καθ’ ύλην δικαστηρίου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι κατά την έννοια του άρθρου 93 περ. α ν. 2362/1995 για τη διακοπή της παραγραφής με την άσκηση της αγωγής δεν είναι αναγκαίο αυτή να έχει ασκηθεί ενώπιον αρμοδίου δικαστηρίου.

Περαιτέρω με βάση τα προεκτεθέντα το εφετείο, ως δικαστήριο παραπομπής, συμμορφώθηκε πλήρως προς την 2203/2014 αναιρετική απόφαση αυτού του δικαστηρίου και ακολούθησε πιστά τη νομική λύση που δόθηκε με αυτήν όσον αφορά τις ένδικες αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων που ανάγονταν στο προ του χρόνου κατάταξης αυτών χρονικό διάστημα.

Εφόσον δε με την αναιρεθείσα 4808/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών δεν είχαν ερευνηθεί οι ανωτέρω αξιώσεις ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα (αλλά αντίθετα είχε απορριφθεί ως προς αυτές η αγωγή ως νόμω αβάσιμη και κατά τούτο αναιρέθηκε αυτή από την προαναφερθείσα 2203/2014 αναιρετική απόφαση) δεν ερευνήθηκε με την τελευταία αυτή (αναιρετική) απόφαση το θέμα της ένστασης παραγραφής των ένδικων αυτών αξιώσεων και της αντένστασης διακοπής της παραγραφής των, ώστε να δεσμεύεται από τη σχετική κρίση της το δικαστήριο της παραπομπής.

Συνεπώς ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 18 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι δεν συμμορφώθηκε προς τις κρίσεις της 2203/2014 αναιρετικής απόφασης αυτού του δικαστηρίου σχετικά με την ένσταση παραγραφής των ένδικων αυτών αξιώσεων και την αντένσταση διακοπής αυτής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Συνακόλουθα πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις λοιπές πλην της τεσσαρακοστής έβδομης αναιρεσίβλητες και μόνο κατά το μέρος που έκρινε νόμιμη την αγωγική αξίωση των αναιρεσιβλήτων αυτών να συνυπολογισθεί στις διαφορές των αποδοχών τους για το προ της κατάταξης αυτών χρονικό διάστημα η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 14 ν. 3016/2002 ειδική παροχή των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ.

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει, 570 παρ. 2 και 581 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος οφείλει να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση κατ’ ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται, υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων, ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης. Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. γ Κ.Πολ.Δ. υποχρέωσης του Αρείου Πάγου για εκδίκαση της υπόθεσης κατ’ ουσίαν μετά τη δεύτερη αναίρεση, θα πρέπει μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας ύστερα από κλήση του επιμελεστέρου από τους διαδίκους σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή.

Συνεπώς, εφόσον στην κρινόμενη υπόθεση αναιρείται κατά το αναφερόμενο μέρος η απόφαση του δικαστηρίου που δίκασε μετά από αναίρεση προηγούμενης απόφασής του, πρέπει η υπόθεση να διακρατηθεί και να δικασθεί κατά το μέρος αυτό από το τμήμα τούτο, σε νέα συζήτηση που θα λάβει χώρα μετά από κλήση του επιμελεστέρου των διαδίκων. Τέλος πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη μεταξύ του αναιρεσείοντος και των λοιπών, πλην της τεσσαρακοστής έβδομης, αναιρεσιβλήτων εξαιτίας της κατά ένα μέρος νίκης και ήττας τους (άρθρο 22 παρ. 2 ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-1-2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 4579/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως προς την τεσσαρακοστή έβδομη αναιρεσίβλητη Ε. Χ..

Συμψηφίζει στο σύνολό της την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης αυτής.

Αναιρεί την ανωτέρω απόφαση ως προς τις λοιπές αναιρεσίβλητες και κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση κατά το μέρος της αυτό σε νέα συζήτηση, μετά από επίσπευση του επιμελεστέρου των διαδίκων.

Συμψηφίζει στο σύνολό της την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη μεταξύ του αναιρεσείοντος και των λοιπών, πλην της τεσσαρακοστής έβδομης, αναιρεσιβλήτων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουλίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ