1286/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1286/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): να εκθέσει τις απόψεις του και να δώσει τις περί αυτού αναγκαίες εξηγήσεις (ΑΠ 597/2015). Το περιεχόμενο εξάλλου του εγγράφου, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποίο έγγραφο αναγνώσθηκε.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1286 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1286/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2016, με την παρουσία του αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαΐδη (γιατί κωλύεται η εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου) και του γραμματέως Γεράσιμου Βαλσάμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου D. B. του A. και H., κατοίκου ..., ο οποίος παρέστη στο ακροατήριο μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Παρασκευής Δημητριάδου, περί αναιρέσεως της με αριθμό 305, 306, 307 και 308/2014 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 15 Ιουνίου 2015 αίτηση αναιρέσεως που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 727/2015.
Αφού άκουσε
την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 358, 364 παρ. 1 και 369 Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, ως αποδεικτικό μέσο, για τον σχηματισμό της κρίσεως του, έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Τέτοια έγγραφα είναι μόνον όσα μπορούν να χρησιμεύσουν για την απόδειξη της ενοχής του κατηγορουμένου και τον καθορισμό της επιβλητέας ποινής.
Η ανωτέρω ακυρότητα αποτρέπεται αν το έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως ή είναι διαδικαστικό ή αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, ή όταν το έγγραφο που φέρεται ότι δεν αναγνώσθηκε, προκύπτει από το περιεχόμενο άλλου αναγνωσθέντος εγγράφου ή μαρτυρικής καταθέσεως που δόθηκε στο ακροατήριο, αφού ο κατηγορούμενος, προς αντίκρουση τούτου μπορεί κατ' άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ.
να εκθέσει τις απόψεις του και να δώσει τις περί αυτού αναγκαίες εξηγήσεις (ΑΠ 597/2015). Το περιεχόμενο εξάλλου του εγγράφου, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποίο έγγραφο αναγνώσθηκε.
Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του.
Διαφορετικά, αν, δηλαδή, η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς, υπάρχει η ίδια ακυρότητα. (ΑΠ 369/2015) Στην προκείμενη περίπτωση ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον πρώτο της αιτήσεως λόγο ότι, καίτοι η έκθεση της κοινωνικής λειτουργού που ήλθε σε επαφή με την ανήλικη δεν αναγράφεται στα αναγνωστέα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ούτε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του αυτήν για την απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης προκειμένου να κληθεί ως μάρτυρας η θυγατέρα του (κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος).
Πράγματι το δικαστήριο προκειμένου να απορρίψει το ως άνω υποβληθέν αίτημα του κατηγορουμένου έκανε μνεία στο σκεπτικό του περί εκθέσεως τη κοινωνικής λειτουργού που ήλθε σε επαφή με την ανήλικη, όμως είναι προφανές ότι το δικαστήριο αναφέρεται στις καταθέσεις της κοινωνικής λειτουργού, Κ. Μ., η οποία εξετάσθηκε ως μάρτυρας σε όλα τα στάδια της διαδικασίας και κυρίως στην κατάθεση αυτής στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
Άλλωστε στο σκεπτικό της απόφασης αναφέρεται αορίστως έκθεση χωρίς να προσδιορίζονται στοιχεία του εγγράφου, ενώ και από την επισκόπηση της δικογραφίας ουδόλως προκύπτει ότι συνετάγη τέτοια έκθεση. Εξετασθείσα όμως ως μάρτυρας η εν λόγω κοινωνική λειτουργός εδόθη στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να την εξετάσει δια ζώσης χωρίς να στερηθεί του δικαιώματος να προβεί σε ερωτήσεις, εξηγήσεις, δηλώσεις και παρατηρήσεις.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ. ως άνω λόγος της αιτήσεως για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία εις το ακροατήριο με την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το ως άνω έγγραφο, το οποίο δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, είναι αβάσιμος.
ΙΙ. Σύμφωνα με τα άρθρα 352 και 353 του Κ.Ποιν.Δ. παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση.
Εξάλλου, η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.Ποιν.Δ., απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.
Έτσι η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορούμενου παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, για αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις και ειδικότερα προκειμένου να κληθούν και εξετασθούν μάρτυρες, που προέκυψαν από τη διαδικασία, για να επιβεβαιώσουν ή διαψεύσουν κρίσιμο για την ενοχή του κατηγορουμένου περιστατικό και εν γένει προκειμένου να προσκομισθούν νέες αποδείξεις, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 352 παρ. 3 του Κ.Ποιν.Δ., πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη.
Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ του Κ.Ποιν.Δ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ. 2 του Ν. 3904/2010, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.
Με βάση τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Συμβάσεως αυτής, αν υποβληθεί νομίμως αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις και αυτό απορριφθεί χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, θεωρείται ότι προσβάλλεται το δικαίωμα του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη και ιδρύεται και ο ως άνω λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 960/2015, 868/2015, 198/2015, 361/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου υπέβαλε αίτημα αναβολής προκειμένου να κληθεί η μεγάλη θυγατέρα του κατηγορουμένου, ηλικίας 11 ετών, για να καταθέσει ως μάρτυρας στο ακροατήριο όσα είδε και άκουσε σχετικά με τα περιστατικά που έλαβαν χώρα μεταξύ των γονέων της εκείνη τη νύχτα.
Το παραπάνω Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού έδωσε το λόγο στον Εισαγγελέα και ακολούθως στον συνήγορο υπεράσπισης, επιφυλάχθηκε να αποφανθεί επί του αιτήματος αυτού κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, μετά δε από την έρευνα του αποδεικτικού υλικού και το πέρας της συζητήσεως της υποθέσεως, με την κύρια επί της ενοχής απόφαση, απέρριψε το άνω αίτημα αναβολής με την ακόλουθη αιτιολογία: "... (σ.19) κρίνεται ότι τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία σε συνδυασμό και με την έκθεση της κοινωνικής λειτουργού που ήλθε σε επαφή με την ανήλικη, στην οποία (έκθεση) κατέγραψε η τελευταία, όσα της περιέγραψε η ανήλικη σχετικά με τα περιστατικά που έλαβαν χώρα την μοιραία νύχτα μεταξύ των γονέων της, είναι επαρκή προς σχηματισμόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως σχετικά με την ενοχή του κατηγορουμένου, λαμβανομένου επί πλέον υπόψη, ότι η εξέτασή της ως προς τα ανωτέρω περιστατικά θα είχε ως αποτέλεσμα τον εκ νέου ψυχικό τραυματισμό της και ουδέν θα συνεισέφερε στην αποδεικτική διαδικασία." Η αιτιολογία αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού με σαφήνεια και πληρότητα εκτίθενται οι λόγοι, για τους οποίους έκρινε το Δικαστήριο, ότι δεν συνέτρεχε λόγος αναβολής (επάρκεια αποδείξεων, που οδηγούν σε πλήρη δικανική πεποίθηση περί των βαρυνουσών τον αναιρεσείοντα κατηγοριών, συναξιολόγηση μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων ιδιαίτερα της κατάθεσης της κοινωνικής λειτουργού που ήλθε σε επαφή με την ανήλικη).
Ενόψει δε της πληρότητας της, κατά τα άνω, αιτιολογίας, ουδόλως παραβιάστηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση οι διατάξεις του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. περί του δικαιώματος δικαστικής προστασίας του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου με δίκαιη δίκη και του τεκμηρίου αθωότητας αυτού.
Συνεπώς, ο υποστηρίζων τα αντίθετα δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε σχέση με την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος, άλλως περί του ότι εχώρησε εκ του λόγου τούτου απόλυτη ακυρότητα, λόγω παραβιάσεως, κατ' ορθότερη εκτίμηση, του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α., από τα άρθρα 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Α' Κ.Ποιν.Δ., αντίστοιχα, είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 299 παρ. 1 του ΠΚ, όπως ισχύει μετά την κατάργηση της ποινής του θανάτου με το άρθρο 33 παρ. 1 του Ν. 2172/1993, "όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη", ενώ κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "Αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης".
Ούτω για την στοιχειοθέτηση της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση ξένης ζωής με θετική ενέργεια ή με παράλειψη οφειλομένης από τον νόμο ενεργείας, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως και τη θέληση της καταστροφής της ζωής του άλλου.
Ο δόλος γενικώς διαγιγνώσκεται από τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν και τις ειδικότερες συνθήκες υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, ήτοι το πληγέν σημείο του σώματος, την ένταση του πλήγματος, την απόσταση δράστη και θύματος, πρέπει δε να κατευθύνεται προς την αφαίρεση της ζωής άλλου (έστω και μη προσδιορισμένης ταυτότητος), και αρκεί για την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως της άνω ανθρωποκτονίας και ενδεχόμενος δόλος, ο οποίος υπάρχει όταν, παρότι ο δράστης εθεώρησε ως ενδεχόμενο αποτέλεσμα της πράξεως ή παραλείψεώς του τον θάνατο άλλου, εντούτοις δεν απέστη, αποδεχόμενος την πραγμάτωση αυτού.
Περαιτέρω ο δόλος στην ανθρωποκτονία από πρόθεση έχει δύο διαβαθμίσεις, ήτοι υπάρχει ο προμελετημένος (της παρ. 1) και ο απρομελέτητος (της παρ. 2) όταν υπάρχει βρασμός ψυχικής ορμής. Στην πρώτη περίπτωση απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως, ενώ στη δεύτερη απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται υπό το κράτος ψυχικής υπερδιεγέρσεως και κατά την λήψη της αποφάσεως και κατά την εκτέλεση της πράξεως, γιατί, αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή για την επιβολή της πρόσκαιρης, αντί της ισόβιας, κάθειρξης.
Για την ύπαρξη του στοιχείου του βρασμού ψυχικής ορμής, στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, δεν αρκεί οποιαδήποτε αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος, αλλά απαιτείται η υπερδιέγερση αυτή να φτάνει σε ψυχική κατάσταση τέτοια, που να αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή τη δυνατότητα της στάθμισης των αιτίων που κινούν στην πράξη ή απωθούν απ` αυτήν (ΑΠ 540/2006).
Δι' ο και απαιτείται ειδική αιτιολογία ότι ο δράστης - κατηγορούμενος ευρίσκετο σε ήρεμη ψυχική κατάσταση είτε μόνο κατά την απόφαση είτε μόνο κατά την εκτέλεση ή να εκτίθεται προμελέτη η οποία λογικώς αποκλείει την ψυχική ορμή. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ.
ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί αυτά να αναφέρονται κατ' είδος γενικώς, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών και χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται από ποιό συγκεκριμένα αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή.
Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά κατ' επιλογήν, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Ποιν.Δ.
Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 2/2011, 3/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη, υπ` αριθμό 305,306,307 και 308/2014 απόφασή του, κήρυξε κατά πλειοψηφία ένοχο τον αναιρεσείοντα, για ανθρωποκτονία με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία και του επέβαλε συνολική ποινή καθείρξεως είκοσι (20) ετών και δέκα (10) μηνών.
Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, ήτοι, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας, της ανωμοτί κατάθεσης της ανήλικης μάρτυρος, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο, των εγγράφων που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, των πρακτικών του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, καθώς και της απολογίας του κατηγορουμένου, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, κατά λέξη, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Αλβανικής καταγωγής, ζούσε με τη σύζυγο Β.
M. του Z. και τις δύο ανήλικες θυγατέρες τους στο ... Χαλκιδικής σε μισθωμένο διαμέρισμα ισόγειο, εμβαδού 40 τ.μ. περίπου, αποτελούμενο από μία μικρή σαλοκουζίνα, ένα υπνοδωμάτιο και ένα μικρό λουτρό. Στο μοναδικό υπνοδωμάτιο κοιμόταν το ζευγάρι και στη σαλοκουζίνα σε δύο μονά κρεββάτια οι δύο ανήλικες θυγατέρες τους K., ηλικίας έξι ετών και H., τεσσάρων ετών.
Στις 22.10.2010 και περί ώρα 22.00, ο κατηγορούμενος, έλειπε σχεδόν ολόκληρη την ημέρα από το σπίτι. Η σύζυγός του τον έπαιρνε τηλέφωνο, ενώ βρισκόταν σε σουβλατζίδικο στο χωριό και έπινε και της το έκλεινε χωρίς ν' απαντάει. Όταν γύρισε στο σπίτι τους, η σύζυγός του, που είχε ήδη ξαπλώσει για ύπνο, διαμαρτυρήθηκε κάνοντάς του παρατήρηση ότι ποτέ δεν πρόκειται να διορθωθεί.
Η μικρή αυτή λογομαχία έγινε μέσα στο υπνοδωμάτιό τους και ενώ τα δύο ανήλικα τέκνα τους βρίσκονταν σε διπλανό χώρο (σαλοκουζίνα), έχοντας ξαπλώσει για ύπνο. Τότε ο κατηγορούμενος, εκνευρισμένος σήκωσε το χέρι να την κτυπήσει και εκείνη τον απέκρουσε, κρατώντας του το χέρι. Τότε αυτός την έσπρωξε βίαια πάνω στο κρεβάτι, πήγε αμέσως στην κουζίνα που βρισκόταν λίγα μέτρα από το υπνοδωμάτιο και ενεργώντας με άμεσο δόλο, έχοντας αποφασίσει σε ήρεμη ψυχική κατάσταση να τη σκοτώσει, άνοιξε το συρτάρι της κουζίνας, πήρε ένα μαχαίρι με πράσινη λαβή, επέστρεψε στην κρεβατοκάμαρα και ενώ αυτή εξακολουθούσε να βρίσκεται ξαπλωμένη στο κρεβάτι, επιτέθηκε εναντίον της και ακόμη και όταν εκείνη, βλέποντάς τον να σηκώνει το μαχαίρι για να την χτυπήσει, προκειμένου να προφυλαχθεί, έτεινε το δεξί της χέρι, ο κατηγορούμενος δεν πτοήθηκε και αφού απέκρουσε το χέρι της, εκτελώντας ψύχραιμα την απόφασή του, να τη σκοτώσει, την έπληξε, μπήγοντας με δύναμη όλη τη λεπίδα του μαχαιριού μέχρι τη λαβή, στο ύψος της καρδιάς της.
Αμέσως η γυναίκα άρχισε να αιμορραγεί, ενώ ο κατηγορούμενος παρέμεινε ψύχραιμος, και άρχισε να σκέπτεται τρόπο για να καλύψει το έγκλημά του. Έτσι, επέστρεψε στην κουζίνα, όπου έπλυνε το μαχαίρι και το έβαλε στη θέση του, στο συρτάρι μαζί με τα άλλα μαχαίρια της κουζίνας και καθάρισε το χώρο από τις κηλίδες αίματος.
Κατόπιν, αναλογιζόμενος τις συνέπειες της πράξης του και ειδικότερα ότι θα συλληφθεί και θα καταλήξει στη φυλακή, τηλεφώνησε στον ομοεθνή του Β. S. που διέμενε και αυτός στο ... με την οικογένειά του, λέγοντάς του ότι σκότωσε τη γυναίκα του και πέθανε, ζητώντας του να έρθει στο σπίτι και να παραλάβει τα παιδιά.
Κατόπιν αυτός συμβούλεψε τον κατηγορούμενο να μεταφέρει άμεσα τη γυναίκα του στο νοσοκομείο, μήπως και σωθεί η ζωή της; οπότε οι συνέπειες γι αυτόν θα ήταν ελαφρότερες και να εμφανίσει σαν ατύχημα τον τραυματισμό της και ενώ η γυναίκα του που δεν ήταν ακόμη πεθαμένη, ψυχορραγούσε επάνω στο κρεβάτι, ο κατηγορούμενος κάλεσε το ΕΚΑΒ για να την παραλάβει.
To ασθενοφόρο πήγε στο σπίτι μετά από 15 έως 20 λεπτά περίπου και την παρέλαβε αφού ο κατηγορούμενος τη συνόδεψε μέχρι το Κέντρο Υγείας Κασσανδρείας. Όμως, κατά τη μεταφορά της στο Κέντρο Υγείας, περί ώρα 22.30 με 23.00, η σύζυγός του εξέπνευσε συνεπεία του τραύματος που της προκάλεσε ο κατηγορούμενος. Κατά την εξέταση του πτώματος πλέον από τον Ιατροδικαστή διαπιστώθηκε ότι η Β.
M. έφερε "εκχύμωση των μαλακών μορίων περί τη μεσότητα της έξω επιφάνειας του δεξιού βραχίονα και εκχύμωση κυανής χροιάς περί τη ράχη της δεξιάς άκρας χειρός αυτής", οι οποίες προκλήθηκαν από κτύπημα του κατηγορουμένου στο δεξί της χέρι, τη στιγμή που εκείνη κινήθηκε για να αποτρέψει την μαχαιριά, και "βαθύ τραύμα των μαλακών μορίων του άνω και έξω τεταρτημορίου της αριστεράς μαζικής χώρας, στο ύψος της καρδιάς της, μήκους 3 εκατοστών, με κατεύθυνση εκ των άνω και έξω προς τα κάτω και έσω, από το οποίο τραύμα εξερχόταν αιμορραγικό υλικό".
Επίσης, ότι στο θώρακα έφερε "αιμορραγική διήθηση του υποδόριου ιστού και των μυών στο άνω έξω τριτημόριο του αριστερού ημιθωρακίου, που αντιστοιχεί στο προαναφερθέν τραύμα του δέρματος και στο 2° μεσοπλεύριο διάστημα του αριστερού ημιθωρακίου, οπή, διαμέτρου 3 εκατοστών, που επίσης αντιστοιχεί στο προαναφερθέν τραύμα του δέρματος", από δε την περαιτέρω διερεύνηση του τραύματος αυτού διακριβώθηκε η παρουσία στο αναπνευστικό σύστημα "κατά τη διάνοιξη του λάρυγγα, της τραχείας και των μεγάλων βρόγχων, αιμορραγικού υλικού εντός του αυλού τους, το δεξιό ημιθωράκιο ότι πληρούνταν από 1100 κυβικά εκατοστά αίματος, αμφότεροι οι πνεύμονες ήταν έξαιμοι και ο αριστερός πνεύμονας ήταν πλήρως συμπεπτοκώτας και έφερε τρώση, διαμέτρου 3 εκατοστών στην πρόσθια επιφάνεια του άνω λοβού", ότι στο καρδιαγγειακό σύστημα "το περικάρδιο έφερε τρώση, διαμέτρου 3 εκατοστών, στην άνω-έξω μοίρα της πρόσθιας επιφάνειας του, εντός της περικαρδιακής κοιλότητας υπήρχε μεγάλη ποσότητα ημίρευστου αίματος, στην πρόσθια επιφάνεια της καρδιάς, η οποία ήταν έξαιμη, και συγκεκριμένα, στο ύψος του κώνου της πνευμονικής αρτηρίας δημιουργήθηκε τρώση του τοιχώματος, διαμέτρου 3 εκατοστών" και ότι στην κοιλιά "όλα τα όργανα της περιτοναϊκής κοιλότητας και του οπισθοπεριτοναικού χώρου ήταν έξαιμα".
Με βάση τα ανωτέρω ευρήματα, ο ιατροδικαστής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι "ο θάνατος της Β. M. οφείλεται σε βαριά μεθαιμορραγική καταπληξία, μετά από τρώση της καρδίας με νύσσον και τέμνον όργανο, όπως είναι το μαχαίρι", ως μόνης ενεργού αιτίας για την πρόκλησή του. Κατά το χρόνο που τελέστηκε η εν λόγω ανθρωποκτονία, μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας της ήταν η ηλικίας 6 ετών θυγατέρα του κατηγορουμένου και του θύματος, Β.
K., η οποία ξύπνησε από τις φωνές των γονιών της όταν έγινε η σύντομη λογομαχία τους στην ως άνω παρατήρηση του θύματος προς τον κατηγορούμενο επειδή είχε αργήσει, αλλά προσποιήθηκε ότι κοιμάται και, κρυφοκοιτάζοντας κάτω από τα σκεπάσματα του κρεβατιού της που βρισκόταν στο χώρο της κουζίνας, είδε τον πατέρα της που άνοιξε το συρτάρι της κουζίνας και πήρε ένα μαχαίρι με πράσινη λαβή.
Αμέσως σηκώθηκε και τον ακολούθησε ενστικτωδώς σιγά - σιγά στο διάδρομο, χωρίς εκείνος να την αντιληφθεί, μέχρι τη μισάνοικτη πόρτα του υπνοδωματίου, απ' όπου είδε αυτόν τη στιγμή που επιχείρησε να κτυπήσει τη μητέρα της, εκείνη ν' αντιστέκεται στη συνέχεια να τη ρίχνει με βία στο κρεβάτι και να σηκώνει το μαχαίρι για να τη κτυπήσει, ενώ εκείνη πριν είχε προσπαθήσει να προφυλαχθεί βάζοντας το χέρι της για να τον αποκρούσει, και εκείνος, ανελέητα, να την κτυπά με το μαχαίρι στο στήθος στην αριστερή πλευρά της.
Μετά δε από αυτό η μικρή τρομαγμένη επέστρεψε γρήγορα στο κρεβάτι της χωρίς και πάλι ο κατηγορούμενος να την αντιληφθεί και από εκεί εξακολούθησε να παρακολουθεί τον πατέρα της προσποιούμενη ότι κοιμάται, τον οποίο είδε μετά από λίγο να βγαίνει από την κρεβατοκάμαρα και να επιστρέφει στο χώρο της κουζίνας, κρατώντας το μαχαίρι, να το πλένει και να το τοποθετεί και πάλι στο συρτάρι.
Τα περιστατικά αυτά χωρίς πίεση και σχετικά ερωτήματα, τα διηγήθηκε η ως άνω ανήλικη τη δεύτερη ημέρα της επαφής της με τις δύο κοινωνικές λειτουργούς (πρώτη και δεύτερη εκ των μαρτύρων κατηγορίας) που κλήθηκαν από την Αστυνομία προς ψυχολογική στήριξη των δύο ανηλίκων κοριτσιών του κατηγορουμένου, τα οποία είχαν μεταφερθεί κατόπιν τηλεφωνικής επαφής του τελευταίου μετά το έγκλημα, με τον ως άνω S. Β.
του S., στο σπίτι του αδελφού του τελευταίου, Β. M., Αλβανικής επίσης καταγωγής, που διέμενε και αυτός με την οικογένειά του στο .... Ο κατηγορούμενος, απολογούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου, αρνήθηκε παντελώς την πράξη του, ισχυριζόμενος ότι, ενώ είχε καθίσει στο τραπέζι για φαγητό, μετά την επιστροφή του στο σπίτι, σε πέντε λεπτά και έτρωγε τα ψάρια που είχε τηγανίσει η σύζυγός του, την άκουσε από το διπλανό δωμάτιο να λέει ότι πεθαίνει και ότι τη σκοτώνουν και ότι αμέσως έσπευσε και τη βρήκε να αιμορραγεί.
Στη συνέχεια κάλεσε το "166" και μία γιατρός του έδωσε οδηγίες πώς να σταματήσει το αίμα από το στήθος της συζύγου του. Το ιστορικό αυτό, συνιστά αφελή επινόηση του κατηγορουμένου, η οποία στερείται λογικής, καθόσον στο σπίτι, που ήταν ένα πολύ μικρό διαμέρισμα 40 τ.μ. και το υπνοδωμάτιο όπου βρισκόταν το θύμα απείχε ελάχιστα μέτρα από τη σαλοκουζίνα και είχε πρόσβαση σε κάποιον που ήθελε να εισέλθει απ' έξω, μόνο από μία μπαλκονόπορτα που όμως έβλεπε σε ακάλυπτο χώρο περιτριγυρισμένο από άλλες οικοδομές, και ήταν κλειστή με κατεβασμένα τα παντζούρια και μη παραβιασμένη, δεν ήταν δυνατόν να έχει εισέλθει τρίτο άτομο και να μη το αντιληφθεί ο κατηγορούμενος.
Δεν ήταν δε επίσης δυνατόν η σύζυγός του, ενώ βρισκόταν μόνη στο δωμάτιο, να τραυματισθεί θανάσιμα από τρίτον άνθρωπο χωρίς ο κατηγορούμενος να έχει αντιληφθεί εγκαίρως το παραμικρό και να προστρέξει προς βοήθειά της ή έστω να προλάβει τον υποτιθέμενο δράστη όταν, όπως ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε, εγκατέλειψε το υπνοδωμάτιο, δεδομένου ότι από το χώρο της κουζίνας όπου αυτός βρισκόταν ήθελε μόνο δύο-τρία δευτερόλεπτα να μεταβεί στο υπνοδωμάτιο.
Αν υπήρχε άλλος δράστης, όπως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, θα έφευγε ή από την μοναδική μπαλκονόπορτα που διαθέτει το σπίτι και βρίσκεται στην κρεβατοκάμαρα, η οποία όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, εξετασθείσα αρμοδίως κατά την αυτοψία που διενεργήθηκε, βρέθηκε με κλειστά παραθυρόφυλλα, κλειστό το πόμπολο από μέσα και με κατεβασμένα στόρια και χωρίς σημάδια διάρρηξης, ή από την κεντρική είσοδο του διαμερίσματος, αλλά σε τέτοια περίπτωση θα περνούσε από την κουζίνα όπου βρισκόταν ο κατηγορούμενος και έτρωγε και συνεπώς θα τον έβλεπε τόσο αυτός όσο και η ανήλικη θυγατέρα τους K.
που δεν κοιμόταν, η οποία δεν ανέφερε καθόλου περί τρίτου ατόμου. Επίσης, ο κατηγορούμενος περιήλθε σε αντιφάσεις, αφού ισχυρίστηκε ότι κατά την στιγμή της άφιξής του στο σπίτι τα φώτα ήταν σβησμένα και η σύζυγος του ήταν ξαπλωμένη στην κρεβατοκάμαρα, και κοιμόταν, ήτοι ότι δεν μίλησε καθόλου μαζί της αφότου επέστρεψε στο διαμέρισμα, ενώ στις 24.10.2010, κατά την εξέτασή του ενώπιον των Αστυνομικών του AT Πολυγύρου, αλλά και στην από 29.10.2010 απολογία του ενώπιον της Ανακρίτριας Πλημ/κων Χαλκιδικής, κατέθεσε απολογούμενος, ότι κατά την επιστροφή του στην οικία του βρήκε την γυναίκα του στην κουζίνα, με την οποία αντάλλαξαν κάποιες κουβέντες σχετικά με την αργοπορία επιστροφής του στο σπίτι.
Προφανώς τα τελευταία τα ανήρεσε απολογούμενος τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, προφανώς για να μη φανεί ότι προηγήθηκε λογομαχία αυτού και του θύματος, και συνδεθεί με την εναντίον της συζύγου του επίθεση ήτοι να μη θεωρηθεί ότι η προηγηθείσα λογομαχία τους αποτέλεσε και την αφορμή της επίθεσής του εναντίον της.
Είναι προφανές ότι ο κατηγορούμενος, αντιλαμβανόμενος το παράλογο των ως άνω ισχυρισμών του περί τρίτου δράστη, τους οποίους εξέθεσε και κατά την εξέτασή του ενώπιον των Αστυνομικών την 24.10.2010, λίγο αργότερα, κατά την απολογία του στην ως άνω Ανακρίτρια, την 29.10.2010, ομολόγησε την πράξη του, ισχυρίσθηκε όμως ότι πρόθεσή του δεν ήταν να σκοτώσει τη σύζυγό του αλλά να τη φοβίσει με το μαχαίρι, αποδεχθείς έμμεσα αλλά σαφώς ότι πήρε μαχαίρι και το έστρεψε εναντίον της και ότι στη συνέχεια δεν κατάλαβε τι έκανε.
Μετά απ' όλα αυτά, επανήλθε στον ισχυρισμό του περί τρίτου ατόμου απολογούμενος ενώπιον του πρωτοβάθμιου και του παρόντος Δικαστηρίου και ανέφερε ότι η ανθρωποκτονία της συζύγου του έγινε από άτομο του οικογενειακού τους περιβάλλοντος από την Αλβανία για λόγους εκδίκησης (βεντέτας) και ότι στην αλβανική βεντέτα "δεν ανακατεύουν το κράτος, αλλά τα ξεκαθαρίζουν μόνοι τους", θέλοντας να δικαιολογήσει το λόγο που δεν μίλησε με συγκεκριμένα περιστατικά και στοιχεία εξ αρχής για τέτοιο ζήτημα, χωρίς όμως και πάλι να αναφέρει ούτε καν το ιστορικό της βεντέτας ήτοι συγκεκριμένα περιστατικά ούτε κάποιο σοβαρό στοιχείο.
Επίσης, έπεσε και πάλι σε αντιφάσεις κατά την απολογία του ότι ήταν δήθεν ανοιχτό το παράθυρο της κουζίνας, ήτοι του χώρου που κοιμούνταν τα παιδιά τους και ότι το πρόσεξε όταν έφευγε με το ασθενοφόρο, που μετέφερε τη σύζυγο του στο Κέντρο Υγείας, ενώ όταν πήγε στο διαμέρισμα επιστρέφοντας από την έξοδό του περί ώρα 22.00 το βράδυ, είχε καταθέσει ότι τα φώτα ήταν σβησμένα στο διαμέρισμα, η πόρτα δεν ήταν κλειδωμένη και δεν πρόσεξε το ανοικτό παράθυρο.
Επί πλέον, απολογούμενος ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αρνήθηκε ότι υπήρχε πρόβλημα μεταξύ αυτού και της συζύγου του για το θέμα του τρίτου παιδιού που αυτός ήθελε, ενώ κατά την προανάκριση το ανέφερε μόνος του, το ίδιο δε επανέλαβε και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ότι δηλαδή δεν είχε πρόβλημα με τη σύζυγό του για το θέμα του τρίτου παιδιού, και ότι είπε απλώς ότι είχε πει στους αστυνομικούς ότι ήθελε τρίτο παιδί αλλά δεν παραδέχτηκε ότι είχε υποψία ότι τα παιδιά δεν είναι δικά του και ότι εξ αυτού του λόγου δημιουργούσε πρόβλημα στη σύζυγό του.
Εξ όλων των ανωτέρω αποδειχθέντων περιστατικών συνάγεται χωρίς αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος, είναι ο δράστης της ανθρωποκτονίας της συζύγου του, και ότι χωρίς σοβαρή αιτία και με μόνη αφορμή μια καθημερινή συνήθη διαφωνία προκληθείσα από παρατήρησή της προς αυτόν, υπό της συζύγου του ότι έλειπε όλη την ημέρα και ήλθε αργά στο σπίτι, χωρίς πρόκληση και μάλιστα σοβαρή εκ μέρους της, αποφάσισε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση να της αφαιρέσει τη ζωή, προς πραγματοποίηση δε του ανθρωποκτόνου σκοπού του, αφού την έπληξε με ένα μαχαίρι που βρήκε στην κουζίνα, (το οποίο ήταν κατάλληλο για να προκληθούν τα τραύματα που διαπιστώθηκαν από τον ιατροδικαστή), στο πλέον καίριο σημείο του σώματός της, επήλθε ο θάνατός της συνεπεία του πλήγματος στην περιοχή της καρδιάς της με το μαχαίρι αυτό, ως μόνης ενεργού αιτίας, αφού προηγήθηκε βίαιη απώθηση του θύματος στο χέρι της όταν προσπάθησε ν' απωθήσει το δράστη για ν' αμυνθεί.
Τα αίτια της ως άνω αποτρόπαιος πράξης του κατηγορουμένου θα πρέπει να αναζητηθούν στο ζήτημα που επί μακρόν βασάνιζε αυτόν, της πατρότητας των δύο κοριτσιών τους, εντελώς όμως αδικαιολόγητα, επειδή εκείνος μετά από χρόνια πίστευε ότι έχει πρόβλημα γονιμότητας, χωρίς να έχει οποιοδήποτε στοιχείο απιστίας δηλαδή υποψίας για τρίτο άτομο, στη ζωή της συζύγου του.
Ειδικότερα, η αμφιβολία αυτή του δημιουργήθηκε όταν, κατόπιν άκαρπων προσπαθειών με την σύζυγό του, από το έτος 2008, για την απόκτηση τρίτου παιδιού, άρρενος, που ήταν ο διακαής πόθος του, αποφάσισαν να ζητήσουν ιατρική βοήθεια στην Αλβανία, οπότε ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε ότι η σύζυγός του δεν αντιμετώπιζε πρόβλημα γονιμότητας, το γεγονός δε αυτό, του δημιούργησε έντονο προβληματισμό για την δική του ικανότητα να τεκνοποιήσει και έκτοτε άρχισε να αμφιβάλει και για την πατρότητα των δύο θυγατέρων του.
Το ζήτημα αυτό αποτελούσε αιτία συνεχών συζητήσεων και προστριβών ακόμη και μετά την εγκατάσταση της οικογένειας στο χωριό ... Χαλκιδικής το Δεκέμβριο του έτους 2009. Ο κατηγορούμενος πίστευε χωρίς κανένα λογικό έρεισμα ότι τα δύο κορίτσια δεν είναι δικά του και η πεποίθηση αυτή με αφορμή την ως άνω λογομαχία που έγινε μεταξύ τους το μοιραίο βράδυ, τον οδήγησε στην απόφαση να εκδικηθεί τη σύζυγό του, αφαιρώντας τη ζωή της.
Αυτός, κατά το χρόνο που έλαβε αυτή την απόφαση και κατά το χρόνο που την εκτέλεσε, βρισκόταν σε ψυχική κατάσταση, η οποία του επέτρεπε να σταθμίσει τη σημασία και τις συνέπειες των ενεργειών του, για το θύμα, συμπέρασμα που στηρίζεται τόσο στα προηγηθέντα της πράξης του, όσο και κατά το χρόνο που διέπραξε αυτήν, αλλά και στη, μετ' αυτήν, συμπεριφορά του, αφού αμέσως μετά το έγκλημά του και ενώ το θύμα ψυχορραγούσε στο διπλανό δωμάτιο, εκείνος ήρεμος ψυχικά και με συγκροτημένη σκέψη, μερίμνησε για την εξαφάνιση των ιχνών της ανθρωποκτονίας και συγκεκριμένα αρχικά για τον καθαρισμό του φονικού εργαλείου (μαχαιριού κουζίνας) και κάθε ίχνους από το χώρο και τα ρούχα του (αίματος της θανούσας) που πιθανόν να πρόδιδε την εγκληματική του ενέργεια.
Για το σκοπό αυτό κάλεσε τηλεφωνικά τη θυγατέρα του Β. S., S. και τη θυγατέρα του Β. M. K., ανήλικες τότε, να έλθουν γρήγορα στο σπίτι για να καθαρίσουν το χώρο του σπιτιού από τα αίματα και να βάλουν πλυντήριο ώστε να πλύνουν τα ρούχα από τα αίματα του θύματος, οι οποίες πήγαν στο σπίτι και καθάρισαν αν και εξετασθείσες στο ακροατήριο, όπως και ο πατέρας της πρώτης, το αρνήθηκαν και κατέθεσαν ψευδώς τα αντίθετα, χωρίς όμως να πείσουν το Δικαστήριο, αναιρώντας τις προανακριτικές καταθέσεις τους σχετικά με το ότι ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον πατέρα της πρώτης και του είπε ότι σκότωσε τη γυναίκα του, υποστηρίζοντας ότι δεν είπε αυτό αλλά ότι "σκότωσαν" τη γυναίκα του.
Οι καταθέσεις τους αυτές στο ακροατήριο είναι προφανώς ψευδείς και υποβολιμαίες, δοθείσες προφανώς κατόπιν συνεννόησης με το οικογενειακό τους περιβάλλον με σκοπό να βοηθήσουν τον κατηγορούμενο ν' απαλλαγεί από την κατηγορία. Οι τελευταίες δε ενέργειες του κατηγορουμένου, ήτοι η φροντίδα του προς απόκρυψη των πειστηρίων και ο καθαρισμός των ιχνών του εγκλήματος, καταδεικνύουν σαφώς ότι εκείνος είναι ο δράστης της ανθρωποκτονίας της συζύγου του, συνηγορούντος προς τούτο και του ότι επιχείρησε να τη μεταφέρει σε νοσοκομείο, μετά από συμβουλή του ως άνω ομοεθνή του, τηλεφωνικά, να προσπαθήσει να τη διασώσει για να μη περάσει την υπόλοιπη ζωή του στη φυλακή, στην περίπτωση που δεν είχε πεθάνει, πράγμα που έκανε ο κατηγορούμενος, αφού εκ των υστέρων διαπίστωσε ότι η σύζυγός του ήταν ακόμη ζωντανή, αιμορραγούσα ακατάσχετα, χωρίς όμως το αναμενόμενο αποτέλεσμα.
Ο ανθρωποκτόνος σκοπός του κατηγορουμένου συνάγεται από το ότι έπληξε τη σύζυγό του σε καίριο και ευπαθές σημείο του σώματός της που ήταν η καρδιά της, ήτοι στο πλέον ζωτικό όργανο του ανθρωπίνου σώματος. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος, τέλεσε και τα αδικήματα της παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας, καθότι χρησιμοποίησε το προαναφερόμενο μαχαίρι, το οποίο θεωρείται όπλο κατά το ν.2168/93 για να σκοτώσει τη σύζυγό του, διαπράξας με αυτό, το κακούργημα της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, χωρίς η χρήση όπλου να αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού, με συνέπεια να στοιχειοθετείται σε βάρος του και η αυτοτελής πράξη της οπλοχρησίας με ξεχωριστή απαξία.
Κατόπιν των ανωτέρω, εφόσον αποδείχθηκε πλήρως ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, τόσο κατά τα αντικειμενικά όσο και κατά τα υποκειμενικά της στοιχεία, και τις πράξεις της παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας, πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος των ανωτέρω πράξεων κατά πλειοψηφία,..." Ακολούθως, κατά το διατακτικό της ανωτέρω αποφάσεως, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος κατά πλειοψηφία του ότι: "στον κατωτέρω τόπο και χρόνο με πρόθεση τέλεσε περισσότερα (3) εγκλήματα, που προβλέπονται και τιμωρούνται κατά το νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές και ειδικότερα :
1) Στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο τέλεσε το κακούργημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, το οποίο είχε αποφασίσει να εκτελέσει και εκτέλεσε ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και συγκεκριμένα, στις 22.10.2010 και περί ώρα 22.00, στο ... Χαλκιδικής, πάνω σε έντονη λογομαχία που είχε με τη σύζυγό του Β.
M. του Z. και της H., γεννηθείσα στην Αλβανία στις 23.12.1976, στο χώρο του υπνοδωματίου τους, παρουσία των δύο ανηλίκων τέκνων τους, που εκείνη την ώρα βρίσκονταν σε διπλανό χώρο (κουζίνα), ενεργώντας με άμεσο δόλο και έχοντας προαποφασίσει σε ήρεμη ψυχική κατάσταση να σκοτώσει την ανωτέρω σύζυγό του, ενώ διατελούσε σε κατάσταση ψυχικής ηρεμίας, σήκωσε το χέρι να τη κτυπήσει και όταν εκείνη αντιστάθηκε, κρατώντας του το χέρι, πήγε στην κουζίνα, που ήταν δίπλα, και με χαρακτηριστική νηφαλιότητα, που φανερώνει τον άμεσο δόλο και την ειλημμένη σε ήρεμη ψυχική κατάσταση απόφασή του να σκοτώσει τη σύζυγό του, άνοιξε το συρτάρι της κουζίνας, πήρε ένα μαχαίρι με πράσινη λαβή, επέστρεψε στην κρεβατοκάμαρα και ενώ αυτή εξακολουθούσε να βρίσκεται ξαπλωμένη στο κρεβάτι, επιτέθηκε εναντίον της και ακόμη και όταν εκείνη, βλέποντάς τον να σηκώνει το μαχαίρι για να την κτυπήσει, προκειμένου να προφυλαχθεί, έτεινε το δεξί της χέρι, ο κατηγορούμενος δεν πτοήθηκε, κτύπησε αρχικά το χέρι της, προκαλώντας της εκχύμωση των μαλακών μορίων περί τη μεσότητα της έξω επιφάνειας του δεξιού βραχίονα και εκχύμωση κυανής χροιάς περί τη ράχη της δεξιάς άκρας χειρός αυτής, και στη συνέχεια την έπληξε θανάσιμα, μπήγοντας ανελέητα όλη τη λεπίδα του μαχαιριού μέχρι τη λαβή στο ύψος της καρδιάς της και προκαλώντας σε αυτήν βαθύ τραύμα των μαλακών μορίων του άνω και έξω τεταρτημορίου της αριστεράς μαζικής χώρας, μήκους 3 εκατοστών, με κατεύθυνση εκ των άνω και έξω προς τα κάτω και έσω, από το οποίο τραύμα εξέρχονταν αιμορραγικό υλικό, αιμορραγική διήθηση του υποδόριου ιστού και των μυών στο άνω-έξω τριτημόριο του αριστερού ημιθωρακίου, που αντιστοιχεί στο προαναφερθέν τραύμα του δέρματος και στο 2° μεσοπλεύριο διάστημα του αριστερού ημιθωρακίου οπή, διαμέτρου 3 εκατοστών, που επίσης αντιστοιχεί στο προαναφερθέν τραύμα του δέρματος, παρουσία αιμορραγικού υλικού εντός του αυλού του λάρυγγα, της τραχείας και των μεγάλων βρόγχων τους, πλήρωση του δεξιού ημιθωρακίου από 1100 κυβικά εκατοστά αίματος, έξαιμους πνεύμονες, πλήρως συμπεμπτοκώτα αριστερό πνεύμονα με τρώση, διαμέτρου 3 εκατοστών, στην πρόσθια επιφάνεια του άνω λοβού, τρώση του περικαρδίου, διαμέτρου 3 εκατοστών, στην άνω-έξω μοίρα της πρόσθιας επιφάνειας του, εντός της περικαρδιακής κοιλότητας μεγάλη ποσότητα ημίρευστου αίματος, στην πρόσθια επιφάνεια της καρδιάς, η οποία ήταν έξαιμη, και συγκεκριμένα, στο ύψος του κώνου της πνευμονικής αρτηρίας τρώση του τοιχώματος, διαμέτρου 3 εκατοστών, και έξαιμα όργανα της περιτοναϊκής κοιλότητας και του οπισθοπεριτοναϊκού χώρου, από το θανάσιμο δε αυτό πλήγμα η σύζυγός του Β.
M. υπέστη βαριά μεθαιμορραγική καταπληξία μετά από τρώση της καρδιάς, η οποία, ως μόνη ενεργός αιτία, επέφερε λίγη ώρα αργότερα και συγκεκριμένα, περί ώρα 22.30 με 23.00, το θάνατό της, που συνέβη ενώ μεταφερόταν με ασθενοφόρο θανάσιμα πληγωμένη, από την οικία της στο Κέντρο Υγείας Κασσανδρείας. 2) Στον ίδιο όπως παραπάνω τόπο και χρόνο έφερε με πρόθεση παράνομα όπλο δηλαδή αντικείμενο πρόσφορο για επίθεση ή άμυνα εξ επαφής η αποστάσεως και δη μαχαίρι κάθε είδους, του οποίου η κατοχή δεν δικαιολογείται για επαγγελματική εκπαιδευτική χρήση, τέχνη, θήρα ή αλιεία ή άλλη συναφή, χρήση και συγκεκριμένα στον παραπάνω αναφερόμενο τόπο και χρόνο έφερε ένα μαχαίρι με πράσινη λαβή, ενόσω δεν επρόκειτο να το χρησιμοποιήσει για κυνήγι, τέχνη ή θήρα, ούτε άλλωστε πήγαινε ή επέστρεψε από χώρο κυνηγιού, αλλά το χρησιμοποίησε εντός της οικίας του, προκειμένου να πλήξει θανάσιμα το θύμα του και δη τη σύζυγό του Β.
M. του Z. και της H., γεννηθείσα στην Αλβανία στις 23.12.1976 όπως αναλυτικά στην υπό στοιχείο Α/1) ανωτέρω πράξη περιγράφεται και 3) Στον παραπάνω τόπο και χρόνο, με πρόθεση με χρήση όπλου, ως αντικειμένου πρόσφορου για επίθεση και άμυνα, διέπραξε κακούργημα από δόλο και συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, κάνοντας χρήση του ως άνω αναφερομένου μαχαιριού, που έφερε παράνομα, διέπραξε με δόλο το υπό στοιχείο Α/1) κακούργημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, η δε χρήση του όπλου αυτού δεν αποτελεί κατά ειδική διάταξη νόμου στοιχείο του παραπάνω εγκλήματος της ανθρωποκτονίας κατά της συζύγου του Β.
M.." Με αυτά που δέχθηκε το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 εδ.
α', 27 και 299 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, υπάρχει ειδικά αιτιολογία ως προς το ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ενήργησε το αδίκημα της ανθρωποκτονίας με πρόθεση και ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, που του επέτρεπε την πλήρη σκέψη, τη στάθμιση των συνεπειών των ενεργειών του τόσο κατά τη λήψη της απόφασης όσο και κατά την εκτέλεση της πράξης, και συγκεκριμένα "...Αυτός, κατά το χρόνο που έλαβε αυτή την απόφαση και κατά το χρόνο που την εκτέλεσε, βρισκόταν σε ψυχική κατάσταση, η οποία του επέτρεπε να σταθμίσει τη σημασία και τις συνέπειες των ενεργειών του, για το θύμα, συμπέρασμα που στηρίζεται τόσο στα προηγηθέντα της πράξης του, όσο και κατά το χρόνο που διέπραξε αυτήν, αλλά και στη, μετ' αυτήν, συμπεριφορά του, αφού αμέσως μετά το έγκλημά του και ενώ το θύμα ψυχορραγούσε στο διπλανό δωμάτιο, εκείνος ήρεμος ψυχικά και με συγκροτημένη σκέψη, μερίμνησε για την εξαφάνιση των ιχνών της ανθρωποκτονίας και συγκεκριμένα αρχικά για τον καθαρισμό του φονικού εργαλείου (μαχαιριού κουζίνας) και κάθε ίχνους από το χώρο και τα ρούχα του (αίματος της θανούσας) που πιθανόν να πρόδιδε την εγκληματική του ενέργεια.
Για το σκοπό αυτό κάλεσε τηλεφωνικά τη θυγατέρα του Β. S., S. και τη θυγατέρα του Β. M. K., ανήλικες τότε, να έλθουν γρήγορα στο σπίτι για να καθαρίσουν το χώρο του σπιτιού από τα αίματα και να βάλουν πλυντήριο ώστε να πλύνουν τα ρούχα από τα αίματα του θύματος, ...".
Αβασίμως δε υποστηρίζεται με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης ως αντιφατική η αιτιολογία της απόφασης, η οποία δέχθηκε αφενός ότι ο κατηγορούμενος ήταν ιδιαιτέρως προβληματισμένος για την πατρότητα των δύο θυγατέρων του, με αποτέλεσμα οι παραπάνω αμφιβολίες να δημιουργήσουν σ' αυτόν έντονο ψυχικό άλγος και θυμό και αφετέρου την ύπαρξη ήρεμης ψυχικής κατάστασης κατά την τέλεση της ανωτέρω αξιόποινης πράξης.
Τούτο δε διότι το δικαστήριο της ουσίας με τις παραδοχές στο σκεπτικό της απόφασης ότι "... Τα αίτια της ως άνω αποτρόπαιης πράξης του κατηγορουμένου θα πρέπει να αναζητηθούν στο ζήτημα που επί μακρόν τον βασάνιζε, της πατρότητας των δύο κοριτσιών τους, εντελώς όμως αδικαιολόγητα, επειδή εκείνος μετά από χρόνια πίστευε ότι έχει πρόβλημα γονιμότητας, χωρίς να έχει οποιοδήποτε στοιχείο απιστίας, δηλαδή υποψίας για τρίτο άτομο, στη ζωή της συζύγου του...", δεν αναφέρεται στην ψυχική κατάσταση του δράστη κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, αλλά στα τυχόν κίνητρα που τον οδήγησαν σ' αυτήν, έννοια σαφώς διακριτή εκείνης της ψυχικής ορμής.
Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Ποιν.Δ., τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ευθεία ή εκ πλαγίου, των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρ. 583 παρ.1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.06.2015 αίτηση (ασκηθείσα δια δηλώσεως, που επιδόθηκε, στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 15.06.2015) του D. B. του A. και της H. για αναίρεση της υπ' αριθ. 305, 306, 307, 308/2014 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουλίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ