Legislator Case Law & Legislation
1286/2015 AI generated

1286/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1286/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/7/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 2/3/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4067/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 712/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/4/2014 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

1286/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495§4) και να καταδικαστεί η τελευταία λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176 και 183).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1286 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1286/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαΐου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Γ. & Κ. Σ. Α.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΕΕΓΑ Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/7/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 2/3/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4067/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 712/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/4/2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 5/12/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 §§ 1, 2 και 3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποίος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος, ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε, ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Απαράδεκτη κηρύσσεται επίσης η συζήτηση όταν από το φάκελο της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ποίος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπομένου διαδίκου (ΑΠ 242/2014).

Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του απολειπομένου διαδίκου. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226§ 4 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (ΚΠολΔ 575§1 εδ.β'), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Ωστόσο κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ' αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο (ΑΠ 180/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, η αναιρεσείουσα δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, για την οποία είχε αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης από τη δικάσιμο της 15-12-2014, κατά την οποία είχε εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της.

Επομένως, με βάση όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψης, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία της.

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 712/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί των από 30-3-2011 και 4-5-2011 εφέσεων της αναιρεσίβλητης και της αναιρεσείουσας αντίστοιχα, καθώς και επί των από 12-9-2012 πρόσθετων λόγων έφεσης κατά της υπ' αριθμ. 4067/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν οι από 20-7-2009 και 2-3-2010 αγωγές της αναιρεσίβλητης και της αναιρεσείουσας αντίστοιχα.

Από τη διάταξη του άρθρου 324 Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, προκύπτει ότι το δεδικασμένο προϋποθέτει ταυτότητα αντικειμένου στο οποίο αναφέρεται το κριθέν και το υπό κρίση δικαίωμα, καθώς και ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας.

Ειδικότερα, ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόστηκε στην προηγούμενη δίκη, είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της διάταξης η οποία πρόκειται να εφαρμοστεί στη νέα δίκη, ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά την συγκεκριμένη έννομη σχέση (ΑΠ 1550/2010, 714/2008).

Περαιτέρω, το δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση που υφίσταται μεταξύ των αυτών προσώπων υπό την αυτή ιδιότητα και μόνο για το κριθέν δικαίωμα και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, εκτείνεται και στα παρεμπιπτόντως κριθέντα ζητήματα που αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, εφόσον το δικαστήριο ήταν αρμόδιο να αποφασίσει γι' αυτά.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης παρέχεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Εάν στην προσβαλλόμενη απόφαση ουδεμία γίνεται μνεία περί υπάρξεως ή μη δεδικασμένου, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται από τον αριθμό 8 του ιδίου άρθρου υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο διάδικος προσκόμισε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας τελεσίδικη απόφαση και επικαλέστηκε το δεδικασμένο που απορρέει από αυτή, προς απόδειξη της βάσεως της αγωγής ή την απόκρουση αυτής και το δικαστήριο παρέλειψε να ερευνήσει τον ισχυρισμό αυτό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 2084/2007).

Όμως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό.

Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως σε ζήτημα που ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ή ως απαράδεκτη (ΑΠ 121/2009). Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ ιδρύεται στην περίπτωση παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Συνεπώς, ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν παραβιάσθηκε δικονομικός κανόνας δικαίου, όπως είναι οι διατάξεις περί δεδικασμένου (ΑΠ 1524/2007).

Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο, το οποίο απορρέει από την υπ' αριθμ. 241/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο του δικογράφου της ένδικης αγωγής, το οποίο εκτιμά, κατ' άρθρο 561§2 ΚΠολΔ, ως διαδικαστικό έγγραφο ο Άρειος Πάγος, η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία ιστορούσε ότι δυνάμει της υπ αριθμ. 4110/2624/27.8.1976 σύμβασης ασφαλίσεως που είχε συνάψει με την αναιρεσίβλητη, ασφάλισε στην τελευταία κατά των κινδύνων της θαλασσοπλοΐας ένα φορτίο τροπικής ξυλείας, το οποίο μεταφερόταν με το πλοίο "Α...

Κ" από την Ελευσίνα στην Τζέντα της Σαουδικής Αραβίας, ότι το ως άνω πλοίο βυθίσθηκε στις 18-9-1976, με αποτέλεσμα να επέλθει ο ασφαλιστικός κίνδυνος, ότι άσκησε κατά της αναιρεσίβλητης την από 14-12-1977 αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 865/1992 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που επιδίκασε στην ενάγουσα το ισότιμο σε δραχμές κατά την ημέρα πληρωμής του ποσού των 769.340 δολαρίων Η.Π.Α., καθώς και το ποσό των 7.125.000 δραχμών, ότι συνεπεία της μη έγκαιρης καταβολής του ασφαλίσματος, κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης δυνάμει της υπ' αριθμ. 60/1982 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ότι κατόπιν μεταγενέστερων αγωγών της, εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. 7580/1997 και 1935/1999 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, δυνάμει των οποίων η αναιρεσίβλητη υποχρεώθηκε να της καταβάλει τα αναφερόμενα σ' αυτήν (αγωγή) χρηματικά ποσά, τα οποία αφορούσαν τόκους επί του επιδικασθέντος ως άνω κεφαλαίου των 769.340 δολαρίων Η.Π.Α, ότι κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1997 - 2000 η αναιρεσίβλητη κατέβαλε στον τότε σύνδικο της πτώχευσης τα αναφερόμενα στο δικόγραφό της χρηματικά ποσά, ότι η αναιρεσίβλητη, ενεργώντας παράνομα και υπαίτια, της προκάλεσε ζημία συνολικού ποσού 912.550,04 ευρώ, το οποίο αναλύεται στο ποσό των 861.801,04 ευρώ, που παρακράτησε για φόρο τόκων από τα ποσά που κατέβαλε στον σύνδικο της πτώχευσης και στο ποσό των 50.749 ευρώ, που παρακράτησε για φόρο χαρτοσήμου από τα ίδια ποσά, ότι η παρακράτηση των 861,801,04 ευρώ, ήτοι ποσοστό 20% επί των καταβληθέντων στον σύνδικο ποσών, είναι παράνομη, διότι οι τόκοι προέρχονταν από πωλήσεις εμπορευμάτων μεταξύ εμπόρων και για το λόγο αυτό εξαιρούνται της παρακρατήσεως ποσοστού 20% για φόρο, ότι σε κάθε περίπτωση η παρακράτηση αυτή είναι παράνομη, διότι αντίκειται στο άρθρο 17 παρ. 1 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, καθόσον θίγει την εκτελεστότητα της δικαστικής απόφασης που επιδίκασε την καταβολή των τόκων και δεν προέβλεψε την παρακράτηση φόρου τόκων από το ποσό που επιδίκασε, καθώς επίσης και επειδή έγινε χωρίς έγκριση του Εισηγητή της πτώχευσης και απόφαση του πτωχευτικού Δικαστηρίου, αλλά και διότι η ίδια τελούσε σε πτώχευση κατά το χρονικό διάστημα που έλαβε χώρα η παρακράτηση, ότι και η παρακράτηση από την αναιρεσίβλητη φόρου χαρτοσήμου ποσού 50.749 ευρώ, ήτοι ποσοστό 1,2% επί των καταβληθέντων ποσών, είναι επίσης παράνομη, διότι οι επιδικασθέντες με δικαστική απόφαση τόκοι δεν υπόκεινται σε φορολόγηση χαρτοσήμου, αλλά και επειδή κατ' άρθρο 425 του Α.Κ.

τα έξοδα τελών χαρτοσήμου βαρύνουν την αναιρεσίβλητη και ότι υπέστη και επί πλέον ζημία ποσού 982.557,22 ευρώ και ειδικότερα ποσού 928.626,79 ευρώ, που αντιστοιχεί στους τόκους επί των παρακρατηθέντων από την εναγομένη ποσών για φόρους τόκων από την ημερομηνία που τα παρακράτησε μέχρι τις 2.3.2010 και ποσού 53.930,43 ευρώ, που αντιστοιχεί στους τόκους επί των παρακρατηθέντων από την εναγομένη ποσών για φόρο χαρτοσήμου για το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα.

Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα επικαλούμενη τις διατάξεις των άρθρων 914, 919 και 281 ΑΚ για τη νομική θεμελίωση της κύριας βάσης της αγωγής της, ισχυρίζεται ότι η παράνομη, υπαίτια, καταχρηστική και εναντίον των χρηστών ηθών συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης συνίσταται στο ότι κατέβαλε χωρίς άδεια -πράξη του Εισηγητή των πτωχεύσεων στον τότε σύνδικο, ο οποίος στη συνέχεια παραπέμφθηκε για κακούργημα, τα ποσά που της είχαν επιδικαστεί με δικαστικές αποφάσεις, στο ότι παρακράτησε τα ανωτέρω αναφερόμενα ποσά χωρίς άδεια - πράξη του Εισηγητή των πτωχεύσεων και χωρίς απόφαση του Πτωχευτικού Δικαστηρίου, καθώς και στο ότι παρακράτησε τα ως άνω ποσά κατά παράβαση του άρθρου 425 του Α.Κ., το οποίο ορίζει ότι τα έξοδα της εξοφλητικής απόδειξης φέρει ο οφειλέτης, ότι η άσκηση του δικαιώματός της να παρακρατήσει τα ανωτέρω ποσά συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά, καθόσον στρέφεται εναντίον των χρηστών ηθών, γεγονός που αποδεικνύεται και από το ότι δεν την είχε ενημερώσει για τις πληρωμές που έκανε προς τον πρώην σύνδικο της πτώχευσης.

Με την επίκληση των περιστατικών αυτών και μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής ως προς το κονδύλιο του ποσού 982.557,22 ευρώ, που αφορά τόκους επί των παρακρατηθέντων ποσών και ως προς το κονδύλιο ποσού 400.000 ευρώ, που αφορά χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθική βλάβης, από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ζήτησε: 1) Να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη, κυρίως με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών και επικουρικά κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον με την παράνομη παρακράτηση του ανωτέρω ποσού κατέστη πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας της, να της καταβάλει το ποσό των 912.550,4 ευρώ, νομιμοτόκως από τις 2-3-2010, άλλως από την επίδοση της αγωγής, 2) να αναγνωρισθεί, ότι η αναιρεσίβλητη οφείλει, με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών και επικουρικά κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, να της καταβάλει ως τόκους του ανωτέρω ποσού των 912.550,04 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από την παράνομη παρακράτησή του και μέχρι τις 2.3.2010, το ποσό των 982.557,22 ευρώ, νομιμοτόκως από τις 2-3-2010, άλλως από την επίδοση της αγωγής αυτής, 3) να αναγνωρισθεί ότι οφείλει να της καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 400.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής και 4) σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν κάνει δεκτή την επιφύλαξη του συνδίκου επί των εξοφλητικών αποδείξεων της αναιρεσίβλητης ως προς την παράνομη παρακράτηση του ανωτέρω ποσού, να αναγνωριστεί η ακυρότητα των δικαιοπραξιών αυτών.

Περαιτέρω, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα κατωτέρω διαδικαστικά έγγραφα (ΚΠολΔ 561§2) προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 13-2-2006 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (αριθμ. εκθ. κατάθεσης 29038/1508/2006) κατά της αναιρεσίβλητης, η αναιρεσείουσα επικαλούμενη την ίδια με την ένδικη αγωγή ιστορική και νομική αιτία, ζήτησε, μετά από περιορισμό του αγωγικού αιτήματος, να υποχρεωθεί η τελευταία να της καταβάλει, με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών και επικουρικά κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, το ποσό των 921.697,36 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία της παράνομης παρακράτησής του (ποσοστό 20% για φόρο επί των τόκων και ποσοστό 1,2% για φόρο χαρτοσήμου), άλλως από 28-5-2003, ημερομηνία οχλήσεως, άλλως από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής μέχρι την εξόφληση, να αναγνωρισθεί ότι οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 350.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής μέχρι την εξόφληση και σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν κάνει δεκτή την επιφύλαξη του συνδίκου επί των εξοφλητικών αποδείξεων της αναιρεσίβλητης ως προς την παράνομη παρακράτηση του ποσού που αναφέρεται στο ιστορικό, να αναγνωριστεί η ακυρότητα αυτών των δικαιοπραξιών.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 241/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας η αγωγή απορρίφθηκε τόσο ως προς την κύρια βάση της, όσο και ως προς την επικουρική ως μη νόμιμη. Κατά της συγκεκριμένης απόφασης ασκήθηκε έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 728/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως απαράδεκτη, επειδή ασκήθηκε εκπρόθεσμα.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι η άσκηση της ένδικης αγωγής "... προσκρούει στο δεδικασμένο της υπ' αριθμ. 241/2008 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο και κωλύει τη νέα έρευνα ως προς το ουσιαστικό ζήτημα που έκρινε και ειδικότερα τόσο για το δικαίωμα της ενάγουσας να αξιώσει ως αποζημίωση από την εναγομένη τα ποσά του φόρου των τόκων και του φόρου χαρτοσήμου που παρακρατήθηκαν από την τελευταία κατά τις ως άνω καταβολές, με το νόμιμο τόκο από την παρακράτησή τους έως την ολοσχερή εξόφληση, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης της ενάγουσας από την κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς αδικοπραξία εναγομένης, όσο και για το δικαίωμά της ίδιας ενάγουσας να αξιώσει από την ίδια ως άνω εναγομένη τα ποσά του φόρου των τόκων και του φόρου χαρτοσήμου που παρακρατήθηκαν από την τελευταία κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού με τους νόμιμους τόκους από την παρακράτησή τους έως την ολοσχερή εξόφληση ...".

Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Με την κρίση του αυτή ορθά εφάρμοσε το νόμο και ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος. Σημειώνεται εδώ ότι η επιχειρούμενη θεμελίωση της αγωγής, εκτός από τις διατάξεις περί αδικοπραξιών και περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και στις διατάξεις του άρθρου 17§1 του Συντάγματος και του άρθρου 6§1 της ΕΣΔΑ, δεν μεταβάλει την ιστορική και νομική αιτία της προηγούμενης από 13-2-2006 αγωγής, ενόψει του ότι δεν γίνεται επίκληση άλλων πραγματικών περιστατικών.

Επί πλέον, όσον αφορά το αίτημα αναγνώρισης της υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης προς καταβολή του ποσού των 982.557,22 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στους τόκους του παρακρατηθέντος ποσού των 912.550,04 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από την επικαλούμενη παράνομη παρακράτησή του και μέχρι τις 2-3-2010 και το οποίο δεν είχε ζητηθεί με την προηγούμενη αγωγή, πρέπει να αναφερθεί ότι πρόκειται περί παρεπομένου αιτήματος, το οποίο έχει ως αναγκαία προϋπόθεση το κριθέν στη δίκη εκείνη, επί της οποίας, όπως έχει λεχθεί, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 241/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικαίωμα.

Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου του αναιρετηρίου αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι "... στην μεταγενέστερη, από 2-3-2010, νέα αγωγή μας εμείς ισχυρισθήκαμε ότι η παρακράτηση φόρου τόκων και φόρου χαρτοσήμου επί των επιδικασθέντων ποσών, δυνάμει των αμετακλήτων υπ' αριθ. 7580/1997 αποφ. του Πολ. Πρωτ. Αθηνών και υπ' αριθ. 1935/1999 αποφ. του Εφετείου Αθηνών, αντίκειται στο άρθρο 17 παρ. 1 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. ως και στο ότι κατά την διάρκεια της πτώχευσης η εταιρεία μας δεν υπεχρεούτο στην καταβολή φόρου ...". Όμως, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον προαναφερθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε, δεχόμενο ότι δεν διαφοροποιείται η ιστορική βάση της αγωγής της.

Συνεπώς ο λόγος αυτός κατά το συγκεκριμένο δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος. Αβάσιμος είναι, εξάλλου, ο ίδιος (πρώτος) λόγος του αναιρετηρίου, κατά το τρίτο σκέλος του από το άρθρο 559, κατ' εκτίμηση μόνο, αριθμ. 19 ΚΠολΔ, καθόσον ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αφού το Εφετείο δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς, αλλά απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη.

Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το δικαστήριο της ουσίας "... έσφαλε διότι δεν δέχθηκε την ύπαρξη του απορρέοντος δεδικασμένου εκ της υπ' αριθ. 3837/2008 τελεσιδίκου αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (Τμήμα 8°), η οποία είχε κρίνει επί της ίδιας βιοτικής σχέσης και του ίδιου νομικού ζητήματος με την επικληθείσα από την αντίδικο υπ' αριθ. 241/2008 αποφ.

του Πολ. Πρωτ. Αθηνών, που αφορούσε την πρώτη αγωγή μας, ήτοι την παρακράτηση φόρου χαρτοσήμου (1,2%) επί των τόκων τόκου, ενώ αν είχε κάνει δεκτό τον δεύτερο λόγο εφέσεώς μας, θα είχε κάνει δεκτή την νέα, από 2-3-2010, αγωγή μας κατά το μέρος που αφορούσε την παράνομη παρακράτηση, από την αντίδικο, φόρου χαρτοσήμου (1,2 %) ...".

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, δεχόμενο ότι "ουδείς λόγος περί δεδικασμένου απορρέοντος από την προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση δύναται να γίνει, ... εφόσον, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη ως άνω απόφαση (3837/2008), αυτή έκρινε επί εφέσεως της εκκαλούσας εναντίον της εφεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 4600/06 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δίκασε επί ανακοπής της εφεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης που επέσπευδε η εκκαλούσα σε βάρος της και είχε διαφορετική ιστορική και νομική αιτία απ' αυτήν της κρινόμενης αγωγής, την οποία στηρίζει η ενάγουσα στις περί αδικοπραξιών, άλλως στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις ...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε το νόμο και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση ο ίδιος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το μέρος με το οποίο αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη τον προταθέντα σχετικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα, δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή του (ΑΠ 701/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, η αναιρεσείουσα προβάλλει τις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ πλημμέλειες κατά της προσβαλλόμενης απόφασης της ευθείας άλλως εκ πλαγίου παραβιάσεως των άρθρων 176, 178 και 179 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού η ένδικη αγωγή, όπως σημειώθηκε, απορρίφθηκε από το Εφετείο, ως απαράδεκτη.

Περαιτέρω, η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (ΚΠολΔ 176), ενώ ο συμψηφισμός εν όλω ή εν μέρει της δικαστικής δαπάνης, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που δεν ελέγχεται αναιρετικά.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον ίδιο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθμ., κατ' εκτίμηση, μόνο 1 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι με την προβαλλόμενη απόφαση καταδικάσθηκε στη δικαστική δαπάνη της αντιδίκου της ποσού 47.000 ευρώ, χωρίς η αντίδικος να έχει προσκομίσει κατάλογο εξόδων ή να έχει ζητήσει εκκαθάριση αυτών, ενώ έπρεπε κατ' εφαρμογή του άρθρου 179, να συμψηφισθούν εν όλω τα δικαστικά έξοδα λόγω εύλογης αμφιβολίας για την έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού η κατά τα προεκτιθέμενα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του συμψηφισμού εν όλω ή εν μέρει της δικαστικής δαπάνης, δεν απαιτείται να αιτιολογηθεί ειδικά, ούτε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1533/2008). Εξάλλου, με το άρθρο 2§2 Ν. 2915/2001, που ισχύει από 1-1-2002, σύμφωνα με το άρθρο 15 Ν. 2943/2001, τροποποιήθηκε η διάταξη του άρθρου 179 ΚΠολΔ και δεν είναι πλέον επιτρεπτός ο συμψηφισμός των δικαστικών εξόδων λόγω εύλογης αμφιβολίας για την έκβαση της δίκης.

Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495§4) και να καταδικαστεί η τελευταία λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176 και 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ