Supreme Court dismisses divorce appeal, upholding lower court's finding of objective breakdown of marital relations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the appellate court's judgment declaring the marriage dissolved. The appellant argued the divorce was legally flawed, but the court found the lower court correctly established that the marital relationship had objectively broken down due to the husband's specific conduct and refusal to reconcile. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs incurred by the respondent.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1439 para. 1 of the Civil Code; Article 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure: A divorce judgment based on the objective breakdown of the marital relationship is valid if the court found specific facts demonstrating the impossibility of cohabitation, without requiring proof of fault.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1286 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1286/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. συζ. Δ. Μ., το γένος Σ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαδάκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-2-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 187/2012 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 7-1-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 16-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από την 1728/30.11.2013 έκθεση του δικαστικού επιμελητή Σπάρτης Χ. Κ., προκύπτει, ότι με επίσπευση της αναιρεσίβλητης, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσείοντα. Ο τελευταίος, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, δεν εμφανίστηκε, ούτε παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Άρα, πρέπει να προχωρήσει η συζήτησή της παρά την απουσία του (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Εισάγεται αίτηση αναίρεσης κατά απόφασης δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία κηρύχτηκε λελυμένος ο γάμος των διαδίκων.
ΙΙΙ. Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής, στον εφαρμοσθέντα κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα εκείνων, που ο κανόνας απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος Η ποσοτική δε αοριστία, δηλαδή η μη συγκεκριμενοποίηση όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωση του αγωγικού αιτήματος, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ή 14 ΚΠολΔ (πρβλ.
Ολ ΑΠ 15/2000). Εξάλλου, με το άρθρο 1439 παρ. 1 Α.Κ. καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου, ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσης, χωρίς να απαιτείται το στοιχείο της υπαιτιότητας. Έτσι ο ενάγων, για τη θεμελίωση και παραδοχή της αγωγής, πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει, ότι ο γάμος είχε κλονισθεί από συγκεκριμένα γεγονότα, τα οποία αναφέρονται στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων (με την έννοια της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στα αντικειμενικώς κλονιστικά γεγονότα αυτά και στο πρόσωπο του εναγομένου συζύγου ή και των δύο) και ότι ο κλονισμός είναι τόσο ισχυρός, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της συμβίωσης να έχει καταστεί αφόρητη για τον ενάγοντα (ΑΠ 844/1999).
Ο χρόνος, όμως, τέλεσης του γάμου ως περιεχόμενο της αγωγής δεν συνιστά αναγκαίο στοιχείο της ιστορικής βάσης αυτής, για τη θεμελίωση του περί διαζεύξεως δικαιώματος. Γι' αυτό και παραδεκτά συμπληρώνεται με τις έγγραφες προτάσεις του ενάγοντος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 167/2002, ΑΠ 190/2001).
Στην υπό κρίση περίπτωση: Α) η ήδη αναιρεσίβλητη ήγειρε κατά του αντιδίκου της- αναιρεσείοντος αγωγή διαζυγίου από τις διατάξεις των άρθρων 1438, 1439 παρ. 1 ΑΚ. Σε αυτήν ανέφερε, πλην άλλων: 1) "Με τον εναγόμενο σύζυγό μου τελέσαμε γάμο κατά του Κανόνες της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας ...", 2) "... ο αντίδικος αδιαφορούσε για τη μετεγκατάστασή μας ...
παρά την επακολουθήσασα περί ... διακοπή της κύησής μου ...", 3) "... αθέτησε και πάλι την υπόσχεσή του και έτσι μόνη μου και με τη συμπαράσταση της μητέρας μου, που δέχθηκε να με ακολουθήσει, εγκαταστάθηκα στο πιο πάνω διαμέρισμα ...", 4) "... αντίθετα ο ... σύζυγός μου, παρά τις συνεχείς εκκλήσεις και διαμαρτυρίες μου, παραβιάζοντας έτσι και την υποχρέωση για συμβίωση των συζύγων, εξακολουθεί να διαμένει μόνος ...", 5) "...
την πιο πάνω ακατανόητη και κυριολεκτικά αψυχολόγητη συμπεριφορά του συζύγου μου, που εκτός των άλλων, έχει επιφέρει και την πλήρη ψυχική και σωματική αποξένωσή μας ανέχτηκα ... χωρίς όμως αποτέλεσμα ...", 6) "... τα όσα πιο πάνω ανέφερα ... εκλόνισαν και έπληξαν ισχυρά και ανεπανόρθωτα την έγγαμη σχέση ... με αποτέλεσμα ...
βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης μας να καθίσταται αφόρητη δια μένα ...". Β) Στις προτάσεις της, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η ήδη αναιρεσίβλητη ανέφερε: "Προσκομίζω την υπ' αριθμ. 3Δ/2000 ληξιαρχική πράξη γάμου, από την οποία προκύπτει ο κατά την 1/7/2000 τελεσθείς γάμος μας, συμπληρώνοντας προς τούτο την κρινόμενη αγωγή μου ...".
Σύμφωνα με όσα προπαρατέθηκαν, ορθώς κρίθηκε ορισμένη και νομικώς βάσιμη η αγωγή με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, Άρα, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, που προβάλλει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
ΙV. Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης υποστηρίζεται: "Δεν υπάρχει έστω και ένα στοιχείο εξ εκείνων που απαιτείται για αντικειμενικό κλονισμό της έγγαμης σχέσης και ότι η συνέχιση της συμβίωσης ... δεν έχει καταστεί αφόρητη ... από τις περιεχόμενες στην αγωγή ομολογίες ότι πήγαινα στο διαμέρισμά της για φαγητό, για να πάρω καθαρά ρούχα και να αφήσω τα ακάθαρτα για πλύσιμο και σιδέρωμα ...
αυτή με έχει συγχωρήσει και δεν έχει πλέον δικαίωμα ασκήσεως αγωγής ...". Σχετικώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε τα ακόλουθα: " ... Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο ... στη Σπάρτη, όπου ήταν και η τελευταία τους κοινή διαμονή, και από το γάμο τους αυτό δεν απέκτησαν τέκνα. Αρχικά εγκαταστάθηκαν σε μία παλιά προβληματική οικία, ιδιοκτησίας της μητέρας της ενάγουσας, η οποία είχε σοβαρές ελλείψεις και δεν ικανοποιούσε τις ανάγκες τους.
Το έτος 2002 αποφάσισαν από κοινού να αλλάξουν κατοικία και μίσθωσαν ... διαμέρισμα ... στο οποίο μετέφεραν λίγα έπιπλά τους. Ο εναγόμενος όμως επέδειξε αδιαφορία για το θέμα της μετεγκατάστασης, με αποτέλεσμα η διαμονή τους στην παλιά κατοικία να παραταθεί παρά την ύπαρξη της παραπάνω μίσθωσης. Επιπλέον, ο εναγόμενος αδιαφόρησε και δεν ασχολήθηκε, ως όφειλε, με την προβληματική εγκυμοσύνη της ενάγουσας, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τη βίαιη διακοπή της κύησής της το μήνα Απρίλιο του έτους 2002, με το να αφήσει τη σύζυγό του να ταξιδέψει μόνη της στην Αθήνα για να επισκεφθεί το γυναικολόγο της, μολονότι βρισκόταν σε κρίσιμη κατάσταση η υγεία της.
Αντιμετωπίζοντας αυτή τη συμπεριφορά του εναγομένου, η ενάγουσα αποφάσισε να επιπλώσει μόνη της το πιο πάνω διαμέρισμα και να εγκατασταθεί σε αυτό το μήνα Οκτώβριο 2005 μαζί με τη μητέρα της, πιστεύοντας στην υπόσχεση του συζύγου της ότι θα την ακολουθήσει στο διαμέρισμα. Ο τελευταίος όμως, αθέτησε την υπόσχεσή του και αρνείται έκτοτε να εγκατασταθεί στο πιο πάνω διαμέρισμα, κατοικεί δε μόνος του στην αρχική, παλιά κατοικία του ζευγαριού.
Η ενάγουσα όλα αυτά τα χρόνια κατέβαλε προσπάθειες να πείσει τον εναγόμενο σύζυγό της να συμβιώσουν, πλην όμως δεν το έχει κατορθώσει έως σήμερα. Ο εναγόμενος επισκεπτόταν το διαμέρισμα της ενάγουσας αρχικά κάθε μεσημέρι για να φάει και να φέρει ρούχα στη μητέρα της για πλύσιμο, καθώς η ενάγουσα τον αντιμετώπιζε με υπομονή, ελπίζοντας ότι οι σχέσεις τους θα αποκατασταθούν στο μέλλον.
Στη συνέχεια όμως επισκέπτεται την τελευταία δύο μόνο φορές την εβδομάδα (Τρίτη και Πέμπτη) σε ώρες που η σύζυγός του λείπει και αποφεύγει να έχει γενικά οποιαδήποτε επαφή μαζί της. Τα τελευταία δε χρόνια και ιδίως μετά την έγερση της κρινόμενης αγωγής, οι διάδικοι έχουν αποξενωθεί πλήρως, σωματικά και ψυχικά, δεν έρχονται σε οποιαδήποτε επαφή και δεν διατηρούν σεξουαλικές σχέσεις, κοινές παρέες, κοινές κοινωνικές εκδηλώσεις και αισθήματα αγάπης και συμπαράστασης, χωρίς να υπάρχει πλέον ελπίδα επανασυμβίωσής τους.
Ο εναγόμενος, βέβαια, ισχυρίζεται ότι η κατάσταση ήταν προσωρινή και επιβεβλημένη για αυτόν, χωρίς όμως να δικαιολογεί την πιο πάνω συμπεριφορά του, αρκούμενος σε κάποιες γενικές αόριστες αναφορές σε τυχαία και συμπτωματικά γεγονότα και σε απρόβλεπτες προσωπικές, οικογενειακές και επαγγελματικές καταστάσεις που τον εμπόδιζαν να ακολουθήσει την ενάγουσα στη νέα οικογενειακή τους στέγη, καθώς και σε δυσκολίες σε σχέση με τη μητέρα της, η οποία όμως έχει ήδη μισθώσει δικό της διαμέρισμα και δεν έχει πρόθεση να συμβιώσει με τους διαδίκους.
Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι η ενάγουσα τον έχει συγχωρήσει για την ως άνω συμπεριφορά του κρίνεται ουσιαστικά αβάσιμος, εφόσον από την έλλειψη συναντήσεων, προσωπικών επαφών και την απουσία οποιασδήποτε επιθυμίας εξακολούθησης της συμβίωσης δεν μπορεί να συναχθεί τέτοια βούληση. Κατόπιν της προαναφερόμενης συμπεριφοράς του εναγομένου, προκύπτει ότι υφίσταται ισχυρός κλονισμός των σχέσεων των διαδίκων (συζύγων) για λόγους που αφορούν το πρόσωπό του, με αποτέλεσμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για την ενάγουσα ...".
Κατά ταύτα, το Εφετείο, ορθά εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 1 ΑΚ. Τα λοιπά μνημονευόμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης, αναφέρονται, υπό την επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, σε θέματα ουσιαστικής κρίσης της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία δεν εξετάζονται από το παρόν δικαστήριο (άρθρ. 561 παρ, 1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς, και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 7-1-2013 αίτηση του Δ. Μ. προς αναίρεση της 187/2012 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ, σε βάρος του αναιρεσείοντος.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Φεβρουαρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ