Legislator Case Law & Legislation
1286/2012 AI generated

1286/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1286/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1286/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, αυτή αποτελεί ιδιότητα συγκεκριμένου προσώπου, η οποία είναι δικονομικώς αντίστοιχη της ικανότητος δικαίου του ουσιαστικού δικαίου. Ως εκ τούτου, ικανότητα να είναι διάδικοι έχουν όλα τα φυσικά πρόσωπα, αλλά και τα νομικά πρόσωπα, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, ελληνικά ή ξένα. Ειδικότερα, όσον αφορά τα νομικά πρόσωπα, η ικανότητα αυτή αρχίζει από της συστάσεώς των και παύει από της διαλύσεώς των.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1286 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1286/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών - καλουσών: 1. Σ. Α. του Χ., κατοίκου ..., ατομικώς δι' εαυτήν και ως μόνης εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος Μ. Α. ή Π. του Χ., 2. Eταιρεία Περιωρισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "P. BOUTIQUE ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΕΙΔΩΝ ΜΟΔΑΣ ΕΠΕ" που εδρεύει στην ... και τελεί υπό εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Λυμπέρη, για τον εαυτό της προσωπικά και ως διαχειρίστριας και ήδη εκκαθαρίστριας της δεύτερης αναιρεσείουσας, όρισε στο ακροατήριο τον ίδιο ανωτέρω δικηγόρο ως πληρεξούσιο της εταιρείας και 3. κοινοποιουμένης προς ην η κλήση: Εταιρείας με την επωνυμία "OPPIFEX INTERNATIONAL LLC" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: Ά. Β. ή Μ. του Γ. και Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Μουζάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-5-2002 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 222/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 3533/2004 μη οριστική και 2486/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 8-4-2005 αίτησή τους. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούσες-δύο πρώτες αναιρεσείουσες με την από 20-11-2006 κλήση τους. Εκδόθηκε η 2187/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης. Ήδη την υπόθεση επαναφέρουν οι καλούσες-αναιρεσείουσες με την από 1-9-2010 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης ανέγνωσε την από 15/2/2006 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Στέφανου Γαβρά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσείουσας-καλούσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης-καθής η κλήση την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Για την έγκυρη από τον διάδικο διεξαγωγή της δίκης πρέπει αυτός, εκτός των άλλων, να έχει την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή ανήκει, κατά το άρθρο 62 Κ.Πολ.Δ., σε όποιον δήποτε έχει κατά το ουσιαστικό δίκαιο την ικανότητα δικαίου, δηλαδή την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Επομένως, αυτή αποτελεί ιδιότητα συγκεκριμένου προσώπου, η οποία είναι δικονομικώς αντίστοιχη της ικανότητος δικαίου του ουσιαστικού δικαίου. Ως εκ τούτου, ικανότητα να είναι διάδικοι έχουν όλα τα φυσικά πρόσωπα, αλλά και τα νομικά πρόσωπα, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, ελληνικά ή ξένα. Ειδικότερα, όσον αφορά τα νομικά πρόσωπα, η ικανότητα αυτή αρχίζει από της συστάσεώς των και παύει από της διαλύσεώς των.

Εξ άλλου, η ίδια ικανότητα αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση, δηλαδή προϋπόθεση η οποία πρέπει να υφίσταται για να είναι γενικώς δυνατή η έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας, η δε έλλειψή της συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης. Αποτελεί όμως περαιτέρω και προϋπόθεση του κύρους κάθε επί μέρους διαδικαστικής πράξεως και γι' αυτό πρέπει να υφίσταται και κατά τον χρόνο της εγέρσεως της αγωγής και κατά τον χρόνο της επιχειρήσεως κάθε μιας από τις λοιπές διαδικαστικές πράξεις, οι οποίες, άλλως, είναι άκυρες.

Τέλος, η ύπαρξη της ικανότητος αυτής εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 73 Κ.Πολ.Δ.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι λοιπές επισπεύδουσες την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως αναιρεσείουσες προσκομίζουν σε πρωτότυπο και σε μετάφραση αυτού το από 16-1-2004 "πιστοποιητικό διάλυσης", το οποίο είχε εκδοθεί από τον Γραμματέα της Πολιτείας Wyoming των Η.Π.Α. και με το οποίο πιστοποιείται, ότι η τρίτη αναιρεσείουσα αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία "ΟPIFEX INTERNATIONAL LLC" έχει "διαλυθεί" προ της 16-1-2004, ήτοι πριν από την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία φέρει ημερομηνία 8-4-2005 και ημερομηνία καταθέσεως την 13-4-2005. Από αυτά προκύπτει, ότι η εν λόγω εταιρία είχε λυθεί και δεν υφίστατο προ της ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως και γι' αυτό από τότε είχε παύσει και η ικανότητά της να είναι διάδικος. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως, όσον αφορά το πρόσωπο της τρίτης αναιρεσείουσας, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ. 2 και 578 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση μπορεί να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλομένη απόφαση κατά την γενική διάταξη του άρθ. 68 Κ.Πολ.Δ. και απαιτείται όχι μόνο γενικά για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικά για κάθε λόγο αυτής η έλλειψη δε αυτού, που ερευνάται αυτεπάγγελτα σε κάθε στάση της δίκης, κατ' άρθ. 73 Κ.Πολ.Δ., συνεπάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης.

Έννομο συμφέρον μπορεί να υφίσταται και στην περίπτωση, κατά την οποία ο διάδικος που νίκησε βλάπτεται από τις αιτιολογίες της απόφασης, από τις οποίες δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του για άλλη δίκη, όταν δηλ. η αιτιολογία της απόφασης αναφέρεται σε στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στην δίκη και στηρίζει το διατακτικό της, στην περίπτωση δε αυτή ο νικήσας διάδικος δικαιούται να ζητήσει την αναίρεσή της μόνο κατά τη μη ορθή αιτιολογία της (Α.Π. 382/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες εκθέτουν με το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, ότι κατόπιν αιτήσεως της αναιρεσίβλητης εξεδόθη σε βάρος τους, επί τη βάσει επιταγής, η υπ' αριθ. 2262/2002 διαταγή πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υπεχρεώθησαν να καταβάλουν σε εκείνην 103.750.000 δρχ. (304.475,42 ευρώ).

Oι καθ' ών άσκησαν ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής και εξεδόθη η υπ' αριθ. 222/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η ανακοπή και ακυρώθηκε η διαταγή πληρωμής. Ακολούθως, η αναιρεσίβλητη άσκησε έφεση και εξεδόθη εν τέλει η προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία το Εφετείο 1)απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση ως προς την δευτέρα αναιρεσείουσα εταιρία με την επωνυμία "P. BOUTIQUE...

Ε.Π.Ε." και 2) δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση ως προς τους λοιπούς εφεσιβλήτους, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την ανακοπή, την απέρριψε ως προς τους λοιπούς ανακόπτοντες και επεκύρωσε ως προς αυτούς την διαταγή πληρωμής. Περαιτέρω όμως, η νικήσασα στο Εφετείο ως άνω δεύτερη αναιρεσείουσα εταιρία δεν επικαλείται και δεν προσδιορίζει στην αίτηση αναιρέσεως το έννομο συμφέρον της, το οποίο ενδεχομένως θα δικαιολογούσε την εκ μέρους της άσκηση αυτής κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως και επομένως η αίτηση αναιρέσεως, καθ' ο μέρος ασκείται από την ίδια, είναι απαράδεκτη, σύμφωνα με την εκτεθείσα στην αρχή σκέψη.

ΙΙ. Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 2 ΚΠολΔ, τα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος του ένδικου μέσου της έφεσης δεν παρεμποδίζουν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στη περίπτωση που έγινε δεκτή αυτή και εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε ερευνηθεί και γίνει δεκτή η κύρια βάση της αγωγής, να εξετάσει την επικουρική βάση αυτής, η οποία, ενόψει της παραδοχής της κύριας βάσης, δεν είχε αποτελέσει αντικείμενο έρευνας του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Τα ίδια ισχύουν και επί ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, καθώς κάθε λόγος ανακοπής αποτελεί ιδιαίτερη βάση. Για το παραδεκτό της έρευνας αυτής δεν είναι αναγκαία η προβολή προς τούτο ειδικού λόγου έφεσης, για την οποία δεν είχαν άλλωστε και δυνατότητα οι διάδικοι και ειδικότερα, επί ανακοπής, τόσο ο ανακόπτων, λόγω έλλειψης έννομου αυτού συμφέροντος, εφόσον είχε γίνει δεκτός ένας λόγος της ανακοπής του, όσο και ο καθού η ανακοπή, ενόψει του ότι δεν υπήρχε στην πρωτόδικη απόφαση σε βάρος του διάταξη σχετιζόμενη με μη ερευνηθέντα λόγο της ανακοπής, ώστε να είναι δυνατή η άσκηση από αυτόν την παραπάνω ένδικου μέσου.

Αντίθετα, ο λόγος ανακοπής που δεν ερευνήθηκε, επιβάλλεται στην παραπάνω περίπτωση να ερευνηθεί αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, δικάζοντας κατ' ουσία την υπόθεση σύμφωνα με το άρθρο 535 παρ. 2 ΚΠολΔ, ερευνά τη βασιμότητα του λόγου της ανακοπής που έγινε δεκτός πρωτοδίκως και απορρίπτοντας αυτόν είναι υποχρεωμένο να ερευνήσει και τους λοιπούς λόγους της, ιδρυόμενου στην περίπτωση παράλειψης της έρευνας αυτής, λόγου αναίρεσης από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 920/2011).

Η εξέταση στην περίπτωση αυτή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο του μη ερευνηθέντος πρωτοδίκως άλλου λόγου της ανακοπής, δεν ιδρύει τον από τον αρ. 8 του ίδιου άρθρου λόγο αναίρεσης της παρά το νόμο λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1318/1994, 1185/1993).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες και ο αποβιώσας και κληρονομηθείς από την πρώτη τούτων Μ. Π., με την από 13/5/2002 ανακοπή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησαν την ακύρωση της 2862/2002 διαταγής πληρωμής του δικαστή αυτού, η οποία εκδόθηκε ύστερα από αίτηση της αναιρεσίβλητης βάσει της αναφερόμενης σ' αυτήν επιταγής, της οποίας η τελευταία ήταν κομίστρια εξ οπισθογραφήσεως.

Προέβαλαν δε προς τούτο δύο λόγους ανακοπής: 1) ότι οι υπογραφές του πρώτου ανακόπτοντος Μ. Π., ως νόμιμου εκπροσώπου της δεύτερης ανακόπτουσας "P. Boutique ΕΠΕ", φερόμενης ως εκδότριας της επιταγής και ως οπισθογράφου του ιδίου ατομικά επ' αυτής, είναι πλαστές και 2) ότι η καθής η ανακοπή απέκτησε με την ρήτρα "κατά πληρεξουσιότητα" παρά του προ αυτής υπογραφέα Μ.

Π. και έτσι δεν μπορούσε να στραφεί κατ' αυτού και των προ αυτού υπογραφέων, διότι δεν είχε αποκτήσει ίδιο δικαίωμα από την οπισθογράφηση και ο Μ. Π. ως δικαιούχος αντιλέγει προς τούτο. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 222/2003 απόφασή του ερεύνησε μόνο το δεύτερο λόγο της ανακοπής, δέχθηκε αυτόν ως βάσιμο και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής, δεν ερεύνησε δε μετά ταύτα και τον πρώτο λόγο αυτής, διότι όπως αναφέρει "παρείλκε η έρευνα αυτού".

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε το λόγο εφέσεως της καθής - αναιρεσίβλητης με τον οποίο αυτή παραπονιόταν για την παραδοχή του δεύτερου λόγου της ανακοπής και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, εξέτασε το μη ερευνηθέντα πρωτοδίκως πρώτο λόγο αυτής και τον απέρριψε κατ' ουσία. Με την ενέργειά του αυτή το Εφετείο δεν έλαβε παρά το νόμο υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως προβάλλουν οι αναιρεσείουσες με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, ο οποίος, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, πλήττει την προσβαλλομένη για την από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια και συνεπώς αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

Η αιτίαση, με τον αυτό λόγο αναιρέσεως, ότι η προσβαλλομένη υπέπεσε και στις πλημμέλειες των αρ. 4, 9 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέα ως αόριστη, διότι αριθμητικώς μόνο αναφέρονται οι περιπτώσεις αυτές, χωρίς την έκθεση περιστατικών που να τις δικαιολογούν.

ΙΙΙ. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, ανεπαρκής αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εξάλλου, για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης για ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να αναφέρεται επιπλέον στο αναιρετήριο και ποια ακόμη πραγματικά περιστατικά έπρεπε να διαλαμβάνονται σ' αυτή για να είναι πλήρεις οι αιτιολογίες της, καθώς και ποια δεκτά γενόμενα απ' αυτήν πραγματικά περιστατικά αντιφάσκουν μεταξύ τους και σε τι (OλΑΠ 27/1998).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε σχετικά με τον πρώτο λόγο την ανακοπής, κατά το μέρος που αφορά την υπογραφή του Μ. Π. επί της επιταγής ως οπισθογράφου, τα εξής: "Υφίσταται διάσταση απόψεων μεταξύ της πραγματογνωμοσύνης της διορισθείσας πραγματογνώμονος και των ιδιωτικών γνωμοδοτήσεων των δύο γραφολόγων ως προς το εάν η αποδιδόμενη στον Μ.

Π. υπογραφή υπό την ιδιότητα του οπισθογράφου της επιταγής είναι γνήσια υπογραφή του, τεθείσα ιδιοχείρως από τον ίδιο. Η πραγματογνώμων στην έκθεσή της καταλήγει, μετά παράθεση των ευρημάτων της, στο συμπέρασμα ότι δεν είναι γνήσια, ενώ οι λοιπές δύο γραφολόγοι, μετά παράθεση των ευρημάτων τους, στο αντίθετο συμπέρασμα.

Από τη συνεκτίμηση όλων των ανωτέρω, οι οποίες εκτιμώνται ελευθέρως και όλων ανεξαιρέτως των λοιπών νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομιζομένων αποδεικτικών μέσων, αποδεικνύεται κατά την κρίση του δικαστηρίου, ότι η υπογραφή αυτή ναι μεν φέρει "ποιάν τινα απόκλιση" από τη συνήθη υπογραφή του Μ. Π., πλην ετέθη δια χειρός τούτου".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με πλήρεις αιτιολογίες οδηγήθηκε στην κρίση του για το αβάσιμο του άνω πρώτου λόγου ανακοπής, η δε διατύπωση, ότι "η υπογραφή φέρει ποιαν τινα απόκλιση από τη συνήθη", την οποία χρησιμοποίησε το δικαστήριο κατά την πορεία του συλλογισμού του για τη συναγωγή του ανωτέρω πορίσματος, καθόλου δε κλονίζει την ιδιότητα αυτού ως προϊόντος πλήρους δικανικής πεποίθησης.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, που πλήττει την προσβαλλομένη για την από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ήτοι για έλλειψη αιτιολογίας ως προς το άνω ζήτημα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος της αναίρεσης, κατά το λοιπό μέρος του, που πλήττει την προσβαλλομένη για την από το ίδιο άρθρο πλημμέλεια και συγκεκριμένα διότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ποια επιπλέον πραγματικά περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση για την πληρότητα των αιτιολογιών της, ούτε ποια δεκτά γενόμενα απ' αυτήν πραγματικά περιστατικά αντιφάσκουν μεταξύ τους και σε τι.

IV. Επειδή, κατά το άρθρο 520 αρ. 20 ΚΠολΔ παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που συνεπάγεται την αναίρεση της απόφασης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά διαλαμβάνεται σ' αυτό και όχι όταν μετά από εκτίμηση του περιεχομένου του, όπως αυτό έχει πραγματικά, οδηγείται σε κρίση κατά το άρθρο 561 παρ. 1, διαφορετική από εκείνη την οποία ο αναιρεσείων θεωρεί ως σωστή.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου της επίμαχης επιταγής, στην οποία, μετά την οπισθογράφηση και την υπογραφή του Μ. Π. έχει τεθεί η ρήτρα "κατά πληρεξουσιότητα 28/10/2001", ακολούθως μη μονογραφή της αναιρεσίβλητης και εν συνεχεία το κείμενο "Δ.

Ι. Κ., δικηγόρος ΔΣΑ, ..., αρ. ΔΑΤ .../14-5-79 Ζ' Π.Α. Αθηνών, ως πληρεξούσιος Α. Β. Γ. Αθήνα 13/11/2001" και μονογραφή. Συντελέσθηκε δε η παραμόρφωση του εγγράφου της επιταγής, κατά τα αναγραφόμενα στο αναιρετήριο, από το γεγονός ότι το Εφετείο διαλαμβάνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι: "από το σώμα της επιταγής αποδεικνύεται ότι η επ' αυτής υπογραφή του Μ.

Π. ως οπισθογράφου έπεται της υπογραφής της Σ. Α. και αυτή έπεται μιας υπογραφής της "Opifex International LCC". Οι άνω οπισθογραφήσεις δεν φέρουν ρήτρα, είναι οπισθογραφήσεις "εν λευκώ". Μετά την υπογραφή του Μ. Π. και όχι προ αυτής, όπως ισχυρίζονται οι ανακόπτοντες, υφίσταται η ρήτρα "κατά πληρεξουσιότητα", η οποία είναι χρονολογημένη (28/10/2001) και φέρει την υπογραφή της καθής.

Η μεταβίβαση απ' αυτήν της επιταγής στο δικηγόρο Δ. Κ., που την εμφάνισε προς πληρωμή, παρήγαγε περιορισμένα αποτελέσματα έναντι της καθής που έδωσε σ' αυτόν την πληρεξουσιότητα, διότι αυτή παρέμεινε κυρία του τίτλου και δικαιούχος των εξ αυτού δικαιωμάτων, άσκηση των οποίων ενέχει η έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής.

Δεν αποδείχθηκε συνεπώς, ο λόγος ανακοπής ότι η μεταβίβαση της επιταγής με οπισθογράφηση από τον Μ. Π. προς την καθής έγινε με τη ρήτρα της πληρεξουσιότητας". Ενώ, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών έπρεπε το Εφετείο να δεχθεί, ότι από τις παραπάνω εγγραφές στην επίμαχη επιταγή προκύπτουν δύο οπισθογραφήσεις κατά πληρεξουσιότητα μιας του Μ.

Π. προς την αναιρεσείουσα με χρονολογία 28/10/2001 και άλλης, της τελευταίας, προς το δικηγόρο Δ. Κ. με χρονολογία 13/11/2001. Με τέτοιο όμως περιεχόμενο ο λόγος αυτός της αναίρεσης δεν αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα κατά την ανάγνωση του περιεχομένου του εγγράφου της επιταγής, αλλά σφάλμα κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του, στην οποία όμως προέβη το Εφετείο κατά την ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του.

Πρέπει, επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-4-2005 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2486/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ