Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility regarding failure to consider prior judgments in civil proceedings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the Court of Appeals' decision, ruling the appeal inadmissible. The appellant argued the lower court failed to consider prior judgments and a private agreement, but the court found these arguments were vague and lacked specific procedural history. Consequently, the appeal was rejected because the appellant did not properly demonstrate how the issue was raised during the original appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(14), 559(16), 562(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the non-consideration of prior judgments is inadmissible unless the claim was properly raised in the original proceedings, and vague arguments without specific procedural context fail to establish grounds for annulment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1286 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1286/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ......, που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Φωτεινή Κοκκινίδου.
Των αναιρεσίβλητων: 1. ......., 2. Χ1 και 3. Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Χαρλαύτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-7-1983 αγωγή των αρχικών εναγόντων 1......, ήδη αναιρεσίβλητη και 2. Ζ1 που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 368/84, 37/89, 9/1990 προδικαστικές, 255/1996 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 13/1999 προδικαστική, 163/2001 οριστική του Εφετείου Κέρκυρας. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 605/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Κέρκυρας. Το Εφετείο Κέρκυρας εξέδωσε την 129/2005 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-7-2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 12-3-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως της 129/2005 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ απαράδεκτο, η μη κήρυξη του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας δημιουργεί τον από το άρθρο 559 αριθ. 14 λόγο αναιρέσεως, δεν καθιερώνεται όταν οι επιταγές για αναβολή ή αναστολή της προόδου της δίκης περιέχονται, όχι στις διατάξεις του ΚΠολΔ που ρυθμίζουν την πορεία της διαδικασίας της δίκης, αλλά σε διατάξεις νόμων που επιδιώκουν φορολογικούς σκοπούς, γιατί οι σκοποί αυτοί μπορούν να επιτευχθούν και με άλλα μέσα, ήτοι με ενέργειες των φορολογικών οργάνων, χωρίς ν' απαιτείται και η αναίρεση της απόφασης για την επίτευξη των επιδιωκομένων φορολογικών σκοπών, οι οποίοι δεν έχουν επίδραση στην έκβαση της δίκης και συνεπώς και στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Τέτοια δε διάταξη είναι και εκείνη του άρθρου 21 του ν. 11/1975 " Περί φορολογίας ακινήτου περιουσίας και τροποποιήσεως άλλων τινών διατάξεων", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 43 του ν. 542/1977 και στη συνέχεια με το άρθρο 67 του ν. 1041/1980, με την οποία ορίζεται ότι απαγορεύεται οποιαδήποτε ενέργεια επί αγωγής ή αιτήσεως ή παντός ενδίκου μέσου, αφορώντων ακίνητο ή εμπράγματο επ' αυτού δικαίωμα, χωρίς επίδοση αντιγράφου της αγωγής ή αιτήσεως, μερίμνη οποιουδήποτε διαδίκου, στον αρμόδιο για τη φορολογία ακίνητης περιουσίας Οικονομικό Έφορο.
Συνεπώς η παραβίαση της διάταξης αυτής δεν ιδρύει τον από το άνω άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αλλ' ούτε και τον από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 λόγο, ο οποίος αναφέρεται σε παραβίαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικής φύσεως φορολογικών διατάξεων. Επομένως ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 14 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει το λόγο της έφεσής του ότι η συζήτηση της ένδικης αγωγής της πρώτης αναιρεσίβλητης ...... και της καθολικής δικαιοπαρόχου μητέρας της Ζ1 περί αναγνωρίσεως κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων ήταν απαράδεκτη, λόγω μη προσκομιδής από αυτές και τους Ψ1 και Χ1 (δεύτερη αναιρεσίβλητη), οι οποίοι, ως εκ διαθήκης κληρονόμοι της αποβιώσασας την 11-5-1983 πρώτης αρχικής εναγομένης ......, συνέχισαν τη δίκη στο Εφετείο στη θέση εκείνης, πιστοποιητικού του αρμόδιου Οικον. Εφόρου περί υποβολής δήλωσης φόρου ακίνητης περιουσίας για τα επίδικα ακίνητα, αφενός παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 43 του άνω ν. 542/1977 και αφετέρου παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και κατά τα δύο σκέλη αυτού.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 222 ΚΠολΔ όταν επέλθει η εκκρεμοδικία και όσο αυτή διαρκεί, δεν μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε δικαστήριο νέα δίκη για την ίδια επίδικη διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα. Αν κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας ασκηθεί άλλη αγωγή, ανταγωγή ή κύρια παρέμβαση ή προταθεί ένσταση συμψηφισμού για την ίδια επίδικη διαφορά, αναστέλλεται και αυτεπαγγέλτως η εκδίκασή της εωσότου περατωθεί η πρώτη δίκη.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εκκρεμοδικία δημιουργείται από διαδικαστικές πράξεις, με τις οποίες επιδιώκεται η παροχή έννομης προστασίας υπό τη μορφή διαγνώσεως του επιδίκου δικαιώματος. Ενόψει τούτου δε μπορεί να θεμελιώσει εκκρεμοδικία η κατά το άρθρο 315 ΚΠολΔ αίτηση διορθώσεως αποφάσεως, με την οποία επιδιώκεται η αποσαφήνιση της διατύπωσης της απόφασης και η αποτύπωση του αληθούς περιεχομένου της, χωρίς να αλλοιώνεται η έννοιά της, ούτε να προσβάλλεται το δεδικασμένο που απορρέει από αυτήν.
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου, γιατί δεν ανέστειλε την επί της ένδικης αγωγής δίκη, λόγω εκκρεμοδικίας που δημιουργήθηκε από τη με αριθμό εκθ.
καταθέσεως 324/1993 αίτηση των αρχικά εναγουσών προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας, με την οποία ζήτησαν τη διόρθωση της υπ' αριθμ.9/1990 προδικαστικής, επί της αγωγής, απόφασης του ίδιου δικαστηρίου. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η υποβολή από τις αρχικά ενάγουσες της άνω αιτήσεως για διόρθωση της ρηθείσης απόφασης δεν θεμελίωσε εκκρεμοδικία.
ΕΠΕΙΔΗ, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, δηλαδή υπέπεσε σε λάθος κατά την ανάγνωση του εγγράφου, με το να αποδώσει σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, στη συνέχεια δε κατέληξε, στηριζόμενο σ' αυτό μόνο ή κυρίως σ' αυτό στην περίπτωση συνεκτίμησης με άλλα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα για πραγματικά γεγονότα που έχουν επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο, χωρίς να αναγνώσει εσφαλμένα το έγγραφο, εκτίμησε το περιεχόμενό του και μετά τη συνεκτίμησή του και με τις υπόλοιπες αποδείξεις κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, μη αποδίδοντας σ' αυτό την αποδεικτική αξία που του αποδίδει ο τελευταίος.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο, μέρος πρώτο, λόγο αναίρεσης προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο τριών αποφάσεων, τις οποίες αυτός είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει, ήτοι 1) της υπ' αριθμ. 238/1989 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, που εκδόθηκε επί αγωγής του κατά των Χ1 και Ψ1, οι οποίοι στην κρινόμενη υπόθεση υπεισήλθαν κατά την πρωτόδικη δίκη στη θέση της αρχικής πρώτης εναγομένης ...., ως μόνοι εκ διαθήκης κληρονόμοι αυτής, 2) της υπ' αριθμ.185/1990 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας, που επικύρωσε την ως άνω 238/1989 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας και 3) της υπ' αριθμ. 392/1992 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την έκδοση της οποίας οι δύο πρώτες κατέστησαν αμετάκλητες, αφού, ενώ με τις εν λόγω τρείς αποφάσεις αναγνωρίσθηκε αυτός κύριος της επίδικης οικίας, στους .....
Κέρκυρας, το Εφετείο δέχθηκε ότι συγκύριοι της οικίας αυτής τυγχάνουν η αρχικώς ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ......, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, και κατά το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου οι ανωτέρω υπεισελθόντες στη θέση της αρχικής πρώτης εναγόμενης εκ διαθήκης κληρονόμοι αυτής, δηλαδή η δεύτερη αναιρεσίβλητη Χ1 και ο αποβιώσας ήδη στις 19-11-2003 σύζυγος αυτής Ψ1, στη θέση του οποίου υπεισήλθαν , ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, η ίδια και ο τρίτος αναιρεσίβλητος, γιος του, Χ2.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε ότι οι παραπάνω αναφερόμενες δικαστικές αποφάσεις εκδόθηκαν επί της από 25-5-1988 αγωγής του αναιρεσείοντος κατά των Χ1 και Ψ1, που είχε ως αντικείμενο την απόδοση δανείου που είχε χορηγήσει αυτός στην αποβιώσασα καθολική δικαιοπάροχό τους ...... ( αρχική πρώτη εναγόμενη) και ως εκ τούτου δεν αποδεικνύουν κτήση κυριότητας από τον αναιρεσείοντα στην επίδικη οικία, δηλαδή ανέγνωσε ορθώς όπως έχουν τα έγγραφα αυτά, πλην όμως αξιολογώντας το περιεχόμενό τους, μετά από εκτίμηση και των λοιπών αποδείξεων, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο αναιρεσείων δεν απέκτησε την κυριότητα της επίδικης οικίας με τον επικαλούμενο από αυτόν πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας.
ΕΠΕΙΔΗ, με τους τρίτο, μέρος δεύτερο, και τέταρτο λόγους αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ΄ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δηλαδή το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε και ειδικότερα 1) τις προαναφερόμενες υπ' αριθμ. 238/1989, 185/1990 και 392/1992 αποφάσεις των Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, Εφετείου Κέρκυρας και Αρείου Πάγου, αντίστοιχα, και 2) το από 20-8-1968 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και της αρχικής πρώτης εναγομένης ...... (για την οποία συνεχίζουν τη δίκη η δεύτερη και ο τρίτος των αναιρεσιβλήτων), με το οποίο η διάδικος εκείνη αναγνώρισε την κυριότητά του στην επίδικη οικία, με το όλο οικόπεδό της, και στους δύο, από τους επιδίκους, αγρούς, που βρίσκονται στις θέσεις "......" και "......", αντίστοιχα.
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, από τους οποίους ο τρίτος, μέρος δεύτερο, προβάλλεται επικουρικά σε σχέση με τον προηγούμενο λόγο ανααίρεσηε για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τα παραπάνω αναφερόμενα έγγραφα και τα δικαστικά τεκμήρια, αφού ρητώς κάνει μνεία αυτών στην προσβαλλόμενη απόφαση.
ΕΠΕΙΔΗ, η παράλειψη λήψης από το δικαστήριο του δεδικασμένου ιδρύει τον κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 562παρ.2 του ίδιου Κώδικα, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται:
α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Το δεδικασμένο λαμβάνεται μεν κατά το άρθρο 332 ΚΠολΔ και αυτεπάγγελτα υπόψη, όμως δεν αφορά τη δημόσια τάξη και συνεπώς ο ισχυρισμός, ότι δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο η ύπαρξη δεδικασμένου, για να θεμελιώσει λόγο αναιρέσεως, πρέπει να έχει προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας( Ολ.
ΑΠ 1339/1985, ΑΠ 357/1999, 3/1997). Επομένως ο σχετικός ισχυρισμός για το δεδικασμένο, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να καθορίζεται δε και ο τρόπος προτάσεώς του, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο, μέρος τρίτο, αναίρεσης προβάλλει ότι το Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ.16 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι δεν δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο από τις υπ' αριθμ.238/1989, 185/1990 και 392/1992 αποφάσεις των Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, Εφετείου Κέρκυρας και Αρείου Πάγου, αντίστοιχα.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι, πλην άλλων, δεν αναφέρεται σ' αυτόν ότι ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για την ύπαρξη του επικαλούμενου δεδικασμένου προτάθηκε από αυτόν νομίμως στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του ή με πρόσθετο λόγο αυτής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-7-2005 αίτηση του ...... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 129/2005 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 6 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ