1286/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1286/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, η επίκληση του δεδικασμένου σε δίκη της οποίας το αντικείμενο είναι διαφορετικό από το αντικείμενο της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση από την οποία απορρέει αυτό ένσταση, ότι με τη συνδρομή και μεταγενεστέρων περιστατικών, είναι καταχρηστική κατά τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ (ΑΠ 714/1992, 186/1981, 1530/1980).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1286 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1286/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαϊου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των καλούντων-αναιρεσειόντων: 1)..., 2)... και 3)..., υπεισελθόντων στην παρούσα δίκη ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αρχικώς αναιρεσείουσας και ήδη αποβιώσασας την 14-1-2004 ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Τίτο Επιτροπάκη. Του καθού η κλήση αναιρεσίβλητου: Οργανισμού (Ν.Π.Ι.Δ.) με την επωνυμία «ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ» (ΕΛΤΑ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα Λυκούδη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-4-1993 αγωγή της αρχικώς αναιρεσείουσας και ήδη αποβιώσασας...., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 734/1995 του ίδιου Δικαστηρίου και 645/1997 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ως άνω αρχικώς αναιρεσείουσα, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για την 5-11-2002, κατά την οποία ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 16-12-2004 κλήση των κληρονόμων. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 24-10-2001 έκθεση, του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Ιωάννη Δαβίλλα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της προκειμένης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των καλούντων-αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του καθού η κλήση-αναιρεσίβλητου την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή η δίκη, μετά τη βίαιη διακοπή της με το θάνατο της αναιρεσείουσας στις 14-1-2004, νομίμως επαναλαμβάνεται από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, δηλαδή τα τέκνα της..., ... και ..., σύμφωνα με τα άρθρα 286 περ. α', 287 και 290 του ΚΠολΔ. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη.
Από το δεδικασμένο καλύπτονται και οι ενστάσεις κατά την έκταση που προσδιορίζεται στο άρθρο 330 του ΚΠολΔ, ακόμη και αν αναφέρονται στο προδικαστικό ζήτημα, ειδικότερα δε, αναφορικά με τις μη προταθείσες ενστάσεις, καλύπτονται εκείνες που δεν στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί και με κύρια αγωγή, εφόσον όμως υπήρχαν τα περιστατικά που τις θεμελιώνουν και μπορούσαν να προταθούν (άρθρ.330 ΚΠολΔ) και όχι όταν αυτά συντελέσθηκαν μεταγενεστέρως.
Εξάλλου, η επίκληση του δεδικασμένου σε δίκη της οποίας το αντικείμενο είναι διαφορετικό από το αντικείμενο της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση από την οποία απορρέει αυτό ένσταση, ότι με τη συνδρομή και μεταγενεστέρων περιστατικών, είναι καταχρηστική κατά τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ (ΑΠ 714/1992, 186/1981, 1530/1980).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, κατ' εκτίμηση της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, τοποθετήθηκε αναγκαστικά, με την από 23-12-1987 απόφαση της κατά το άρθρο 8 του Ν. 1648/1986 πρωτοβάθμιας Επιτροπής, ως μέλος πολύτεκνης οικογένειας, στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, μολονότι δεν πληρούσε της προϋποθέσεις εφαρμογής του νόμου αυτού, αφού ήταν έγγαμη από το έτος 1974 με το δικηγόρο Ηρακλείου..., με τον οποίο μάλιστα είχε αποκτήσει τρία παιδιά, και δεν θεωρείτο μέλος πολύτεκνης οικογένειας κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν.1910/1944, όπως είχε αντικατασταθεί από το άρθρο 1 παρ.1 του Ν.860/1979, γεγονός που γνώριζε η ίδια αλλά απέκρυψε από την ως άνω Επιτροπή.
Κατόπιν προσφυγής του αναιρεσίβλητου κατά της αποφάσεως αυτής εκδόθηκε η αριθ. 290/1988 απόφαση της δευτεροβάθμιας Επιτροπής του άρθρου 10 του Ν.1648/1986, με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή υπό την αίρεση, ότι η αναιρεσείουσα θα προσκομίσει στο Υπουργείο Εργασίας βεβαίωση της Ανωτάτης Συνομοσπονδίας Πολυτέκνων (ΑΣΠΕ), για την υπαγωγή της στις διατάξεις του Ν.1648/1986.
Επιλέον, η ανωτέρω δευτεροβάθμια Επιτροπή, με το αριθ. 512/13-2-1989 έγγραφό της, γνωστοποίησε στο αναιρεσίβλητο ότι, σε περίπτωση κατά την οποία η αναιρεσείουσα δεν προσκομίσει την παραπάνω βεβαίωση, η θέση της θα θεωρηθεί κενή και το αναιρεσίβλητο θα έχει τη δυνατότητα να την καλύψει με τη νόμιμη διαδικασία προσλήψεων.
Η αναιρεσείουσα εμφανίστηκε και ανέλαβε υπηρεσία στο Ταχυδρομικό Γραφείο ... στις 14-12-1988, αλλά απομακρύνθηκε από αυτό στις 28-2-1989, διότι δεν προσκόμισε την προαναφερόμενη βεβαίωση. Με την εκδοθείσα επί προηγούμενης αγωγής της αναιρεσείουσας αριθ. 471/1990 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία έχει καταστεί τελεσίδικη μετά την απόρριψη της εφέσεως που άσκησε κατ' αυτής το αναιρεσίβλητο, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της από 28-2-1989 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσείουσας εκ μέρους του αναιρεσίβλητου.
Περαιτέρω το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη, ότι η ενάγουσα, εκτός από το γεγονός ότι κατόρθωσε παράνομα να επιτύχει την αναγκαστική τοποθέτησή της στο αναιρεσίβλητο, γνωρίζοντας ότι δεν υπάγεται στις διατάξεις του Ν.1648/1986, εξακολούθησε και μετά την απόλυσή της να αδιαφορεί για την εκπλήρωση της υποχρεώσεως που της έταξε η δευτεροβάθμια επιτροπή του άρθρου 10 του Ν.1648/1986, αφού μέχρι και τη συζήτηση της εφέσεώς της (21-1-1997), δεν είχε προσκομίσει την προαναφερόμενη βεβαίωση της ΑΣΠΕ, επιπλέον δε ότι μετά την καταγγελία της συμβάσεώς της από το αναιρεσίβλητο έως την άσκηση της αγωγής δεν εργάστηκε ούτε επιδίωξε να εργασθεί μολονότι ήταν ικανή προς εργασία, έκρινε ότι η επίκληση του δεδικασμένου που απορρέει από την ανωτέρω αριθ. 471/1990 απόφαση και συνακόλουθα η αξίωσή της για την καταβολή αποδοχών υπερημερίας και δώρων εορτών επί σειρά ετών (από 1-3-1989 έως 30-4-1993) υπερβαίνει τα όρια του άρθρου 281 του ΑΚ.
Ετσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις περί δεδικασμένου, αφού τα περιστατικά που θεμελιώνουν τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ είναι μεταγενέστερα της καταγγελίας της συμβάσεως, που κρίθηκε άκυρη και ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ. 16 περίπτ.β΄ μοναδικός λόγος της αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19 Ιουλίου 1999 αίτηση περί αναιρέσεως της 645/1997 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων είκοσι (420) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαϊου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 16 Ιουνίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ