Supreme Court dismisses appeal against final appeal decision due to inadmissibility of vague grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the final appeal decision regarding a property ownership dispute. The State argued the lower court erred in finding the land was not public domain, but the Court rejected this claim as the appeal grounds were too vague and failed to cite specific legal provisions. Consequently, the appeal was declared inadmissible, and the State was ordered to pay the plaintiff's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it is vague, fails to cite the violated substantive law, or attacks the court's unfettered assessment of facts without specifying the critical assumptions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1285 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1285/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 15 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Β. συζ. Λ. Τ., το γένος Θ. και Λ. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Τσάγκα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-4-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 83/2014 μη οριστική, 77/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 36/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας (Μεταβατική Έδρα Λιβαδειάς). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-6-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 14-06-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 36/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης:
Η αναιρεσίβλητη άσκησε κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος την από 03-04-2013 αγωγή, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί η κυριότητά της σε ένα οικόπεδο, εμβαδού 711,33 τ.μ., που βρίσκεται στον οικισμό Πέρα Χωριό Λιβαδειάς, το οποίο απέκτησε, κατά κυριότητα, με παράγωγο τρόπο και ειδικότερα δυνάμει του .../1968 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αλλά και πρωτοτύπως και ειδικότερα με έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενη το ακίνητο αυτό από το έτος 1968 έως την άσκηση της αγωγής.
Επί της αγωγής εκδόθηκε, αρχικά, η 83/2014 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και ακολούθως η 77/2017 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή. Κατά της οριστικής αυτής απόφασης, το αναιρεσείον άσκησε την από 29-9-2017 έφεση και το Μονομελές Εφετείο Λαμίας, με την αναιρεσιβαλλόμενη ως άνω 36/2019 απόφασή του δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και αφού εξαφάνισε, για λόγους ενότητας της εκτέλεσης, την εκκληθείσα απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή ως αόριστη κατά την κύρια βάση της, δέχθηκε δε αυτήν κατά την επικουρική της βάση, τη στηριζόμενη στην έκτακτη χρησικτησία.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής, για να είναι παραδεκτός, πρέπει να προτείνεται νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ και ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων έχει ηττηθεί στον πρώτο βαθμό η νόμιμη επαναφορά του ισχυρισμού του στο Εφετείο μπορεί να γίνει μόνο με λόγο έφεσης, κύριο ή πρόσθετο (ΑΠ 852/2021, ΑΠ 29/2021, ΑΠ 142/2013).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τηΝ νομική θεμελίωσή της, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.
Προκειμένου ειδικότερα περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 1094 ΑΚ στοιχεία, και ακριβής περιγραφή του επίδικου ακινήτου, δηλαδή ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και, μάλιστα τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Συγκεκριμένα, όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του διεκδικούμενου αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, ώστε να είναι δυνατόν στο μεν εναγόμενο να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου και όχι ασαφούς επιδίκου αντικειμένου, στο δε δικαστήριο να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτέλεσης. Η ανωτέρω αοριστία δεν μπορεί να θεραπευθεί με τις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή σχεδιαγράμματα, εάν δεν προσαρτώνται στην αγωγή. Η περιγραφή όμως του ακινήτου μπορεί να γίνει και με την αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα (ΑΠ 9/2020, ΑΠ 119/2018, ΑΠ 1597/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, ισχυρίζεται το αναιρεσείον ότι είχε προβάλλει πρωτοδίκως με τις προτάσεις του την ένσταση αοριστίας της αγωγής, επειδή, κατά τα αναφερόμενα σ' αυτήν, το επίδικο αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου έκτασης δύο χιλιάδων στρεμμάτων και δεν προσδιορίζονται στην αγωγή τόσο τα όρια της μείζονος αυτής έκτασης, όσο και η ακριβής θέση του επιδίκου ακινήτου εντός αυτής, ώστε να μην γεννάται καμία αμφιβολία για την ταυτότητά του.
Ότι τον ισχυρισμό αυτό, που δεν έγινε δεκτός από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επανέφερε με τον δεύτερο λόγο έφεσής του και ενώπιον του Εφετείου, το οποίο όμως, απέρριψε το λόγο αυτό, κρίνοντας ορισμένη την αγωγή και υποπίπτοντας έτσι στην παράβαση του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, επειδή δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω της αοριστίας της.
Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της πιο πάνω αγωγής της αναιρεσίβλητης, το ακίνητο επί του οποίου η τελευταία ζήτησε την αναγνώριση της κυριότητάς της, περιγράφεται στην αγωγή πλήρως, ώστε να μην προκύπτει καμία αμφιβολία ως προς την ακριβή του ταυτότητα. Ειδικότερα, αναφέρεται σ' αυτήν ότι ο ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με το .../1968 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Λιβαδειάς Λ.
Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε από τον Λ. Τ. έναν οικοπεδαγρό 562 τ.μ. και μετά από νεότερη και ακριβή καταμέτρηση 711,33 τ.μ., που βρίσκεται μέσα στο περίγραμμα του οικισμού Πέρα Χωριό Λιβαδειάς, ο οποίος συνορεύει σε πλευρά 30,41 μ. και νότια σε πλευρά 25,41 μ. με δρόμους και βόρεια σε πλευρά 27,37 μ. με ιδιοκτησία Π.
Π., όπως αυτό απεικονίζεται στο επισυναπτόμενο στην αγωγή από Φεβρουάριο 2012 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Ζ. Ότι στο δικαιοπάροχό της το επίδικο ακίνητο περιήλθε λόγω αγοράς με το αναφερόμενο συμβόλαιο, που μεταγράφηκε νόμιμα και ότι η ευρύτερη περιοχή, που περικλείεται από τη θέση "Άγιος Αθανάσιος" Πέρα Χωριό Λιβαδειάς, τη θέση "Κάπραινα", τη θέση "Άγιος Βλάσιος" και μέχρι το Μέλανο ποταμό, συνολικής έκτασης δύο χιλιάδων στρεμμάτων περίπου, υπήρξε ανέκαθεν ιδιωτική και ανήκε στον αγωνιστή του Εθνικού Απελευθερωτικού Αγώνα, πληρεξούσιο Υπουργό και μεγάλο προύχοντα της Λιβαδειάς Γ.
Ν. Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αγωγής να προσδιοριστεί η θέση του επιδίκου μέσα στην ανωτέρω έκταση των 2.000 στρεμμάτων, εντός της οποίας βρίσκεται, καθώς αυτό δεν διεκδικείται ως μέρος της ευρύτερης αυτής έκτασης, η οποία σημειωτέον αναφέρεται, όπως εκτιμάται το περιεχόμενο της αγωγής, για να προβληθεί ο ιδιωτικός χαρακτήρας της έκτασης αυτής και επομένως και του επιδίκου έναντι του εναγομένου, αλλά ως αυθύπαρκτο και αυτοτελές ακίνητο, με συγκεκριμένο προσδιορισμό της θέσης και των ορίων του, ενώ αυτό προσδιορίζεται και στο επισυναφθέν στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα.
Κατά συνέπεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης που αναιρεσείοντος περί αοριστίας της αγωγής, όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και επομένως, ο, τα αντίθετα, υποστηρίζων πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, κατ' άρθρο 1051 ΑΚ (ΑΠ 887/2021). Δεν απαιτείται, δηλαδή, ειδική διαδοχή στο δικαίωμα κυριότητας επί του πράγματος, αλλά αρκεί απλώς η διαδοχή στη νομή, η οποία επέρχεται με την ειδική παράδοση της νομής, η οποία γίνεται ατύπως με τη βούληση του τέως νομέα. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει (ΑΠ 292/2014, ΑΠ 852/2013).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1054 - 1055 ΑΚ, προκύπτει ότι για να είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη), πρέπει το πράγμα να είναι δεκτικό χρησικτησίας και να μην εξαιρείται αυτής. Η επιδεκτικότητα όμως του πράγματος ως αντικειμένου χρησικτησίας, καθώς και η μη εξαίρεσή του από αυτήν, δεν αποτελούν στοιχείο της βάσης της αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, στηριζόμενης σε χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη), αλλά εναπόκειται στον εναγόμενο να επικαλεστεί, κατ' ένσταση και, αν αμφισβητηθεί, να αποδείξει (άρθρο 338 παρ.1 ΚΠολΔ) ότι το πράγμα είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας ή ότι εξαιρείται αυτής, δεδομένου ότι, τόσο οι διατάξεις των άρθρων 1054 - 1055 ΑΚ, όσο και οι διατάξεις ειδικών νόμων που προβλέπουν ότι ορισμένα πράγματα δεν είναι δεκτικά χρησικτησίας (τακτικής ή έκτακτης) ή ότι εξαιρούνται αυτής, θεσπίζουν εξαιρέσεις του κανόνα για την κτήση κυριότητας με τον πρωτότυπο αυτό τρόπο.
Το ίδιο ισχύει και όταν αντίδικος του χρησιδεσπόζοντος είναι το Δημόσιο, τα ακίνητα του οποίου μετά την 11-9-1915 εξαιρούνται της χρησικτησίας. Επομένως, αν ο ενάγων (ιδιώτης) επικαλείται παράγωγο τρόπο (π.χ. αγορά) κτήσης κυριότητας του ακινήτου και το Δημόσιο αμφισβητεί την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του, τότε θα πρέπει ο ενάγων να αποδείξει και την κυριότητα αυτών, μέχρι να αναχθεί σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, που κατά κανόνα θα είναι η χρησικτησία και δη η έκτακτη.
Στις περιπτώσεις δε αυτές φέρει το βάρος να αποδείξει μόνο τις θετικές προϋποθέσεις της χρησικτησίας και όχι τις αρνητικές, όπως ότι το ακίνητο δεν είναι αντικείμενο επιδεκτικό χρησικτησίας ή ότι δεν εξαιρείται αυτής, επειδή δεν είναι δημόσιο. Ο ισχυρισμός ότι το ακίνητο εξαιρείται του θεσμού της χρησικτησίας, επειδή είναι δημόσιο, αποτελεί ένσταση και πρέπει, ως τέτοια, να προταθεί στη δίκη από το εναγόμενο Δημόσιο, με αναγωγή σε κάποιο νόμιμο τρόπο κτήσης κυριότητας.
Πέραν τούτων, όμως, το Δημόσιο, το οποίο δεν έχει εξοπλιστεί από το νομοθέτη με ένα γενικό τεκμήριο κυριότητας, το οποίο θα το απαλλάσσει από το βάρος απόδειξης των παραγωγικών του δικαιώματός του γεγονότων, σε κάθε περίπτωση που ισχυρίζεται ότι έχει την κυριότητα ενός ακινήτου, θα πρέπει παράλληλα να επικαλείται το συγκεκριμένο τίτλο κτήσης του, αποδεικνύοντας τα παραγωγικά του γεγονότα (άρθρο 338 παρ.1 ΚΠολΔ).
Ειδικότερα, θα πρέπει να ισχυριστεί, μεταξύ άλλων, ότι το επίδικο ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα και περιήλθε στην κυριότητά του, διότι: α) κατά τις διατάξεις του από 10-7-1837 βδ "περί διακρίσεως κτημάτων", ήταν αδέσποτο κατά το χρόνο εκείνο, β) κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 του από 17-29.11.1836 βδ "περί ιδιωτικών δασών", ήταν δάσος, και δεν προσκομίσθηκαν στην οριζόμενη ετήσια προθεσμία οι τυχόν υφιστάμενοι τίτλοι ιδιοκτησίας προς την επί των Οικονομικών Γραμματεία, γ) κατά τις διατάξεις του από 3-15.12.1833 βδ ήταν λιβάδι ή βοσκότοπος, δ) είναι δημόσια γαία, που περιήλθε σ' αυτό κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, σύμφωνα με την από 27.6/9.7.1832 συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και τα από 21.1/3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1.7.1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου ή κατά το άρθρο 60 παρ. 1 της συνθήκης της Λωζάνης, που κυρώθηκε με το από 25/25-08-1923 ΝΔ., ε) κατά τις διατάξεις των άρθρων 62 παρ. 1 του ν. 998/1979, 2 παρ. 2 του ν.δ. 86/1969 και 46 του ν. 4173/1929, είχε ανέκαθεν δασικό χαρακτήρα και στ) περιήλθε στην κυριότητά του με τακτική άλλως με έκτακτη χρησικτησία, αφού μετά την απελευθέρωση της χώρας από τους Τούρκους το νεμόταν, καθώς και τη μεγαλύτερη έκταση που το περιβάλλει, με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις, όπως φύλαξη, αναδασώσεις, πράξεις χαρακτηρισμού, εκδόσεις πρωτοκόλλων διοικητικής αποβολής κλπ.
Οι πιο πάνω ισχυρισμοί του Δημοσίου συνιστούν ενστάσεις (ΑΠ 1747/2022, ΑΠ 117/2020).
Στην περίπτωση αυτή ο ενάγων ιδιώτης μπορεί να επικαλεστεί κατ' αντένσταση, καθ' υποφορά με την αγωγή του ή με τις προτάσεις του (κύριο σώμα αυτών ή με την προσθήκη), ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοί του νέμονταν το ακίνητο με καλή πίστη για χρονικό διάστημα τουλάχιστον τριάντα ετών πριν τις 11-9-1915, οι οποίοι έτσι κατέστησαν κύριοι του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, η οποία χωρεί με τις ανωτέρω προϋποθέσεις και σε δημόσια κτήματα, σύμφωνα με τις τότε ισχύουσες διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 πρ. Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3.) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", και μάλιστα ανεξάρτητα της φύσης αυτών, αν δηλαδή πρόκειται για δάσος ή βοσκότοπο ή άλλης μορφής ακίνητο (Ολ ΑΠ 75/1987, ΑΠ 246/2023). Θα πρέπει, βέβαια, να σημειωθεί εδώ, ότι εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11-9-1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (ΑΠ 385/2021, ΑΠ 850/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον, με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, διατείνεται ότι, τόσο με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όσο και με το δεύτερο μέρος του δευτέρου λόγου της έφεσής του, ισχυρίστηκε ότι η αγωγή της αναιρεσίβλητης είναι αόριστη, καθώς δεν αναφέρονται σ' αυτήν συγκεκριμένες πράξεις νομής των δικαιοπαρόχων της στο επίδικο ακίνητο, αλλά μόνο στην ευρύτερη έκταση εντός της οποίας βρίσκεται το επίδικο, ενώ δεν αναφέρονται επίσης τα ειδικότερα χρονικά διαστήματα που διενεργήθηκαν οι πράξεις αυτές και από ποιους συγκεκριμένα.
Ότι η παράλειψη παράθεσης στην αγωγή των περιστατικών αυτών προκειμένου να διαπιστωθεί η υπαγωγή τους στις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου και του άρθρου 21 του νόμου της 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", οι οποίες ρυθμίζουν την έκτακτη χρησικτησία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, καθιστούν την αγωγή απορριπτέα, ως απαράδεκτη, λόγω της αοριστίας της και ότι το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή, υπέπεσε στην πιο πάνω αναφερόμενη αναιρετική πλημμέλεια.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος. Και, τούτο διότι, το αναιρεσείον δεν ισχυρίζεται ότι πρότεινε κατά της αγωγής την ένσταση ιδίας κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, την οποία απέκτησε με έναν από τους αναφερόμενους στην ανωτέρω μείζονα σκέψη τρόπους, ώστε να ανακύψει η υποχρέωση της αναιρεσίβλητης, συμπληρώνοντας παραδεκτά την αγωγή της, να ισχυριστεί ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοί της κατέστησαν κύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενοι με καλή πίστη το επίδικο για χρονικό διάστημα τουλάχιστον τριάντα ετών μέχρι τις 11-9-1915, με αποτέλεσμα να καταλυθεί η κυριότητα του Δημοσίου επί του επιδίκου.
Για το ορισμένο του λόγου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και:
α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιές είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 402/2022, ΑΠ 901/2020, ΑΠ 825/2020). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος. (ΑΠ 965/2020, ΑΠ 439/2020, ΑΠ 948/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, υποστηρίζει το αναιρεσείον ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολογεί καθόλου, άλλως αιτιολογεί πλημμελώς την κρίση της σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι το επίδικο ακίνητο δεν ήταν ποτέ δημόσια έκταση και ότι κατά συνέπεια η έκτακτη χρησικτησία δεν ήταν απαραίτητο να είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11η Σεπτεμβρίου 1915, εφόσον δεν επρόκειτο για δημόσιο κτήμα.
Ότι η κρίση της αυτή βασίστηκε αποκλειστικά στην από 6-12-2016 και υπ' αριθμ. κατάθ. .../2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ι. Π. Ότι στην περίπτωση που η αναιρεσιβαλλόμενη δεχόταν ότι το επίδικο έφερε δασικό χαρακτήρα και ότι επομένως είχε την ιδιότητα του δημοσίου κτήματος, αυτό θα σήμαινε ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης δεν έχουν αποκτήσει κυριότητα στο επίδικο με έκτακτη χρησικτησία, αφού η αναιρεσιβαλλόμενη δέχθηκε ότι ασκήθηκαν πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο από την αναιρεσίβλητη μόνο από το έτος 1968 έως την άσκηση της αγωγής.
Με το περιεχόμενο αυτό, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, δεδομένου ότι, εκτός από την έλλειψη μνείας των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, το αναιρεσείον δεν αναφέρει καθόλου τις κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί η έλλειψη αιτιολογιών, ή σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών που οδήγησαν σε εσφαλμένο, κατά το αναιρεσείον διατακτικό.
Ανεξαρτήτως δε τούτων, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και επειδή, κατά τα ως άνω, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατόπιν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία ωστόσο θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-06-2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 36/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Σεπτεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την υπηρεσία, η αρχαιότερη της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου