Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds due to lack of specific factual allegations in the appeal petition.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the legal entity's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment, ruling the appeal inadmissible. The appellants argued that the lower court failed to address specific claims regarding the validity of a settlement and the calculation of amounts owed to one of the defendants. The court rejected these arguments, noting the lower court had already examined and rejected the same claims as inadmissible or unfounded, and the appeal petition lacked the required specific factual allegations to justify a new review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94 § 1, 96 §§ 1-3, and 104 of the Code of Civil Procedure; An appeal petition must contain specific factual allegations supporting the claim of error, and if the lower court has already examined and rejected the same arguments, the appeal is inadmissible for lack of novelty and specificity.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1285 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1285/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου - Εισηγήτρια και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ..... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσάκωνα, που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Π. του Χ., κατοίκου ..., 2) Ν. Σ. του Μ., κατοίκου ..., 3) Ι. Κ. του Α., κατοίκου ..., 4) Α. Σ. του Χ., κατοίκου ..., 5) Κ. Χ. του Π., κατοίκου ..., 6) Χ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 7) Κ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 8) Ε. Π. του Κ., κατοίκου ..., 9) Δ. Π. του Θ., κατοίκου ..., 10) Ε. Σ. του Ν., κατοίκου ..., 11) Κ. Π. του Α., κατοίκου ..., 12) Ι. Γ. του Α., κατοίκου ..., 13) Δ. Κ. του Χ., κατοίκου ... και 14) Ε. Γ. του Φ., κατοίκου .... Οι 1ος, 2ος, 3ος 4ος, 5ος, 6η, 7η, 8ος, 9ος, 10ος, 11ος, 12ος και 13ος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αθηνά Βέρροιου, που κατέθεσε προτάσεις, και ο 14ος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/12/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1521/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 5848/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 5/3/2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου ανέγνωσε την από 17/4/2019 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από το συνδυασµό των διατάξεων των άρθ. 94 § 1 (όπως η παρ. αυτή αντικ. µε το άρθρο 1, άρθρο πρώτο παρ. 2 του ν. 4335/2015), 96 §§ 1, 2 και 3 (όπως το άρθρο αυτό αντικ. µε το άρθ. 7 § 2 ν. 3994/2011 και προστέθηκε στην παρ. 3 αυτού δεύτερο εδάφιο με το άρθρο 63 του ν. 4509/2017), και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι (α) στα πολιτικά δικαστήρια και δη στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται µε πληρεξούσιο δικηγόρο (β) η πληρεξουσιότητα παρέχεται είτε µε συμβολαιογραφική πράξη είτε µε προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά είτε µε ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δηµόσια, δηµοτική ή άλλη αρχή, µπορεί δε να αφορά ορισµένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει (γ) για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόµη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουµένως (δ) εάν ο διάδικος δεν εκπροσωπείται από δικηγόρο, όπου είναι υποχρεωτική η παράστασή του, ή παρίσταται µε δικηγόρο και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας αυτού, η οποία απαιτείται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και την οποία αυτεπάγγελτα ερευνά το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός θεωρείται δικονοµικά απών.
Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασµό µε εκείνη του άρθρου 568 παρ. 4 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι, αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου δεν εµφανισθεί κάποιος από τους διαδίκους, το Δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει, αν ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύθηκε νόµιµα ή επισπεύδει ο ίδιος τη συζήτηση.
Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εµφανισθεί ή εµφανισθεί αλλά δεν μετέχει, νοµίµως, στη συζήτηση, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο δικηγόρος που υπογράφει την κλήση για συζήτηση ήταν εφοδιασμένος µε πληρεξουσιότητα και σε καταφατική περίπτωση η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Και αν µεν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εμφανίσθηκε και δεν εµφανίστηκε ο αντίδικός του, πρέπει να προσκοµίζεται µε επίκληση αποδεικτικό επίδοσης της σχετικής κλήσης προς συζήτηση, αν δε η συζήτηση επισπεύδεται από τον απολειπόμενο διάδικο, πρέπει να προσκοµίζεται µε επίκληση η κλήση που επιδόθηκε.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, σε περίπτωση απλής οµοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί, νοµίµως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κληθεί νοµίµως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Τέλος, αν δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη. Στην προκείµενη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 5-3-2014 αίτηση αναίρεσης. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της υποθέσεως δεν προκύπτει από ποιους διαδίκους επισπεύδεται η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής.
Κατ` αυτήν οι 13 πρώτοι αναιρεσίβλητοι φέρονται ως εκπροσωπούμενοι από την παρασταθείσα δικηγόρο Αθηνών Αθηνά Βέρροιου, ο δε 14ος αναιρεσίβλητος απουσίαζε και δεν εκπροσωπήθηκε από κανένα δικηγόρο. Προς απόδειξη της πληρεξουσιότητός της η δικηγόρος αυτή προσκομίζει και επικαλείται εξουσιοδοτήσεις των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων, από τα οποία προκύπτει ότι αυτοί παρέχουν ειδική εντολή, πληρεξουσιότητα για την συζήτηση και λοιπές δικαστικές ενέργειες που αφορούν την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πλην του δεκάτου τετάρτου αναιρεσιβλήτου Ε.
Γ. του Φ., ως προς τον οποίο ουδέν νομιμοποιητικό έγγραφο προσκομίζεται. Επομένως δεν αποδεικνύεται πληρεξουσιότητα του παραστάντος δικηγόρου των άνω αναιρεσιβλήτων και ως προς τον 14ο αναιρεσίβλητο, ο οποίος πρέπει να θεωρηθεί ως δικονομικώς απών. Εξάλλου, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος αυτός κλητεύθηκε νόµιµα και εµπρόθεσµα, για να παραστεί στην παρούσα δικάσιµο από τους ομοδίκους του αναιρεσιβλήτους ή το αντίδικό του-αναιρεσείον, αφού οι παριστάμενοι διάδικοι δεν επικαλούνται, ούτε άλλωστε προσκοµίζουν, τέτοια έκθεση επίδοσης ή αντίγραφο της κρινόµενης κλήσης και προς τον απολειπόμενο άνω αναιρεσίβλητο για συζήτηση στη δικάσιµο αυτή.
Πρέπει, εποµένως, να χωριστεί η υπόθεση ως προς αυτόν και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση (Ολ.ΑΠ 7/2008). 2. Η από 5-3-2014 (με ειδικό αριθμό κατάθεσης 181/2014) αίτηση αναίρεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, και κατά της 5848/2013 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων επί της ασκηθείσης εφέσεως των εναγόντων και κατά της 1521/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553,556,558,564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ).
Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της( άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
3. Από τις διατάξεις των άρθρων 21 και 51 παρ. 1 του ν. 345/1976, που ορίζουν ότι : α) οι αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου είναι, κατά το άρθρο 100 του Συντάγματος, αμετάκλητες και αποκλείεται η άσκηση κατ' αυτών τριτανακοπής, ισχύουν δε από της επ' ακροατηρίου δημοσιεύσεώς τους έναντι όλων, εκτός αν με ειδική διάταξη ορίζεται διαφορετικά (άρθρο 21) και β) ότι η απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου, με την οποία έχει αρθεί αμφισβήτηση σχετικά με την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα τυπικού νόμου ισχύει έναντι όλων από τη δημοσίευσή της σε δημόσια συνεδρίαση (άρθρο 51παρ. 1), προκύπτει ότι η απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου δεσμεύει και τα δικαστήρια όλων των βαθμίδων και δικαιοδοσιών της Ελληνικής Επικράτειας, ακόμη και τις εκκρεμείς ενώπιον του Εφετείου ή του Αρείου Πάγου υποθέσεις για το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας του νόμου το οποίο έλυσε, ότι όταν κηρύσσουν νόμο ως αντισυνταγματικό αποτελούν λόγο αναψηλαφήσεως κάθε αποφάσεως, έστω και αμετάκλητης, που εκδόθηκε εντός του χρόνου της αναδρομής και ότι ισοδυναμούν με νομοθετική μεταβολή και επάγονται κατάργηση του δεδικασμένου και της εκτελεστότητας (Ολ ΑΠ 10/2001, ΑΠ 72/2016, 275/2015, 789/2014, 9/2014, 1595/2002, ΣΤΕ 2202/2015, 3028/2014, 2727/2009). 4.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Οι ενάγοντες, υπάλληλοι της "...", προσελήφθησαν στις 04.10.1964, 14.10.1963, 12.09.1962, 03.01.1964, 01.10.1965, 14.02.1974, 10.02.1976, το Σεπτέμβριο 1970, 16.07.1973, 19.05.1965, 16.04.1963, 05.10.1975, 24.09.1970 αντίστοιχα και αποχώρησαν λόγω συνταξιοδότησης από την Τράπεζα στις 14.08.2002 ο πρώτος, στις 31.10.1995 ο δεύτερος, στην 01.01.2003 ο τρίτος, στις 12.08.1996 ο τέταρτος, στις 14.08.2002 ο πέμπτος, στις 28.05.2001 η έκτη, στις 14.08.2002 η έβδομη, στις 18.06.1999 ο όγδοος, στις 14.08.2002 ο ένατος, στην 01.12.1999 ο δέκατος, στις 22.02.2001 ο ενδέκατος, στις 14.08.2002 ο δωδέκατος, στις 04.10.2002 ο δέκατος τρίτος έχοντας συνολικό χρόνο υπηρεσίας σε αυτήν, 37 έτη, 6 μήνες και 10 ημέρες ο 1ος, 31 έτη, 6 μήνες και 10 ημέρες ο 2ος, 39 έτη ο 3ος, 32 έτη ο 4ος, 35 έτη, 6 μήνες και 12 ημέρες ο 5ος, 26 έτη, 7 μήνες και 7 ημέρες η 6η, 27 έτη, 9 μήνες και 8 ημέρες η 7η, 29 έτη, 6 μήνες και 4 ημέρες ο 8ος, 30 έτη, 6 μήνες και 20 ημέρες ο 9ος, 28 έτη, 8 μήνες και 5 ημέρες ο 10ος, 36 έτη, 6 μήνες και 8 ημέρες ο 11ος, 28 έτη, 6 μήνες και 10 ημέρες ο 12ος, 31 έτη, 6 μήνες και 11 ημέρες ο 13ος.
Το ν.π.δ.δ. "...", καθολικός διάδοχος του οποίου είναι το εναγόμενο, λαμβάνοντας υπόψη το προβλεπόμενο από την παρ. 3 του άρθρου 57 του ν. 2084/1992 σχετικό ανώτατο όριο, χορήγησε στους ενάγοντες εφάπαξ βοήθημα ύψους 55.343,93 - 40.693,69 - 58.504,36 - 48.076,60 -1.431,09 - 38.177,98 - 40.779,74 - 38.846,13 - 45.148,99 - 37.551,26 -52.317,96 - 42.236,16 - 46.605,41 ευρώ αντίστοιχα.
Χωρίς την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992, οι ενάγοντες δικαιούντο εφάπαξ βοηθήματος, κατά την αποχώρηση τους σύμφωνα με τα άρθρα 2, 6 και 7 του Κανονισμού του Ταμείου, το οποίο ανερχόταν στα χρηματικά ποσά των 144.626,13 - 47.721,67 - 161.042,70 - 72.333,94 - 122.831,17 - 45.446,77 - 53.332,26 - 49.213,26 - 101.836,63 - 96.193,81 -116.254,37 - 64.777,10 - 64.926,56 ευρώ, αντίστοιχα.
Μετά την μετατροπή του Ταμείου σε ν.π.ι.δ., χορηγήθηκε στους ενάγοντες συμπληρωματική εφάπαξ παροχή, ποσού 74.364,05 - 1.197,41 - 69.092,73 -15.144,13 - 55.535,21 - 3.747,09 - 5.480,29 - 4.195,31 - 40.920,87 - 47.063,11- 56.135,18 - 13.427,71 - 9.488,47 ευρώ, αντίστοιχα. Αλλά και μετά τη συμπληρωματική αυτή εισφορά, το εφάπαξ βοήθημα των εναγόντων, είχε περιορισθεί από το πλήρες χρηματικό ποσό κατά τα ποσά των 14.198,15 ευρώ ως προς τον 1ο ενάγοντα, 5.884,58 ευρώ ως προς τον 2° ενάγοντα, 15.563,57 ευρώ ως προς τον 3° ενάγοντα, 9.113,21 ευρώ, ως προς τον 4° ενάγοντα, 14.864,87 ευρώ ως προς τον 5° ενάγοντα, 3.521,70 ευρώ, ως προς την 6η ενάγουσα, 7.072,23 ευρώ ως προς την 7η ενάγουσα, 6.171,82 ευρώ, ως προς τον 8° ενάγοντα, 15.766,76 ευρώ ως προς τον 9° ενάγοντα, 11.579,44 ευρώ ως προς τον 10° ενάγοντα, 7.801,23 ευρώ ως προς τον 11° ενάγοντα, 9.113,23 ευρώ ως προς τον 12° ενάγοντα, 10.832,98 ευρώ ως προς τον 13° ενάγοντα.
Ο περιορισμός αυτός κρίθηκε αντισυνταγματικός με τις 3/2007, 4/2007 και 5/2007 αποφάσεις του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις οποίες η επιβολή από το άρθρο 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992 ανωτάτου ορίου επί των εφάπαξ παροχών αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος. Επομένως, η παροχή προς τους ενάγοντες του εφάπαξ βοηθήματος δεν ήταν προσήκουσα, αλλά υπολείπεται κατά τα ως άνω χρηματικά ποσά.
Η ένδικη αξίωση των εναγόντων, ασκήθηκε μετά τη δημοσίευση των παραπάνω αποφάσεων του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, επομένως, η ισχύς των αποφάσεων αυτών που ισοδυναμούν με νομοθετικές μεταβολές ισχύουν στην κρινόμενη έννομη σχέση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 του Κανονισμού του εναγομένου "... ...
ή του πρώην ..., οι οποίοι αποχώρησαν από την υπηρεσία μετά την 1-1-1993 και εισέπραξαν από το οικείο Ταμείο την κατά τον Κανονισμό του δικαιούμενη εφάπαξ παροχή μειωμένη κατά τα οριζόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 57 του Ν. 2084/92 όπως ίσχυαν, δύνανται να λάβουν συμπληρωματική εφάπαξ παροχή μετά από απόφαση του Δ.Σ.
του Ταμείου, σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002". Σε εκτέλεση της διάταξης αυτής καταβλήθηκαν στους ενάγοντες από το εναγόμενο το προαναφερθέντα χρηματικά ποσά των 74.364,05 - 1.197,41 - 69.092,73 -15.144,13 - 55.535,21 - 3.747,09 - 5.480,29 - 4.195,31 - 40.920,87 - 47.063,11- 56.135,18 - 13.427,71 - 9.488,47, αντίστοιχα. Το εναγόμενο ισχυρίζεται ότι αποσβέστηκε κάθε περαιτέρω οφειλή προς τους ενάγοντες, διότι με τη λήψη των συμπληρωματικών αυτών εισφορών, επήλθε συμβιβασμός μεταξύ των διαδίκων και οι ενάγοντες παραιτήθηκαν από κάθε περαιτέρω αξίωση τους σχετικά με το εφάπαξ.
Όμως ο συμβιβασμός αυτός δεν είναι έγκυρος, διότι αφενός δεν υπάρχουν αμοιβαίες υποχωρήσεις, δεδομένου ότι στους ενάγοντες χορηγήθηκε άνευ ετέρου το δικαίωμα συμπλήρωσης του εφάπαξ, βάσει του προαναφερθέντος άρθρου του Κανονισμού του εναγομένου, αφετέρου οι ένδικες παροχές έχουν μισθολογικό χαρακτήρα.
Συνακόλουθα, η δήλωση παραίτησης των εναγόντων από κάθε αξίωση τους δεν παράγει αποτελέσματα. Σε κάθε περίπτωση το εναγόμενο απαραδέκτως προέβαλε τον ισχυρισμό αυτό ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεδομένου ότι συνιστά ένσταση και δεν καταχωρήθηκε στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και η προβολή του ισχυρισμού αυτού με τις προτάσεις της παρούσας δίκης είναι αόριστη, διότι δεν γίνεται επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση, έκρινε το συμβιβασμό μεταξύ των διαδίκων έγκυρο και έγκυρες τις παραιτήσεις των εναγόντων ως προς τις αξιώσεις του για τη συμπλήρωση του εφάπαξ, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο αντίστοιχος λόγος έφεσης.
Ακολούθως, η έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση. Στη συνέχεια, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ), να γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και Α) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει α) στον 1° ενάγοντα 12.000 ευρώ, β) στον 2° ενάγοντα 5.884,58 ευρώ, γ) στον 3° ενάγοντα 12.000 ευρώ, δ) στον 4° ενάγοντα 9.113,21 ευρώ, ε) στον 5° ενάγοντα 12.000 ευρώ, στ) στην 6η ενάγουσα 3.521,70 ευρώ, ζ) στην 7η ενάγουσα 7.072,23 ευρώ, η) στον 8° ενάγοντα 6.171,82 ευρώ, θ) στον 9° ενάγοντα 12.000 ευρώ, ι) στον 10° ενάγοντα 11.579,44 ευρώ, ία) στον 11° ενάγοντα 7.801,23 ευρώ, ιβ) στον 12° ενάγοντα 9.113,23 ευρώ, ιγ) στον 13° ενάγοντα 10.832,98 ευρώ και Β) να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στον 1° ενάγοντα 2.918,15 ευρώ, β) στον 3° ενάγοντα 3.563,57 ευρώ, γ) στον 5° ενάγοντα 2.864,87 ευρώ και δ) στον 9° ενάγοντα 3.766,77 ευρώ και τα εν λόγω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής". 5.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και δεχόμενο ότι με τη δημοσίευση των αποφάσεων αυτών επήλθε νομοθετική μεταβολή ως προς το ύψος της οφειλόμενης εφάπαξ παροχής, για την οποία οι ενάγοντες, έχοντας σχετική αξίωση, άσκησαν την ένδικη αγωγή, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, οι δε αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι με τις ως άνω αποφάσεις του το ΑΕΔ έκρινε μόνο αν είναι συνταγματική ή όχι η διάταξη του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992 για τον περιορισμό του ανώτατου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος, το οποίο χορηγείται στους ασφαλισμένους του αναιρεσείοντος Ταμείου μετά την 1-1-1993 και έως την πλήρη κατάργηση της καταβαλλόμενης στον Κλάδο Πρόνοιας του Ταμείου εργοδοτικής εισφοράς και όχι για το σύννομο ή μη των αξιώσεων των εναγόντων σε σχέση με το χρόνο ασκήσεως αυτών και ότι οι αποφάσεις αυτές καταλαμβάνουν μόνο τις περιπτώσεις των ασφαλισμένων που αποχώρησαν από την υπηρεσία τους μετά τη δημοσίευση των αποφάσεων του ΑΕΔ (Φεβρουάριο του 2007), όχι δε και τους ασφαλισμένους που αποχώρησαν πριν από τη δημοσίευση αυτών, όπως οι ενάγοντες, είναι αβάσιμες.
Η μη πρόσδοση αναδρομικότητας στην ισχύ των πιο πάνω αποφάσεων του ΑΕΔ, οι οποίες, ωστόσο, ισοδυναμούν με νομοθετική μεταβολή και συνεπάγονται κατάργηση του δεδικασμένου και της εκτελεστότητας, δεν εμποδίζει τη δικαστική διεκδίκηση και προστασία των αξιώσεων των εναγόντων περί καταβολής (συμπλήρωσης) του εφάπαξ βοηθήματος που δικαιούνται, το οποίο έχει γεννηθεί σε προγενέστερο της δημοσίευσης των εν λόγω αποφάσεων διάστημα, υπό την προϋπόθεση της μη παραγραφής αυτών, διότι, υπό αντίθετη ερμηνεία, η προστασία της σχετικής αξιώσεως του ασφαλισμένου θα συναρτάτο αποκλειστικώς με ξένη προς αυτόν (δικαιούχο) προϋπόθεση, δηλαδή το χρόνο δημοσίευσης της απόφασης του ΑΕΔ, πράγμα το οποίο έρχεται σε αντίθεση και με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, στην έννοια της οποίας εμπίπτουν και οι απαιτήσεις (ενοχικά δικαιώματα) του εργατικού δικαίου.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
6. Επειδή, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ για παραμόρφωση εγγράφου θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως, α) το παραμορφωθέν έγγραφο, το περιεχόμενο του και το παραμορφωθέν περιεχόμενο που προσέδωσε σ` αυτό το δικαστήριο και μάλιστα "αυτολεξεί", ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου.
Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως μέρος πρώτο, με την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 και 20 Κ.Πολ.Δ αποδίδει στο Εφετείο ότι, "έσφαλε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση όσον αφορά την αληθινή ερμηνεία του μεταξύ ημών και του αναιρεσιβλήτου ιδιωτικού εγγράφου, παρακάμπτοντας το γεγονός ότι με αυτό, ελάμβανε χώρα συμφωνία υπαγωγής σε μεταγενέστερο του χρόνου επέλευσης της ασφαλιστικής περιπτώσεως νομικό καθεστώς, το καθεστώς της ισχύος του Νέου Κανονισμού, σύμφωνα με τον οποίο δεν επήρχετο περικοπή ...".
Με αυτό το περιεχόμενο ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως αόριστος, καθόσον δεν αναφέρεται, πότε συντάχθηκε το ως άνω ιδιωτικό έγγραφο μεταξύ των διαδίκων, ποίο το ακριβές περιεχόμενο αυτού και ποίο το περιεχόμενο που προσέδωσε σ` αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να προκύπτει το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, για την απόδειξη ποίου ουσιώδους ισχυρισμού χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο αυτό και ποίο το επιζήμιο για το αναιρεσείον συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου αυτού.
7. Επειδή, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή ν` αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αν δε, συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδαφ. α`- γ` της παρ. 2 του άρθρου 562 να εκτίθεται στο αναιρετήριο ο λόγος αυτός (ΑΠ 275/2015, ΑΠ 442/2015, ΑΠ 391/2015).
8. Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον ΝΠΙΔ με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, επιχειρεί να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης, κατά τη νοηματική του απόδοση, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι καίτοι οι αναιρεσίβλητοι εξήλθαν από την υπηρεσία την 14-8-2002 ........, η άσκηση της αγωγής τους έγινε την 24-7-2009, δηλ. 7-14 έτη μετά την ημερομηνία αυτή, με αποτέλεσμα η αξίωσή τους αυτή να έχει παραγραφεί σύμφωνα με το άρθρο 250 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας παρά το γεγονός ότι υποβλήθηκε πρωτοδίκως και γραπτώς και προφορικώς η εν λόγω ένσταση, ουδόλως ασχολήθηκε με το εν λόγω ζήτημα", παραβιάζοντας την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 250 ΑΚ.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, κατ` άρθρο 562 παρ. 2 KΠολΔ, καθόσον, προκειμένης διαφοράς εκδικαζόμενης κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, το αναιρεσείον ναι μεν επικαλείται παραδεκτή προβολή του εν λόγω ισχυρισμού, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με καταχώρισή του στα πρακτικά συνεδρίασης του, δεν επικαλείται όμως και επαναφορά του, κατά νόμιμο τρόπο, ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ούτε επικαλείται ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση προβολής του με το αναιρετήριο των εδαφίων α'-γ' της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ.
Εξάλλου από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και δη της με αριθμό 1521/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ήτοι του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η εν λόγω ένσταση του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε ως νομικά αβάσιμη απ'αυτό, κατά δε της απορριπτικής αυτής διάταξής του, δεν άσκησε έφεση το αναιρεσείον, ούτε από την επισκόπηση των προτάσεών του ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι επαναφέρθηκε νόμιμα ο ισχυρισμός του αυτός περί παραγραφής των επιδίκων αξιώσεων των εναγόντων προς αντίκρουση της έφεσης των αντιδίκων του, ώστε να μπορεί να κριθεί από αυτό, αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός. 9.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή ν` αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αν δε, συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδαφ.
α`- γ` της παρ. 2 του άρθρου 562 να εκτίθεται στο αναιρετήριο ο λόγος αυτός. Περαιτέρω, από τα άρθρα 591 παρ. 1β`, 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1δ` του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους, προφορικά, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, απαιτείται δηλονότι, σε κάθε περίπτωση, προφορική πρόταση των ισχυρισμών που, "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις.
Τέλος, κατά το άρθρο 871 Α.Κ., με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, μια έριδά τους ή μια αβεβαιότητα, για κάποια έννομη σχέση, αρκεί το αντικείμενο της σύμβασης αυτής να μη έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, γιατί, στην αντίθετη περίπτωση, η εν λόγω σύμβαση θεωρείται ως μη γενόμενη (Α.Κ. 174 και 180).
Ειδικά, για τα δικαιώματα του εργαζομένου, που πηγάζουν από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, επιτρέπεται η επίλυση και των διαφορών αυτών με συμβιβασμό, όπου όμως, υπάρχει σοβαρή αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα, είτε σε σχέση με τις νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις, είτε ως προς την έννοια των δικαιωμάτων αυτών και με αμοιβαίες υποχωρήσεις επιλύονται αυτές, οπότε, στην περίπτωση αυτή, δεν θεωρείται, πως αντιβαίνει ο συμβιβασμός στα άρθρα 679 Α.Κ., 8 Ν. 2112/1920, όπως ισχύει, 8 παρ. 2 και 4 Ν.Δ. 4020/1959, 2 και 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955 και επομένως είναι έγκυρος, διότι, έτσι, αποφεύγει ο εργαζόμενος ν` αποδυθεί σε δικαστικό αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκτασης.
Στην αντίθετη περίπτωση, όταν δεν είναι αμοιβαίες οι υποχωρήσεις και γίνονται μόνον από τον ένα των συμβαλλόμενων, τότε δεν υπάρχει συμβιβασμός με την ανωτέρω έννοια, αλλά, τυχόν, άλλη σχέση (άφεση χρέους ή αναγνώριση αξίωσης) και είναι αδιάφορο το γεγονός, ότι οι συμβαλλόμενοι χαρακτήρισαν τη μεταξύ τους σχέση ως συμβιβασμό.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
10. Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον ΝΠΙΔ, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, επιχειρεί να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης, κατά τη νοηματική του απόδοση, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το δικαστήριο της ουσίας, δεχόμενο ότι ο επικαλούμενος από αυτό, συμβιβασμός των αναιρεσιβλήτων είναι άκυρος, "παρερμήνευσε τα αδιαμφισβήτητα πραγματικά περιστατικά που περιλαμβάνονται τόσο στο περιεχόμενο του μεταξύ ημών και των αναιρεσιβλήτων ιδιωτικό συμφωνητικό, όσο και στην ουσία αυτής καθ'εαυτής της, σύμφωνα με της στο συμφωνητικό περιλαμβανομένης, μεταξύ μας συμφωνίας και εσφαλμένα έκρινε ότι δεν υπήρξε συμβιβασμός, αλλά και ούτε και αμοιβαίες υποχωρήσεις με την υπογραφή του εγγράφου συμφωνητικού", αλλά επίσης και " εσφαλμένως ερμήνευσε την απόφαση του ΑΕΔ, απόφαση έχουσα ισχύ νόμου, ερμηνεύσασα εσφαλμένως την μεταξύ ημών και των αναιρεσιβλήτων έγγραφη συμφωνία, παραμορφώσασα και παρερμηνεύουσα το μεταξύ ημών και των αναιρεσιβλήτων ιδιωτικό συμφωνητικό, αφού εξήγε συμπέρασμα περί μη υπάρξεως από μέρους μας οικονομικής υποχωρήσεως, ενώ σαφώς επ'αυτού δηλώνεται και με ακρίβεια για ένα έκαστο των αναιρεσιβλήτων, το ποσό το οποίο πρόσθεσα, από την ήδη και σύμφωνα με το νόμο εκπληρωθείσα υποχρέωσή μας, κατεβλήθη στους αναιρεσίβλητους με "αντάλλαγμα" την παραίτησή τους από κάθε είδους περαιτέρω διεκδικήσεις και αξιώσεις".
Ο λόγος αυτός ανεξαρτήτως του ότι είναι απαράδεκτος ως αόριστος, καθόσον δεν περιέχει κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, τις αποδιδόμενες πλημμέλειες και τα πραγματικά περιστατικά που τις θεμελιώνουν, είναι και απαράδεκτος κατ` άρθρο 562 παρ. 2 KΠολΔ., καθόσον, προκειμένης διαφοράς εκδικαζόμενης κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, το αναιρεσείον δεν επικαλείται παραδεκτή προβολή του εν λόγω ισχυρισμού-ένστασης, ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, με καταχώρισή του στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, και επαναφορά του, κατά νόμιμο τρόπο, ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ενώ, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, δεν προκύπτει ότι προβλήθηκε, παραδεκτά, ο παραπάνω ισχυρισμός.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε σχετικά με το επίμαχο αυτό θέμα τα εξής: "Το εναγόμενο ισχυρίζεται ότι αποσβέστηκε κάθε περαιτέρω οφειλή προς τους ενάγοντες, διότι με τη λήψη των συμπληρωματικών αυτών εισφορών, επήλθε συμβιβασμός μεταξύ των διαδίκων και οι ενάγοντες παραιτήθηκαν από κάθε περαιτέρω αξίωση τους σχετικά με το εφάπαξ.
Όμως ο συμβιβασμός αυτός δεν είναι έγκυρος, διότι αφενός δεν υπάρχουν αμοιβαίες υποχωρήσεις, δεδομένου ότι στους ενάγοντες χορηγήθηκε άνευ ετέρου το δικαίωμα συμπλήρωσης του εφάπαξ, βάσει του προαναφερθέντος άρθρου του Κανονισμού του εναγομένου, αφετέρου οι ένδικες παροχές έχουν μισθολογικό χαρακτήρα.
Συνακόλουθα, η δήλωση παραίτησης των εναγόντων από κάθε αξίωση τους δεν παράγει αποτελέσματα. Σε κάθε περίπτωση το εναγόμενο απαραδέκτως προέβαλε τον ισχυρισμό αυτό ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεδομένου ότι συνιστά ένσταση και δεν καταχωρήθηκε στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και η προβολή του ισχυρισμού αυτού με τις προτάσεις της παρούσας δίκης είναι αόριστη, διότι δεν γίνεται επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών".
Επομένως, σε κάθε περίπτωση, η επικουρική παραδοχή της απόφασης, η οποία στηρίζει αυτοτελώς την κρίση του δικαστηρίου και δεν πλήττεται από το αναιρεσείον, αφού τούτο δεν προβάλλει το αντίθετο, δικαιολογεί την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού, ως απαραδέκτου, εκ του ότι δε, εκ περισσού, το δικαστήριο ερεύνησε τη βασιμότητα του και τον απέρριψε, έστω και εσφαλμένα, δεν θεμελιώνεται ο επικαλούμενος λόγος αναίρεσης.
Επίσης και η μερικότερη αιτίαση του λόγου αυτού ότι υπάρχει σοβαρή αμφιβολία σχετικά με την εφαρμογή του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης, καθόσον σ'αυτό επιδικάζεται κάποιο ποσό στον 12ο ενάγοντα, που όμως στο πρακτικό αναφέρεται ως 11ος ενάγων, αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού από την επισκόπηση της προσβαλλομένης δεν προκύπτει ότι υπάρχει κάποια αναντιστοιχία μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού της απόφασης ως προς τους ενάγοντες.
11. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, ως ηττημένο, στα δικαστικά έξοδα των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει ερήμην του 14ου των αναιρεσιβλήτων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
Διατάσσει τον χωρισμό της δίκης ως προς τον 14ο αναιρεσίβλητο και κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της αίτησης ως προς αυτόν.
Απορρίπτει την από 5-3-2014 αίτηση περί αναιρέσεως της 5848/2013 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους.
Καταδικάζει το αναιρεσείον σε χίλια οκτακόσια(1800) ευρώ, για δικαστικά έξοδα των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ