1285/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/7/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2715/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 10183/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Legislator headnote
AI generated1285/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάνης ανέγνωσε την από 24/3/2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αλτάνας Κοκκοβού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Full text
Απόφαση 1285 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1285/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. χήρας Γ. Τ., το γένος Γ. Π., 2) Θ. Π. του Γ., 3) Χ. Μ. του Σ., κατοίκων ..., 4) Δ. χήρας Β. Μ., το γένος Γ. Π., κατοίκου ..., 5) Α. συζύγου Α. Σ., το γένος Χ. Κ., κατοίκου ..., 6) Γ. Π. του Α., κατοίκου ..., 7) Φ. συζύγου Λ. Τ., το γένος Π. Α., κατοίκου ..., διαμένουσας προσωρινά στο ..., 8) Α. Κ. του Α., 9) Τ. Κ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Ματέλλα και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Ι. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεώνη Σγουράκη-Παπασπυροπούλου με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/7/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2715/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 10183/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/9/2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάνης ανέγνωσε την από 24/3/2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αλτάνας Κοκκοβού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 10183/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε και κατ’ ουσία την έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος κατά της 2715/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε απορριφθεί η από 8.7.2013 αγωγή του κατά των αναιρεσειόντων, και ακολούθως, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, έγινε δεκτή η κατ’ αυτών ως άνω αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις (ΑΠ 1223/2015, ΑΠ 659/2015), ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 142/2015).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 416 ΑΚ η απόσβεση της ενοχής επέρχεται με καταβολή. Η καταβολή η οποία καθεαυτή είναι υλική πράξη, δηλαδή πραγματικό γεγονός και όχι σύμβαση ή μονομερής δικαιοπραξία, για να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της ενοχής πρέπει να είναι προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής ό,τι πράγματι δικαιούται σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 419 ΑΚ προκύπτει, ότι απόσβεση της ενοχής μπορεί να επέλθει και με δόση αντί καταβολής. Στην περίπτωση αυτή απαιτείται συμφωνία δανειστή και οφειλέτη, ότι η άλλη παροχή δίνεται αντί καταβολής (pro soluto, in solutum), συνάμα δε να συνοδεύεται η συμφωνία αυτή και με έμπρακτη ή άμεση εκτέλεση της άλλης παροχής, που δίνεται αντί της οφειλόμενης.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 421 του ΑΚ, αν ο οφειλέτης για να ικανοποιήσει το δανειστή αναλάβει απέναντί του νέα υποχρέωση, αυτή δεν θεωρείται ότι έγινε αντί καταβολής, εκτός αν προκύπτει σαφώς το αντίθετο. Από τον ερμηνευτικό της βουλήσεως των μερών κανόνα που θεσπίζεται με τη διάταξη αυτή, συνάγεται ότι όταν ο οφειλέτης σε εκπλήρωση της οφειλόμενης παροχής αναλαμβάνει νέα υποχρέωση για άλλη διαφορετική παροχή, αποτελεί ζήτημα ερμηνείας της βούλησης των μερών, αν αυτά, την ανάληψη της νέας αυτής υποχρέωσης, ήθελαν "αντί καταβολής" (in solutum) δηλαδή σε αντικατάσταση και απόσβεση της οφειλόμενης ή αν χάριν και προς το σκοπό της μελλοντικής εκπλήρωσης της οφειλόμενης (pro solvendo).
Με την πρώτη έννοια, μόλις γίνει ανάληψη της νέας υποχρέωσης, η αρχική αυτοδικαίως αποσβήνεται, αυτή δε η σύμβαση συμπίπτει με την ανανέωση (άρθρο 436 ΑΚ) για το κύρος της οποίας (σύμβασης ανανέωσης ενοχής) απαραίτητος όρος είναι να υπάρχει σκοπός ανανέωσης, σκοπός δηλαδή των συμβαλλομένων μερών για κατάργηση της υφιστάμενης ενοχής με τη σύσταση νέας, ο οποίος (σκοπός) δεν εικάζεται, αλλά πρέπει να γίνεται επίκλησή του και να αποδεικνύεται από τον επικαλούμενο αυτόν.
Με τη δεύτερη έννοια, αντίθετα, ενώ σώζεται η αρχική υποχρέωση, γεννιέται προσθέτως και νέα, ούτως ώστε ο δανειστής έχει παράλληλα δύο απαιτήσεις. Τέτοια περίπτωση αποτελεί και η έκδοση επιταγής, προς ικανοποίηση του δανειστή, η οποία δεν επιφέρει, πριν από την είσπραξη αυτής, την εξόφληση του χρέους, διότι θεωρείται ότι έγινε χάριν καταβολής και όχι αντί καταβολής, εκτός αν συμφωνήθηκε ή προκύπτει από τις περιστάσεις σαφώς το αντίθετο, δηλαδή ότι έγινε για την απόσβεση της αρχικής οφειλής, με τη σύσταση της νέας.
Έτσι, μόνη η παράδοση στον δανειστή από τον οφειλέτη τραπεζικής επιταγής, η οποία αποτελεί όργανο και όχι μέσο πληρωμής, δεν συνιστά καταβολή κατά την έννοια του άρθρου 416 ΑΚ, ούτε σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται δόση ή υπόσχεση αντί καταβολής κατά τα άρθρα 419 και 421 ΑΚ, αλλά γίνεται χάριν καταβολής της αρχικής υποχρέωσης.
Ο οφειλέτης με την έκδοση της επιταγής ή την ανάληψη υποχρέωσης από αυτή υπόσχεται στο δανειστή του (λήπτη) ότι θα εκπληρώσει την αρχική (βασική) του υποχρέωση με την εκπλήρωση νέας, με τη γένεση δηλαδή της ενοχής από την επιταγή δημιουργείται μόνο ένας εναλλακτικός τρόπος πληρωμής. Έτσι δεν επέρχεται απόσβεση της αρχικής υποχρέωσης παρά μόνο με την πραγματική πληρωμή (είσπραξη) της επιταγής, είτε αυτή γίνεται με μετρητά είτε με πίστωση του λογαριασμού του κομιστή της.
Δεν αποκλείεται όμως η παράδοση της επιταγής να συνιστά υπόσχεση αντί καταβολής, κατά τον ερμηνευτικό κανόνα του ανωτέρω άρθρου 421 ΑΚ, όταν εκδηλώνεται σαφής (ρητή ή σιωπηρή) περί τούτου βούληση των μερών, οπότε η απόσβεση της απαίτησης του δανειστή επέρχεται άμεσα ή από το μεταγενέστερο χρόνο που τα μέρη συμφώνησαν (λ.χ.
επί μεταχρονολογημένης επιταγής). Τη συμφωνία αυτή πρέπει να επικαλείται και να αποδεικνύει αυτός που προβάλλει απόσβεση (εξόφληση) της απαίτησης του δανειστή με την έκδοση ή οπισθογράφηση και παράδοση της επιταγής. η οποία έτσι δεν αποσβήνεται, παρά μόνο αν ο δανειστής με την εκπλήρωση της νέας υποχρέωσης από τον εν λόγω πιστωτικό τίτλο, ικανοποιηθεί για την αρχική (ΑΠ 840/2015, ΑΠ 279/2015, ΑΠ 1289/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ’ αριθ. .../19.6.2008 προσυμφώνου εργολαβικού συμβολαίου μεταβιβάσεως ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου με το δικαίωμα ανοικοδομήσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και τα άρθρα 1002 και 1117 του ΑΚ και σύμβασης εργολαβίας για την ανέγερση τριών (3) κτιρίων με το σύστημα της αντιπαροχής της Συμβ/φου Θεσσαλονίκης , οι εναγόμενοι, συγκύριοι εξ αδιαιρέτου, του υπ’ αριθ. 1 οικοπέδου του ...
Ο.Τ. του Δήμου Καλαμαριάς κείμενου επί των οδών ..., εμβαδού 1063,32 τ.μ., του υπ’ ... οικοπέδoυ του ... Ο.Τ. του Δήμου Καλαμαριάς κείμενου επί της οδού ..., εμβαδού 224,66 τ.μ. και του υπ’ ... οικοπέδου του ... Ο.Τ. του Δήμου Καλαμαριάς κείμενου επί της οδού ..., εμβαδού 266,33 τ.μ., συμφώνησαν με τον εργολάβο οικοδομών, Ν. Α. να ανεγείρει ο τελευταίος με το σύστημα της αντιπαροχής στα παραπάνω οικόπεδα τρεις οικοδομές, με τη συμφωνία οι εναγόμενοι ως εργολαβικό αντάλλαγμα να πωλήσουν και παραδώσουν κατά πλήρη κυριότητα σε αυτόν ή σε τρίτα πρόσωπα που αυτός θα υποδείκνυε ποσοστό 382/1000 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου εκτάσεως 1.063,32 τ.μ.
και ολόκληρα τα άλλα δύο οικόπεδα εμβαδού 224,66 τ.μ. και 266,33 τ.μ. Στο παραπάνω προσύμφωνο συμβόλαιο και στο 6° φύλλο αυτού, αναγραφόταν ρητά ότι, ο ανωτέρω αντισυμβαλλόμενος των εναγομένων εργολάβος αναλάμβανε την ανέγερση στα παραπάνω οικόπεδα των, λεπτομερώς περιγραφόμενων στο συμβόλαιο, τριών οικοδομών με το σύστημα της αντιπαροχής και αφού προηγουμένως μεταφερόταν ο συντελεστής δόμησης στο πρώτο από τα παραπάνω οικόπεδα, εκτάσεως 1.063,32 τ.μ., με δαπάνες του εργολάβου, αναλάμβανε, δε, ο τελευταίος την υποχρέωση, να προβεί στην εκτέλεση ολόκληρου του έργου μεταφοράς συντελεστή δόμησης, ανέγερσης, κατασκευής και αποπεράτωσης των οικοδομών με δικές του δαπάνες, επιμέλεια και ευθύνη.
Για τον λόγο αυτό και προκειμένου να μεταφερθεί ο συντελεστής δόμησης, ρητά με το παραπάνω προσύμφωνο και στο φύλλο 32 αυτού, οι εναγόμενοι - οικοπεδούχοι παρείχαν στον ως άνω εργολάβο Ν. Α. του την ειδική εντολή, πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα, να παρίσταται και να τους εκπροσωπεί ενώπιον των αρμοδίων Υπηρεσιών του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ.
οπισθογραφώντας και για λογαριασμό τους Τίτλους Μεταφοράς Συντελεστή Δόμησης που θα εκδοθούν στο όνομα τους ή απαιτούνται για τη μεταφορά του συντελεστή δόμησης, να υπογράφει οποιοδήποτε συμβολαιογραφική ή μη, αίτηση, δήλωση ή πρωτόκολλο παραλαβής ως και υπεύθυνες δηλώσεις με οποιοδήποτε περιεχόμενο απαιτηθεί για την μεταβίβαση των τίτλων Μεταφοράς Συντελεστή Δόμησης στο όνομα τους και να τους παραλαμβάνει για λογαριασμό τους από το Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. (τμήμα Μεταφοράς Συντελεστή Δόμησης) και γενικά να προβαίνει απεριόριστα και αδέσμευτα σε κάθε νόμιμη πράξη, ενέργεια ή δήλωση που είναι απαραίτητη για την περαίωση των παραπάνω εντολών και πληρεξουσιοτήτων που δίνονται σ’ αυτόν με την παρούσα, έστω και αν δεν αναφέρονται ρητά σ’ αυτήν και να διορίζει και άλλους πληρεξούσιους με την ίδια ή λιγότερες εντολές.
Στα πλαίσια της κατά τα ως άνω αντιπροσωπευτικής του εξουσίας, ο εργολάβος Ν. Α., δυνάμει του υπ’ αριθ. .../25.6.2008 ειδικού πληρεξουσίου της Συμβ/φου Θεσσαλονίκης, ενεργών ως πληρεξούσιος, δυνάμει του παραπάνω υπ’ αριθ. .../19.6.2008 προσυμφώνου εργολαβικού συμβολαίου των εναγομένων, πλην της τρίτης αυτών και, η τρίτη των εναγομένων, δυνάμει του υπ’ αριθ. .../9.9.2008 ειδικoύ πληρεξουσίου της ιδίας ως άνω Συμβ/φου Θεσσαλονίκης, παρείχαν στον ενάγοντα, πολιτικό μηχανικό την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να παρίσταται και να τους εκπροσωπεί ενώπιον των αρμοδίων υπηρεσιών του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ οπισθογραφώντας αντ’ αυτών και για λογαριασμό τους (εναγομένων) τους τίτλους Μεταφοράς Συντελεστή Δόμησης, που θα εκδοθούν στο όνομα τους και γενικά να προβεί σε κάθε ενέργεια απαιτούμενη για την μεταβίβαση των τίτλων Μεταφοράς Συντελεστή Δόμησης στο όνομα τους και να τους παραλαμβάνει για λογαριασμό τους από το Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ, ότι, δηλαδή, προβλεπόταν ως άνω στο φύλλο 32 του παραπάνω υπ’ αριθ. .../19.6.2008 προσυμφώνου εργολαβικού συμβολαίου.
Περαιτέρω, το υπ’ αριθ. .../19.6.2008 προσύμφωνο εργολαβικό συμβόλαιο τροποποιήθηκε με τα υπ’ αριθ. .../27.4.2009 και .../28.5.2009 συμβόλαια της ως άνω Συμβ/φου Θεσσαλονίκης, αναφορικά μόνο με τις περιερχόμενες στους εναγόμενους ιδιοκτησίες, τις οποίες αυτοί διένειμαν δυνάμει του υπ’ αριθ. .../28.5.2009 συμβολαίου Σύστασης Διηρημένων Ιδιοκτησιών της ως άνω Συμβ/φου και το υπ’ αριθ. .../2010 συμβόλαιο της ως άνω Συμβ/φου Θεσσαλονίκης, ενώ δυνάμει του υπ’ αριθ. .../17.5.2011 συμβολαίου της Συμβ/φου Θεσσαλονίκης Λ.
Χ. ακυρώθηκε μερικώς το παραπάνω υπ’ αριθ. .../2008 προσύμφωνο μόνο ως προς το κείμενο επί της οδού ... οικόπεδο εμβαδού 266,33 τ.μ. και οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν, αφού προβλέφθηκε ρητά ότι όσον αφορά μόνο στο οικόπεδο αυτό δεν ισχύει καμία από τις προεκτεθείσες πράξεις, οι οποίες δεν παράγουν κανένα έννομο αποτέλεσμα ως προς αυτό και οι εναγόμενοι παραμένουν αποκλειστικοί συγκύριοι αυτού, συμφωνήθηκε να μεταβιβάσουν οι εναγόμενοι στον ανωτέρω εργολάβο ποσοστό 990/1000 εξ αδιαιρέτου επί του παραπάνω οικοπέδου, παρακρατώντας οι ίδιοι ποσοστό 10/1000 εξ αδιαιρέτου, γεγονός που έπραξαν δυνάμει του υπ’ αριθ. .../17.5.2011 συμβολαίου πώλησης της ως άνω Συμβ/φου Θεσσαλονίκης, δυνάμει του οποίου μεταβίβασαν στον ως άνω εργολάβο με πώληση, όλο το ως άνω οικόπεδο.
Εν τω μεταξύ, ο ενάγων, στα πλαίσια της παραπάνω εντολής, πράγματι προχώρησε σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για την έκδοση ονομαστικών τίτλων μεταφοράς συντελεστή δόμησης στο όνομα των εναγομένων, προκειμένου να προσαυξηθεί η ιδιοκτησία τους, οπότε και εκδόθηκαν από το τότε Υπουργείο Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων οι υπ’ αριθ. ...
ονομαστικοί τίτλοι μεταφοράς συντελεστή δόμησης, σε ολική αντικατάσταση των ονομαστικών τίτλων δικαιώματος μεταφοράς συντελεστή δόμησης με αριθ. ... αντίστοιχα και ο υπ’ αριθμόν ... ονομαστικός τίτλος μεταφοράς συντελεστή δόμησης σε μερική αντικατάσταση του τίτλου με αριθ. ..., οι οποίοι προηγούμενοι τίτλοι είχαν εγκριθεί, με την υπ’ αριθ. 39030/1996 Υ.Α για την έγκριση των με αριθ. ...
τίτλων, προερχόμενων από βαρυνόμενο ακίνητο στην οδό ..., την υπ’ αριθ. 25783/2006 ΥΑ για την έγκριση των με αριθ. ... τίτλων, προερχόμενων από βαρυνόμενο ακίνητο στην οδό ... Της περιοχής "..." του Δήμου Θεσσαλονίκης και την υπ’ αριθ. 7479/2007 ΥΑ, για την έγκριση του με αριθ. ... τίτλου, προερχόμενου από βαρυνόμενο ακίνητο επί των οδών ...
στη "..." του Δήμου Θεσσαλονίκης), στο όνομα των Α. Κ. του Θ., Κ. - Λ. Χ. του Α. Κ. - Λ. Χ. του Α., Α. χας Θ. Κ., το γένος Α. Χ. και Θ. Τ. του Ι. αντίστοιχα. Στη συνέχεια πραγματοποιήθηκε η μεταφορά συντελεστή δόμησης προς όφελος του ακινήτου των εναγομένων, με την έκδοση της υπ’ αριθ. .../29.1.2009 απόφασης της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της άλλοτε Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης, με βάση την οποία προσαυξήθηκε ή δομήσιμη επιφάνεια του ακινήτου των εναγομένων κατά 424,15 τ.μ., ενώ ο ανωτέρω εργολάβος προχώρησε στην έκδοση στο όνομά του και για λογαριασμό τους της υπ’ αριθ. ....5.2009 άδειας ανεγέρσεως τετραώροφης οικοδομής με ισόγεια καταστήματα, ισόγειους χώρους στάθμευσης, υπόγειες αποθήκες και στέγη, με βάση την ανωτέρω εγκριτική απόφαση της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης.
Το τίμημα για την πώληση των παραπάνω ονομαστικών τίτλων και την αντικατάστασή τους με τους ονομαστικούς τίτλους των εναγομένων, ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 129.625 ευρώ, για την είσπραξη του οποίου οι ανωτέρω πωλητές τίτλων, Α. Κ., Κ. - Λ. Χ., Α. χα Θ. Κ. και Θ. Τ. του Ι., εκχώρησε τις σχετικές απαιτήσεις τους στον ενάγοντα, δυνάμει του υπ’ αριθμ .../2007 πληρεξουσίου του Συμ/φου Θεσσαλονίκης, του υπ’ αριθ. ...2008 πληρεξουσίου του Συμ/φου Θεσσαλονίκης Π.
Κ. και του υπ’ αριθ. ...2008 πληρεξουσίου της Συμβ/φου Θεσσαλονίκης, που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων. Από το παραπάνω ποσό, ο ανωτέρω εργολάβος Ν. Α., κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 50.000 ευρώ και για το υπόλοιπο ποσό των 79.625 ευρώ, εξέδωσε και του παρέδωσε τις υπ’ αριθ. ... και ... μεταχρονολογημένες επιταγές της "...
Α.Ε.", με φερόμενη ημεροχρονολογία έκδοσης αυτών 28.2.2009, 31.3.2009, 30.4.2009 και 31.5.2009 αντίστοιχα, αξίας 20.000 ευρώ, 20.000 ευρώ, 20.000 ευρώ και 19.625 ευρώ αντίστοιχα. Από τις παραπάνω επιταγές, πληρώθηκε κατά τη λήξη της η υπ’ αριθ. ... επιταγή πόσου 20.000 ευρώ, τις δε υπόλοιπες, αφού ο ενάγων και ο ανωτέρω εργολάβος τροποποίησαν κατόπιν συμφωνίας τις ημερομηνίες έκδοσης αυτών σε 31.5.2011, σε 30.4.2011 και σε 31.5.2011 αντίστοιχα και το ποσό της τελευταίας επιταγής από 19.625 ευρώ σε 9.625 ευρώ, λόγω καταβολής του ποσού των 10.000 ευρώ, τις εμφάνισε ο ενάγων για πληρωμή κατά τη λήξη τους και δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης επαρκούς υπολοίπου στον λογαριασμό του εκδότη τους.
Συνεπεία των ανωτέρω, από το ανωτέρω συνολικό ποσό των 129.625 ευρώ, στο οποίο ανερχόταν το συνολικό τίμημα από την πώληση των προηγούμενων ονομαστικών τίτλων και την αντικατάστασή τους με τους ονομαστικούς τίτλους των εναγομένων, απέμεινε ανεξόφλητο το ποσό των 49.625 ευρώ, για την είσπραξη του οποίου οι ανωτέρω πωλητές εκχώρησαν, όπως προεκτέθηκε, την απαίτησή τους στον ενάγοντα.
Για τον λόγο αυτό, ο ενάγων κοινοποίησε στις 17.6.2013 και στις 18.6.2013 στους εναγόμενους την από 14.6.2013 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση - δήλωση, με την οποία τους γνωστοποιούσε όλα τα παραπάνω, αναγγέλλοντας ταυτόχρονα σε αυτούς και ρητά την κατά τα ως άνω εκχώρηση σε αυτόν των απαιτήσεων των πωλητών των τίτλων, και τους καλούσε να του καταβάλουν έκαστος την αναλογία του κατά το ποσοστό συγκυριότητας του στο επίδικο ακίνητο, επί του ως άνω οφειλόμενου μέρους του συνολικού τιμήματος.
Περαιτέρω, η παράδοση επιταγής από τον οφειλέτη στον δανειστή δεν συνιστά καταβολή κατά την έννοια του άρθρου 416 ΑΚ, ούτε σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται δόση ή υπόσχεση αντί καταβολής κατά τα άρθρα 419 και 421 ΑΚ, αλλά γίνεται "χάριν καταβολής". Ο οφειλέτης, με την έκδοση της επιταγής ή την ανάληψη υποχρέωσης από αυτήν, υπόσχεται στον δανειστή του (λήπτη), ότι θα εκπληρώσει την αρχική (βασική) του υποχρέωση με την εκπλήρωση νέας.
Με την γένεση δηλαδή της ενοχής από την επιταγή δημιουργείται μόνο ένας εναλλακτικός τρόπος πληρωμής. Έτσι δεν επέρχεται απόσβεση της αρχικής υποχρέωσης, παρά μόνο με την πραγματική πληρωμή (είσπραξη) της επιταγής, είτε αυτή γίνεται με μετρητά είτε με πίστωση του λογαριασμού του κομιστή της. Δεν αποκλείεται, όμως, η παράδοση της επιταγής να συνιστά υπόσχεση αντί καταβολής, κατά τον ερμηνευτικό κανόνα του ανωτέρω άρθρου 421 ΑΚ, όταν εκδηλώνεται σαφής (ρητή ή σιωπηρή) περί τούτου βούληση των μερών, οπότε η απόσβεση της απαίτησης του δανειστή επέρχεται άμεσα ή από τον μεταγενέστερο χρόνο που τα μέρη συμφώνησαν (π.χ.
επί μεταχρονολογημένης επιταγής). Την συμφωνία αυτή πρέπει να επικαλείται και να αποδεικνύει αυτός που προβάλλει απόσβεση (εξόφληση) της απαίτησης του δανειστή με την έκδοση ή οπισθογράφηση και παράδοση της επιταγής (Α,Π 1620/2014 ΝΟΜΟΣ). Στην προκείμενη περίπτωση, από όλα τα προεκτιθέμενα έγγραφα συνάγεται αναμφίβολα ότι, αντισυμβαλλόμενοι στην επίδικη σύμβαση μεταβίβασης των με αριθ. ...
και ... ονομαστικών τίτλων μεταφοράς συντελεστή δόμησης των_Α. Κ. του Θ., Κ. - Λ. Χ. του Α., Κ. - Λ. Χ. του Α., Α. χας Θ. Κ., το γένος Α. Χ. και Θ. Τ. του Ι. και της αντικατάστασής τους, ολικής ή μερικής, με τους υπ’ αριθ. ... και ... ονομαστικούς τίτλους μεταφοράς συντελεστή δόμησης στο όνομα των εναγομένων, ήταν οι εναγόμενοι.
Υπόχρεοι, συνεπώς, για την καταβολή του συμφωνημένου τιμήματος από την ανωτέρω σύμβαση, στον ενάγοντα, εκδοχέα της σχετικής απαίτησης των πωλητών των παραπάνω τίτλων, ήταν οι εναγόμενοι και όχι ο εργολάβος Ν. Α., όπως οι τελευταίοι ισχυρίζονται. Ο τελευταίος, τρίτος εν προκειμένω και μη διάδικος, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, συμβλήθηκε με τον ενάγοντα αποκλειστικά στα πλαίσια της αντιπροσωπευτικής εξουσίας που του παρείχαν οι εναγόμενοι και για λογαριασμό των τελευταίων, το δε γεγονός ότι είχε αναλάβει, όπως προεκτέθηκε, έναντι των εναγομένων την υποχρέωση να προβεί στην εκτέλεση ολόκληρου του έργου μεταφοράς συντελεστή δόμησης με δικές του δαπάνες, επιμέλεια και ευθύνη, δεν σημαίνει ότι καθίσταται αυτός μόνος υπόχρεος έναντι των τρίτων για κάθε πράξη που αφορά τους εναγόμενους, όπως νε προκειμένω, αλλά αφορά αποκλειστικά στις σχέσεις του με τους εναγόμενους στα πλαίσια της μεταξύ τους συμβατικής σχέσης και στην τυχόν ευθύνη του έναντι των εναγομένων από αναγωγή.
Ουδαμόθεν, εξάλλου, αποδείχθηκε ότι τις παραπάνω επιταγές που εξέδωσε ο ανωτέρω εργολάβος σε διαταγή του ενάγοντα, τις παρέδωσε σε αυτόν αντί καταβολής, όπως εσφαλμένα διαλαμβάνεται στην πρωτοβάθμια απόφαση, επομένως συνάγεται ότι αυτές παραδόθηκαν σε αυτόν χάριν καταβολής, δεν εξοφλήθηκαν και με τη μη πληρωμή τους, δεν επήλθε απόσβεση της αρχικής υποχρέωσης καταβολής του υπολοίπου του οφειλόμενου τιμήματος, για την οποία ευθύνονται κατά νόμο οι εναγόμενοι, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στην παραπάνω νομική σκέψη".
Με τις άνω παραδοχές του το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 419 ΑΚ, δεδομένου ότι δεν δέχθηκε ότι οι επιταγές δόθηκαν αντί καταβολής της αρχικής χρηματικής εκ του τιμήματος οφειλής, ώστε με την παράδοσή τους να αποσβένεται η οφειλή αυτή, αλλά ότι οι επιταγές είχαν δοθεί χάριν καταβολής δημιουργηθείσας έτσι νέας ενοχής από αυτές χωρίς να αποσβεστεί η παλαιά ενοχή από το τίμημα της συμβάσεως πωλήσεως και συνεπώς δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 419 ΑΚ, αλλά εκείνες της διατάξεως του άρθρου 421 ΑΚ, τις οποίες σωστά εφάρμοσε.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με τον ισχυρισμό ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, έσφαλε για το ότι δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 419 ΑΚ, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση κατά των αποφάσεων ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 11/2011).
Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται, όπως προεκτέθηκε, και οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθής βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, καθώς επίσης ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά σε δικαιοπραξία ή γεννάται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης.
Το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες όταν, αν και ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των πιο πάνω άρθρων ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή την ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι, δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, ακόμη δε και όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, οπότε ο αναιρετικός έλεγχος καταλαμβάνει και την ορθότητα της κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας, αναφορικά με την ερμηνεία της δικαιοπρακτικής βουλήσεως των μερών, αφού πρόκειται για εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 2175/2014).
Όταν όμως η δηλωθείσα βούληση είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενό της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγή στους προαναφερόμενους κανόνες. Η διαπίστωση πάντως από το δικαστήριο της υπάρξεως κενού ή αμφιβολίας ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1847/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διατεινόμενοι ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καθόσον ενώ δέχεται ότι υπήρχε κενό στη σύμβαση περί εκδόσεως και παραδόσεως των επίδικων επιταγών σχετικά με το εάν δόθηκαν αντί καταβολής ή χάριν καταβολής, δεν εφάρμοσε τους γενικούς αυτούς κανόνες για τη διαπίστωση της αληθινής βούλησης των μερών.
Όμως, ο ως άνω λόγος στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι ως εκ τούτου αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν δέχεται ότι διαπίστωσε αμέσως ή εμμέσως κενό ή αμφιβολία σε δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων (ζήτημα αναγόμενο στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του), ώστε να συντρέχει περίπτωση παραβίασης των ερμηνευτικών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και συνεπώς ορθά δεν προσέφυγε σ’ αυτούς για να διαπιστώσει τη βούληση αυτών.
Τέτοια διαπίστωση δεν συνάγεται ούτε και έμμεσα από τις φράσεις της προσβαλλόμενης "Ουδαμόθεν, εξάλλου, αποδείχθηκε ότι τις παραπάνω επιταγές που εξέδωσε ο ανωτέρω εργολάβος σε διαταγή του ενάγοντα, τις παρέδωσε σε αυτόν αντί καταβολής, όπως εσφαλμένα διαλαμβάνεται στην πρωτοβάθμια απόφαση, επομένως συνάγεται ότι αυτές παραδόθηκαν σε αυτόν χάριν καταβολής" και "από όλα τα προεκτεθέντα έγγραφα συνάγεται αναμφίβολα ότι αντισυμβαλλόμενοι στην επίδικη σύμβαση μεταβίβασης των....
ονομαστικών τίτλων μεταφοράς συντελεστή δόμησης.. και της αντικατάστασής τους, ολικής ή μερικής με τους ονομαστικούς τίτλους μεταφοράς συντελεστή δόμησης στο όνομα των εναγομένων, ήταν οι εναγόμενοι", όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, οι οποίες παραδοχές αποτελούν απόκρουση του ισχυρισμού ότι προκύπτει σαφώς κάτι αντίθετο από το γενικό κανόνα του άρθρου 421 ΑΚ, ότι η παράδοση των επιταγών έγινε χάριν καταβολής και δεν αποτελούν ερμηνεία των δηλώσεων των συμβληθέντων.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ. "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνον: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό η ξένο, εσωτερικού η διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς` ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας".
Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι οι λόγοι αναίρεσης κατ’ αποφάσεων των ειρηνοδικείων ή των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατ` αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αντίστοιχοι με τους αριθμούς 1, 2, 4, 5 και 7 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., απαριθμούνται περιοριστικώς και δεν χωρεί ανάλογη εφαρμογή των λοιπών λόγων αναίρεσης του τελευταίου αυτού άρθρου (ΟλΑΠ 45/1987).
Οι, κατά την ανωτέρω διάταξη, τέσσερις λόγοι αναίρεσης αντιστοιχούν προς τους λόγους των αριθ. 1, 2, 4, 5 και 7 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, μερικοί δεν ταυτίζονται απολύτως. Η απαρίθμηση των προαναφερόμενων λόγων αναίρεσης είναι περιοριστική, όπως συνάγεται από τη λέξη "μόνον", και αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, δεν είναι παραδεκτές άλλες αιτιάσεις ως λόγος αναίρεσης κατά των ως άνω αποφάσεων. Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της γεγονότα, που δεν εκτίθενται σ’ αυτήν ή αν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή παραγνωρίζοντας αναγκαία για τη θεμελίωσή της γεγονότα που με επάρκεια εκτίθενται σ’ αυτήν, ενώ ο από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν (αγωγή) των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματός της, την έκρινε ορισμένη θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 1354/2014, ΑΠ 1233/2012).
Τέλος, μόνο η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου συνιστά παραβίαση αυτού, και συνεπώς παραδεκτά προβάλλεται ως λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όχι δε και η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία αυτής, που ελέγχονται με βάση τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που όμως δεν περιλαμβάνονται στους λόγους αναίρεσης, κατά των προαναφερομένων αποφάσεων που προβλέπονται περιοριστικώς στο ως άνω άρθρο 560 του ίδιου κώδικα (ΑΠ 815/2016, ΑΠ 82/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της αίτησης προσβάλουν την απόφαση επειδή δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη καθόσον, ενώ ο αναιρεσίβλητος στην αγωγή του εκθέτει ότι δεν έχει οποιοδήποτε εμπράγματο δικαίωμα στα βαρυνόμενα ακίνητα, ούτε είχε εκδοθεί ονομαστικός τίτλος μεταφοράς συντελεστή δόμησης στο όνομά του για να είναι δικαιούχος του τιμήματος σε περίπτωση πωλήσεώς τους, θεμελιώνει το δικαίωμά του για είσπραξη του τιμήματος πώλησης αυτών σε "σχετική προς τούτο εντολή και πληρεξουσιότητα", χωρίς να αναφέρει στο δικόγραφο της αγωγής συγκεκριμένα και ορισμένα τα απαραίτητα για το σκοπό αυτό έγγραφα νομιμοποιήσεώς του και ενώ ισχυρίζεται αορίστως ότι είναι εκδοχέας της μελλοντικής απαίτησης των ιδιοκτητών των τίτλων αυτών επί του εκ της πωλήσεώς τους τιμήματος, δεν διαλαμβάνει στην αγωγή του τη σχετική σύμβαση εκχωρήσεως και πως συντελέστηκε αυτή, εάν δηλαδή καταρτίστηκε με ιδιωτικό συμφωνητικό ή συμβόλαιο ή άτυπα.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αιτιώνται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο γιατί δεν απέρριψε την αγωγή λόγω της προβαλλόμενης ποσοτικής αοριστίας της, την οποία συνιστούν οι επικαλούμενες ελλείψεις του δικογράφου, είναι απαράδεκτος καθόσον στηρίζεται στο λόγο του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, που δεν περιλαμβάνεται, κατά τα ανωτέρω, ως λόγος αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των πρωτοδικείων που δίκασαν έφεση κατ’ αποφάσεως ειρηνοδικείου, όπως στην παρούσα περίπτωση.
Κατ’ ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 10.9.2015 αίτηση για αναίρεση της 10183/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από τους αναιρεσείοντες υπέρ του Δημοσίου και του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική 3206/2015 έκθεση κατάθεσης της Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Εξάλλου, οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10.9.2015 αίτηση για αναίρεση της 10183/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων υπέρ του Δημοσίου και υπέρ του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. που κατατέθηκαν κατά την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ