Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for missing summons and lack of evidence for document distortion.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding marital property division. The appellant failed to appear at the hearing after receiving a valid summons, and the court ruled the proceedings should have continued as if the appellant were present. Furthermore, the appellant's claims regarding the distortion of a technical report and the mischaracterization of a property as a residence were rejected due to the lack of submitted evidence to prove the alleged judicial error.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(2) and 559(20) of the Code of Civil Procedure; The cassation appeal is inadmissible if the appellant fails to appear after proper service of summons, and claims of document distortion are rejected without the submission of the specific document alleged to be falsified.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1285 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1285/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Απριλίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Α. συζύγου Κ., το γένος Ν. Ι., κατοίκου ... η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ι. Παπανδρουλάκη που ανακάλεσε την από 17/4/2015 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/2/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5406/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 634/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/4/2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 22/11/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. ... /26-11-2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Κ. Β., που προσκομίζει ο επισπεύδων τη συζήτηση αναιρεσείων, επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη, νομότυπα και εμπρόθεσμα, αντίγραφο της από 28-10-2014 κλήσης του, με την οποία φέρεται προς συζήτηση η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, μετά τη ματαίωση της συζήτησής της κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 2-12-2013. Σημειώνεται ότι αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης για τη δικάσιμο εκείνη είχε επιδοθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη (βλ. την υπ’ αριθμ. ... /1-10-2013 έκθεση επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή). Επομένως, αφού δεν εμφανίσθηκε αυτή στο παρόν δικαστήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο κατά την παρούσα δικάσιμο, πρέπει η συζήτηση να χωρίσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα (ΚΠολΔ 576 § 2).
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 634/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε επί των από 23-3-2012 και 23-11-2012 εφέσεων της αναιρεσίβλητης και του αναιρεσείοντος αντίστοιχα κατά της υπ’ αριθμ. 5406/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 11-2-2008 αγωγή της αναιρεσίβλητης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων που διήρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομία ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες.
Από την ίδια επίσης διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, προκύπτει, ότι η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα προϋποθέτει αναγκαίως: α) αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, β) λύση ή ακύρωση του γάμου ή τριετή διάσταση των συζύγων που απαιτείται να είναι συμπληρωμένη, γ) συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου και δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου και της συμβολής του ενάγοντος.
Ως αύξηση όμως νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα. Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγομένης σε τιμές του χρόνου που γεννήθηκε η αξίωση, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.
Για το ορισμένο άρα της αγωγής πρέπει να προσδιορίζονται στο δικόγραφο, εκτός από τα κατά τη διάταξη κρίσιμα χρονικά σημεία, η πραγματική αυξητική διαφορά στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου, που συνιστά το απόκτημα με την ευρύτερη έννοια του όρου (θετική ή αρνητική με την αποφυγή μείωσης) και περιλαμβάνει το σύνολο των δικαιωμάτων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν, περαιτέρω δε η έκταση, καθώς και το είδος της συμβολής του δικαιούχου στην αύξηση αυτή με οποιοδήποτε τρόπο.
Ειδικότερα, για το στοιχείο της αύξησης, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση αυτής στο χρονικό σημείο της τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία) πρέπει να προκύπτει αύξηση.
Περαιτέρω, η συμβολή του ενάγοντος στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου συζύγου μπορεί να γίνει είτε με παροχή υπηρεσιών, είτε με παροχή κεφαλαίων, όταν οι παροχές αυτές δεν επιβάλλονται από την υποχρέωση συνεισφοράς στις οικογενειακές ανάγκες (ΑΚ 1390). Το είδος της συμβολής μπορεί να αναφέρεται σε οποιαδήποτε υλική παροχή, η οποία εξέρχεται από τα όρια της υποχρέωσης για συνεισφορά στην αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας και στην παροχή υπηρεσιών στο συζυγικό οίκο, οι οποίες είναι αποτιμητές σε χρήμα, μετά όμως την αποτίμηση της υποχρέωσης για συνεισφορά στην κάλυψη των οικογενειακών αναγκών (ΑΚ 1389).
Επομένως, όταν ο ενάγων σύζυγος επικαλείται συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου δια παροχών, οι οποίες συνιστούν ειδικότερους τρόπους εκπλήρωσης της υποχρέωσής του για συνεισφορά στην αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, όπως μεταξύ άλλων είναι και η παροχή χρημάτων προερχομένων από την εργασία του και από την επαγγελματική του δραστηριότητα τότε, για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής του, με την οποία ζητάει από τον εναγόμενο να του αποδώσει τη συμβολή του στην αύξηση της περιουσίας του, δεν αρκεί μόνον η εις χρήμα αποτίμηση των παροχών αυτών, αλλά πρέπει να καθορίσει στο δικόγραφό της και το ποσό το οποίο όφειλε, με βάση τις δυνάμεις του, να συνεισφέρει στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, αφού οι παραπάνω παροχές μόνον κατά το μέρος που υπερβαίνουν το ποσό της οφειλόμενης συνεισφοράς συνιστούν συμβολή στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου συζύγου και παρέχουν δικαίωμα απόδοσης και όχι στο σύνολο τους.
Τα παραπάνω ισχύουν όταν η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα έχει ως βάση την πραγματική συμβολή του δικαιούχου συζύγου, στην αύξηση της περιουσίας του άλλου (ΑΠ 1173/2012, ΑΠ 486/2009). Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Αν λείπουν τα στοιχεία αυτά, το δικόγραφο της αγωγής είναι αόριστο. Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή ένστασης.
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 480/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση στην από 11-2-2008 αγωγή της αναιρεσείουσας, κατά την από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου αυτής, διαλαμβάνονταν τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα εξιστορούσε ότι στις 14 Ιουνίου 1986 τέλεσε με τον εναγόμενο νόμιμο γάμο στην ..., ότι η έγγαμη συμβίωσή τους διακόπηκε οριστικά το Φεβρουάριο 2003, ότι κατά την τέλεση του γάμου τους εκείνος είχε μοναδικό περιουσιακό στοιχείο το περιγραφόμενο στην αγωγή ακίνητο (διαμέρισμα), ότι κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους ο εναγόμενος απέκτησε τα επίσης περιγραφόμενα στην αγωγή και σωζόμενα κατά τη διάσπαση αυτής (συμβίωσης) μέχρι την κατάθεσή της περιουσιακά στοιχεία συνολικής αξίας 6.675.645,90 ευρώ, κατά την οποία αυξήθηκε η περιουσία του και ότι στην επαύξηση αυτή συνέβαλε η ίδια κατά ποσοστό 50%, αρχικά με τους μισθούς που εσόδευε, υπηρετώντας έως το 1998 στην ελληνική αστυνομία και με τα ποσά της συνταξιοδότησής της και κατόπιν με την άσκηση εμπορικής δραστηριότητας κατά τον τρόπο που μνημονεύεται στο δικόγραφό της (συνεργείο και εμπορία αυτοκινήτων κ.λ.π), αλλά και με την προσφορά υπηρεσιών στη συζυγική τους κατοικία, τόσο ως σύζυγος του εναγομένου, όσο και ως μητέρα των δύο τέκνων τους.
Μετά απ’ αυτά ζητούσε, να αναγνωρισθεί, ότι η συμβολή της στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου ανήλθε όπως προαναφέρεται σε ποσοστό 50% και να υποχρεωθεί αυτός να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 3.337. 822,90 ευρώ, νομιμοτόκως ειδικά το ποσό των 65.680 ευρώ από την 28-3-2003 και των 1.655.812,50 ευρώ από την 11-3-2003, άλλως το εν λόγω συνολικό ποσό 1.721.672,50 ευρώ, από την επίδοση της αγωγής και το υπόλοιπο των 1.616.150,40 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση, ομοίως της αγωγής, επικουρικά δε να υποχρεωθεί να της μεταβιβάσει αντί του ποσού των 1.721.672,50 ευρώ την κυριότητα των υπό στοιχεία 7 και 8 της αγωγής ισάξιων ακινήτων και αντί του ποσού των 1.616.150,40 ευρώ, να της μεταβιβάσει το υπό στοιχείο 3 διαμέρισμα, αξίας 255.812 ευρώ και να της καταβάλει το υπόλοιπο των 1.360.338,40 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, αντί δε του τελευταίου ποσού, επικουρικά, πλην ενός μέρους του από 1.145.860,70 ευρώ, το οποίο ζητούσε να υποχρεωθεί να της το καταβάλει νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, να της μεταβιβάσει για το υπόλοιπο την κυριότητα ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου των υπό στοιχεία 2 έως 10 ακινήτων".
Με το περιεχόμενο αυτό η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον στο δικόγραφο αυτής εκτίθενται με πληρότητα τα θεμελιωτικά και εξειδικεύοντα την απαίτηση της αναιρεσίβλητης πραγματικά περιστατικά. Ειδικότερα, όσον αφορά την μη αναφορά της αξίας, κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου των διαδίκων, του διαμερίσματος του δευτέρου ορόφου πολυκατοικίας, που βρίσκεται στην ...
και στη συμβολή των οδών ..., το οποίο ανήκε κατά κυριότητα στον αναιρεσείοντα, σημειώνεται ότι με την ένδικη αγωγή δεν ζητείται ο συνυπολογισμός και του τιμήματος πώλησης του συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος. Επομένως, το Εφετείο που δέχθηκε τα ίδια, δεν έσφαλε και ως εκ τούτου ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ., κατ’ εκτίμηση μόνο, 8 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος.
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το ως άνω άρθρο πλημμέλεια, ότι η αγωγή, κατά το σκέλος εκείνο, με το οποίο ζητείται να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη ποσό 1.721.672,50 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αξία των υπ’ αριθμ. ... και … ακινήτων, είναι αόριστη, καθόσον δεν διευκρινίζεται αν ζητείται ως τίμημα πωληθέντων πραγμάτων ή ως μέρος της αξίωσης συμμετοχής της αναιρεσίβλητης στην επαύξηση της περιουσίας του. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, δεδομένου ότι, όπως σαφώς προκύπτει από την εκτίμηση του περιεχομένου του δικογράφου της αγωγής, ζητείται η αξίωση της συμμετοχής της αναιρεσίβλητης στην επαύξηση της περιουσίας του συζύγου της.
Περαιτέρω, η αγωγή είναι σαφής και ορισμένη μόνο κατά το νόμιμο ποσοστό συμμετοχής της αναιρεσίβλητης στα αποκτήματα του αναιρεσείοντος, ήτοι το 1/3, ενώ κατά το πέραν του 1/3 ποσοστό και μέχρι του επίδικου 1/2 είναι αόριστη. Τούτο δε διότι δεν προσδιορίζεται το μέγεθος της συμβολής της αναιρεσίβλητης στην αύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος, αφού αυτή θεμελιώνει την αγωγή της στον πραγματικό υπολογισμό, ζητεί δηλ. να αναγνωρισθεί ότι της οφείλεται το 1/2 της αξίας των αποκτημάτων τούτων, πέραν συνεπώς του 1/3 ποσοστού που καθιερώνει ως τεκμήριο η διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, χωρίς να προσδιορίζει την αποτίμηση της υποχρέωσης συνεισφοράς της στις οικογενειακές ανάγκες ανάλογα με τις δυνάμεις της (ΑΚ 1389), ώστε να εξευρεθεί η πέρα από αυτή συμβολή της στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, κατά τα διεξοδικά εκτιθέμενα αμέσως παρακάτω, δέχθηκε, ότι η συμβολή της αναιρεσίβλητης στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος ανέρχεται σε 2,408/10, ήτοι ποσοστό μικρότερο του 1/3. Ενόψει αυτού του γεγονότος, ο συναφής περί αοριστίας τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 (και όχι από τον αριθμό 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους νόμιμο (θρησκευτικό) γάμο στη ... Θεσσαλονίκης, στις 14-6-1986. Από το γάμο τους, απέκτησαν δύο τέκνα, που ονομάστηκαν Ι. και Ν. και είναι ήδη ενήλικα.
Η έγγαμη συμβίωση αυτών δεν εξελίχθηκε ομαλά και όπως αναγνωρίζεται από αμφοτέρους, από το Φεβρουάριο 2003 διακόπηκε, λόγω της αδυναμίας τους να αντιμετωπίσουν προβλήματα που ανέκυψαν στις μεταξύ τους προσωπικές, καθώς και περιουσιακές σχέσεις. Όσο αφορά τις τελευταίες, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων δεν συμφώνησαν μεταξύ τους να τις ρυθμίσουν κατά το σύστημα της κοινοκτημοσύνης με συνέπεια να διέπονται από το σύστημα της περιουσιακής αυτοτέλειας, Κατά την ως άνω ημερομηνία τέλεσης του γάμου τους ο εναγόμενος είχε μοναδικό περιουσιακό στοιχείο ένα διαμέρισμα στο δεύτερο όροφο πολυώροφης οικοδομής στη συμβολή των οδών ..., καθαρού εμβαδού 69,70 τ.μ, στη Θεσσαλονίκη, το οποίο είχε αποκτήσει κατά κυριότητα δυνάμει του αριθ. .../12-12-1985 συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Ευμορφίλης Μεταξά, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Το εν λόγω ακίνητο αργότερα εκποιήθηκε από τον εναγόμενο με το αριθ. .../28-8-1991 συμβόλαιο πώλησης του συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Μιχαήλ Κωτούλα, αντί τιμήματος 12.000.000 δραχμών ή 35.216,43 ευρώ όπως προβάλλει ο εναγόμενος και υπολογίζεται από την ενάγουσα στην αγωγή της και όχι 5.330.000 δραχμών ή 15.641,96 ευρώ που ορίστηκε πρωτοδίκως.
Με βάση αυτά η αξία του περιουσιακού αυτού στοιχείου του εναγομένου αναγόμενη στο χρόνο άσκησης της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος εν προκειμένω, δηλαδή το Φεβρουάριο του έτους 2008, λαμβανομένης υπόψη της αύξησης του πληθωρισμού, αλλά και με κριτήριο την αύξηση του κατώτερου μισθού, που κατά προσέγγιση από το 1991 έως το 2008 περίπου τετραπλασιάστηκε, αλλά και την παλαιότητα που επηρεάζει αρνητικά το ύψος της, υπολογίζεται ότι αυξήθηκε στο τριπλάσιο αυτής και συνεπώς, σε 105.649 ευρώ περίπου και όχι σε 46.000 ευρώ που ομοίως εκτιμήθηκε πρωτοδίκως, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατ’ ουσίαν λόγο της έφεσης του εναγομένου.
Εξάλλου, κατά τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασης των διαδίκων, το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2006, την ατομική περιουσία του εναγομένου αποτελούσαν τα ακόλουθα στοιχεία: Α) Ποσοστό πενήντα εκατοστών εξ αδιαιρέτου δύο διαιρεμένων και ανεξάρτητων οριζόντιων ιδιοκτησιών, δηλαδή ενός υπογείου εμβαδού 259 τ.μ και ενός ημιυπόγειου εμβαδού 79 τ.μ, που δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως χώρος για κύρια χρήση, που βρίσκονται σε πολυώροφη οικοδομή επί των οδών ..., στη Θεσ/νίκη, οι οποίες περιήλθαν σ’ εκείνον κατά το παραπάνω ποσοστό δυνάμει του αριθ. .../2-10-1987 συμβολαίου πώλησης του συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Ι.
Κοτσανίδη αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (13-2-2008) 25.000 ευρώ, Β) Η πλήρης κυριότητα ενός διαμερίσματος εμβαδού 123,39 τ.μ στο δεύτερο πάνω από την πυλωτή όροφο πολυκατοικίας στη ... της Θεσ/νίκης, επί της οδού ..., το οποίο απέκτησε δυνάμει του αριθ. .../29-8-1991 συμβολαίου πώλησης του συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Κων/νου Κωτούλα αξίας κατά τον ως άνω χρόνο 250.000 ευρώ, Γ) Η πλήρης κυριότητα ενός αυτοτελούς και διαιρεμένου αγροτεμαχίου, έκτασης 751,51 τ.μ που βρίσκεται στη θέση "..." του Δήμου ...
και αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερης έκτασης ακινήτου εμβαδού 1.600 τ.μ του κτηματολογίου της ΔΕΚΕ. Τούτο περιήλθε στον εναγόμενο με το .../28-5-1992 συμβόλαιο πώλησης του συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Δημητρίου Σερεμέτη, νόμιμα μεταγραφέντος. Από αυτό, δυνάμει του .../22-4-1992 συμβολαίου δωρεάς του τελευταίου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο εναγόμενος μεταβίβασε στην ενάγουσα ποσοστό 10% εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας και το επανέκτησε δυνάμει του .../28-3-2003 συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Στέλλας Στοϊοπούλου-Μαναβή.
Στο ίδιο ακίνητο ανεγέρθη με βάση την .../21-10-1992 σχετική άδεια της Πολεοδομίας Θεσ/νίκης, που αναθεωρήθηκε με την .../21-11-1995 άδεια οικοδομής, διώροφο κτίσμα, αποτελούμενο από υπόγειο 300 τ.μ, ισόγειο 75 τ.μ και έναν όροφο 61,20 τ.μ και χρησιμοποιούμενο από το 1994 που ολοκληρώθηκαν οι εργασίες κατασκευής του για τη στέγαση εμπορικών αντιπροσωπειών αυτοκινήτων αξίας κατά τον ίδιο χρόνο 435.000 ευρώ.
Δ) Η κυριότητα, δυνάμει της .../5-8-1994 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης της συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Ιωάννας Μπιλίση, ενός αυτοτελούς και διαιρεμένου αγρού, έκτασης 1552 τ.μ και συγκεκριμένα, ενός κληροτεμαχίου με αριθμό…, Δ’ κατηγορίας, στο συνοικισμό "..." της εποικισθείσας περιοχής του αγροκτήματος ... Ν.
Θεσ/νίκης, στο οποίο είναι κτισμένη παλαιά διώροφη οικία, συνολικής επιφάνειας 120 τ.μ, κατασκευασμένη με ξύλινο σκελετό και επικαλυμμένη με φθαρμένη λαμαρίνα, αλλά πλέον εγκατελειμμένη, αξίας 10.000 ευρώ. Ε) Η κυριότητα, δυνάμει του .../11-3-2003 συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Αθηνάς Αρβανιτίδου - Δεληνάσιου, που μεταγράφηκε νόμιμα, διαιρετού τμήματος εμβαδού 325 τ.μ.
αγροτεμαχίου Ε’ κατηγορίας, με αριθμό ..., στην κτηματική περιοχή του αγροκτήματος ... του Δήμου .... ΣΤ) Η κυριότητα, δυνάμει του .../11-3-2003 συμβολαίου πώλησης της τελευταίας συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα, ενός αγροτεμαχίου, εμβαδού 2215 τ.μ, με αριθμό ... στην κτηματική περιοχή του ίδιου ως άνω αγροκτήματος ....
Επί του ακινήτου τούτου καθώς και του αναφερόμενου αμέσως προηγουμένως οικοδομήθηκε τμηματικά έως την 6-5-2005, βάσει της αριθ. .../1998 οικοδομικής άδειας της Πολεοδομίας Νέων Μουδανιών και της αριθ. .../2000 αναθεώρησής της, ειδικό βιοτεχνικό κτίριο, αποτελούμενο από υπόγειο συνολικού εμβαδού 645,75 τ.μ., όπου στεγάζονται συνεργείο αυτοκινήτων και αποθήκη ανταλλακτικών, από ισόγειο συνολικού εμβαδού 277,83 τ.μ.
όπου στεγάζονται έκθεση αυτοκινήτων, γραφεία και κατάστημα πώλησης υγρών καυσίμων και από έναν όροφο εμβαδού 120,86 τ.μ. που χρησιμοποιείται ως κατοικία. Ο υπόλοιπος ακάλυπτος χώρος των αγροτεμαχίων αυτών είναι ασφαλτοστρωμένος, και για τη λειτουργία του παραπάνω πρατηρίου υγρών καυσίμων χορηγήθηκε άδεια λειτουργίας από το Νομάρχη Χαλκιδικής.
Η αξία των δύο αυτών ακινήτων (Ε και ΣΤ), με τα επ’ αυτών κτίσματα και εγκαταστάσεις ανέρχεται σε 510.000 ευρώ. Ζ) Η κυριότητα, δυνάμει του .../10-6-1999 συμβολαίου πώλησης του συμβολαιογράφου ... Ι. Τσάνη, του αριθ. ... αγροτεμαχίου Ε’ κατηγορίας, έκτασης 2.177, 77 τ.μ στην κτηματική περιοχή του ίδιου αγροκτήματος ..., στο οποίο οικοδομήθηκε με σχετική άδεια, ισόγειο κατάστημα συνολικού εμβαδού 217,22 τ.μ., αξίας επίσης κατά την άσκηση της αγωγής 190.000 ευρώ.
Η) Η κυριότητα, δυνάμει του .../18-5-2005 συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευσταθίας Γεωργιάδου - Μακρίδου, του αριθ. ... αγρού Β’ κατηγορίας, έκτασης 17.400 τ.μ., που βρίσκεται στο δημοτικό διαμέρισμα ... του Δήμου ..., αξίας κατά τον ως άνω χρόνο 25.000 ευρώ. Σύμφωνα με αυτά η συνολική αξία των προαναφερομένων στοιχείων της ακίνητης περιουσίας του εναγομένου ανέρχονταν κατά την άσκηση της αγωγής σε 1.445.000 ευρώ.
Στην εν λόγω περιουσία τούτου συνυπολογίζονται και τα ανωτέρω στοιχεία Ε’ , ΣΤ’ και Η’ ακίνητα αντίθετα με όσα ισχυρίζεται αυτός. Αλλά και ο ισχυρισμός της ενάγουσας που φέρεται με λόγο της δικής της έφεσης, ότι η αξία των ακινήτων τούτων ανέρχεται στο ποσό των 2.708.000 ευρώ συνολικά είναι αβάσιμος κατ’ ουσίαν, καθόσον τα όσα διαλαμβάνονται στην επικαλούμενη από εκείνη έκθεση που συνέταξε ο τεχνικός της σύμβουλος, στηριζόμενος σε αγγελίες προς πώληση άλλων ακινήτων από μόνες τους και χωρίς άλλα επίσημα στοιχεία και ενόψει του γεγονότος ότι είχε συνταγεί, χωρίς να έχει ορισθεί από το Δικαστήριο, αλλά κατ’ εντολή της και άρα σε σχέση με τη διενεργηθείσα από τον ανωτέρω πραγματογνώμονα που όρισε το Δικαστήριο, παρέχει λιγότερα εχέγγυα αμεροληψίας εν προκειμένω, δεν είναι ικανά να άρουν την πεποίθηση που σχημάτισε και το παρόν Δικαστήριο όσον αφορά το ζήτημα τούτο.
Επομένως, είναι απορριπτέος και ο λόγος αυτός. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε, ότι ο εναγόμενος κατά το χρόνο συμπλήρωσης της τριετούς διάστασής του με την ενάγουσα είχε καταθέσεις σε τραπεζικό λογαριασμό και ειδικότερα, αυτός είχε στις 18-6-2002 στον υπ’ αριθ. ... κοινό λογαριασμό τούτων, καθώς και της μητέρας του Θ.
Α. και των τέκνων τους Ν. και Ι., της Τράπεζας EUROBANK κατάθεση ποσού 1.250.000 ευρώ, το οποίο μετέφερε σε άλλο λογαριασμό στον οποίο η ενάγουσα δεν είναι δικαιούχος, όπως ισχυρίζεται αυτή με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, ώστε να μπορεί να συνυπολογισθεί και το ποσό αυτό προς προσδιορισμό της τελικής περιουσίας του πρώτου.
Τούτο δε, καθόσον δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη του ποσού αυτού κατά τη γέννηση της αξίωσης της ενάγουσας, στοιχείο που αποτελεί προϋπόθεση για τον υπολογισμό της περιουσίας αυτής (τελικής), δηλαδή ως υπάρχον κατά τη συμπλήρωση της τριετίας οπότε και γίνεται ο καθορισμός των στοιχείων, που την αποτελούν... Άλλωστε, ο συνυπολογισμός και του εν λόγω ποσού στην περιουσία του εναγομένου, λαμβανομένου υπόψη και του ότι μετά το χρόνο που φέρεται ότι μετέφερε εκείνος το ανωτέρω, καθώς και άλλα πολύ μικρότερα, ποσό σε λογαριασμό του και χωρίς να είναι δικαιούχος και η ενάγουσα, προέβη όπως αναγνωρίζεται και από τις δύο πλευρές, στις αγορές των πιο πάνω υπό στοιχεία Ε’ , ΣΤ’ και Η’ ακινήτων, θα είχε ως συνέπεια να υπολογιστεί η αύξηση αυτή δύο φορές.
Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν. Εξάλλου, από το ως άνω ποσό των 1.445.000 ευρώ στο οποίο αποτιμάται η αξία της τελικής περιουσίας του εναγομένου, πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 114.358 ευρώ, που κατά τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή, καταβλήθηκε από τον εναγόμενο για δάνειο που είχε λάβει από την Εμπορική Τράπεζα, για την αγορά του με στοιχεία Β’ ακινήτου.
Έτσι, η συνολική αξία της περιουσίας αυτής τούτου ανήλθε, από το ποσό των 105.649 ευρώ που είχε από την πώληση του πιο πάνω ακινήτου του, σε 1.330.642 (=1.445.000-114358) ευρώ, συνεπώς δε αυξήθηκε κατά 1.224.993 (=1.330.642-105.649) ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι ο εναγόμενος, εκτός από την σε χρήμα περιουσία των 105.649 ευρώ, είχε έσοδα από την εργασία του ως υπάλληλος της "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" κατά το διάστημα από το έτος 1986 έως το έτος 2002, μετά το οποίο διασπάστηκε η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων.
Συγκεκριμένα, εισέπραξε ως αμοιβές για την εργασία του τα συνολικά ποσά, α) το έτος 1986 των 4.037,69 ευρώ (1.375.845 δραχμές), β) το έτος 1987 των 4.062,61 ευρώ (1.384.337 δραχμές, γ) το έτος 1988 των 6.124,51 ευρώ (2.086.928 δραχμές), δ) το έτος 1989 των 6.976,77 ευρώ (2.377.366 δραχμές), ε) το έτος 1990 των 8.000,12 ευρώ (2.726.043 δραχμές), στ) το έτος 1991 των 11.563,26 ευρώ (3.840.182 δραχμές), ζ) το έτος 1992 των 12.184,44 ευρώ (4.151.848 δραχμές), η) το έτος 1983 των 12.798,45 ευρώ (4.361.075 δραχμές), θ) το έτος 1994 των 15.009,22 ευρώ (5.114.392 δραχμές), ι) το έτος 1995 των 17.735, 62 ευρώ (6.043.415), ια) το έτος 1996 των 24.185,86 ευρώ (8.241.334 δραχμές), ιβ) το έτος 1997 των 24.790, 73 ευρώ (8.447.443 δραχμές), ιγ) το έτος 1998 των 25.484, 50 ευρώ (8.683.846 δραχμές) ιδ) το έτος 1999 των 14.984,66 ευρώ (5.106.025 δραχμές) , ιε) το έτος 2000 των 21.666,89 ευρώ (7.382.996 δραχμές), ιστ) το έτος 2001 των 24.481, 58 ευρώ (8.342.101 δραχμές) και ιζ) το έτος 2002 των 18.473, 41 ευρώ.
Επίσης, εκτός από την παραπάνω εργασία του ασκούσε ουσιαστικά καθ’ όλο το διάστημα που προαναφέρθηκε (από το γάμο τους έως τη διάσπαση της έγγαμης σχέσης τους) εμπορική δραστηριότητα και ειδικότερα, εμπορία αυτοκινήτων, χρησιμοποιώντας προς τούτο, εξαιτίας του ότι δεν του επιτρεπόταν αυτό από τις σχετικές διατάξεις του πειθαρχικού δικαίου των υπαλλήλων τραπεζών, αρχικά τη μητέρα του, μέχρι τη συνταξιοδότησή της κατά το έτος 2000 και αργότερα την ενάγουσα.
Από την εν λόγω δραστηριότητα του αποκόμισε συνολικά τα ποσά α) το έτος 1988 των 352,16 ευρώ (120.000 δραχμές), β) το έτος 1989 των 655,02 ευρώ (223.200 δραχμές) γ) το έτος 1990 των 446,80 ευρώ (152.250 δραχμές), δ) το έτος 1991 των 3.285,98 ευρώ (1.119.699 δραχμές), ε) το έτος 1992 των 2990,09 ευρώ (1.018.875 δραχμές), στ) το έτος 1993 των 2.919,88 ευρώ (994.950δραχμές) , ζ) το έτος 1994 των 9.315,59 ευρώ (3.174.288 δραχμές), η) το έτος 1995 των 11.763,97 ευρώ (4.008.576 δραχμές), θ) το έτος 1996 των 10.242.05 ευρώ (3.489.979 δραχμές), ι) το έτος 1997 των 8.138,30 ευρώ (2.773.127 δραχμές), ια) το έτος 1998 των 12.100,38 ευρώ (4.123.205 δραχμές) και ιβ) το έτος 1999 των 6.902,67 ευρώ (2.352.086 δραχμές).
Για τα υπόλοιπα έτη από το 2000 έως το έτος 2003 που συνέχισε να λειτουργεί η επιχείρηση αυτή και κρίθηκε πρωτοδίκως, ότι δεν προσκομίστηκαν αποδεικτικά στοιχεία, δεν γίνεται έρευνα, καθόσον δεν προβλήθηκε από τα διάδικα μέρη ειδικό παράπονο. Ακόμη, στα έσοδα του εναγομένου πρέπει να συμπεριληφθεί και ποσό 55.759,35 ευρώ (19.000.000 δραχμές), που έλαβε ως δάνειο από την "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ" με τις από 26-9-1991 και 28-1-2003 δανειακές συμβάσεις.
Σύμφωνα με όλα αυτά το συνολικό εισόδημα του εναγομένου κατά τη διάρκεια της έγγαμης σχέσης των διαδίκων ανέρχονταν σε 377.972,56 ευρώ από την επαγγελματική και την επιχειρηματική του δραστηριότητα και μαζί με το προαναφερόμενο ποσό των 105.649 ευρώ από την πώληση του ακινήτου του, σε 483.621,56 (=377.972,56 + 105.649) ευρώ.
Επίσης, αποδείχθηκε, ότι κατά το ίδιο επίδικο διάστημα η ενάγουσα υπηρετούσε κατά ένα τμήμα του στην Ελληνική Αστυνομία, από όπου το έτος 1999 συνταξιοδοτήθηκε πρόωρα. Έτσι, είχε εισοδήματα αρχικά από την καταβολή των αντιστοίχων μισθών και κατόπιν των συντάξεων που εδικαιούτο. Συγκεκριμένα είχε συνολικά εισοδήματα των ποσών, α) το έτος 1986 των 1.981,54 ευρώ ( 675.210 δραχμές), β) το έτος 1987 των 2.171,14 ευρώ (739.818 δραχμές), γ) το έτος 1988 των 2.588,24 ευρώ (881.496 δραχμές), δ) το έτος 1989 των 3.167,53 ευρώ (1.079.338 δραχμές), ε) το έτος 1990 των 4.292,03 ευρώ (1.462.510 δραχμές), στ) το έτος 1991 των 4.846,35 ευρώ (1.651.394 δραχμές) , ζ) το έτος 1992 των 5.209, 42 ευρώ (1.775.111 δραχμές η ) το έτος 1993 των 6.747,82 ευρώ (2.299.321 δραχμές), θ) το έτος 1994 των 6.235,10 ευρώ (2.124.612 δραχμές), ι) το έτος 1995 6.969,12 ευρώ (2.374.728 δραχμές), ια) το έτος 1996 των 8.243,89 ευρώ (2.809.108 δραχμές), ιβ) το έτος 1997 των 12.164,07 ευρώ (4.144.907 δραχμές), ιγ) το έτος 1998 των 13.624, 58 ευρώ (4.642.579 δραχμές), ιδ) το έτος 1999 των 10.761,96 ευρώ (3.67.139 δραχμές), ιε) το έτος 2000 των 8.581,79 ευρώ (2.927.247 δραχμές), ιστ) το έτος 2001 των 8.749,21 ευρώ (2.981.295 δραχμές), ιζ) το έτος 2002 των 10.903, 47 ευρώ και ιη) το έτος 2003 των 10.903,47 ευρώ.
Στα ποσά αυτά πρέπει να προστεθούν και το ποσό των 18.350,31 ευρώ που της καταβλήθηκε ως εφάπαξ χρηματικό βοήθημα, λόγω συνταξιοδότησης, από το Ταμείο Αρωγής Αστυνομικών και το ποσό των 8.444,95 ευρώ, του οποίου είχε λάβει από τραπεζικό λογαριασμό στο όνομά της το αντίστοιχο σε γερμανικά μάρκα (16.467,67 μάρκα ), στις 28-9-1987.
Κατά συνέπεια τα συνολικά εισοδήματα της ενάγουσας κατά το κρίσιμο διάστημα ανήλθαν σε 153,434,92 ευρώ. Με βάση όλα τα παραπάνω οι διάδικοι συνεισέφεραν αμφότεροι στην κάλυψη των οικογενειακών τους αναγκών κατά το μέτρο των δυνατοτήτων τους, όπως προεκτέθηκαν. Δεν αποδείχθηκε, ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι συνεισέφερε και στην επιχείρηση που προαναφέρθηκε του συζύγου της, δεδομένου ότι κατά το μεγαλύτερο διάστημα εργαζόταν και παράλληλα ήταν απασχολημένη, μετά την εργασία της στην Αστυνομία, με την ανατροφή των παιδιών τους.
Έτσι, μόνο ο εναγόμενος απασχολούνταν στην επιχείρηση αυτή, γι’ αυτό και η ενάγουσα του είχε παράσχει γενικό πληρεξούσιο, μετά τη συνταξιοδότησή της για να ενεργεί, κατά το διάστημα λειτουργίας της στο όνομά της, κάθε πράξη διαχείρισης, αλλά και αγοραπωλησίας ορισμένων των πιο πάνω ακινήτων και γι’ αυτό άλλωστε, δεν συνέχισε την κατά τον ισχυρισμό της επιχειρηματική της δραστηριότητα μετά τη διακοπή της έγγαμης σχέσης τους, που διαφορετικά θα είχε λόγο να πράττει.
Οι όποιες δραστηριότητες της επικαλείται αυτή, σχετικές με εκείνες του εναγομένου, ελάμβαναν χώρα στα πλαίσια της από το γάμο τους υποχρέωσής της για την υποβοήθηση της επαγγελματικής ανέλιξης του συζύγου της όπως αυτή απέρρεε από την έγγαμη συμβίωσή τους και όπως έκρινε ορθά και το πρωτόδικο Δικαστήριο, αλλά και για την ενίσχυση των οικονομικών της οικογένειάς τους.
Κατά συνέπεια, οι αντίστοιχοι ισχυρισμοί της ενάγουσας είναι κατ’ ουσίαν αβάσιμοι. Επίσης, όμως, δεν αποδείχθηκε και γι’ αυτό είναι κατ’ ουσίαν αβάσιμος και ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι αυτός φρόντιζε και επιβαρυνόταν για την κάλυψη των οικογενειακών τους δαπανών, αλλά και την πλήρη και αποκλειστική από τον ίδιο χρηματοδότηση της επιχειρηματικής δραστηριότητάς του, χωρίς την οποιαδήποτε συμβολή της ενάγουσας, λαμβανομένου υπόψη κυρίως του ότι ενώ αυτή είχε έσοδα, δεν αποδείχθηκε η εκ μέρους της απόκτηση κάποιου περιουσιακού στοιχείου.
Αλλά, και ο ισχυρισμός της ενάγουσας και λόγος της έφεσής της, για συμβολή της εκτός των άλλων και με την παροχή εργασίας της εντός της οικογενειακής στέγης και για την ανατροφή των τέκνων τους, ακόμη και με τη συνδρομή των γονέων της, ώστε να διαθέτει χρόνο να ασχολείται με την επιχείρηση, είναι ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον δεν προέκυψε ότι οι παροχές αυτές υπερέβαιναν το μέτρο εκπλήρωσης της υφιστάμενης από το νόμο (άρθρα 1389, 1390 του ΑΚ) υποχρέωσης για κοινή συμβολή στις οικογενειακές ανάγκες.
Τέλος, ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι το παθητικό της περιουσίας του και συγκεκριμένα ποσό 451.472,44 ευρώ που δαπανήθηκε από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " Α. Α.Ε." (που συστήθηκε από τους Α. Α. και Χ. Β.) για την ανακαίνιση των κτιρίων κλπ. στα ακίνητα Γ’ , Ε’ , ΣΤ’ και Ζ’ ως μισθώτρια τούτων, θα έπρεπε να αφαιρεθεί και κατόπιν να προσδιορισθεί η αξία τους, μειωμένη κατά τούτο, είναι και αυτός κατ’ ουσίαν αβάσιμος, καθόσον η δαπάνη αυτή θα αποδοθεί, κατά τα συμφωνηθέντα μεταξύ των συμβαλλομένων (εκμισθωτή και μισθώτριας), κατά την πλήρωση της τεθείσας αναβλητικής αίρεσης, της λύσης της μίσθωσης, όπως διαλαμβάνεται από τον ίδιο στην έφεσή του και συνεπώς, δεν ήταν γεννημένη κατά τον κρίσιμο χρόνο και κατά το βάσιμο αντίθετο ισχυρισμό της ενάγουσας.
Σημειωτέον, ότι ο άλλος σχετικός με το ίδιο ζήτημα ισχυρισμός της τελευταίας, για μη προβολή του ισχυρισμού του εναγομένου (για αφαίρεση του παθητικού) με τις προτάσεις του της πρώτης συζήτησης της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό, με συνέπεια να προβάλλεται απαράδεκτα, σύμφωνα με το άρθρο 269 ΚΠολΔ, κατά τη μετά την έκδοση της μη οριστικής απόφασης συζήτηση, είναι επίσης αβάσιμος ουσία και τούτο, γιατί μετά την τροποποίηση του ως άνω άρθρου με το άρθρο 11 του ν. 2915/2001 η επαναλαμβανόμενη κατά το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, όπως συνέβη εν προκειμένω, θεωρείται συνέχεια της πρώτης (βλ.
τη σχετική εισηγητική έκθεση, κεφ. 2 Β’ παρ. 7). Με βάση λοιπόν τα πραγματικά περιστατικά αυτά που αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου εφόσον η επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου του και έως τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασής τους ανήλθε, κατά τα προαναφερθέντα σε 1.224.993 ευρώ, η συμβολή της ενάγουσας σ’ αυτή (επαύξηση) ανέρχεται σε ποσοστό μικρότερο του ενός τρίτου (1/3) κατά την βάσιμη κατ’ ουσίαν ένταση του εναγομένου και συγκεκριμένα, σε ποσοστό δύο δεκάτων και τετρακοσίων οκτώ χιλιοστών (2.408/10) περίπου.
Κατόπιν τούτου, ο εναγόμενος έχει υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 295.040 (= 1.224.993X2,408/10) ευρώ, κατά το κύριο αίτημα αυτής, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής της". Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την από 23-3-2012 έφεση της αναιρεσίβλητης και αφού δέχθηκε την από 23-11-2012 έφεση του αναιρεσείοντος, αναγνώρισε ότι η συμβολή της πρώτης στην επαύξηση της περιουσίας του δευτέρου ανέρχεται σε ποσοστό 2,408/10 και υποχρέωσε τον τελευταίο να της καταβάλει το ποσό των 295.040 ευρώ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ’ αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.
Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε στην πληττόμενη απόφαση του με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τον τρόπο συμβολής της αναιρεσίβλητης, της οποίας τα συνολικά εισοδήματα κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής της με τον αναιρεσείοντα ανήλθαν στο ποσό των 153.434,92 ευρώ, ενώ δέχεται ότι αυξήθηκε η περιουσία του τελευταίου, κατά το ποσό του 1.224.993 ευρώ.
Επί πλέον, το Εφετείο, με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, κατά τον οποίο στο παθητικό της περιουσίας του έπρεπε να συμπεριληφθεί το ποσό των 451.472,44 ευρώ, το οποίο δαπανήθηκε από την εταιρεία με την επωνυμία "Α. Α.Ε." για τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου των υπό στοιχ.
Γ’ , Ε’ , ΣΤ’ και Ζ’ ακινήτων (όπως αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση) που της είχε εκμισθώσει και το οποίο εκείνος είναι υποχρεωμένος να καταβάλει στην εταιρεία κατά τη λύση της μίσθωσης, καθόσον, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, η καταβολή του συγκεκριμένου χρηματικού ποσού δεν θα γίνει πριν το χρόνο αυτό, της λύσης, δηλαδή, της μίσθωσης, το οποίο είναι μελλοντικό και αβέβαιο.
Κατόπιν τούτων, οι σχετικοί τέταρτος, πέμπτος, κατά το πρώτο σκέλος αυτού και έκτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ., κατ’ εκτίμηση μόνο, 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί.
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη: προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 307/2013).
Με το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου του αναιρετηρίου, αποδίδεται από τον αναιρεσείοντα στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 ΚΠολΔ αριθμ. 8 πλημμέλεια, καθόσον το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα πρωτοδίκως και επαναφερθέντα με το δεύτερο λόγο έφεσης αυτοτελή ισχυρισμό του και ειδικότερα τον ισχυρισμό ότι το με στοιχ.
Γ’ ακίνητο (όπως αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση) αποτελεί κατοικία και όχι επαγγελματική στέγη, όπως εσφαλμένα είχε δεχθεί η πρωτόδικη απόφαση. Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά επιχείρημα του αναιρεσείοντος και όχι ισχυρισμό θεμελιωτικό ένστασης κατά της ένδικης αγωγής. Σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων τον προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν.
Συνεπώς, ο ως άνω λόγος κατά το συγκεκριμένο δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Για τη θεμελίωση του αμέσως πιο πάνω αναιρετικού λόγου απαιτείται η προσκομιδή από τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο του εγγράφου, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, το περιεχόμενό του ως προς τη διαπίστωση της βασιμότητας του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας.
Διαφορετικά ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (αναπόδεικτος). Στην προκείμενη περίπτωση, με το τρίτο σκέλος του πέμπτου λόγου της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 6-10-2010 έκθεσης δικαστικής πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Α.
Μ., πολιτικού μηχανικού, ο οποίος διορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 10314/2010 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με το να δεχθεί ότι από το έγγραφο αυτό αποδεικνύεται ότι το υπό στοιχ. Γ’ ακίνητο έχει άδεια "ως κατοικία (ως επαγγελματικό ακίνητο δεν δύναται να χορηγηθεί οικοδομική άδεια)".
Ο εξεταζόμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος, εφόσον ο αναιρεσείων δεν προσκομίζει το επίμαχο έγγραφο (ΑΠ 1414/2010, ΑΠ 533/2009) και ως εκ τούτου απορριπτέος. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4).
Τέλος, δεν συντρέχει περίπτωση επιβολής δικαστικών εξόδων σε βάρος του αναιρεσείοντα, καθόσον η αναιρεσίβλητη, ως εκ της ερημοδικίας της, δεν υποβλήθηκε σε δαπάνες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης. Και Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ