1285/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1285/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στον όρο "πώληση" του άρθρου αυτού νοείται και η αγορά, καθόσον ο νομοθέτης ακολουθεί πλέον ορολογία του Αστικού Κώδικα. Στην κατηγορία γ του άρθρου 20 παρ.1 ν. 1806/1988, δηλαδή των συναφών με τη διενέργεια και την εκτέλεση κυρίων χρηματιστηριακών συμβάσεων δικαιοπραξιών ή άλλως των παρεπόμενων των κυρίων χρηματιστηριακών συμβάσεων δικαιοπραξιών υπάγεται και η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας.
Full text
Απόφαση 1285 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1285/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "T BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάστηκε από τις 22-6-2010 η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ASPIS BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", καθολική διάδοχος συνεπεία συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως της ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε.Π.Ε.Υ.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θρασύβουλο Κάρλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Δ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούσουλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2001 αγωγή της ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε.Π.Ε.Υ", της οποίας καθολική διάδοχος είναι η ήδη αναιρεσείουσα, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4661/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2615/ 2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-2-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 2-12-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή του μόνου λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, την απόρριψη δε του ίδιου λόγου αναιρέσεως κατά τα πρώτο και τρίτο σκέλη αυτού.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 15 παρ.1 ν. 3632/1928 χρηματιστηριακές συναλλαγές είναι οι δικαιοπραξίες που συνάπτονται χρηματιστηριακώς και έχουν αντικείμενο χρηματιστηριακά πράγματα, ενώ με το άρθρο 16 του ίδιου νόμου καθορίζονται αποκλειστικά οι χρηματιστηριακές συναλλαγές (η αγορά και πώληση τοις μετρητοίς κ.λ.π.), μεταξύ των οποίων και κάθε παρεπόμενη δικαιοπραξία σχετιζόμενη με την ενέργεια και την εκτέλεση των κύριων χρηματιστηριακών συμβάσεων.
Στη συνέχεια με το άρθρο 20 παρ.1 ν. 1806/1988 αντικαταστάθηκε το άρθρο 16 ν. 3632/ 1928 και ορίστηκε ότι χρηματιστηριακές συναλλαγές θεωρούνται μόνο: α) η πώληση τοις μετρητοίς, η οποία καταρτίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τη σχετική νομοθεσία περί χρηματιστηρίων, β) η πώληση με ειδικές συμφωνίες, όπως ενδεικτικά η παράδοση των αξιών μετά την πάροδο ορισμένης προθεσμίας και γ) κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και την εκτέλεση των ανωτέρω συμβάσεων.
Στον όρο "πώληση" του άρθρου αυτού νοείται και η αγορά, καθόσον ο νομοθέτης ακολουθεί πλέον ορολογία του Αστικού Κώδικα. Στην κατηγορία γ του άρθρου 20 παρ.1 ν. 1806/1988, δηλαδή των συναφών με τη διενέργεια και την εκτέλεση κυρίων χρηματιστηριακών συμβάσεων δικαιοπραξιών ή άλλως των παρεπόμενων των κυρίων χρηματιστηριακών συμβάσεων δικαιοπραξιών υπάγεται και η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 15 παρ.6 ν. 3632/1928 κάθε αξίωση που πηγάζει από χρηματιστηριακή συναλλαγή παραγράφεται μετά πάροδο έτους από τη λήξη του έτους κατά το οποίο συνήφθη η συναλλαγή. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων (οι οποίες ίσχυαν μέχρι την 1-11-2007, οπότε καταργήθηκαν με το άρθρο 85 ν. 3606/2007 αλλά έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση διαχρονικώς) και ενόψει της γενικότητας στη διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 15 παρ.6 ν. 3236/1928 που δεν διακρίνει σε κύρια ή παρεπόμενη χρηματιστηριακή συναλλαγή προκύπτει ότι η ως άνω ετήσια παραγραφή ισχύει για τις αξιώσεις τόσο από τις κύριες χρηματιστηριακές συμβάσεις όσο και από τις παρεπόμενες ή συναφείς, όπως είναι και εκείνη της χρηματιστηριακής παραγγελίας (Α.Π. 1429/2008).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 261 Α.Κ. "Την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι αν η παραγραφή διακόπηκε με την άσκηση της αγωγής, η ίδια παραγραφή, δηλαδή ομοειδής με αυτή που διακόπηκε, αρχίζει σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως του είδους της ως βραχυπρόθεσμης ή συνήθους, ευθύς από την έγερση της αγωγής, διακόπτεται δε μετά από κάθε διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου και αμέσως μετά την επιχείρηση αυτής αρχίζει ισόχρονη με την αρχική παραγραφή, η οποία μπορεί να συμπληρωθεί με την παρέλευση του χρόνου που ισχύει γι' αυτήν, εφόσον δεν μεσολαβήσει κάποια νέα διαδικαστική ενέργεια ή άλλος λόγος διακοπής πριν από την τελεσίδικη περάτωση της δίκης.
Έτσι, εφόσον η αξίωση έχει καταστεί επίδικη, η παραγραφή μπορεί να συμπληρωθεί σε επιδικία αν οι διάδικοι απρακτούν. Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 261 Α.Κ. θεωρείται διαδικαστική πράξη συνεπαγόμενη διακοπή της παραγραφής κάθε πράξη των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων και πληρεξουσίων τους ή της δικαστικής αρχής που περιέχει τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και είναι κατά τις ισχύουσες δικονομικές διατάξεις αναγκαία για την έναρξη, συνέχιση ή αποπεράτωση της δίκης (Ολ.Α.Π. 1/2011).
Τέτοια διαδικαστική πράξη που συνεπάγεται τη διακοπή της παραγραφής δεν είναι η μετά την αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως μεταφορά της στο πινάκιο σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.β Κ.Πολ.Δ., (ήδη δε εδ.γ, μετά την προσθήκη δευτέρου εδαφίου με το άρθρο 22 παρ.2 ν. 3994/2011), που έχει ως εξής: "Αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε".
Τούτο δε: (α) διότι η "μεταφορά" της υποθέσεως από τον γραμματέα δεν συνιστά πράξη των διαδίκων, των νομίμων εκπροσώπων ή των πληρεξουσίων τους ή του δικαστηρίου και (β) διότι η ενέργεια αυτή του γραμματέα δεν αποτελεί ορισμό δικασίμου, ώστε να θεωρηθεί διαδικαστική πράξη, αφού ο προσδιορισμός γίνεται προηγουμένως από το δικαστήριο που αποφασίζει την αναβολή και απλώς υλοποιείται από τον γραμματέα.
Τέλος στην περίπτωση κατά την οποία το αφετήριο χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής τοποθετείται από τη διάταξη που την προβλέπει στη λήξη του έτους κατά το οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της αξιώσεως, όπως στην ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ.6 ν. 3632/1928, η νέα παραγραφή, μετά τη διακοπή της, αρχίζει από το τέλος του έτους κατά το οποίο πραγματοποιήθηκε η διαδικαστική ενέργεια με την οποία διακόπηκε, με συμπληρωματική κατά τούτο εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 270 παρ.2 Α.Κ. (Ολ.Α.Π. 15/1992, ΑΠ. 369/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 20-12-2001 αγωγή της η ήδη αναιρεσείουσα ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος να της καταβάλει το οφειλόμενο χρεωστικό υπόλοιπο από χρηματιστηριακές πράξεις που διενήργησε για λογαριασμό του στα πλαίσια συμβάσεως παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας μετοχών ανωνύμων εταιρειών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών.
Με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η αγωγή αυτή έγινε δεκτή. Κατά της τελευταίας αποφάσεως ο αναιρεσίβλητος άσκησε την από 27-10-2006 έφεσή του, με τον πρώτο λόγο της οποίας προέβαλε τον οψιγενή ισχυρισμό (ένσταση) ότι οι ένδικες αξιώσεις της αναιρεσείουσας είχαν υποκύψει σε παραγραφή εν επιδικία, διότι (κατά το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού που ερευνήθηκε και ενδιαφέρει εν προκειμένω) μεταξύ της αναβολής της συζητήσεως της αγωγής στις 30-10-2002 και της ματαιώσεως αυτής στις 14-1-2004 είχε περάσει χρονικό διάστημα που υπερέβαινε το έτος.
Η αναιρεσείουσα, προς αντίκρουση της πιο πάνω ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου, με τις από 18-1-2007 έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του εφετείου, αφού αρνήθηκε ότι η ένδικη απαίτησή της υπόκειται στην ενιαύσια παραγραφή, επικουρικά προέβαλε τον ισχυρισμό (αντένσταση) περί διακοπής της παραγραφής, που είχε κατά λέξη ως εξής: "Επειδή στη συγκεκριμένη περίπτωση η αρχική δικάσιμος προς συζήτηση της αγωγής ορίστηκε για τις 30.10.2002 και αναβλήθηκε για τις 14.1.2004, οπότε η επικαλούμενη από τον αντίδικο ετήσια παραγραφή εν επιδικία θα άρχιζε από το τέλος του 2002 και θα έληγε στο τέλος του 2003.
Κατά το χρονικό αυτό διάστημα όμως υφίσταται διαδικαστική πράξη που διακόπτει την ως άνω παραγραφή και αυτή είναι η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη δικάσιμο της 14.1.04 με αύξοντα αριθμό 2, η οποία έλαβε χώρα την 22.12.03, όπως προκύπτει από την "ημερομηνία εγγραφής" στο προσκομιζόμενο επικυρωμένο αντίγραφο αποσπάσματος του ΣΤ2 πινακίου εγγραφής πολιτικών υποθέσεων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών της δικασίμου της 14.1.2004 ...
Επομένως με τη διαδικαστική πράξη της εγγραφής της υπόθεσης στο πινάκιο στις 22.12.2003 διακόπηκε η παραγραφή και άρχισε νέα ετήσια από 31.12.2003 που έληγε στις 31.12.2004". Το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την πιο πάνω αντένσταση ως μη νόμιμη με την εξής αιτιολογία: "Η εναγομένη [εννοείται: ενάγουσα] προτείνει κατ' αντένσταση ότι και υπό την αποκρουομένη από αυτήν εκδοχή ότι οι αξιώσεις από σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας μετοχών υπόκεινται στην κατά το άρθρο 15 παρ.6 ν.3632/1928 ενιαύσια παραγραφή, επήλθε νέα διακοπή αυτής στις 23 Δεκεμβρίου 2003, οπότε ο γραμματέας του δικαστηρίου προέβη στη μεταφορά της αναβληθείσας στις 30-10-2002 υποθέσεως στο πινάκιο της 14-1-2004 που ορίσθηκε δικάσιμος προς συζήτηση αυτής κατά την αναβολή, όπως προκύπτει από αντίγραφο της οικείας σελίδας του πινακίου που προσκομίζεται με επίκληση, αφού από το τέλος του έτους (31-12-2002), εντός του οποίου έλαβε χώρα η διακόψασα εκ νέου την ετήσια παραγραφή διαδικαστική πράξη της αναβολής της συζητήσεως κατά τη δικάσιμο της 14-10-2002 μέχρι της ως άνω μεταφοράς (23-12-2003) δεν συμπληρώθηκε έτος.
Η ως άνω αντένσταση πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη διότι η κατά τα ανωτέρω μεταφορά της υποθέσεως από το γραμματέα στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε (άρθρο 226 παρ.4 εδ.β Κ.Πολ.Δ.) δεν συνιστά διαδικαστική πράξη του δικαστηρίου ή των διαδίκων επιφέρουσα τη διακοπή της παραγραφής κατά τα προεκτεθέντα".
Στη συνέχεια το εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου ως βάσιμη κατά τον προαναφερθέντα (πρώτο) λόγο της, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και, αφού κράτησε την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας λόγω παραγραφής της ένδικης αξιώσεώς της. Έτσι που έκρινε το εφετείο ορθώς απέρριψε τον πιο πάνω ισχυρισμό (αντένσταση) της αναιρεσείουσας ως μη νόμιμο, αφού, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως, η μεταφορά της υποθέσως από το γραμματέα στο πινάκιο, στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε μετά την αναβολή, δεν συνιστά νόμιμο λόγο διακοπής της παραγραφής.
Συνεπώς ο μόνος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.8 (πράγματι δε αριθ.14) Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του δικαστηρίου, της αρεοπαγίτου Ευφημίας Λαμπροπούλου: Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 261 Α.Κ. θεωρείται διαδικαστική πράξη συνεπαγόμενη διακοπή της παραγραφής κάθε πράξη των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων και πληρεξουσίων τους ή της δικαστικής αρχής που περιέχει τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και είναι κατά τις ισχύουσες δικονομικές διατάξεις αναγκαία για την έναρξη, συνέχιση ή αποπεράτωση της δίκης (Ολ.Α.Π. 1/2011). Με βάση τ' ανωτέρω η μετά την αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως από το δικαστήριο εγγραφή της στο πινάκιο της μετ' αναβολή δικασίμου με επιμέλεια των πληρεξουσίων των διαδίκων συνιστά νόμιμο λόγο διακοπής της παραγραφής, διότι είναι διαδικαστική πράξη η οποία, κατά τις ισχύουσες δικονομικές διατάξεις, είναι αναγκαία για τη συνέχιση της δίκης (σχετ. Α.Π. 464/ 2009).
Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο, το οποίο απέρριψε την πιο πάνω αντένσταση της αναιρεσείουσας ως μη νόμιμη, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο της μετ' αναβολή δικασίμου με επιμέλεια των πληρεξουσίων των διαδίκων, την οποία επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα για τη θεμελίωση της αντενστάσεώς της, συνιστά νόμιμο λόγο διακοπής της παραγραφής.
Συνεπώς, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως ήταν βάσιμος και έπρεπε να γίνει δεκτός. Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Από τη ρητή διατύπωση της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται για παράβαση δικονομικών κανόνων.
Στην προκειμένη περίπτωση με το μόνο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα ότι παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.
αφού: α) εξέλαβε ως χωριστή την ενέργεια του γραμματέα για τη μεταφορά της υποθέσεως στο πινάκιο από την απόφαση του δικαστή για την αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως, ενώ πράγματι οι δύο αυτές ενέργειες συνιστούν ενιαία σύνθετη διαδικαστική πράξη που αρχίζει με την απόφαση του δικαστή για την αναβολή της συζητήσεως και τελειώνει με την εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο και β) έλαβε υπόψη μόνο τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.β Κ.Πολ.Δ.
και όχι εκείνη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.γ του ίδιου κώδικα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως διότι, με βάση όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. δεν ιδρύεται για την παράβαση δικονομικών κανόνων. Κατά το άρθρο 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δ.
αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ο ιδρυόμενος με αυτήν λόγος αναιρέσεως έχει εφαρμογή μόνο όταν ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το έγγραφο ερευνήθηκε κατ' ουσίαν, ενώ δεν υπάρχει πεδίο εφαρμογής του όταν ο σχετικός ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αόριστος ή μη νόμιμος, οπότε δεν υπήρξε στάδιο έρευνας των αποδεικτικών μέσων και συνακόλουθα των εγγράφων.
Στην προκειμένη περίπτωση με το μόνο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό και ειδικότερα ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του αντιγράφου του πινακίου το οποίο αυτή (η αναιρεσείουσα) είχε προσκομίσει για την απόδειξη της αντενστάσεώς της περί διακοπής της παραγραφής, δεχόμενη ότι από αυτό προέκυπτε μεταφορά και όχι εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως, όταν ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το έγγραφο έχει απορριφθεί ως μη νόμιμος, όπως στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπάρχει πεδίο εφαρμογής του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δ.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-2-2008 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ASPIS BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία ήδη μετονομάσθηκε σε "T BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", για αναίρεση της 2615/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ