Supreme Court allows appeal against labor court ruling on unilateral reduction of teaching hours as unilateral contract modification.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal regarding the second ground of the appeal, which challenged the lower court's finding of a unilateral detrimental modification of the employment contract. The employer argued that the reduction in teaching hours was a valid administrative decision, while the lower court had accepted the plaintiff's claim without fully verifying the specific teaching hours allocated for the disputed academic year. The Court ruled that the lower court failed to properly establish the factual basis for the alleged modification and therefore remanded the case for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648, 652, 656, 349-351, 361 of the Civil Code; Article 7, paragraph 1 of Law 2112/1920: A unilateral detrimental modification of employment contract terms by the employer constitutes a constructive dismissal or breach, requiring the court to verify the specific facts and evidence supporting the claim of modification before ruling on the employee's right to compensation or reinstatement.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1285 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1285/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαϊου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΟ - ΣΧΟΛΗ Χ Α.Ε.Ε." η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξιουργιώτη.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Σκορδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-10-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 437/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 996/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-6-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 26-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και τρίτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη του δευτέρου λόγου αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 648, 652, 656, 349 - 351, 361 ΑΚ, 7 παραγρ. 1 Ν. 2112/1920, προκύπτει ότι η από τον εργοδότη μονομερής βλαπτική για τον υπάλληλο μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας παρέχει σ' αυτόΝ το δικαίωμα να θεωρήσει την μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της εργασιακής σχέσεως εκ μέρους του εργοδότη και να απαιτήσει την πληρωμή της νόμιμης αποζημιώσεως ή να αξιώσει την τήρηση των συμβατικών όρων, εάν δε ο εργοδότης αποκρούει τις προσφερόμενες υπηρεσίες του, κατά τους όρους τούτους, να ζητήσει απ' αυτόν, εκ του ότι κατέστη υπερήμερος, την καταβολή του μισθού.
Τέτοια βλαπτική μεταβολή αποτελεί και η υποχρέωση του υπαλλήλου για παροχή εργασίας για χρόνο λιγότερο από εκείνο που συμφωνήθηκε, αντίστοιχη μείωση των αποδοχών του, ως και η άρνηση του εργοδότη να συνεχισθεί η πρόσθετη εργασία όταν είχε συμφωνηθεί η παροχή αυτής, εκ του λόγου ότι παρείχετο επί σειρά ετών, σταθερώς, τακτικώς και μονίμως.
Είναι δε βλαπτική για τον εργαζόμενο η μεταβολή όχι μόνο όταν προκαλεί υλική ζημία αλλά και ηθική. Από τη γενική υποχρέωση προνοίας πηγάζει, μεταξύ άλλων, και η υποχρέωση του εργοδότη να σέβεται την προσωπικότητα του μισθωτού. Ενόψει του κατ' εξοχή προσωπικού χαρακτήρα της σχέσεως εργασίας, υφίσταται ο μισθωτός ηθική ζημία από τυχόν βάναυση ή προσβλητική της προσωπικότητάς του συμπεριφορά του εργοδότη, έστω και αν η συμπεριφορά αυτή δεν πηγάζει από δολία προαίρεση του εργοδότη για βλαπτική μεταβολή ή για εξαναγκασμό του εργαζόμενου σε αποχώρηση από την υπηρεσία.
Εξάλλου, έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του αριθμού 19 του ανωτέρω άρθρου υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας, ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Στην προκείμενη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα εξής: "Την 1.9.2002, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος διορίστηκε με την ειδικότητα του μαθηματικού στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΣΧΟΛΗ Χ - ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" κατόπιν πρότασής της που υπέβαλε προς τον προϊστάμενο του 1ου γραφείου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (Δ.Ε.), Ανατολικής Αττικής και της σύμφωνης γνώμης του τελευταίου.
Με το πρώτο διοριστήριο που αφορούσε τα σχολικά έτη 2002 - 2003, η σύμβαση του καθόριζε ως ώρες διδασκαλίας δώδεκα εβδομαδιαίως στο Γυμνάσιο εκ των οποίων οι επτά αφορούσαν αναπλήρωση ωρών διδασκαλίας του Ξ, αναπληρωτή διευθυντή του εν λόγω γυμνασίου, λόγω των αυξημένων διοικητικών καθηκόντων του τελευταίου και ενόψει της πάγιας τακτικής που είχε καθιερωθεί.
Πρέπει να σημειωθεί ότι οι διδακτικές ώρες, σύμφωνα με το αναλυτικό πρόγραμμα του Υπουργείου παιδείας, για το γυμνάσιο ήταν τέσσερις εβδομαδιαίως ανά τμήμα, τα δε τμήματα ήταν οκτώ. Από τις ως άνω τριάντα δύο ώρες, οι είκοσι μία ώρες αντιστοιχούσαν στον αρχαιότερο εκπαιδευτικό Ξ, ο οποίος με το κατ' έτος διοριστήριό του, έπρεπε να εξαντλεί τις ώρες αυτές, οι δε ώρες που υπολείπονταν διανέμονταν στους υπόλοιπους εκπαιδευτικούς και στην προκείμενη περίπτωση στον αναιρεσίβλητο και στον κ.
Ζ. Το πρόγραμμα διδασκαλίας του ως άνω διευθυντή ποίκιλε από τέσσερις έως πέντε ώρες και για τις υπόλοιπες ώρες αναπληρωνόταν, λόγω των διοικητικών καθηκόντων του, από τους άλλους καθηγητές. Με το δεύτερο διοριστήριο ανανεώθηκε η σύμβαση του ενάγοντος για τα σχολικά έτη 2003-2004 με σύνολο εβδομαδιαίας διδασκαλίας είκοσι ώρες στο Γυμνάσιο εκ των οποίων οι δεκατρείς αφορούσαν αναπλήρωση του ως άνω αναπληρωτή διευθυντή.
Ακολούθησε και τρίτο διοριστήριο με τον τίτλο "παράταση διορισμού του καθηγητή με σύμβαση ορισμένου χρόνου μέχρι τη συμπλήρωση εξαετίας" για τα σχολικά έτη 2004-2005, 2005-2006 και 2007-2008, με σύνολο είκοσι ωρών εβδομαδιαίως διδασκαλίας εκ των οποίων οι οκτώ αφορούσαν αναπλήρωση του παραπάνω διευθυντή, για το σχολικό έτος 2004 - 2005.
Ενώ λοιπόν ήταν σε ισχύ η τελευταία παράταση του διορισμού του αναιρεσίβλητου και οι συμφωνηθείσες ώρες ήταν είκοσι, εκ των οποίων οι οκτώ αφορούσαν αναπλήρωση του ως άνω διευθυντή, ο τελευταίος με την έναρξη της σχολικής χρονιάς 2005-2006, ανακοίνωσε στον τελευταίο ότι οι ώρες του μειώνονται σε τέσσερις ώρες.
Αυτός διαμαρτυρήθηκε αμέσως στον ως άνω αναπληρωτή διευθυντή καθώς και μέσω αυτού στον ιδιοκτήτη της ως άνω σχολής, κοινοποιώντας στην αναιρεσείουσα και την από 7.9.2005 εξώδικη δήλωση πρόσκλησή του, αξιώνοντας την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Η ενέργεια αυτή της αναιρεσείουσας εταιρίας συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σύμβασης του εφεσιβλήτου καθόσον έγινε χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου και δεν αποτελεί επιτρεπτή ενάσκηση του διευθυντικού αυτής δικαιώματος υπερβαίνουσα κατάδηλα τα όρια τα καθοριζόμενα από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, που ρυθμίζουν τις σχέσεις εργοδότη και εργαζόμενου και κατά συνέπεια, ο αναιρεσίβλητος δικαιούται ολόκληρο το νόμιμο μισθό που αντιστοιχεί στις είκοσι (20) ώρες.
Κα ναι μεν σύμφωνα με τα όσα στο πρωτόδικο δικαστήριο αλλά και ενώπιον του δικαστηρίου τούτου η εκκαλούσα υποστηρίζει και δη, προκειμένου να κριθεί δικαιολογημένη η κριθείσα ενέργεια της, ότι έχει ως αιτία τρίτο παράγοντα, προέβη στη μείωση των ωρών διδασκαλίας για το επίδικο σχολικό έτος 2005-2006, καθόσον υπήρχε μειωμένη προσέλευση μαθητών προς φοίτηση στα εκπαιδευτήρια της με συνέπεια τη μείωση των τμημάτων από οκτώ σε έξι, ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν επηρεάζει με κανένα τρόπο τα γενόμενα παραπάνω δεκτά, αφού με την παραδοχή των υποστηριζόμενων ως άνω δεν δικαιολογείται η πρόσληψη κατά την έναρξη του σχολικού αυτού έτους, του καθηγητή μαθηματικών Δ.
Περαιτέρω, και με την παραδοχή ακόμη των υποστηριζόμενων από την εκκαλούσα περί μειώσεως των τμημάτων πρέπει ν' απορριφθεί και ο άλλος λόγος της έφεσης κατά τον οποίο οι διαθέσιμες ώρες διδασκαλίας του ωρολογίου προγράμματος ενός μαθήματος αποτελούν συνάρτηση του αριθμού των τμημάτων καθόσον κατά την εκπαιδευτική νομοθεσία ο αρχαιότερος εκπαιδευτικός δικαιούται να εξαντλεί το πλήρες πρόγραμμα της εβδομαδιαίας διδασκαλίας που του αντιστοιχεί είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, αφού αναιρείται από το περιεχόμενο του με αριθμ.
Πρωτ. ... εγγράφου της εκκαλούσας προς την ως άνω διεύθυνση δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με το οποίο γνωστοποιεί στον τελευταίο ότι ο προαναφερθείς καθηγητής μαθηματικών Δ, έχει πρόγραμμα διδασκαλίας δώδεκα (12) ωρών την εβδομάδα στο γυμνάσιο των εκπαιδευτηρίων της για το επίδικο διδακτικό έτος (2005-2006) ως αναπληρωτής του Ξ, ενώ οι ώρες αυτές ανήκαν στον ενάγοντα ως αρχαιότερου του Δ, γεγονός που επισημάνθηκε άλλωστε στην εκκαλούσα και με το με αριθμ.
πρωτ. ... έγγραφο της διεύθυνσης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σύμφωνα με το οποίο: αν υπηρετεί εκπαιδευτικός με μειωμένο ωράριο και περισσεύουν διδακτικές ώρες στην ίδια ειδικότητα δεν επιτρέπεται η πρόσληψη άλλου εκπαιδευτικού της ίδιας ειδικότητας σε αυτή δε την περίπτωση πρέπει να συμπληρωθεί πρώτα το μειωμένο ωράριο του ήδη υπηρετούντος εκπαιδευτικού.
Επίσης, με το ίδιο ως άνω έγγραφο γνωστοποιείτο στην εναγόμενη ότι με βάση τα προαναφερόμενα δεν εγκρίνεται η πρόσληψη ως αναπληρωτή του ως άνω καθηγητή Δαν προηγουμένως δεν τακτοποιηθεί το θέμα με το μειωμένο ωράριο του ενάγοντος. Άλλωστε, για την ως άνω ενέργεια της εναγόμενης διώχτηκε πειθαρχικά ο νόμιμος εκπρόσωπός της, Χ, στον οποίο επιβλήθηκε με την 27/3.11.2006 πράξη του ανώτερου περιφερειακού υπηρεσιακού συμβουλίου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (Α.Π.Υ.Σ.Δ.Ε.) η ποινή της προσωρινής στέρησης για ένα έτος του δικαιώματος διευθύνσεως ιδιωτικού σχολείου.
Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, από την ως άνω συμπεριφορά των οργάνων της αναιρεσείουσας, ο αναιρεσίβλητος υπέστη προσβολή της προσωπικότητάς του, υποβαθμίστηκε ως άνθρωπος και ως καθηγητής, στον υπηρεσιακό περίγυρο, στους συναδέλφους, μαθητές, γονείς μαθητών και συνεπώς πρέπει να του επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 1.500 ευρώ, το οποίο λαμβανομένου υπόψη του είδους της βλάβης και της περιουσιακής κατάστασης των μερών κρίνεται δίκαιο και εύλογο.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας, κατά της πρωτόδικης απόφασης του μονομελούς Πρωτοδικείου που είχε δεχθεί εν μέρει την ένδική αγωγή, η οποία ως αίτημά της είχε την άρση της ως άνω μονομερούς βλαπτικής μεταβολής της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος-ήδη αναιρεσιβλήτου, η αποδοχή από την αναιρεσείουσα των υπηρεσιών του αναιρεσιβλήτου για το σύνολο των ωρών που προβλέπονται στην παράταση διορισμού του και η καταβολή στον αναιρεσίβλητο της χρηματικής ικανοποίησης ποσού 20.000 ευρώ.
Έτσι, κρίνοντας το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7 Ν. 2112/1920, 288, 361, 648, 652, 57, 59 και 932 ΑΚ, διότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής τους σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα: A)δεν προκύπτει από τις παραδοχές του Εφετείου αν η ως άνω πρόσθετη εργασία της αναπλήρωσης των ωρών δικασκαλίας που η αναιρεσείουσα είχε αναθέσει στον αναιρεσίβλητο κατά τα σχολικά έτη: 1) 2002-2003, 2) 2003-2004 και 3) 2004-2005: 1) είχε αποτελέσει ουσιώδη όρο της συμβάσεως, και 2) παρείχε σταθερώς, τακτικώς και μονίμως, αφού δεν ήταν γνωστή, τόσο η ανάγκη της εν λόγω εργασίας, όσο και ο ακριβής αριθμός των ωρών αναπλήρωσης του ως άνω καθηγητή, αφού η σχετική συμφωνία ανάθεσής τους γινόταν στην αρχή κάθε διδακτικού έτους, γιατί τότε η αναιρεσείουσα γνώριζε τον αριθμό των τμημάτων που λειτουργούσαν και τις ανάγκες αναπλήρωσης των ωρών διδασκαλίας του αναπληρωτή διευθυντή του γυμνασίου της αναιρεσείουσας Ξ.
Επίσης Β) Ενώ το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι κανονικές ώρες διδασκαλίας του αναιρεσιβλήτου αποτελούσαν τη διαφορά μεταξύ των εκάστοτε συνολικών ωρών διδασκαλίας του μαθήματος των μαθηματικών στο Γυμνάσιο και των 21 υποχρεωτικών ωρών διδασκαλίας που είχε ο αναπληρωτής διευθυντής του γυμνασίου Ξ, στη συνέχεια, αναφορικά με το επίδικο έτος 2005-2006 δέχθηκε ότι κατά το έτος αυτό, κατά το οποίο οι ώρες διδασκαλίας του μαθήματος των μαθηματικών, σύμφωνα με τις παραδοχές του, ήταν 24 συνολικά (ήτοι 6 Τμήματα μαθητών χ 4 διδακτικές ώρες),οι διδακτικές ώρες του αναιρεσιβλήτου ήταν 20, χωρίς να γίνεται αναφορά στις παραδοχές του, αν και για το διδακτικό αυτό έτος είχε ο Ξ υποχρεωτικό διδακτικό ωράριο και πόσο.
Επίσης, ενώ δέχθηκε, ότι με την παράταση του διορισμού του αναιρεσιβλήτου για τα σχολικά έτη 2004-2005, 2005-2006 και 2006-2007 ορίσθηκε "σύνολο είκοσι ωρών εβδομαδιαίως διδασκαλίας εκ των οποίων οκτώ αφορούσαν στην αναπλήρωση του παραπάνω διευθυντή για το σχολικό έτος 2004-2005" στη συνέχεια συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα ,ότι επήλθε μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σύμβασης του αναιρεσιβλήτου, διότι ο διευθυντής ανακοίνωσε σ' εκείνον, με την έναρξη του επόμενου σχολικού έτους 2005-2006, τη μείωση των διδακτικών ωρών του σε τέσσερις, χωρίς επίσης ουδεμία αναφορά στις παραδοχές του, για το χρόνο διδασκαλίας που ανατέθηκε, με τη σύμβαση, στον αναιρεσίβλητο κατά το σχολικό αυτό έτος.
Ωσαύτως, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται ολόκληρο το μισθό που αντιστοιχεί σε 20 ώρες, ήτοι για διδακτικό έργο που συμφωνήθηκε για το προηγούμενο σχολικό έτος 2004-2005, χωρίς να διαλαμβάνει, σε κάθε περίπτωση, περαιτέρω αιτιολογίες αναφορικά με το πόσος ήταν ο συνολικός διδακτικός χρόνος του μαθήματος των μαθηματικών κατά το επίδικο σχολικό έτος 2005-2006,πόσος από αυτόν είχε ανατεθεί στο αναπληρωτή διευθυντή Ξ και πόσος από το διδακτικό αυτό χρόνου δεν εξαντλείτο από αυτόν και ανατέθηκε στους υπόλοιπους εκπαιδευτικούς, ώστε να μπορεί να προσδιοριστεί ο αριθμός των διδακτικών ωρών που έπρεπε κατά νόμο να ανατεθούν στον αναιρεσίβλητο.
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο, κατά τη γενόμενη εκτίμησή του προβάλλονται οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι βάσιμος και κατά παραδοχή αυτού πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρο 580§3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 996/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία προσδιορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ