Legislator Case Law & Legislation
1285/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance payout for death damages due to procedural defects and insufficient grounds.

Case Number 1285/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed an appeal filed by an insurance company against a first-instance judgment awarding death damages to the family of a deceased driver. While the court rejected the appeal regarding other defendants due to sufficient reasoning and the principle of proportionality, it found procedural flaws in the judgment concerning two specific heirs. Consequently, the court annulled the proceedings against these two parties while dismissing the remainder of the appeal and ordering the insurer to pay legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a judgment if it violates the principle of proportionality or lacks sufficient reasoning, but dismisses appeals where the lower court has provided clear justification for its assessment of liability and damages.

Keywords

AI generated
death damages insurance liability proportionality principle sufficient reasoning annulment of judgment legal costs procedural defects

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1285 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός: 1285/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Τζανετάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ1, το γένος ΑΑ, το μεν α) ατομικά για τον εαυτό της, το δε β) ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Χ2 και γ) ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου πατρός της ΑΑ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Σάμπαλη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Χ3, 3) Χ4, 4) α) Χ5 και β) Χ6, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου πατρός τους ΒΒ, κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 5) α) Χ7, το γένος ΑΑ, και β) Χ8, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου πατρός τους ΑΑ, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σάμπαλη και κατέθεσαν προτάσεις, 6) Χ9 χήρας ΑΑ, ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου συζύγου της ΑΑ, η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο.

Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της από 12/3/2008 κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 320/2007 οριστικής απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου, ως προς τον 2ο και την 6η των ως άνω αναιρεσιβλήτων.

Στη συνέχεια, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο Χ2, εκπροσωπούμενος από την ασκούσα την γονική μέριμνα μητέρα του Χ1, ενηλικιώθηκε στις 11/10/2008 και συνεχίζει πλέον ατομικώς την παρούσα δίκη. Εκρποσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις.

Ακολούθως δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 6 αναιρεσίβλητη Χ9 χήρα ΑΑ απεβίωσε στις 6/1/2009 σύμφωνα με την υπ'αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Δήμου ..., ..., και την παρούσα δίκη συνεχίζουν για λογαριασμό της οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής, α) Χ1, το γένος ΑΑ, β) Χ8 του ΑΑ, γ) Χ7 του ΑΑ, τους οποίους εκπροσώπησε και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/11/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 23/6/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρίπολης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 320/2007 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/3/2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 4/3/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση ..., ... και .... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Τρίπολης ... αποδεικνύεται ότι αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, έχει επιδοθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα στους τρίτο, τέταρτο α' και τέταρτη β' από τους αναιρεσιβλήτους (Χ4, Χ5 και Χ6). Οι τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και δεν παραστάθηκε με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296, 297, 573 παρ. 1 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, παραίτηση, ολική ή μερική, από το δικόγραφο της αναίρεσης μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επιφέρει αντίστοιχη (ανάλογα με το περιεχόμενο και την έκτασή της) κατάργηση της δίκης (ΟλΑΠ 4/1992), χωρίς να είναι αναγκαία η συναίνεση του αναιρεσιβλήτου.

Στην προκείμενη περίπτωση ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, δήλωσε και η σχετική δήλωση καταχωρίστηκε στα πρακτικά, ότι αυτή παραιτείται από το δικόγραφο της κρινόμενης αναίρεσης κατά το μέρος που αυτή στρέφεται εναντίον του δεύτερου αναιρεσίβλητου Χ5, ο οποίος δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε κατά οποιοδήποτε τρόπο, καθώς και της έκτης αναιρεσίβλητης Χ9, για την οποία δηλώθηκε ο θάνατός της και η συνέχιση της δίκης από τους κληρονόμους της (1η και 5α και 5β από τους αναιρεσίβλητους).

Μετά τη νόμιμη δήλωση παραίτησης από το δικόγραφο όμως, από τον έχοντα προς τούτο ειδική πληρεξουσιότητα δικηγόρο, (βλ. ... πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελ. Κιστικίδου), ως προς τους προαναφερόμενους δύο αναιρεσίβλητους η αναίρεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε, ενώ δεν μπορεί να γίνει λόγος για επιδίκαση δικαστικών εξόδων υπέρ των παραστάντων κληρονόμων της έκτης αναιρεσίβλητης, αφού η εκκαθάριση αυτών γίνεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 679-681 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το άρθρο 192 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 1492/2002, ΑΠ 1602/2001).

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή τα διδάγματα της κοινής πείρας και εφόσον αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Κατά την έννοια δε της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Στις 22 Μαϊου 2004 και περί ώρα 1.15' π.μ. στο ύψος του 2,5 χιλιομέτρου της παλαιάς Εθνικής Οδού ...-..., το υπ' αριθ κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο (όχημα Α1), ιδιοκτησίας του ΓΓ, εκινείτο, οδηγούμενο από τον ίδιο, επί ανώνυμης ασφάλτινης οδού διπλής κατευθύνσεως που διασταυρώνεται με την Εθνική στο σημείο εκείνο, βρισκόταν δε πριν από την εν λόγω διασταύρωση, η οποία σηματοδοτείται με πινακίδα STOP για τους εξερχόμενους από την ανώνυμη οδό προς την Εθνική και από τη δεξιά πλευρά των κινουμένων στην τελευταία από ...

προς ... . Από την απέναντι πλευρά της διασταυρώσεως με την Εθνική, ήτοι πέραν του ρεύματος πορείας αυτής προς ..., η εν λόγω ανώνυμη οδός συνεχίζεται με χωμάτινο οδόστρωμα (υπάρχει επίσης πινακίδα STOP στη συμβολή της με την Εθνική και από αυτή την πλευρά). Η Εθνική στο σημείο αυτό έχει μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και οι δύο κατευθύνσεις οριοθετούνται με διπλή διαχωριστική γραμμή, η οποία διακόπτεται στο κέντρο της διασταυρώσεως.

Το συνολικό πλάτος της Εθνικής είναι 8,20 μέτρα, ήτοι 4,10 ανά κατεύθυνση, υπάρχει δε και από τις δύο πλευρές του δρόμου έρεισμα μέσου πλάτους 0,40 εκατοστών, αποτελούμενο από καταστραμμένη άσφαλτο προϋφισταμένης βοηθητικής λωρίδας κυκλοφορίας και χώμα. Ο οδηγός του ανωτέρω αυτοκινήτου είχε πρόθεση να εισέλθει στην Εθνική οδό, να διασχίσει το ρεύμα πορείας προς ...

και ακολούθως με αριστερή στροφή στο κέντρο της διασταυρώσεως να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα πορείας με κατεύθυνση προς ... . Εκτός από τον ανωτέρω οδηγό στο αυτοκίνητο επέβαιναν η σύζυγός του ΔΔ, ο ανήλικος (12ετής) υιός τους ΕΕ, ο φίλος τους ΣΤ (παθών), η σύζυγος του τελευταίου Χ1 και ο ανήλικος υιός αυτών (13 και 1/2 ετών) Χ2.

Όλοι μαζί επέστρεφαν στις οικίες τους στην ... από παρακείμενη ταβέρνα, την οποία είχαν επισκεφθεί για να διασκεδάσουν, έχοντας καταναλώσει, τουλάχιστον οι άρρενες ενήλικοι, ικανή ποσότητα αλκοόλ. Εν τω μεταξύ, προ της ιδίας διασταυρώσεως και επί του ρεύματος πορείας της Εθνικής από ... προς ..., εκινείτο κανονικά το με αριθμό κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο (όχημα Β1), οδηγούμενο από τον ΖΖ, στο οποίο επέβαιναν, εκτός από τον ίδιο, η σύζυγός του ΗΗ και ο υιός τους ΘΘ, στον οποίο ανήκε κατά κυριότητα το εν λόγω όχημα. Το όχημα Α1, του ΔΔ, εισήλθε στη διασταύρωση παραβιάζοντας την υπάρχουσα σηματοδότηση με πινακίδα STOP, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί αντικανονικά στην πορεία του κανονικά κινούμενου Β1 αυτοκινήτου του ΘΘ.

Ο τελευταίος τροχοπέδησε, ενώ ο ΔΔ, αντιληφθείς την τελευταία στιγμή το επερχόμενο από αριστερά του όχημα, επιτάχυνε για να εξέλθει από το ρεύμα πορείας προς ... και να αποφύγει την σύγκρουση. Τελικά το αυτοκίνητο του ΘΘ χτύπησε με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του το οπίσθιο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του ΔΔ, έτσι ώστε το όχημα Α1 έλαβε ισχυρή ώθηση εν κινήσει από όπισθεν αριστερά και το Β1 όχημα με τροχοπέδηση έλαβε αντίστοιχη ώθηση από έμπροσθεν αριστερά.

Αποτέλεσμα της επενέργειας των ωστικών αυτών δυνάμεων ήταν, α) το όχημα Α1 να διαγράψει περί τον εαυτό του στροφή 180 μοιρών, να εκτιναχθεί στην αντίθετη πλευρά της διασταυρώσεως από εκείνη από την οποία εισήλθε, να προσκρούσει στην εκεί πινακίδα STOP και να καταλήξει με το οπίσθιο μέρος του εντός της χωμάτινης συνέχειας της ανώνυμης οδού (στην οποία εκινείτο προηγουμένως), πέραν του ρεύματος πορείας της Εθνικής προς ...

και με μέτωπο προς αυτό, έτσι ώστε το εμπρόσθιο τμήμα του να καταλαμβάνει το πλάτους 0,40 εκατοστών έρεισμα της Εθνικής στο σημείο συμβολής σε αυτήν της ανωτέρω χωμάτινης οδού, και β) το όχημα Β1 να κινηθεί για λίγα μέτρα πέραν της διασταυρώσεως, επί του ρεύματος πορείας του, τροχοπεδημένο και με κλίση προς τα δεξιά, να ακινητοποιηθεί δε διαγώνια εντός του ιδίου ρεύματος και με το οπίσθιο τμήμα του κοντά στη διπλή διαχωριστική γραμμή που χωρίζει τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας της Εθνικής Οδού.

Στη θέση αυτή, μετρηθείσα από την Τροχαία η απόσταση μεταξύ των δύο ακινητοποιημένων οχημάτων, διαγωνίως σε σχέση με τον άξονα της ΕΟ, ευρέθη 20,80 μέτρα. Το Β1 όχημα λόγω της συγκρούσεως υπέστη ηλεκτρική βλάβη και δεν λειτουργούσαν τα φώτα του, ούτε τα ALARM του. Οι επιβαίνοντες σε αυτό (οικογένεια ΖΖ-ΗΗ-ΘΘ) αποβιβάστηκαν και παρέμειναν επί του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας τους προς τη δεξιά πλευρά του, αναμένοντας την αμέσως ειδοποιηθείσα Τροχαία.

Οι επιβαίνοντες στο όχημα Α1, του οποίου λειτουργούσαν τα ALARM, αποβιβάστηκαν επίσης από αυτό και περίμεναν ομοίως την Τροχαία, οι μεν γυναίκες και τα παιδιά στο πίσω μέρος του, οι δε άνδρες (ΓΓ και παθών) στο εμπρόσθιο τμήμα του, δηλαδή επί της διαχωριστικής γραμμής του ρεύματος κυκλοφορίας προς ... με το έρεισμα της ΕΟ και ελάχιστα εντός αυτής.

Συμφώνησαν δε και οι δύο εμπλακείσες πλευρές να μην μετακινήσουν τα οχήματα προκειμένου να γίνει περισσότερο αξιόπιστη η αυτοψία από την Τροχαία. Άλλα μέσα σημάνσεως του χώρου του ατυχήματος με τοποθέτηση προειδοποιητικών τριγώνων δεν έλαβαν οι οδηγοί των συγκρουσθέντων οχημάτων. Πρέπει δε να ληφθεί υπόψη ότι στην περιοχή επικρατούσε σκοτάδι, λόγω της προχωρημένης νύκτας και της ελλείψεως τεχνητού φωτισμού, όμως η ΕΟ στο σημείο εκείνο είναι ευθεία για αρκετά χιλιόμετρα και το τοπίο επίπεδο χωρίς κτίσματα ή δένδρα, ώστε η ορατότητα περιοριζόταν μόνο από τις ελλιπείς συνθήκες φωτισμού, που όμως αναπληρώνονταν εν μέρει για τους οδηγούς των οχημάτων από τα φώτα πορείας τους.

Εν τω μεταξύ στην συντροφιά των ΓΓ-ΣΤ προστέθηκε και ο ΚΚ, ο οποίος σταμάτησε με το αυτοκίνητό του για να προσφέρει βοήθεια και καθόταν μαζί με τους ΓΓ-ΣΤ έμπροσθεν από το αυτοκίνητο του πρώτου. Ένα τέταρτο περίπου μετά την ανωτέρω σύγκρουση και περί ώρα 1.30 π.μ. στη σκηνή του ατυχήματος, όπως περιγράφηκε προηγουμένως, εμφανίστηκε το υπ' αριθ ...

ΙΧ φορτηγό αυτοκίνητο-ψυγείο, μάρκας MERCEDES, μέγιστου πλάτους αμαξώματος 2,50 μέτρων (όχημα Γ1), οδηγούμενο από τον πρώτο εκκαλούντα της πρώτης εφέσεως και κινούμενο επί της αυτής Εθνικής οδού ...-..., στο ρεύμα πορείας προς ..., το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την αστική ευθύνη έναντι τρίτων, για τις από την κυκλοφορία του δυνάμενες να προκληθούν ζημίες, στην μόνη εκκαλούσα της δεύτερης εφέσεως ασφαλιστική εταιρία.

Ιδιοκτήτρια του οχήματος αυτού ήταν και η δεύτερη εκκαλούσα της πρώτης εφέσεως ετερόρρυθμη εταιρία, η οποία είχε προστήσει τον ανωτέρω οδηγό στην οδήγησή του. Της τελευταίας δε ομόρρυθμος εταίρος και συνεπώς ατομικώς και αλληλεγγύως προς αυτήν ευθυνόμενος για τα εταιρικά χρέη της κατά νόμο ήταν και είναι ο τρίτος εκκαλών της πρώτης εφέσεως.

Ο οδηγός του φορτηγού, πλησιάζοντας την σκηνή του ατυχήματος με τα φώτα πορείας του σε λειτουργία, αντιλήφθηκε καθυστερημένα το Β1 όχημα ακινητοποιημένο στο αντίθετο ρεύμα πορείας και χωρίς να υπάρχει λόγος αποφευκτικού ελιγμού, παρεξέκλινε προς τα δεξιά, χωρίς να μειώσει καθόλου ταχύτητα, καταλαμβάνοντας εν μέρει και το εκεί έρεισμα της ΕΟ.

Αμέσως μετά όμως, και πάλι καθυστερημένα, αντιλήφθηκε να παρεμβάλλεται στην πορεία του το εμπρόσθιο τμήμα του Α1 οχήματος με όρθιους προ αυτού κατά σειρά τους ΓΓ, ΚΚ και ΣΤ. Τότε έκανε νέο ελιγμό προς τα αριστερά για να ευθυγραμμισθεί στο ρεύμα πορείας του. Οι τρεις ανωτέρω πεζοί δεν πρόλαβαν να αντιληφθούν την κατάσταση και να απομακρυνθούν από την πορεία του φορτηγού, μάλιστα ο ΣΤ εκείνη τη στιγμή έσκυβε μπροστά για να ανάψει τσιγάρο.

Αποτέλεσμα ήταν το φορτηγό, πριν ολοκληρώσει τον δεύτερο ελιγμό, να χτυπήσει, επί της διαχωριστικής γραμμής μεταξύ ερείσματος και ρεύματος προς ... της ΕΟ, με το εμπρόσθιο δεξιό φτερό του και εν συνεχεία με την εμπρόσθια δεξιά γωνία του ψυκτικού του θαλάμου, τον ΣΤ, το σώμα του οποίου επέπεσε επί του ΚΚ, έτσι ώστε αυτός ωθήθηκε και έπεσε πάνω στο καπώ του Α1 αυτοκινήτου, ενώ πέρασε "ξυστά" από το σώμα του ΓΓ, προτού ευθυγραμμισθεί μέσα στο ρεύμα της κατεύθυνσής του.

Ο ΚΚ τραυματίσθηκε ελαφρά, όμως ο ΣΤ υπέστη "βαρύ θλαστικό τραύμα στην μετωποβρεγματική χώρα και εκτεταμένο κάταγμα κρανίου με καταστροφή της εγκεφαλικής ουσίας", ήτοι βαρύτατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, από τις οποίες, ως μόνων ενεργών αιτιών, επήλθε ο θάνατός του. Επίσης στο αίμα του αποβιώσαντος ανιχνεύθηκε υψηλή περιεκτικότητα σε οινόπνευμα (3,39 γρ.

ανά λίτρο αίματος). Ο οδηγός του φορτηγού, όπως συνάγεται από τις σύστοιχες βλάβες στα ανωτέρω σημεία επαφής του αμαξώματος του οχήματός του με το σώμα του αποβιώσαντος, αντιλήφθηκε ότι χτύπησε κάτι, γι' αυτό και σταμάτησε περί τα 200 μέτρα μετά το σημείο του ατυχήματος και επέστρεψε σε αυτό για να διαπιστώσει το συμβάν.

Ακόμη πρέπει να σημειωθεί ότι το φορτηγό αυτοκίνητο έχει "κόφτη" ταχύτητας που δεν επιτρέπει την ανάπτυξη μεγαλύτερης ταχύτητας από τα 85 χλμ ανά ώρα, ενώ στο επίμαχο σημείο το όριο ταχύτητας είναι 80 χλμ ανά ώρα και ο ίδιος οδηγός του εν λόγω οχήματος δέχεται ήδη ότι είχε ταχύτητα 70 χλμ ανά ώρα. Από τα στοιχεία αυτά, σε συνδυασμό με το ότι τελικά το φορτηγό σταμάτησε μετά 200 μέτρα αφότου ο οδηγός του αντιλήφθηκε ότι έγινε κάποιο ατύχημα και λαμβανομένου υπόψη ότι όλοι οι αυτόπτες μάρτυρες περί το αυτοκίνητο Α1 καταθέτουν περί μεγάλης ταχύτητας του φορτηγού ή περί αστραπιαίου περάσματος τούτου, συνάγεται ότι είχε αναπτύξει ταχύτητα μεταξύ 80 και 85 χλμ ανά ώρα.

Με τα πραγματικά δεδομένα που περιγράφηκαν προηγουμένως, κρίνεται ότι επιδείχθηκε αμελής συμπεριφορά, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με τον θάνατο του πεζού ΣΤ, από τα ακόλουθα εμπλακέντα στο ατύχημα πρόσωπα αναφορικά με τις εξής πράξεις και παραλείψεις τους: Α) Από τον οδηγό του φορτηγού αυτοκινήτου-ψυγείου (πρώτο εκκαλούντα της πρώτης εφέσεως), διότι: 1) ενώ είχε υποχρέωση, λόγω της ελλείψεως τεχνητού φωτισμού της ΕΟ στη σημείο του ατυχήματος και του εξ αυτής περιορισμού της ορατότητας, να διατηρεί μειωμένη ταχύτητα, ήτοι κατά πολύ μικρότερη του εκεί ισχύοντος ορίου των 80χλμ, έτσι ώστε να είναι σε θέση να ακινητοποιήσει το όχημά του σε οποιοδήποτε εμπόδιο ήθελε εμφανισθεί ενώπιόν του (άρθρο 19 παρ. 2 και 3α' του ΚΟΚ), αυτός αντιθέτως είχε αναπτύξει ταχύτητα μεταξύ 80 και 85 χλμ, η οποία, αν και υπερέβαινε κατά μικρόν το ισχύον όριο ταχύτητας, ήταν οπωσδήποτε υπερβολική ενόψει των επικρατουσών συνθηκών.

Αποτέλεσμα ήταν να μην αντιληφθεί εγκαίρως την ύπαρξη στο έμπροσθέν του τμήμα του δρόμου, από δεξιά και αριστερά, των εμπλακέντων σε προηγούμενο ατύχημα (Α1 και Β1), καθώς και των πέριξ αυτών ευρισκομένων πεζών. Με μέτρια ταχύτητα δεν υπήρχε περίπτωση να μην αντιληφθεί από ικανοποιητική απόσταση τους τελευταίους, ακόμη και με έλλειψη τεχνητού φωτισμού και χωρίς αυτοί να φορούν ζωηρόχρωμα ενδύματα, εφόσον το όχημά του ως φορτηγό ήταν υπερυψωμένο, είχε αναμμένα τα φώτα πορείας του και ο δρόμος ήταν ευθύς στο σημείο αυτό χωρίς υλικά εμπόδια ορατότητας, αυτοί δε σχημάτιζαν δύο ομάδες των τριών ατόμων από την μια πλευρά του δρόμου και των επτά από την άλλη, ενώ συγχρόνως ήταν αναμμένα τα προειδοποιητικά ALARM του A1 οχήματος. 2) Όταν αντιλήφθηκε καθυστερημένα το Β1 όχημα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας από εκείνο της δικής του πορείας και ενώ αυτό δεν του εμπόδιζε καθόλου την κίνηση, εκτίμησε εσφαλμένα ότι υπήρχε κίνδυνος από την πλευρά αυτή και προέβη σε άνευ αντικειμένου αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά καταλαμβάνοντας εν μέρει και το έρεισμα του δρόμου, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει αν μπορεί να κάνει αυτό χωρίς κίνδυνο και χωρίς να μειώσει την ταχύτητα του οχήματός του (άρθρα 16 παρ. 4 και 19 παρ. 3 εδ β' του ΚΟΚ).

Αποτέλεσμα της εσφαλμένης εκτιμήσεως και των παραλείψεών του αυτών ήταν να βρεθεί λίγα μέτρα προ του ακινητοποιημένου, εν μέρει εντός του ερείσματος και εν μέρει πέραν αυτού προς ανώνυμη διασταυρούμενη οδό, Α1 οχήματος και των προ αυτού τριών πεζών (θανόντος, ΣΤ και ΓΓ), τους οποίους μόλις τότε αντιλήφθηκε και προσπάθησε να εκτελέσει, πλην όμως ανεπιτυχώς, αριστερό αποφευκτικό ελιγμό για να τους παρακάμψει. 3) Ο τελευταίος ελιγμός απέτυχε και αυτός λόγω διατηρήσεως της αυξημένης ταχύτητας του οχήματός του.

Εάν είχε μειώσει ταχύτητα, έστω και μετά από τον πρώτο προς τα δεξιά ελιγμό, θα μπορούσε να είχε ελιχθεί στη συνέχεια επιτυχώς με τα 2,50 μέτρα πλάτους του αυτοκινήτου του μεταξύ των πεζών και της διπλής διαχωριστικής γραμμής αφού το ελεύθερο πλάτος του δρόμου στο σημείο αυτό ήταν τουλάχιστον 3,60 μέτρων, λαμβανομένου υπόψη ότι οι πεζοί στέκονταν έμπροσθεν ακριβώς της οριογραμμής του ερείσματος με το ρεύμα κυκλοφορίας προς ..., καταλαμβάνοντας από το συνολικό πλάτος αυτού, των 4,10 μέτρων, όχι περισσότερο από 0,50 μέτρα.

Επιπλέον η διπλή διαχωριστική γραμμή διακοπτόταν στο σημείο εκείνο και δεν υπήρχαν αντιθέτως κινούμενα οχήματα. Β) Από τον ίδιο τον παθόντα, ο οποίος ενώ όφειλε και πρέπει να είδε το φορτηγό αυτοκίνητο να πλησιάζει με αναμμένα τα φώτα, σε ευθεία γραμμή από την πλευρά του ρεύματος κυκλοφορίας στην άκρη του οποίου στεκόταν, όχι μόνο δεν μετακινήθηκε σε ασφαλή θέση πέραν του ερείσματος του δρόμου, αλλά επιπλέον άναψε τσιγάρο, κάνοντας την χαρακτηριστική κίνηση των καπνιστών να σκύψει προς τα εμπρός και στην στάση αυτή τον βρήκε οριακά το φορτηγό αυτοκίνητο κτυπώντας τον στο κεφάλι.

Η συμπεριφορά του αυτή (αμεριμνησία-βραδύτητα αντιδράσεως ή και αντιλήψεως), εξηγείται από το ότι τελούσε σε μέθη, όπως συνάγεται από την περιεκτικότητα οινοπνεύματος που ανιχνεύθηκε στο αίμα του κατά τα προαναφερθέντα. Με βάση την προεκτεθείσα αμελή συμπεριφορά, που επέδειξε καθένα από τα παραπάνω πρόσωπα, που ενεπλάκησαν στο επίδικο τροχαίο ατύχημα, προκύπτει υπαίτια εξ αμελείας συμβολή τους σε αυτό ως εξής:

α) του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου κατά 70%, β) του ίδιου του παθόντος κατά 30%, κατά παραδοχή της ενστάσεως συνυπαιτιότητας τούτου ως προς το ποσοστό αυτό". Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας (αλλά και τις εφέσεις των άλλων διαδίκων). Με αυτά που δέχθηκε του Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε και ειδικότερα τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 1 του ΚΟΚ (Ν 2696/1999),αφού καταλογίζει στον παθόντα υπαιτιότητα για την πρόκληση του ατυχήματος εκ του ότι δεν μετακινήθηκε από την άκρη του ρεύματος πορείας του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου, παρόλο που το αντιλήφθηκε να πλησιάζει, η υπαιτιότητα όμως του παθόντος, δεν αίρει την υπαιτιότητα του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου, που επίσης δέχεται.

Εξάλλου, κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και ειδικότερα αναφορικά με την υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και του θανόντος πεζού και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας από τις ανωτέρω συμπεριφορές στην επέλευση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος που είχε ως συνέπεια τη θανάτωση του πεζού, και δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρει και αν το ατύχημα θα αποφευγόταν αν ο πεζός δεν έκανε την κίνηση προς τα εμπρός να ανάψει τσιγάρο, ούτε την απόσταση από την οποία ο οδηγός του αυτοκινήτου θα μπορούσε να αντιληφθεί την ύπαρξη των ακινητοποιημένων οχημάτων, αφού αναφέρει την κατάσταση της οδού, τη λειτουργία των δεικτών του ενός αυτοκινήτου για προσωρινή στάση (ALARM), και των βάσει αυτών και της υπερβολικής ταχύτητας του φορτηγού αυτοκινήτου καθυστερημένη αντίδραση του οδηγού αυτού, ούτε ποια είναι ακριβώς η μέτρια ταχύτητα με την οποία έπρεπε να κινείται το φορτηγό ενόψει των συνθηκών που επικρατούσαν στη συγκεκριμένη στιγμή, οι δε προβαλλόμενες σχετικές ελλείψεις της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης ανάγονται στην πληρέστερη αιτιολόγηση του σαφώς εκτιμώμενου αποδεικτικού πορίσματος και στο ύψος του ποσοστού συνυπαιτιότητας που καθόρισε το Εφετείο για τον παθόντα και τον οδηγό του φορτηγού αυτοκινήτου και επομένως είναι απαράδεκτος.

Το Εφετείο τέλος περιέχει λεπτομερείς αναφορές στους λόγους που καταφάσκουν την υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και τη συνυπαιτιότητα του πεζού και οι αιτιολογίες του επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, και δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση, ενώ ορθά υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά στις έννοιες της αιτιώδους συνάφειας και της αμέλειας.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω οι με αριθμούς 1, 2, 3, 4 και 5, λόγοι της αναίρεσης με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι και καθόσον αφορά τη δεύτερη πλημμέλεια κατά ένα μέρος ως απαράδεκτοι. IV. Κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Κατά τη σταθερή νομολογία του Αρείου Πάγου ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης που οφείλεται στο δικαιούχο βάσει της ΑΚ 932 αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας. Η κρίση αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως (αριθμός 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ), είτε εκ πλαγίου (αριθμός 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), είτε παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Επομένως, η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας στον καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποιήσεως δεν υπόκειται στον έλεγχο του ακυρωτικού. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ούτε και από άποψη παραβιάσεως ή μη της αρχής της αναλογικότητας, που εισάγεται ως νομικός κανόνας με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος.

Και τούτο διότι ο δικαστικός έλεγχος της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στον έλεγχο της συνταγματικότητας διατάξεως νόμου και συγκεκριμένα αν ο νομοθετικός περιορισμός ενός συνταγματικώς προστατευόμενου δικαιώματος σέβεται ή όχι την αρχή της αναλογικότητας. Δηλαδή ο έλεγχος από άποψη τηρήσεως της αρχής αυτής γίνεται μεταξύ αφενός μεν της συνταγματικής διατάξεως, που προστατεύει κάποιο δικαίωμα, αφετέρου δε της νομοθετικής διατάξεως, που το περιορίζει.

Έξω, όμως, από το πεδίο αυτό τα δικαστικά όργανα δεν έχουν εξουσία να εφαρμόζουν απευθείας την αρχή της αναλογικότητας κατά την ενάσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας τους σε συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά εφαρμόζουν την οικεία διάταξη του νόμου, ο οποίος αναθέτει σ' αυτά να αποφασίζουν. Επομένως, δικαστική απόφαση, που δεν προέβη σε συγκεκριμένη περίπτωση στον προσδιορισμό εύλογης χρηματικής αποζημίωσης του άρθρου 932 ΑΚ, δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, αλλά είναι εσφαλμένη και θα ελεγχθεί με τα επιτρεπόμενα ένδικα μέσα, με βάση τους κανόνες που το ίδιο άρθρο, θέτει και στα πλαίσια, που οι ρυθμίζουσες τα ένδικα μέσα διατάξεις οριοθετούν τον έλεγχο.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον με αριθμό έξι (6) λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, παραβιάζοντας τη διάταξη 25 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την επιδίκαση των ποσών της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης στους ενάγοντες συγγενείς του θανόντος, διότι τα επιδικασθέντα ποσά, για τους συγγενείς του θανόντος, είναι υπερμέτρως ασυνήθη σε σχέση με τα ποσά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και διότι δεν είναι σαφές αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τη συνυπαιτιότητα του θύματος.

Τα Εφετείο σχετικά με το ανωτέρω ζήτημα δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ως προς την απαίτηση των εναγόντων-εφεσιβλήτων για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θάνατο του οικείου τους, λαμβανομένων υπόψη: α) της ηλικίας του θύματος, 52 ετών, η οποία παρείχε μεγάλο προσδόκιμο ζωής αυτού, σε συνδυασμό με την ηλικία των δικαιούχων της απαιτήσεως (σύζυγος 47 ετών, υιός 13 και 1/2 ετών, αδελφοί συνομήλικοι του θύματος, γονείς και πεθερικά ηλικιωμένοι), β) της συμβιώσεως του θύματος με την σύζυγο και τον υιό του σε μια δεμένη οικογένεια και της στενότητας των σχέσεων που διατηρούσε με την λοιπή ευρύτερη οικογένειά του, γ) του γεγονότος ότι ο υιός του θύματος θα στερηθεί την πατρική αγάπη, φροντίδα και υποστήριξη σε μία ευαίσθητη για την ανάπτυξή του ως ατόμου ηλικία και θα συνεχίσει εφεξής την ζωή του χωρίς την πατρική παρουσία, δ) του γεγονότος ότι ο θάνατος έλαβε χώρα κυριολεκτικά υπό τα όμματα της συζύγου και του υιού του θύματος και προκάλεσε και στους δύο ισχυρό ψυχικό σοκ, στην πρώτη δε και μακροχρόνια κατάθλιψη, ε) της βαρύτητας του πταίσματος του υπαιτίου οδηγού σε συνδυασμό με την συνυπαιτιότητα του θύματος, και στ) της οικονομικής καταστάσεως των εναγομένων-εκκαλούντων (πλην της ασφαλιστικής εταιρίας) και της κοινωνικής θέσης των εξ αυτών φυσικών προσώπων, κρίνεται ότι τα ποσά χρηματικής ικανοποιήσεως, που δικαιούνται αυτοί για την εν λόγω αιτία, πρέπει να προσδιοριστούν σε ευρώ:

Α) 100.000 για την πρώτη ενάγουσα, εν ζωή σύζυγο του θανόντος, Β) 120.000 για το εκπροσωπούμενο από την ίδια ανήλικο τέκνο, Γ) 80.000 για τον δεύτερο ενάγοντα, πατέρα του θανόντος, Δ) 40.000 για τον τρίτο ενάγοντα, αδελφό του θανόντος, Ε) 40.000 για τον ήδη αποβιώσαντα τέταρτο ενάγοντα, αδελφό του θανόντος, ποσό το οποίο επιμερίζεται από 1/2 στον καθένα από τους προαναφερθέντες δύο κληρονόμους του δικαιούχου, ΣΤ) 20.000 για τον ήδη αποβιώσαντα, πεθερό του θανόντος, ποσό το οποίο επιμερίζεται από 1/4 στον καθένα από τους τέσσερις προαναφερθέντες κληρονόμους του δικαιούχου και Ζ) 20.000 για την έκτη ενάγουσα, πεθερά του θανόντος".

Σύμφωνα όμως με όσα εκτέθηκαν παραπάνω ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που αποδίδει την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση του άρθρου 25 του Συντάγματος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η ανωτέρω κρίση του δικαστηρίου δεν υπόκειται απευθείας σε έλεγχο μέσω της αρχής της αναλογικότητας.

Εξάλλου, κατά το μέρος που αποδίδει την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο περιέχει σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες ως προς το άνω ζήτημα και έχει λάβει υπόψη και τη συνυπαιτιότητα του θύματος, έτσι ώστε είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Καταργεί τη δίκη που ανοίχθηκε με την από 12 Μαρτίου 2008 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ κατά της 320/2007 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου κατά το μέρος που αυτή στρέφεται εναντίον του δεύτερου αναιρεσίβλητου Χ3 και της έκτης αναιρεσίβλητης Χ9.

Απορρίπτει την άνω αναίρεση κατά το μέρος που αυτή στρέφεται κατά των λοιπών αναιρεσιβλήτων.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των παρόντων λοιπών αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύτηκε σε δημόσια στο ακροατήριο συνεδρίαση στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ