Legislator Case Law & Legislation
1285/2008 AI generated

1285/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1285/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1285/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΕΠΕΙΔΗ ο 2ος λόγος αναιρέσεως εκ του αριθ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ κατά τον οποίο ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δ/ριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα γιατί το Εφετείο δέχθηκε τον 10 πρόσθετο λόγο ανακοπής και ακύρωσε την .....

Keywords

AI generated
change of job disciplinary transfer wages and movements of workers posted workers detachment work subject to authorization decisions concerning reassignment or transfer
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1285 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1285/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Βασίλειο Φραγκαράκη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Αυγερινού-Φαλιδά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2002 ανακοπή και τους από 28-1-2003 πρόσθετους λόγους του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 252/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2153/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 31-5-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 8-10-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι το Δ/ριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτό.

Σε περίπτωση μη λήψης υπόψη τούτων ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά τον αριθ. 11 περίπτωση γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο και ότι τα επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με τις έγγραφες προτάσεις του (ΑΠ 682/1975).

Κατ' ακολουθίαν ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και ο τέταρτος κατά το δεύτερο μέρος του από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τους οποίους αποδίδεται η αιτίαση στην προσβαλλόμενη απόφαση διότι δεν έλαβεν υπόψη το υπό του αναιρεσείοντος επικαλούμενο ως προσαχθέν παρ. αυτού προς απόδειξη έγγραφο ήτοι την υπ' αριθ. 17898/20-5-05 απόφαση του ΥΠΕΧΩΔΕ με την συνημμένη τεχνική έκθεση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθ' όσον το Εφετείο όπως ρητώς βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του σχημάτισε την κρίση του επί της ουσίας της υποθέσεως, αφού έλαβε υπόψη εκτός από άλλα αποδεικτικά μέσα και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, από τη βεβαίωση δε αυτή δεν απομένει αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και το αναφερόμενο ως άνω έγγραφο.

ΕΠΕΙΔΗ ο 2ος λόγος αναιρέσεως εκ του αριθ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ κατά τον οποίο ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δ/ριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα γιατί το Εφετείο δέχθηκε τον 10 πρόσθετο λόγο ανακοπής και ακύρωσε την .....

επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου του δικ. επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., χωρίς αποδείξεις, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο στήριξε την κρίση του για την παραδοχή της ανακοπής, στις καταθέσεις των μαρτύρων και στα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι (ΑΠ 1595/07, ΑΠ 1084/07).

ΕΠΕΙΔΗ, λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται αν το δ/ριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 339 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι τόσο οι καταχρηστικές ενστάσεις όσο και οι χαρακτηριζόμενες ως γνήσιες μη αυτοτελείς που συνεπάγονται την κατάλυση ή τη διακώλυση της γενέσεως του επίδικου δικαιώματος, καλύπτονται από το δεδικασμένο της τελεσίδικης προγενέστερης απόφασης, η οποία έχει ήδη εκδοθεί επί ενδίκου βοηθήματος (αγωγής, ανακοπής κατά της εκτελέσεως) που ασκήθηκε.

Αρκεί προς τούτο κατά το χρόνο της προηγούμενης δίκης να είχαν ολοκληρωθεί οι όροι που θεμελιώνουν αυτές τις ενστάσεις και δεν απαιτείται να είχαν προταθεί παραδεκτώς για να καταστεί απαράδεκτη η προβολή τους στη μεταγενέστερη δίκη για την οποία ισχύει η από το δεδικασμένο δέσμευση. Όταν όμως πρόκειται για δίκη επί ανακοπής κατά πράξεως της αναγκαστικής εκτελέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 933 Κ.Πολ.Δ η κατά το άρθρο 330 αυτού προβλεπόμενη επέκταση του δεδικασμένου όπως παραπάνω, δεν έχει εφαρμογή προκειμένου για τις κατά την παράγρ. 4 του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ ενστάσεις.

Η τελευταία αυτή διάταξη που ορίζει ότι οι ισχυρισμοί που αφορούν την απόσβεση της απαίτησης για την ικανοποίηση της οποίας γίνεται η εκτέλεση, πρέπει να αποδεικνύονται αμέσως (παραχρήμα), αλλιώς απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτος περιλαμβάνει εκτός των ισχυρισμών που στηρίζονται στους αποσβεστικούς λόγους των ενοχών (άρθ. 416 επομ.

ΑΚ) και εκείνες τις ενστάσεις που υπάγονται κατά το ουσιαστικό δίκαιο στις παρακωλυτικές της ασκήσεως του δικαιώματος, οι οποίες δεν αναιρούν μεν το δικαίωμα και την απαίτηση που προέρχεται από αυτό, για την οποία γίνεται η εκτέλεση, αποκλείει όμως την ικανοποίησή της. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι στις εν λόγω δίκες εκτελέσεως οι ισχυρισμοί που δεν αποδεικνύονται αμέσως δεν μπορούν να προταθούν και συνεπώς δεν επεκτείνεται σε αυτούς το δεδικασμένο.

Από την αιτία δε αυτή οι πιο πάνω ισχυρισμοί που είχαν γεννηθεί κατά την άσκηση της προγενέστερης ανακοπής, αλλά δεν μπορούσαν τότε να προταθούν, δεν εμποδίζεται να προβληθούν εκκαθαρισμένοι σε δίκη επί μεταγενέστερης ανακοπής, κατά το άρθρο 935 Κ.Πολ.Δ κατά την συζήτηση της οποίας δεν αποκρούονται από το δεδικασμένο κατά το άρθρο 330 Κ.Πολ.Δ (Ολ.

ΑΠ 10/1993).

Εν προκειμένω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα εξής: Η ανακόπτουσα μαζί με τους Α, Β, Ψ, Γ, και τον ανήλικο Δ νομίμως εκπροσωπούμενο άσκησαν την από 4-1-1999 ανακοπή τους, με την οποία, στρεφόμενοι κατά του νυν καθού Χ, ζητούσαν την ακύρωση του ..... αντιγράφου εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού του .....

προσυμφώνου και εργολαβικού συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Στασινοπούλου και των κάτω από αυτό από 18-12-1998 έξι επιταγών πληρωμής ποσού 2.093.000 δραχμών, για καθένα των ανακοπτόντων, ισχυριζόμενοι ότι, εσφαλμένα περιάφθηκε εκτελεστήριος τύπος του ως άνω συμβολαίου, όσον αφορά την κηρυχθείσα εκτελεστή διάταξη αυτού, η οποία τους υποχρέωσε στην καταβολή ποινικής ρήτρας, σε περίπτωση αδικαιολόγητης αρνήσεώς τους, να μεταβιβάσουν χιλιοστά επί του οικοπέδου, με την πρόοδο των εργασιών, δεδομένου, ότι, σκοπίμως δεν τηρήθηκαν από την πλευρά του καθού οι αναγραφόμενοι στο προσύμφωνο όροι της κοινοποιήσεως σε αυτούς της οικοδομικής άδειας και της υπογραφής της πράξεως συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας, πριν την έναρξη των εργασιών ανοικοδομήσεως, ώστε αυτοί, να μη δυνηθούν να ορίσουν μηχανικό της αρεσκείας τους, που θα διαπίστωνε ότι, το εμβαδόν του οικοπέδου τους υπολειπόταν στην πραγματικότητα του εμβαδού, που εμφανιζόταν στα υποβληθέντα σχέδια, βάσει των οποίων εκδόθηκε η οικοδομική άδεια, με αποτέλεσμα, α) ο αντισεισμικός αρμός που αφέθηκε να είναι μικρότερος του αναφερόμενου στην εγκριθείσα άδεια και β) οι βάσει του ως άνω εργολαβικού περιεχόμενες σε αυτούς θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτων, να είναι παράνομες και άχρηστες γι' αυτούς, λόγω του ότι, υπολείπονταν των από τις πολεοδομικές διατάξεις απαιτουμένων για την λειτουργία τους διαστάσεων, τα γεγονότα δε αυτά τους οδήγησαν στην καταγγελία της μεταξύ αυτών και του καθού-εργολάβου, εργολαβικής συμβάσεως.

Η εν λόγω ανακοπή απερρίφθη, με την 1807/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία προσέβαλαν οι τότε ανακόπτοντες με έφεση. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η 963/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έκρινε τελεσιδίκως ότι, ορθά εκδόθηκε από τον συμβολαιογράφο το προσβαλλόμενο απόγραφο, δεδομένου ότι, υπήρχε νόμιμος λόγος καταπτώσεως της συμφωνηθείσας στο ως άνω προσύμφωνο ποινικής ρήτρας, αφού η εκ μέρους των ανακοπτόντων καταγγελία της συμβάσεως εργολαβίας ήταν, μη νόμιμη και δεν επέφερε τη λύση αυτής, δεδομένου ότι, δεν αποδείχθηκε ότι, ο καθού παρέβη τους όρους του οικοδομικού κανονισμού ή ότι κατά την κατασκευή του έργου προέβη σε παραβάσεις που να δικαιολογούν την καταγγελία της συμβάσεως.

Περαιτέρω το Εφετείο ερεύνησε τον ισχυρισμό της ανακόπτουσας που διαλαμβάνεται στον 1ο πρόσθετο λόγο ανακοπής κατά τον οποίο η ανακόπτουσα ισχυριζότανε ότι δικαιολογημένα αυτή και οι λοιποί συγκύριοι οικοπεδούχοι αρνήθηκαν να μεταβιβάσουν στον καθού τα συμφωνηθέντα ποσοστά, καθ' όσον όπως διαπίστωσαν μετά την άσκηση της προηγούμενης και της κρινόμενης ανακοπής τους και συγκεκριμένα από την υπ' αρ. 7907/31-12-02 τριτοβάθμια έκθεση επικινδύνου της Διεύθυνσης Δημοσίων Έργων της Περιφέρειας Αττικής, υπήρχε αναντιστοιχία στατικού ελέγχου και σχεδίου ξυλοτύπου με αποτέλεσμα να μην έχει τηρήσει ο καθού τον όρο (6α') του συμφωνητικού τους που ορίζει ότι πρέπει να ολοκληρώσει, πριν, την θεμελίωση της πολυκατοικίας με τα περιμετρικά τοιχία αυτής και με το να γίνει η μεταβίβαση των ποσοστών και επομένως ότι πρέπει να ακυρωθεί εξ αυτού του λόγου ο άνω εκτελεστός τίτλος όσον αφορά τη διάταξη του περί καταπτώσεως της ποινικής ρήτρας εις βάρος της ανακόπτουσας, δεδομένου ότι ενσωματώνει απαίτηση που δεν οφείλεται, τον ισχυρισμό δε αυτό ως αποδεικνυόμενο εγγράφως και στρεφόμενο κατά της απαιτήσεως για την ικανοποίηση της οποίας γίνεται η εκτέλεση τον έκανε δεκτό και προέβη στην ακύρωση της .....

επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου του δικ. επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ....., που συντάχθηκε βάσει του άνω εκτελεστού τίτλου. Τέλος το Εφετείο δέχθηκε ότι ο λόγος αυτός της ανακοπής δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο της 963/2001 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών αν και δεν προτάθηκε κατά την συζήτηση της άνω προγενέστερης ανακοπής, δοθέντος ότι δεν μπορούσε να προταθεί διότι τα πραγματικά περιστατικά που τον συνιστούν προέκυψαν μετά την δημοσίευση της 963/8-3-01 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και αναφέρονται στην υπ.

αρ. 7907/31-12-02 τριτοβάθμια έκθεση επικινδύνου και απέρριψε το σχετικό περί υπάρξεως δεδικασμένου ισχυρισμό του καθού η ανακοπή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρθ. 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ και ο 3ος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται σχετική αιτίαση κατά το πρώτο μέρος του πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης και κατά το 2ο μέρος του που προβάλλεται αιτίαση ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν δέχθηκε δεδικασμένο καλύπτοντας το άνω λόγο ανακοπής από την υπ' αριθ. 5354/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι δεν αναφέρεται το περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής από την οποία έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο και δεν έχει λάβει υπόψη το Εφετείο.

ΕΠΕΙΔΗ κατά τον αριθμό 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Δεν χωρεί αναίρεση στην εν λόγω περίπτωση αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα ...... επικουρικώς σε κάποιο αποδεικτικό μέσο που δεν είχε προσκομισθεί (Α.Π. 257/2008, 1595/2007).

Εν προκειμένω με τον 4ο λόγο αναίρεσεης και κατά το 1ο μέρος του προβάλλεται η αιτίαση εκ του αρθ. 11 β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ότι δηλαδή το Εφετείο περί το νόμο έλαβε υπόψη την υπ' αριθ. πρωτ. 37390/11-11-2003 απόφαση της Γενικής Διεύθυνσης Πολεοδομίας που δεν έχει προσαχθεί από κανένα διάδικο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθ' όσον το Εφετείο ως εκ της προσβαλλόμενης απόφασής του προκύπτει συνήγαγε ανελέγκτως το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την παραδοχή της ανακοπής κυρίως από τα άλλα νόμιμα και επαρκή αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν και όχι μόνο από το ανωτέρω έγγραφο.

ΕΠΕΙΔΗ, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου δεν ιδρύεται όταν αναφέρεται σε εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων και όχι σε παραμόρφωση.

Εν προκειμένω με τον 4ο λόγο και κατά το τρίτο μέρος του και 5ο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άνω άρθρο (559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ) πλημμέλεια της παραμορφώσεως του περιεχομένου της υπ. αριθ. 37390/2003 αποφάσεως της Γενικής Δ/σεως Πολεοδομίας της και της υπ' αριθ. 3811/03 τελικής έκθεσης επικινδύνου, με το να δεχθεί το Δ/ριο, στην 1η περίπτωση ότι η εν λόγω γενική διεύθυνση, δεν πείσθηκε από τα στοιχεία που επικαλείτο ο καθού και με την 37390/2003 απόφαση της ακύρωσε την με αριθ. πρωτ. ΠΕΧΩ 2308/02 απόφαση της Δ/νσης ΠΕΧΩ περιφέρειας Αττικής που είχε κρίνει περί μη επικινδύνου και διέταξε τον έλεγχο της επικινδύνου της ή μη της οικοδομής από στατική και δομική άποψη εκ μέρους της πολεοδομίας Ζωγράφου και στη 2η περίπτωση όπως ρητά αναφέρεται σ' αυτή ότι οι αρμόδιοι πολιτικοί μηχανικοί δεν γνωμοδότησαν για το επίδικο θέμα της κατάστασης της οικοδομής από στατική και δομική άποψη, σε σχέση με το τοιχίο Τ8 και το τοίχωμα της. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι γιατί αναφέρεται σε εκτίμηση του περιεχομένου των άνω εγγράφων.

ΕΠΕΙΔΗ ο εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί στερείται νομίμου βάσεως είτε διότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, αλλά στην πραγματικότητα να πλήσσει την απόφαση κατά την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση, των αποδείξεων υπό την επίκληση ότι αυτή στερείται νόμιμης βάσης (ΑΠ 1600/07).

Με τον 6ο λόγο αναίρεσης και κατά το 1ο μέρος του προβάλλεται η αιτίαση έλλειψης νόμιμης βάσης με επισήμανση σφαλμάτων που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων σχετικά με την παραδοχή του 1ου πρόσθετου λόγου ανακοπής ο οποίος αφορούσε την μη τήρηση εκ μέρους του καθού τον όρο του συμφωνητικού (άρθρο 6 περ.

α') για την ολοκλήρωση της θεμελίωσης της οικοδομής μετά των περιμετρικών τοιχίων αυτής, ώστε να δικαιούται ο τελευταίος την μεταβίβαση των 70/100 του οικοπέδου από την ανακόπτουσα οικοπεδούχο και τους άλλους οικοπεδούχους, το πόρισμα των οποίων είναι σαφές, αφού στο οικείο λόγο αναιρέσεως αναφέρεται ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε τον λόγο αυτό της ανακοπής ενώ αντίθετα έπρεπε να τον απορρίψει.

Πρέπει επομένως ο λόγος αυτός, με τον οποίο με την επίκληση της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήσσεται η ουσιαστική εκτίμηση του Δ/ρίου της ουσίας να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως και κατά το 2ο μέρος του με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του αριθ. 1β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ότι δηλαδή το Εφετείο παρέβη τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι αόριστος και απορριπτέος διότι δεν αναφέρεται ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας τα οποία παραβίασε το Εφετείο και ποιους κανόνες δικαίου αφορούν και συνακόλουθα με τι συνίσταται το περί αυτού σφάλμα του δ/ρίου, αν δηλαδή αυτό συνέχεται με την ερμηνεία ουσιαστικών διατάξεων ή με την υπαγωγή σ' αυτές πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 1349/90, 154/1989).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 7-6-2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 2153/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ