Legislator Case Law & Legislation
1284/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds and lack of substantive review scope.

Case Number 1284/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by two companies against a Third Instance Court decision regarding coal transport costs. The appellants alleged procedural errors but failed to specify which legal provisions were violated or provide concrete facts supporting their claims. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible because the grounds were too vague to allow substantive review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(2) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may not examine vague appeal grounds lacking specific legal violations or factual premises, rendering such appeals inadmissible.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds substantive review procedural error coal transport costs Third Instance Court Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1284 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1284/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη, Φωτεινή Μηλιώνη - Εισηγήτρια και Μαρία Πετσάλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΚΟΝΣΑΣ (ERGONSAS) ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΜΕΤΒΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΜΕΤΒΟ ΑΤΕΒΕ", που εδρεύει στην Κοζάνη και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Γιαννακάκι που ανακάλεσε την από 27/3/2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΛΙΓΝΙΤΙΚΗ ΜΕΛΙΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΛΙΓΝΙΤΙΚΗ ΜΕΛΙΤΗΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου του αποσχισθέντος κλάδου λιγνιτικής ηλεκτροπαραγωγικής δραστηριότητας της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/6/2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4437/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2056/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 31/10/2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 262/2022, ΑΠ 303/2021, ΑΠ 600/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τις αναιρεσείουσες υπ' αριθ. ....2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Σ. Μ., με τις συνημμένες σ' αυτήν από ....2023 έκθεση εγχειρίσεως θυροκολληθέντος δικογράφου στον αξιωματικό υπηρεσίας Γ.

Τ. του Α.Τ. Ομονοίας και από ....2023 βεβαίωση αποστολής συστημένης αποστολής της ιδίας δικαστικής επιμελήτριας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 128 παρ. 4 εδαφ. α, β και γ ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη κλητεύτηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στην παρούσα συζήτηση από τις επισπεύδουσες αυτήν αναιρεσείουσες.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν παρέστη η αναιρεσίβλητη, ούτε κατέθεσε δήλωση μη παράστασης, κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και γι' αυτό πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία της.

Με την κρινόμενη από 31.10.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 2056/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, συνεκδικάζοντας τις αντίθετες εφέσεις και τους πρόσθετους λόγους έφεσης των διαδίκων, απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την έφεση των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών και δέχθηκε την έφεση της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε." και με διακριτικό τίτλο "Δ.Ε.Η.

Α.Ε." και τους πρόσθετους λόγους αυτής της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΛΙΓΝΙΤΙΚΗ ΜΕΛΙΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΛΙΓΝΙΤΙΚΗ ΜΕΛΙΤΗΣ Α.Ε.", ήδη αναιρεσίβλητης, ως καθολικής διαδόχου του αποσχισθέντος κλάδου λιγνιτικής ηλεκτροπαραγωγικής δραστηριότητας ΑΗΣ ΜΕΛΙΤΗΣ της Δ.Ε.Η. Α.Ε., εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και διακρατώντας και δικάζοντας επί της αγωγής, δέχθηκε εν μέρει αυτή ως ουσία βάσιμη.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης.

Αναφέρεται σε εκπτώσεις, ακυρότητες και δικαιώματα από το δικονομικό, αποκλειστικά, δίκαιο (Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 152/2022). Δικονομικές ακυρότητες είναι όσες αποτελούν νόμιμες κυρώσεις που απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων (Ολ.ΑΠ 1/2019, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 34/2023, ΑΠ 66/2023, ΑΠ 510/2021, ΑΠ 1255/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, την πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και εκ του αριθ. 8 του ιδίου άρθρου), ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη τον καταλυτικό και έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό της εναγομένης, ότι οι διακοπές των εργασιών στο Ορυχείο Πεδίου Κλειδιού ΔΕΗ και η παράταση του χρόνου εκτέλεσης του έργου οφείλονταν σε γεγονός ανωτέρας βίας, δηλαδή στις κατολισθήσεις στο ορυχείο, οι οποίες ήταν πρωτοφανείς σε ένταση και έκταση και απρόβλεπτες, με αποτέλεσμα οι εργασίες να μην είναι δυνατόν να συνεχιστούν στο Ορυχείο χωρίς να εκτεθεί σε κίνδυνο η ασφάλεια των μηχανημάτων και των εκεί εργαζομένων, παρότι ο ισχυρισμός αυτός απαραδέκτως προτάθηκε το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη και δεν υπάγεται σε κάποια από τις διαλαμβανόμενες στο άρθρο 527 ΚΠολΔ εξαιρέσεις, που επιτρέπουν το παραδεκτό της προβολής νέων αυτοτελών ισχυρισμών ή και ισχυρισμών που δεν είχαν προβληθεί παραδεκτά στην πρωτοβάθμια δίκη.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από το περιεχόμενο των προτάσεων της εναγομένης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που παραδεκτά επισκοπούνται, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, για τις ανάγκες ελέγχου του ερευνώμενου λόγου αναίρεσης, προκύπτει ότι η εναγομένη είχε προτείνει δια των προτάσεών της τον ως άνω ισχυρισμό ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επανέφερε αυτόν με την έφεσή της και ως τούτου, το Εφετείο δεν έλαβε παρά το νόμο υπόψη ισχυρισμό που δεν είχε προταθεί παραδεκτά.

Κατά το άρθρο 330 ΑΚ "Ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται κατ' αρχήν η ευθύνη του οφειλέτη για κάθε πταίσμα, αλλά και μόνο γι' αυτό.

Το πταίσμα, δηλαδή, ανήκει στις υποκειμενικές προϋποθέσεις της ευθύνης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 342 ΑΚ "Ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος αν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη". Γεγονός για το οποίο υπέχει ευθύνη ο οφειλέτης είναι, σύμφωνα με την ΑΚ 330, κατά κανόνα ο δόλος και η αμέλεια και γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη το τυχηρό υπό ευρεία έννοια, στην έννοια του οποίου περιλαμβάνεται το τυχηρό υπό στενή έννοια και η ανώτερη βία.

Είναι ενδεχόμενο το τυχηρό περιστατικό για το δράστη να οφείλεται σε πταίσμα άλλου προσώπου. Ακριβώς γι' αυτό το πταίσμα ή τα τυχηρά εννοούνται σε σχέση με κάποιο πρόσωπο, στο οποίο και αποδίδονται. Ειδικότερα, η κατηγορία των τυχηρών, για την οποία χρησιμοποιείται ο όρος ανώτερη βία (vis major), περιλαμβάνει βασικά τις ακραίες περιπτώσεις εκείνων των περιστατικών, που είναι για τις ανθρώπινες δυνάμεις αδύνατο να αποτραπούν ή τουλάχιστον δυσκολότερα από ό,τι τα λοιπά τυχηρά, δηλαδή τα υπό στενή έννοια, που βρίσκονται πλησιέστερα προς την αμέλεια.

Η υποκειμενική θεωρία περί ανωτέρας βίας, που είναι και η κρατούσα στην Ελλάδα, τόσο στη θεωρία όσο και στη νομολογία, διευρύνει κατ' αποτέλεσμα τον κύκλο των περιστατικών ανώτερης βίας, περιλαμβάνοντας σ' αυτά και γεγονότα "εσωτερικά". Δηλαδή, δεν απαιτεί γι' αυτά το στοιχείο της "έξωθεν" προέλευσής τους, αλλά θεωρεί κρίσιμο μόνο το ότι τα περιστατικά αυτά είναι απρόβλεπτα και αναπότρεπτα ακόμη και "με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης του δράστη" (όχι δηλαδή με μέτρα της συνηθισμένης επιμέλειας του μέσου συνετού ανθρώπου, που αποτελεί το κριτήριο διάκρισης μεταξύ της αμέλειας και των τυχηρών γενικά). (ΑΠ 513/2016).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.

Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.

Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες, με τους δεύτερο κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος, τέταρτο κατά το δεύτερο σκέλος, έκτο και ένατο λόγους της αίτησης αναίρεσης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 330 και 336 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ότι οι διακοπές και η παύση των εργασιών στο Ορυχείο Πεδίου Κλειδιού οφείλονταν σε λόγους ανωτέρας βίας εξαιτίας των κατολισθήσεων στο Ορυχείο, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας εσφαλμένα την αόριστη νομική έννοια της ανωτέρας βίας, ενώ θα έπρεπε να δεχθεί ότι οι διακοπές και η παύση των εργασιών στο ορυχείο ήταν αδικαιολόγητες, μη οφειλόμενες σε λόγους ανωτέρας βίας, καθόσον ήταν επιστημονικά προβλέψιμες και οι εργασίες μπορούσαν να συνεχισθούν απρόσκοπτα σε άλλο τμήμα του έργου στο ίδιο ορυχείο, μη επηρεαζόμενες από τις κατολισθείσες και ο όρος της ανωτέρας βίας, που συμφωνήθηκε δυνάμει των άρθρων 39 και 40 των Γενικών Όρων της καταρτισθείσας μεταξύ της αναδόχου και της εναγομένης σύμβασης, ετέθη και ενεργεί μόνο υπέρ της αναδόχου και προς όφελός της, ως λόγος απαλλαγής της ευθύνης και των εντεύθεν εις βάρος της συνεπειών εκ της καθυστερήσεως του έργου και δεν ετέθη προς όφελος της Δ.Ε.Η.

Α.Ε. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Μεταξύ της εναγομένης ΔΕΗ ΑΕ και της εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΙΚΑ ΑΤΕΕ" καταρτίστηκε η υπ' αρ. ....2005 σύμβαση δυνάμει της οποίας η τελευταία ανέλαβε ως εργολάβος την υποχρέωση να προβεί στην εκτέλεση του έργου με τίτλο "διακίνηση 20 X ΙΟ 6 (+ 25%) Μ3 στερεών υπερκείμενων και λιγνιτικού κοιτάσματος από το Ορυχείο Πεδίο Κλειδιού ΔΕΗ".

Το έργο ειδικότερα συνίστατο στις εξής επιμέρους εργασίες: α) διάτρηση, ανατίναξη εκσκαφή, φόρτωση, μεταφορά, απόθεση - διάστρωση 1,00 X ΙΟ 6 Μ3 στερεών σκληρών υπερκείμενων από την περιοχή εκσκαφής του Πεδίου Κλειδιού ΔΕΗ προς την εξωτερική απόθεση. Απόσταση μεταφοράς 1,8 km, β) εκσκαφή, φόρτωση, μεταφορά, απόθεση - διάστρωση 16,50 X ΙΟ 6 Μ3 στερεών άγονων υπερκείμενων και ενδιάμεσων από την περιοχή εκσκαφής του Πεδίου Κλειδιού ΔΕΗ προς την εξωτερική απόθεση.

Απόσταση μεταφοράς 1,8 km, γ) εκσκαφή, φόρτωση, θραύση + φόρτωση, μεταφορά, απόθεση - διάστρωση 2,5 X 1Ο 6 τόνων λιγνίτη από την περιοχή εκσκαφής του Πεδίου Κλειδιού ΔΕΗ προς την Αυλή του ΑΗΣ Μελίτης. Απόσταση μεταφοράς 20,0 km, δ) εκσκαφή, φόρτωση, θραύση + φόρτωση, μεταφορά, απόθεση - διάστρωση 0,5 X 10 6 τόνων λιγνίτη από την περιοχή εκσκαφής του Πεδίου Κλειδιού ΔΕΗ προς την Αυλή του ΑΗΣ Μελίτης.

Απόσταση μεταφοράς 13,5 km (άρθρο 2 παρ. 2 της σύμβασης). Ο λιγνίτης που είχε συμφωνηθεί να διακινηθεί ανερχόταν σε 3.000.000 τόνους. Η εξόρυξη και διαλογή των λιγνιτικών στρωμάτων στο κοίτασμα Κλειδιού ΔΕΗ θα γινόταν με εξοπλισμό της αναδόχου σύμφωνα με τις υποδείξεις της επιβλέπουσας υπηρεσίας. Η διακίνηση λιγνίτη εκτιμάτο ότι θα ξεκινούσε περί τα μέσα του έτους 2006 και η μηνιαία υποχρέωση διακίνησης λιγνίτη του αναδόχου ανερχόταν σε 100.000 τόνους.

Ο λιγνίτης είχε συμφωνηθεί ότι θα υφίσταται θραύση έτσι ώστε να έχει μέγιστη διάσταση τεμαχίων 30 cm. Η θραύση θα διενεργείτο σε σπαστήρα που θα εγκαθιστούσε η ανάδοχος στο χώρο της εργολαβίας. Το κόστος προμήθειας, εγκατάστασης και λειτουργίας του σπαστήρα θα επιβάρυνε τον ανάδοχο και περιλαμβανόταν στο τίμημα της προσφοράς του (άρθρο 2 παρ. 7 της σύμβασης).

Το συμβατικό τίμημα (συμβατικός προϋπολογισμός) του έργου συμφωνήθηκε σε 25.705.000 ευρώ (άρθρο 3 παρ. 1 της σύμβασης) υπολογίστηκε δε ως άθροισμα των γινομένων των τιμών μονάδας του "Τιμολογίου Προσφοράς" επί τις αντίστοιχες ποσότητες που αναγράφονται στο τεύχος "Προσμέτρηση - Προϋπολογισμός Προσφοράς" (άρθρο 3 παρ. 2 της σύμβασης), υπόκειτο δε σε αναθεώρηση με τον τρόπο και στην έκταση που προβλεπόταν στο άρθρο 8 του συμφωνητικού (άρθρο 3 παρ. 5 της σύμβασης) ενώ, σύμφωνα με το τιμολόγιο - ανάλυση τιμών προσφοράς, το οποίο αποτελούσε τμήμα της σύμβασης, οι τιμές μονάδας καθορίστηκαν ως εξής: 1).

Για την ως άνω υπό α). εργασία σε 1,16 ευρώ / Μ3, 2), για την ως άνω υπό β). εργασία σε 0,87 ευρώ / Μ3, 3). Για την ως άνω υπό γ). εργασία σε 3,49 ευρώ / τόνο, 4). Για την ως άνω υπό δ), εργασία σε 2,96 ευρώ / τόνο. Οι πληρωμές των εργασιών που εκτελούσε ο ανάδοχος και των αντίστοιχων αναθεωρήσεων θα πραγματοποιούνταν με βάση τις μηνιαίες πιστοποιήσεις (άρθρο 4 παρ. 2 της σύμβασης).

Σε κάθε πληρωμή λογαριασμών εργασιών και αναθεωρήσεων προς τον ανάδοχο διενεργούνταν κρατήσεις για εγγύηση καλής εκτέλεσης που ορίστηκαν σε ποσοστό 3% στην πιστοποιούμενη αξία κάθε πληρωμής (άρθρο 4 παρ. 4 της σύμβασης). Η έναρξη των εργασιών ορίστηκε να γίνει την 16η Ιανουάριου 2006. Η περάτωση του έργου συμφωνήθηκε την 10 Νοεμβρίου 2008 (άρθρο 5 παρ. 1 της σύμβασης) με τους οριζόμενους στο άρθρο 5 παρ. 2 της σύμβασης μηνιαίους και τριμηνιαίους ρυθμούς διακίνησης.

Με βάση τους τριμηνιαίους αυτούς ρυθμούς διακίνησης και αφού προηγουμένως απομειωνόταν η συμβατική υποχρέωση του υπόψη τριμήνου κατά την απολεσθείσα διακίνηση λόγω ασύνηθων δυσμενών καιρικών συνθηκών, εφόσον υπήρχαν τέτοιες, θα επιβαλλόταν ποινική ρήτρα σε περίπτωση υστέρησης του αναδόχου σε κάποιο ημερολογιακό τρίμηνο.

Για τον υπολογισμό του αριθμού των ημερών κακοκαιρίας θα λαμβανόταν υπόψη κάθε ημέρα βροχόπτωσης ή χιονόπτωσης ανεξάρτητα του ύψους της (δεν θα λαμβάνονταν υπόψη ημέρες που ακολουθούσαν ημέρες βροχόπτωσης ή χιονόπτωσης, έστω και μεγάλης έντασης). Η απολεσθείσα διακίνηση λόγω ασύνηθων δυσμενών καιρικών συνθηκών θα υπολογιζόταν σε κάθε ημερολογιακό τρίμηνο με ειδικό μαθηματικό τύπο (άρθρο 5 παρ. 2 της σύμβασης).

Επιπλέον, στο άρθρο 39 παρ. 1 και 2 των γενικών όρων της σύμβασης, ορίζονταν τα εξής: "1. ο ανάδοχος υποχρεούται, ύστερα από γραπτή εντολή της επιχείρησης, να αναστέλλει την εκτέλεση των εργασιών στο εργοτάξιο σε οποιοδήποτε τμήμα του έργου ή στο σύνολό του, για όσο χρονικό διάστημα και με όποιο τρόπο η επιχείρηση κρίνει αναγκαίο. 2.

Για να θεωρηθεί μία διακοπή εργασιών ότι συνιστά αναστολή εκτέλεσης των εργασιών, κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, θα πρέπει να έχει γίνει μετά από έγγραφη εντολή της επιβλέπουσας υπηρεσίας. Σε περίπτωση τέτοιας έγγραφης εντολής διακοπής, ο ανάδοχος δικαιούται να ζητήσει και η επιχείρηση υποχρεούται να καθορίσει, την απαιτούμενη παράταση προθεσμίας και τα πλήρως δικαιολογημένα και αποδεδειγμένα έξοδα του αναδόχου που πραγματοποίησε μέσα στο εργοτάξιο, εξαιτίας της διακοπής αυτής, εκτός των περιπτώσεων κατά τις οποίες η εν λόγω διακοπή:

α. προκύπτει από εφαρμογή άλλων διατάξεων της σύμβασης ή β. προέρχεται από λόγους για τους οποίους ευθύνεται ο ανάδοχος ή γ. οφείλεται σε λόγους ασφαλείας του έργου ή οποιουδήποτε τμήματός του".

Εξάλλου, στο άρθρο 40 των γενικών όρων της σύμβασης ορίστηκαν τα εξής: "1. Όλα τα περιστατικά τα οποία επηρεάζουν την εκτέλεση του έργου και ξεφεύγουν, κατά εύλογη κρίση, από τον έλεγχο του αναδόχου και τα οποία ήταν αδύνατο να προβλεφθούν ή προληφθούν, παρ' όλη την επιμέλεια την οποία θα έδειχνε κάθε επιμελής και σωστά σκεπτόμενος ανάδοχος, θεωρούνται ως περιστατικά ανωτέρας βίας... Τα περιστατικά ανωτέρας βίας που επηρεάζουν το έργο, είναι αποδεκτά μόνο ως λόγος καθυστέρησης και όχι ως λόγος αποζημίωσης του αναδόχου. Ο ανάδοχος δεν δικαιούται να εγείρει κατά της επιχείρησης απαιτήσεις που αφορούν οποιεσδήποτε τυχόν δαπάνες ή και οικονομική επιβάρυνσή του, ως συνέπεια περιστατικού ανωτέρας βίας".

Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι την εκτέλεση του έργου η ανάδοχος εταιρίας "ΕΛΙΚΑ ΑΤΕΕ" ανέθεσε στις ενάγουσες κατά το ήμισυ στην καθεμία, δυνάμει των με ημερομηνία 19.1.2006 δύο ιδιωτικών συμφωνητικών υπεργολαβίας που υπογράφηκαν στην Κοζάνη, με αμοιβή που συμφωνήθηκε σε ποσοστό 92% των συμβατικών τιμών του τιμολογίου προσφοράς της αναδόχου.

Το μεν πρώτο από τα συμφωνητικά αυτά τροποποιήθηκε στις 2.6.2008 και στις 1.6.2009, ως προς την αμοιβή της πρώτης ενάγουσας, η οποία αναπροσαρμόστηκε σε ποσοστά 95% και 98% αντίστοιχα, επί των συμβατικών τιμών του τιμολογίου προσφοράς της αναδόχου, το δε δεύτερο τροποποιήθηκε στις 1.7.2009 και στις 14.4.2010, ως προς την αμοιβή της δεύτερης ενάγουσας, η οποία αναπροσαρμόστηκε σε ποσοστά 96% και 98% αντίστοιχα, επί των συμβατικών τιμών του τιμολογίου προσφοράς της αναδόχου.

Επιπρόσθετα, δυνάμει μνημονίου συνεργασίας, που συνόδευε τα ανωτέρω ιδιωτικά συμφωνητικά υπεργολαβίας και αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος αυτών, η ανάδοχος ανέλαβε την υποχρέωση α. να πληρώνει τις ενάγουσες άμεσα με την είσπραξη των πιστοποιήσεων από τη ΔΕΗ, παρακρατώντας ποσοστό 2% για λογαριασμό της, τη διαφορά του ΦΠΑ και όλες τις κρατήσεις και τα έξοδα των εγγυητικών επιστολών κλπ.

του έργου, β. να εκδώσει βεβαιώσεις παρακράτησης φόρου 3% επί της αξίας των τιμολογίων των υπεργολάβων και γ. να επιστρέφει στους υπεργολάβους τις κρατήσεις καλής εκτέλεσης (3% επί της αξίας του συνόλου των εργασιών και των αναθεωρήσεων) με την οριστική παραλαβή. Την 2.8.2006 έγινε κατολίσθηση στο ΝΔ τμήμα της απόθεσης των υλικών εκσκαφής, με αποτέλεσμα την μερική διακοπή εργασιών έως την 18.8.2006.

Την ημέρα αυτή, οι εργασίες διεκόπησαν εκ νέου μέχρι την 21.8.2006 λόγω της δέσμευσης περιοχής του ορυχείου από την αρχαιολογική υπηρεσία για την περίοδο αυτή. Το πρώτο εξάμηνο του 2007 στο ανατολικό τμήμα του ορυχείου παρατηρήθηκαν φαινόμενα ανύψωσης των διαμορφωμένων και αποτυπωμένων δαπέδων των βαθμιδών εξόρυξης σε θέσεις που δεν διενεργούνταν εργασίες.

Επίσης, στις υψηλότερες περιοχές το φυσικό έδαφος είχε ρηγματωθεί και υποχωρήσει σημαντικά σε σχέση με την αρχική αποτύπωση. Οι ρηγματώσεις επεκτάθηκαν το δεύτερο εξάμηνο του 2007 προς τα όρια της απαλλοτριωμένης περιοχής δημιουργώντας προβλήματα ασφαλείας του εργοταξίου. Την 10.12.2007 οι εργασίες έπαυσαν στις υπερκείμενες βαθμίδες, αρχικά λόγω κατολισθήσεων και στη συνέχεια λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών.

Οι εργασίες επαναλήφθηκαν μετά δεκαήμερο, ήτοι την 20.12.2007. Η διακοπή αυτή δεν περιλάμβανε τις εργασίες θραύσης και διακίνησης λιγνίτη, οι οποίες συνεχίζονταν κανονικά. Την 14.1.2008 εκ νέου υπήρξε προσωρινή διακοπή λόγω κατολισθήσεων, συνεχίστηκαν δε την 17.1.2008 σε άλλους χώρους του ορυχείου, που δεν επηρεάζονταν από τις κατολισθήσεις.

Οι ρηγματώσεις και κατολισθήσεις που λάμβαναν χώρα στο Ορυχείο Κλειδιού, κατέστησαν αδύνατη την ασφαλή συνέχιση των εργασιών, έτσι συμφωνήθηκε η μεταφορά του εξοπλισμού και η εκτέλεση του έργου σε άλλα ορυχεία και η παράταση του χρόνου εκτέλεσης του έργου. Συγκεκριμένα, η εναγομένη με το υπ' αρ. ....2007 έγγραφό της ενημέρωσε την ανάδοχο ότι μπορεί να μετακινήσει τον εξοπλισμό της από το Πεδίο Κλειδιού στο Πεδίο Αναργύρων του Ορυχείου Αμυνταίου.

Η πρόταση έγινε αποδεκτή από την ανάδοχο με την υπ' αρ. ....2008 επιστολή της προς την εναγομένη και την 28.1.2008 έγινε η έναρξη των εργασιών στο νέο Πεδίο. Αντικείμενο του έργου ήταν η διακίνηση 3 X ΙΟ 6 Μ3 στερεών υπερκειμένων από το Πεδίο Αναργύρων, ενώ ορίστηκαν οι νέες τιμές μονάδος. Η δε εξόρυξη λιγνίτη στο Πεδίο Κλειδιού, διακόπηκε οριστικά την 3.4.2008.

Η θραύση του λιγνίτη σταμάτησε την 14.5.2008 και η μεταφορά του θραυσμένου λιγνίτη στους ΑΗΣ της περιοχής ολοκληρώθηκε την 23.5.2008. Εξάλλου, προκειμένου να εκτελεστεί η σύμβαση, λόγω αδυναμίας υλοποίησής της στο Πεδίο Κλειδιού, συμφωνήθηκε τον Απρίλιο του 2009 το υπόλοιπο μέρος της εργολαβίας να εκτελεστεί στα ορυχεία των Πεδίων Καρδιάς, Κυρίου Πεδίου και Αμυνταίου, με σκοπό την απορρόφηση ανεκτέλεστου υπολοίπου 1.500.000 ευρώ, 2.000.000 ευρώ και 3.500.000 ευρώ, αντίστοιχα και ορίστηκαν οι νέες τιμές μονάδος (βλ.

υπ' αρ. 5519/2.4.2009 έγγραφο της εναγομένης προς την ανάδοχο). Ταυτοχρόνως, συμφωνήθηκε η παράταση της αρχικής συμφωνίας εκτέλεσης του έργου, μέχρι την 29.8.2010. Ακολούθως, τον Σεπτέμβριο του 2009, συμφωνήθηκε η εκτέλεση μέρους του έργου των 3.500.000 ευρώ του Πεδίου Αμυνταίου που είχε συμφωνηθεί κατά τα άνω αλλά τελικά δεν εκτελέστηκε, να εκτελεστεί και αυτό στο ορυχείο Κυρίου Πεδίου (ορυχείο Μαυροπηγής), συγκεκριμένα θα εκτελούνταν εκσκαφή 2.000.000 κυβικών μέτρων λιγνιτικού κοιτάσματος από την περιοχή των βορειοδυτικών πρανών του ορυχείου Μαυροπηγής και μεταφορά 1.200.000 τόνων λιγνίτη από το Bunker Μαυροπηγής στον ΑΗΣ Αμυνταίου (βλ.

υπ' αρ. ....2009 έγγραφο της εναγομένης προς την ανάδοχο το οποίο η τελευταία αποδέχθηκε). Το έργο τελικά η ανάδοχος δια των υπεργολάβων της εκτέλεσε προσηκόντως δύο μήνες νωρίτερα, δηλαδή την 30.6.2010 και στη συνέχεια συντάχθηκε το από 21.2.2011 πρωτόκολλο οριστικής παραλαβής. Την 29.8.2010, η ανάδοχος, ζητώντας τη σύγκληση επιτροπής για την οριστική παραλαβή του έργου, υπέβαλε στην ΔΕΗ ΑΕ αίτημα αποζημίωσης ποσού 2.263.690,32 ευρώ, που αφορά τα επίδικα κονδύλια (με την αγωγή, τα κονδύλια αυτά περιορίζονται στο ποσό των 2.004.398,22 ευρώ).

Η επιτροπή, εισηγήθηκε προς τη ΔΕΗ την απόρριψη όλων των αιτημάτων, πλην του αιτήματος για την απόσβεση του σπαστήρα, για το οποίο πρότεινε τη σύσταση επιτροπής για τον καθορισμό του ποσού αποζημίωσης και του αιτήματος για την απώλεια διακινούμενων μαζών στο πεδίο Κλειδιού την περίοδο από 1.11.2007 έως το πέρας των εργασιών, για την οποία πρότεινε αποζημίωση 23.190,17 ευρώ πλέον αναθεωρήσεων.

Έκτοτε η ανάδοχος, μολονότι στην από 55777/2092/2018 ανακοπή της κατά των εναγουσών και κατά της εναντίον της επιβληθείσας συντηρητικής κατάσχεσης ιστορεί ότι έχει ανεκκαθάριστες αξιώσεις έναντι της ΔΕΗ για την επίδικη σύμβαση, αδρανεί, όλο αυτό το διάστημα που μεσολάβησε από την οριστική παράδοση του έργου, να επιδιώξει την ικανοποίησή της ως προς αυτές.

Οι ενάγουσες εξάλλου υπεργολάβοι, με τις από 4....015 και 12....015 εξώδικες δηλώσεις τους που επιδόθηκαν στην εργολάβο την 19....015 (βλ. υπ' αρ. ...2015 και ...2015 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κοζάνης Δ. Ι.), όχλησαν την εργολάβο για τις αξιώσεις τους σε σχέση με τα επίδικα κονδύλια με βάση τις δικές τους υπεργολαβικές συμβάσεις.

Ειδικότερα, για τις αξιώσεις της εργολάβου, που πρόβαλε κατά την οριστική παράδοση του έργου, των οποίων σήμερα την ικανοποίηση διώκουν πλαγιαστικά οι ενάγουσες, πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι εξαιτίας των τροποποιήσεων της αρχικής σύμβασης, που κατά τα άνω συνέβησαν εξαιτίας της ακαταλληλότητας του αρχικού Πεδίου Κλειδιού, της συνέχισης του έργου στα άλλα ορυχεία και της παράτασης του χρόνου των εργασιών, η ανάδοχος υπέστη ζημία, η οποία συνίσταται στα εξής: 1) στο ποσό των 568.327,24 ευρώ, που αντιστοιχεί στο κόστος διατήρησης των εργοταξίων, εγκαταστάσεων και προσωπικού των εναγουσών, το οποίο συνέχισε να απασχολείται ακόμη και κατά τις ημέρες που είχαν ανασταλεί οι εργασίες, καθώς και κατά τη διάρκεια παράτασης του έργου, 2) στο ποσό των 22.993,12 ευρώ, που αντιστοιχεί στο κόστος διατήρησης τραπεζικών εγγυητικών επιστολών που είχαν δοθεί για το έργο, 3) στο ποσό των 1.499,99 ευρώ, που αντιστοιχεί στο κόστος ασφαλίστρων για την ασφάλιση του έργου, 4) στο ποσό των 14.758,25 ευρώ, που αντιστοιχεί στο κόστος μισθωμάτων για τη χρήση των εργοταξιακών εγκαταστάσεων, 5) στο ποσό των 9.063,61 ευρώ, που αντιστοιχεί στο κόστος μισθώματος του αυτοκινήτου επίβλεψης εξαιτίας της παράτασης του χρόνου εκτέλεσης του έργου κατά 19 μήνες και 20 ημέρες, 6) στο ποσό των 5.850,58 ευρώ, που αντιστοιχεί σε τέλη οργανισμών κοινής ωφέλειας, 7) )στο ποσό των 121.387,08 ευρώ, που αντιστοιχεί σε απολεσθέντες τόκους από την καθυστερημένη επιστροφή της παρακρατηθείσας εγγύησης καλής εκτέλεσης 3% επί των πληρωμών, 8) στο ποσό των 114.000 ευρώ, που αντιστοιχεί σε ημεραργίες των μισθωμένων μηχανημάτων που οι ενάγουσες κατέβαλαν ως μίσθωμα καθώς και αμοιβές χειριστών και οδηγών για το διάστημα από 3 έως 6 Αυγούστου 2006 και για το διάστημα από 18 έως 21 Αυγούστου 2006, 9) στο ποσό των 186.529,92 ευρώ, που αντιστοιχεί σε ημεραργίες του μηχανικού εξοπλισμού της πρώτης ενάγουσας και του προσωπικού της από 11 έως 19 Δεκεμβρίου 2007 και από 14 έως 16 Ιανουάριου 2008 λόγω διακοπής των εργασιών στο Ορυχείο Κλειδιού μετά το με αριθμό πρωτοκόλλου ΔΛΚΜ/ΑΡ/ΗΜ22335/29.11.2007 έγγραφο της ΔΕΗ περί διακοπής εργασιών.

Ωστόσο, η πρόσκαιρη διακοπή των εργασιών το διάστημα από 18.8.2006 έως 21.8.2006, έγινε λόγω δέσμευσης εκ μέρους της αρχαιολογικής υπηρεσίας έκτασης του ορυχείου, γεγονός για το οποίο η εναγομένη δεν είχε υποχρέωση αποζημίωσης, ως συνάγεται από το συνδυασμό των άρθρων 12 και 39 των Γενικών Όρων της σύμβασης.

Εξάλλου, η πρόσκαιρη διακοπή των εργασιών λόγω των κατολισθήσεων το διάστημα από 3.8.2006 έως 6.8.2006, το Δεκέμβριο 2007 και Ιανουάριο 2008 και η οριστική διακοπή αυτών τον Απρίλιο του 2008 καθώς και η εκτέλεση των εργασιών εκ μέρους της αναδόχου και των υπεργολάβων της σε άλλα ορυχεία με τη συνακόλουθη παράταση του χρόνου της σύμβασης μέχρι τον Αύγουστο του 2010, οφειλόταν σε λόγους ανωτέρας βίας και ασφαλείας.

Συγκεκριμένα, οι κατολισθήσεις ήταν πρωτοφανείς σε ένταση και έκταση και απρόβλεπτες, ακόμη και με άκρα επιμέλεια και σύνεση των συμβαλλομένων, η δε συνέχιση των εργασιών στο Ορυχείο Κλειδιού, ακριβώς λόγω της έντασης και έκτασης των κατολισθήσεων, δεν ήταν δυνατή χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η ασφάλεια μηχανημάτων και προσωπικού.

Επομένως, η διακοπή αυτή των εργασιών για λόγους ανωτέρας βίας και ασφαλείας και η παράταση του χρόνου εκτέλεσης αυτών, δεν θεμελιώνει δικαίωμα αποζημίωσης της αναδόχου, κατά τα παραπάνω αναφερθέντα άρθρα 39 και 40 των γενικών όρων της σύμβασης. Οι ενάγουσες με τα δικόγραφά τους αρνούνται ότι η διακοπή των εργασιών οφείλεται σε λόγους ασφαλείας, υποδεικνύοντας ως μόνο λόγο ότι τα υλικά, λόγω των κατολισθήσεων, είχαν φτάσει στο όριο της απαλλοτρίωσης.

Όμως, η επικινδυνότητα της συνέχισης των εργασιών σε τέτοιο έδαφος, πέραν των διδαγμάτων της κοινής πείρας και της λογικής, αποδεικνύεται από την αλληλογραφία της ίδιας της αναδόχου, η οποία στο υπ' αρ. 83/2008 έγγραφό της προς την εναγομένη, αναφέρεται στην διακοπή των εργασιών της 14.1.2008, λόγω των έντονων και επικίνδυνων, όπως τις χαρακτηρίζει, κατολισθήσεων, για την ασφάλεια του προσωπικού και εξοπλισμού, ασυγκράτητων από τις κατεστραμμένες βαθμίδες στήριξης.

Επισημαίνεται, ότι για μέρος τουλάχιστον των ανωτέρω αξιώσεων, η ανάδοχος έχει ρητά παραιτηθεί των αξιώσεων αυτών, ώστε και εκ του λόγου αυτού η απαίτησή της να είναι απορριπτέα. Με την υπ' αρ. ...2008 επιστολή της προς την εναγομένη δηλώνει ότι "... δεν έχουμε καμία οικονομική απαίτηση για σταλίες προσωπικού και μηχανολογικού εξοπλισμού", ενώ με την υπ' αρ. ...2008 επιστολή της προς την εναγομένη, δηλώνει ότι "...

δεν έχουμε καμία οικονομική απαίτηση για το κόστος μεταφοράς ένταξης και μετεγκατάστασης του εξοπλισμού μας από το Πεδίο Κλειδιού στο Πεδίο Αναργύρων". Αλλά επαναλαμβάνεται για το σύνολο των άνω εννέα κονδυλίων, ότι η διακοπή των εργασιών για λόγους ανωτέρας βίας και ασφαλείας, δεν θεμελιώνει δικαίωμα αποζημίωσης της αναδόχου, με βάση τα άρθρα 39 και 40 της σύμβασης και συνεπώς πρέπει αυτά ν' απορριφθούν ως ουσία αβάσιμα.

Τα υπ' αρ. 2 και 7 κονδύλια (κόστος διατήρησης τραπεζικών εγγυητικών επιστολών και απωλεσθέντες τόκοι λόγω της καθυστερημένης επιστροφής της παρακρατηθείσης εγγύησης) συνδέονται όπως και τα υπόλοιπα με το γεγονός της για λόγους ανωτέρας βίας και ασφαλείας διακοπής των εργασιών στο πεδίο Κλειδιού και την δια συμφωνίας επιμήκυνση του χρόνου εκτέλεσης του έργου σε διαφορετικά ορυχεία, συνεπώς εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμα αυτά τα κονδύλια, σε διάκριση με τα υπόλοιπα, τα οποία ορθώς απέρριψε.

Επιπροσθέτως, οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι η ανάδοχος έχει αξίωση σε βάρος της εναγομένης ποσού 173.155,70 ευρώ, που αντιστοιχεί σε πρόσθετη αμοιβή λόγω δημιουργίας ενδιάμεσης απόθεσης άθραυστου λιγνίτη. Επ' αυτού, αποδεικνύονται τα εξής: Όπως προκύπτει από το ημερολόγιο του έργου, η εναγομένη έδωσε την 4.10.2007 εντολή στην ανάδοχο να δημιουργήσει απόθεμα 150.000 - 160.000 τόνων άθραυστου λιγνίτη, ώστε να εξασφαλιστεί η απρόσκοπτη λειτουργία των εργοστασίων σε περίπτωση προβλημάτων στην εξόρυξη, λόγω καιρού ή οποιονδήποτε άλλων αϊτών.

Η δημιουργία αποθέματος, δημιουργεί ένα επιπλέον έξοδο για την ανάδοχο, μίας επιπλέον μεταφόρτωσης του λιγνίτη. Η ανάδοχος, δημιούργησε απόθεμα 812.436,01 τόνων, η εναγομένη όμως της πλήρωσε με τιμή 0,248 ευρώ ανά τόνο μόνο 169.311,42 τόνους. Οι ενάγουσες, ζητούν την πληρωμή και των υπόλοιπων 643.124,59 τόνων, ωστόσο το αίτημά τους πρέπει ν απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεδομένου ότι δεν αποδεικνύεται εντολή εκ μέρους της ΔΕΗ για δημιουργία αποθέματος μεγαλύτερου αυτού για το οποίο πλήρωσε την ανάδοχο.

Από την εντολή δε που έδωσε στην ανάδοχο την 21.11.2007 και αναγράφεται στο ημερολόγιο του έργου, με βάση την οποία έπρεπε "από το στοκ λιγνίτη να οδηγούνται σε θραύση τα παλαιότερα υλικά ώστε να μην υπάρξουν φαινόμενα αυτανάφλεξης", δεν συνάγεται αναγνώριση εκ μέρους της ΔΕΗ οποιοσδήποτε υποχρέωσής της να πληρώσει για τη δημιουργία του αιτούμενου με την αγωγή αποθέματος.

Το απόθεμα αυτό άλλωστε, την 13.11.2007, όπως αναγράφεται στο ημερολόγιο του έργου, είχε δώσει εντολή να σταματήσει άμεσα να δημιουργείται.

Συνεπώς το κονδύλιο αυτό είναι απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο. Περαιτέρω, οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι υφίσταται αξίωση της αναδόχου ποσού 484.660,88 ευρώ, λόγω του αυθαίρετου και αντισυμβατικού καθορισμού από τη ΔΕΗ τιμής του νέου έργου, δηλαδή της εκσκαφής, φόρτωσης, μεταφοράς, απόθεσης και διάστρωσης ενδιάμεσων αγόνων υλικών από την περιοχή εκσκαφής των ΒΑ πρανών του Πεδίου Μαυροπηγής προς τον παρακείμενο χώρο απόθεσης.

Και η αξίωση αυτή δεν είναι ουσιαστικά βάσιμη. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, με το υπ' αρ. ....2009 έγγραφο της εναγομένης συμφωνήθηκε η ανάδοχος να συνεχίσει τις εργασίες και στο ορυχείο Κυρίου Πεδίου με αντικείμενο 2.000.000 ευρώ. Ο δε καθορισμός των νέων τιμών συμφωνήθηκε να γίνει με βάση τις τιμές της εκτελούμενης από την ανάδοχο στο ίδιο ορυχείο σύμβασης .../2008.

Έτσι, με το 12° Πρωτόκολλο Καθορισμού Τιμών Μονάδας Νέας Εργασίας (ΠΚΤΜΝΕ) συμφωνήθηκε η νέα τιμή (Ν.Τ.) 28, για τη διακίνηση (εκσκαφή, φόρτωση, μεταφορά, απόθεση και διάστρωση) ενδιάμεσων αγόνων από την περιοχή εκσκαφής των βόρειο - ανατολικών πρανών του ορυχείου Μαυροπηγής (που υπάγεται στο ορυχείο Κυρίου Πεδίου) προς τον παρακείμενο χώρο απόθεσης (μέση απόσταση μεταφοράς 2,033 km, μεσοσταθμική κλίση 3,33 %) σε 1,3761 ευρώ ανά κ.μ.

στ. Στον καθορισμό της τιμής αυτής, που έγινε με βάση τα δεδομένα της υπ' αρ. .../2008 σύμβασης, συμφώνησε η ανάδοχος διά του επιβλέποντος το έργο μηχανικού της Ε. Κ., ο οποίος υπέγραψε το άνω πρωτόκολλο, χωρίς σχετική ένσταση εκ μέρους της αναδόχου. Εν συνεχεία και αφού είχε ολοκληρωθεί το έργο των 2 εκ. ευρώ, και επειδή υπήρχε ακόμη ανεκτέλεστο υπόλοιπο έργου της αρχικής σύμβασης (στο ορυχείο πεδίου Αμυνταίου εκ των 3.500.000 ευρώ είχε εκτελεστεί το Μάρτιο του 2009 έργο 41.224,35 ευρώ), συμφωνήθηκε να εκτελεστεί επιπλέον έργο στο ορυχείο Κυρίου Πεδίου.

Με το 15° πρωτόκολλο καθορισμού τιμής μονάδας νέας εργασίας, καθορίστηκε μεταξύ άλλων νέα τιμή (Ν.Τ.40) για τη διακίνηση (εκσκαφή, φόρτωση, μεταφορά, απόθεση και διάστρωση) ενδιάμεσων αγόνων από την περιοχή εκσκαφής των βόρειο - ανατολικών πρανών του ορυχείου Μαυροπηγής προς τον παρακείμενο χώρο απόθεσης (μέση απόσταση μεταφοράς 1,943 km, μεσοσταθμική κλίση 4,30 %) σε 0,98 ευρώ ανά κ.μ.

στ., με βάση τα δεδομένα άλλης σύμβασης, της υπ' αρ. ... που αφορούσε εκτέλεση αντίστοιχου έργου. Οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι για τον καθορισμό αυτό, με βάση το άρθρο 10 παρ. 5 των ειδικών όρων της σύμβασης, έπρεπε να ληφθεί υπόψη ως βάση η υπ' αρ. ... σύμβαση, η οποία είχε συναφθεί με την ΕΛΙΚΑ ΑΕ και όχι η υπ' αρ. ..., που είχε συναφθεί με άλλη ανάδοχο.

Ωστόσο, μετά την εκτέλεση του έργου των 2.000.000 ευρώ στο ορυχείο του Κυρίου Πεδίου, η νέα τιμή δεν ήταν υποχρεωτικό να καθοριστεί με την σύμβαση αυτή, άλλωστε στον καθορισμό της τιμής αυτής συμφώνησε και η ανάδοχος διά του επιβλέποντος το έργο μηχανικού της Ε. Κ., ο οποίος υπέγραψε το άνω πρωτόκολλο, χωρίς σχετική ένσταση ή επιφύλαξη εκ μέρους αυτού ή της αναδόχου.

Το άρθρο 42 των Γενικών Όρων της σύμβασης, προβλέπει τη δυνατότητα της αναδόχου να υποβάλει τις απαιτήσεις της σχετικά με οποιοδήποτε θέμα της σύμβασης, μέσα σε προθεσμία 15 ημερών από το γεγονός. Σε άλλη περίπτωση, που η ανάδοχος θεώρησε ότι η συμφωνηθείσα νέα τιμή δεν ήταν η ορθή, λόγω νέων συνθηκών, γνωστοποίησε τη σχετική απαίτησή της κατ' άρθρο 42 της σύμβασης (βλ.

π.χ. την υπ' αρ. ...2008 αίτησή της, με την οποία ισχυρίζεται ότι η NT 14 που όρισαν τα μέρη μετά από διαπραγματεύσεις λίγες ημέρες νωρίτερα, δεν ήταν ορθή διότι εξέλειψαν οι λόγοι που δικαιολογούσαν την έκπτωση και επειδή αυξήθηκε το κόστος μεταφοράς).

Εν προκειμένω ουδεμία τέτοια αντίρρηση υπέβαλε και συνεπώς και το σχετικό κονδύλι είναι απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο. Όσον αφορά το κονδύλι σχετικά με την επιμέτρηση υπερκείμενων του λιγνίτη αγόνων εδαφών στο πεδίο Κλειδιού, πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Το χρονικό διάστημα από 1.11.2007 έως και 30.4.2008 διακινήθηκαν από την ανάδοχο (διά των υπεργολάβων της) 172.862,32 κυβικά μέτρα στερεών υπερκειμένων υλικών με 29.549 δρομολόγια φορτηγών και με μέσο όρο διακινηθέντων υπερκειμένων υλικών (172.862,32: 29.549 δρομολόγια) 5,85 κυβικά μέτρα στερεών ανά δρομολόγιο.

Με βάση, όμως, το ημερολόγιο έργου και τα επιμετρητικά σχέδια μέχρι την 31.10.2007, το μέσο φορτίο των διακινούμενων υλικών ήταν 12,45 κυβικά μέτρα ανά δρομολόγιο. Επομένως, η απώλεια ανά δρομολόγιο από την αδυναμία ακριβούς επιμέτρησης υπερκειμένων του λιγνίτη αγόνων εδαφών από το ορυχείο Κλειδιού λόγω των κατολισθήσεων που συνέβησαν στο χώρο της εκσκαφής από την 1.11.2007 μέχρι και τη διακοπή της εκσκαφής αγόνων στο ορυχείο κατ' εντολή της ΔΕΗ την 30.4.2008, ανέρχεται σε 12,45 - 5,85 = 6,60 κυβικά μέτρα ανά δρομολόγιο και η προκληθείσα ζημία ανέρχεται σε (6,60 X 29.549 Χ 0,87 ευρώ ανά κυβικό μέτρο) 169.670.36 ευρώ.

Οι ενάγουσες τέλος ισχυρίζονται ότι λόγω της διακοπής των εργασιών στο ορυχείο Κλειδιού, υπάρχει απαίτηση αναπόσβεστης αξίας του σπαστήρα που αγοράστηκε για την εκτέλεση της σύμβασης ποσού 91.321,40 ευρώ. Ως προς την απαίτηση αυτή, πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Ο σπαστήρας αγοράστηκε από τις ενάγουσες με την προοπτική ότι θα χρησιμοποιηθεί, με βάση την αρχική σύμβαση, για τη θραύση 3.000.000 τόνων λιγνίτη, λόγω όμως της διακοπής των εργασιών στο ορυχείο Κλειδιού, τελικά χρησιμοποιήθηκε για τη θραύση μόνο 908.381,03 τόνων λιγνίτη, δηλαδή έγινε θραύση λιγνίτη λιγότερη κατά ποσοστό 69,72 % της αρχικής πρόβλεψης.

Ο σπαστήρας αγοράστηκε με τίμημα 130.983,08 ευρώ, η αξία αυτή δεν αποσβέστηκε όμως πλήρως, λόγω της άνω διακοπής των εργασιών.

Συνεπώς η ζημία των εναγουσών ανέρχεται στο ποσό των (130.983,08 Χ 69,72 %) 91.321,40 ευρώ.". Κατόπιν τούτων το Εφετείο απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την έφεση των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών και δέχθηκε την έφεση της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε." και με διακριτικό τίτλο "Δ.Ε.Η.

Α.Ε." και τους πρόσθετους λόγους αυτής της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΛΙΓΝΙΤΙΚΗ ΜΕΛΙΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΛΙΓΝΙΤΙΚΗ ΜΕΛΙΤΗΣ Α.Ε.", ήδη αναιρεσίβλητης, ως καθολικής διαδόχου του αποσχισθέντος κλάδου λιγνιτικής ηλεκτροπαραγωγικής δραστηριότητας ΑΗΣ ΜΕΛΙΤΗΣ της Δ.Ε.Η. Α.Ε., εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή για το ποσό των 1.049.527,74 ευρώ και διακρατώντας και δικάζοντας επί της αγωγής, δέχθηκε εν μέρει αυτή ως ουσία βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση της πλαγιαστικώς εναγομένης να καταβάλει στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΙΚΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" το συνολικό ποσό των 260.991,76 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 336 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 330 ΑΚ, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, η πρόσκαιρη διακοπή των εργασιών στο Ορυχείο Πεδίου Κλειδιού ΔΕΗ το διάστημα από 18.8.2006 έως 21.8.2006, έγινε λόγω δέσμευσης εκ μέρους της αρχαιολογικής υπηρεσίας έκτασης του ορυχείου, γεγονός για το οποίο η εναγομένη δεν είχε υποχρέωση αποζημίωσης, σύμφωνα με τα άρθρα 12 και 39 των Γενικών Όρων της σύμβασης και η πρόσκαιρη διακοπή των εργασιών λόγω των κατολισθήσεων το διάστημα από 3.8.2006 έως 6.8.2006, το Δεκέμβριο 2007 και Ιανουάριο 2008 και η οριστική διακοπή αυτών τον Απρίλιο του 2008 καθώς και η εκτέλεση των εργασιών εκ μέρους της αναδόχου και των υπεργολάβων της σε άλλα ορυχεία, με τη συνακόλουθη παράταση του χρόνου της σύμβασης μέχρι τον Αύγουστο του 2010, οφειλόταν σε λόγους ανωτέρας βίας και ασφαλείας, καθώς οι κατολισθείσες στο ορυχείο ήταν πρωτοφανείς σε ένταση και έκταση και απρόβλεπτες, ακόμη και με άκρα επιμέλεια και σύνεση των συμβαλλομένων, η δε συνέχιση των εργασιών στο Ορυχείο Πεδίου Κλειδιού, ακριβώς λόγω της έντασης και έκτασης των κατολισθήσεων, δεν ήταν δυνατή χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η ασφάλεια μηχανημάτων και προσωπικού και ως εκ τούτου, η διακοπή των εργασιών για λόγους ανωτέρας βίας και ασφαλείας και η παράταση του χρόνου εκτέλεσης των εργασιών, δεν θεμελιώνει δικαίωμα αποζημίωσης της αναδόχου, κατά τα προαναφερθέντα άρθρα 39 και 40 των γενικών όρων της καταρτισθείσας μεταξύ της αναδόχου και της εναγομένης Δ.Ε.Η.

υπ' αριθ. ....2005 σύμβασης εργολαβίας, σύμφωνα με τα οποία ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι "...ο ανάδοχος δεν δικαιούται να εγείρει κατά της επιχείρησης απαιτήσεις που αφορούν οποιεσδήποτε τυχόν δαπάνες ή και οικονομική επιβάρυνσή του, ως συνέπεια περιστατικού ανωτέρας βίας". Περαιτέρω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 336 ΑΚ και περί της μη συνδρομής των διατάξεων του άρθρου 330 ΑΚ, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις.

Επομένως, οι ως άνω, δεύτερος κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος, τέταρτος κατά το δεύτερο σκέλος, έκτος και ένατος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στους ίδιους ως άνω αναιρετικούς λόγους, αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδείξεων που δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο.

Συνεπώς, οι λόγοι αυτοί, κατά το αντίστοιχο μέρος τους, είναι απαράδεκτοι. Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 308/2020).

Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 261/2016), αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 76/2016) και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 21/2024, ΑΠ 194/2023, ΑΠ 179/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον προταθέντα, προς απόκρουση της ένστασης της εναγομένης περί ανωτέρας βίας, ουσιώδη ισχυρισμό τους, ότι οι διακοπές των εργασιών στο Ορυχείο Πεδίου Κλειδιού ήταν αδικαιολόγητες, μη οφειλόμενες σε λόγους ανωτέρας βίας, διότι η πιθανότητα κατολισθήσεων ήταν επιστημονικά προβλέψιμη και οι εργασίες ήταν δυνατόν να συνεχισθούν απρόσκοπτα σε άλλο τμήμα του έργου, στο ίδιο ορυχείο Κλειδιού, μη επηρεαζόμενες από τις κατολισθήσεις, ενώ η παράταση του χρόνου εκτέλεσης των εργασιών οφείλονταν αποκλειστικά στην εναγομένη.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι τα ως επικαλούμενα από τις αναιρεσείουσες δεν αποτελούν "πράγματα", υπό την προεκτεθείσα έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της προβληθείσας από την εναγομένη ένστασης ανωτέρας βίας, καθώς και επιχειρήματα και συμπεράσματα των αναιρεσειουσών από την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση δε της ως άνω πλημμέλειας, οι αναιρεσείουσες πλήττουν ουσιαστικά την προσβαλλόμενη κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη ισχυρισμό τους ότι η διακοπή και παύση των εργασιών στο Ορυχείο Πεδίου Κλειδιού δεν οφείλονταν σε ανωτέρα βία, αλλά σε υπέρβαση των ορίων της απαλλοτριωμένης έκτασης για την εκτέλεση των εργασιών.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι τα ως επικαλούμενα από τις αναιρεσείουσες δεν αποτελούν "πράγμα", υπό την προεκτεθείσα έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της προβληθείσας από την εναγομένη ένστασης περί ανωτέρας βίας.

Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη ισχυρισμό τους, ότι με το άρθρο 40 των Γενικών Όρων της καταρτισθείσας μεταξύ της εναγομένης και της αναδόχου από 20.12.2005 έγγραφης σύμβασης, είχε συμφωνηθεί ότι τα περιστατικά που θα συνιστούσαν ανωτέρα βία και θα επηρέαζαν την εκτέλεση του έργου, αποτελούσαν συμβατικό λόγο απαλλαγής της αναδόχου και θα ενεργούσαν μόνο υπέρ και προς όφελός της και μπορούσε να τα επικαλεσθεί αποκλειστικά και μόνο αυτή και όχι η εναγομένη.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλομένης, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ως άνω ισχυρισμό των αναιρεσειουσών και τον απέρριψε στην ουσία, δεχόμενο ότι, στο άρθρο 40 των γενικών όρων της σύμβασης ορίστηκε ότι όλα τα περιστατικά τα οποία επηρεάζουν την εκτέλεση του έργου και ξεφεύγουν από τον έλεγχο του αναδόχου και τα οποία ήταν αδύνατον να προβλεφθούν ή προληφθούν θεωρούνται ως περιστατικά ανωτέρας βίας, ότι αυτά είναι αποδεκτά μόνον ως λόγος καθυστέρησης και όχι ως λόγος αποζημίωσης του αναδόχου, ο οποίος δεν δικαιούται να εγείρει κατά της επιχείρησης απαιτήσεις που αφορούν οποιεσδήποτε τυχόν δαπάνες ή και οικονομική επιβάρυνσή του, ως συνέπεια περιστατικού ανωτέρας βίας.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή καλύπτονται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.

Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.

Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ` αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους.

Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη υπόψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της. Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ` αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 43/2023, ΑΠ 1075/2023, ΑΠ 900/2023, ΑΠ 1363/2021, ΑΠ 1123/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καθόσον, ενώ δέχθηκε εμμέσως ασάφεια και αμφιβολία στις δηλώσεις βουλήσεως της αναδόχου και της εναγομένης ΔΕΗ, που περιέχονται στα άρθρα 39 και 40 των Γενικών 'Ορων της μεταξύ τους καταρτισθείσας σύμβασης εργολαβίας, σχετικά με το κρίσιμο θέμα της ανωτέρας βίας, στη συνέχεια, χωρίς να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προέβη σε ερμηνεία των ως άνω δηλώσεων βουλήσεως, δεχόμενο ότι ο όρος της ανωτέρας βίας τέθηκε υπέρ και προς όφελος της εναγομένης και ότι αυτή μπορούσε να την επικαλεστεί.

Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε ούτε έμμεσα ασάφεια και αμφιβολία στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων μερών στην επίδικη σύμβαση, ούτε προέβη σε ερμηνεία αυτών με το να δεχθεί ότι η διακοπή των εργασιών και η παράταση του χρόνου εκτέλεσης αυτών οφειλόταν σε λόγους ανωτέρας βίας και ασφαλείας και δεν θεμελιώνει δικαίωμα αποζημιώσεως της αναδόχου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 39 και 40 των Γενικών 'Ορων της συμβάσεως.

Το γεγονός ότι το Εφετείο δεν προέβη σε ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των συμβληθέντων μερών προκύπτει και από το ότι δεν προέβη σε ερμηνεία των ως άνω άρθρων, συσχετίζοντας αυτά με άλλους όρους της συμβάσεως, ούτε κατέφυγε σε άλλα αποδεικτικά μέσα ή σε στοιχεία εκτός της συμβάσεως. Αντίθετα τα ως άνω γενόμενα δεκτά προέκυψαν κατά τρόπο σαφή από το κείμενο της επίδικης συμβάσεως και από τους περιεχόμενους σ' αυτήν όρους, χωρίς να δημιουργείται καμία αμφιβολία ώστε να παρίσταται ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, στους οποίους και δεν προσέφυγε το Εφετείο.

Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει: α) τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή είτε μνεία ότι σ' αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, είτε, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά. (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους έβδομο και όγδοο λόγους αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμα α) το υπό στοιχείο ΙΓ' κονδύλιο της αγωγής, ποσού 173.155,70 ευρώ, που αφορά δαπάνη μετακίνησης 643.124,59 τόνων άθραυστου λιγνίτη, που δημιουργήθηκαν ως απόθεμα κατόπιν εντολής της Δ.Ε.Η.

και β) το υπό στοιχείο ΙΒ' κονδύλιο της αγωγής, ποσού 484.660,88 ευρώ, που προέκυψε από τον αυθαίρετο και αντισυμβατικό καθορισμό από την Δ.Ε.Η. της τιμής του νέου έργου. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι προεχόντως αόριστοι και εντεύθεν απαράδεκτοι, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση, η νόμιμη βάση, δηλαδή οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν και επιπλέον, ως προς την απόρριψη του υπό στοιχ.

ΙΒ' κονδυλίου, ποσού 484.660,88 ευρώ, δεν εκτίθενται οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση. Σε κάθε περίπτωση, οι ως άνω λόγοι είναι απαράδεκτοι και διότι, υπό την επίφαση της πλημμέλειας του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος των αναιρεσειουσών, διότι η αναιρεσίβλητη δεν παρέστη και δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 31.10.2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 2056/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης