Legislator Case Law & Legislation
1284/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court's rejection of private claim for title to beachfront property.

Case Number 1284/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the appellate court's decision rejecting its claim to title over a portion of a beachfront property. The private claimant successfully argued that the disputed land was acquired through adverse possession and that the state's claim was invalid due to the existence of a prior private ownership. The court upheld the lower court's finding that the state failed to prove its title, emphasizing the private party's established rights.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564 para. 3 and 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that an appeal is admissible but must be rejected if the appellate court's free evaluation of evidence, based on sworn statements and prior ownership documents, correctly established the private party's title and invalidated the state's claim.

Keywords

AI generated
adverse possession beachfront property state ownership appellate review free evaluation of evidence title dispute adverse possession claim

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 para. 3 and 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 para. 1 of Law 3693/1957
Common Decision of the Ministers of Finance and Justice 134423/1992

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1284 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1284/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αγαθή Δερέ, Χριστίνα-Ζαφειρία Γαβριηλίδου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ουρανία Μενδρινού, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Φ. συζύγου Ι. το γένος Π. Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Καρδερίνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-1-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 178/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 36/2020 του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Χίου). Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-3-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 17-03-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 36/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 178/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου.

Με την τελευταία αυτή απόφαση έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η από 25-01-2017 αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή είχε ζητήσει να αναγνωρισθεί η κυριότητά της σε ένα ακίνητο εμβαδού 25,72 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." ... και το οποίο, κατά μεν τα 20,27 τ.μ. αυτού καταχωρήθηκε εσφαλμένα στα κτηματολογικά βιβλία με φερόμενους ιδιοκτήτες αυτού τους δύο πρώτους εναγομένους Α.

Γ. και Χ. Γ., κατά δε τα 5,45 τ.μ. αυτού καταχωρήθηκε επίσης εσφαλμένα με φερόμενο ιδιοκτήτη αυτού το τρίτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ως τμήμα αιγιαλού. Είχε ζητήσει, επίσης, να διαταχθεί η διόρθωση της ως άνω εσφαλμένης πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό φύλλο, ώστε να εμφανίζεται η ίδια κυρία του όλου ακινήτου, το οποίο απέκτησε παραγώγως και πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην αγωγή.

Σημειωτέον ότι κατά της ως άνω οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, έγινε δεκτή η αγωγή, δεν άσκησαν έφεση οι δύο πρώτοι εναγόμενοι. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι έγιναν δεκτά από το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί τις αποδείξεις κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της υπ' αριθμ. ...1999 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας, ενώπιον της συμβολαιογράφου Χίου Ι. Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χίου, στον τόμο 437 με αριθμό 164, η ενάγουσα απέκτησε, μεταξύ άλλων, την κυριότητα, νομή και κατοχή "ενός οικοπέδου με ισόγεια οικία, στον οικισμό ..., εκτάσεως 30 τ.μ. περίπου, συνορεύον ανατολικά και δυτικά με δρόμο, βόρεια και νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων Τ.". Στο ανωτέρω ακίνητο την εγκατέστησε κληρονόμο του ο αποβιώσας την ...1951 πατέρας της Π. Δ. του Κ., με την από ...1950 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύτηκε νόμιμα με το υπ' αριθμ. 1470/386/22-9-1999 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου. Το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει στη κυριότητα του πατέρα της ενάγουσας με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον του μεταβίβασαν τη νομή του με άτυπη δωρεά οι γονείς του, και αυτός έκτοτε το νεμόταν διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα πλέον των είκοσι ετών, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση πράξεις νομής και ειδικότερα, χρησιμοποιώντας το για να τοποθετεί τη βάρκα του, με την οποίαν έβγαινε για ψάρεμα.

Συνεπώς, η ενάγουσα κατέστη κυρία του ακινήτου, αποδεχόμενη την επαχθείσα σε αυτήν κληρονομία του πατέρα της. Περαιτέρω, σύμφωνα με το από Σεπτέμβριο 2016 τοπογραφικό διάγραμμα γεωμετρικών μεταβολών του μηχανικού γεωπληροφορικής και τοπογραφίας Π. Κ., το εν λόγω ακίνητο βρίσκεται στην ειδικότερη θέση "..." ..., φαίνεται στο ανωτέρω διάγραμμα με στοιχεία Ν1, Ν2, Ν3, Ν4, Ν5, 20, 21, 22, Ν1, αποτελεί γεωτεμάχιο άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση, έχει επιφάνεια 25,72 τ.μ., επ' αυτού υπάρχει ισόγεια παλαιά οικία, κτισμένη προ του 1955 με στοιχεία Ν1, Ν2, 21, 22, Ν1, με εμβαδό 17,98 τ.μ., συνορεύει δυτικά σε πλευρά Ν1, Ν1, Ν3 με ιδιοκτησία Λ., Σ.

και Δ. Γ. (ΚΑΕΚ ...), βόρεια σε πλευρά Ν1, 22 με δημοτική οδό (ΚΑΕΚ ...), ανατολικά σε πλευρά 22, 21, 20, Ν5 με ιδιοκτησία αγνώστου (ΚΑΕΚ ...) και νότια σε πλευρά Ν5, Ν4 με κοινόχρηστο χώρο ιδιοκτησίας Ελληνικού Δημοσίου (ΚΑΕΚ ...). Με την υπ' αριθμ. ... απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών "Επανακαθορισμός των ορίων αιγιαλού - παραλίας στη θέση ... ...", που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ ...2002, επικυρώθηκε η από 18-12-2001 έκθεση της κατά το άρθρο 100 π.δ. 284/88 αρμόδιας Επιτροπής καθορισμού ορίων αιγιαλού - παραλίας για τον επανακαθορισμό ορίων αιγιαλού - παραλίας στην περιοχή "..." ...

και το από Δεκέμβριο 1998 τοπογραφικό διάγραμμα που συντάχθηκε από τον τοπογράφο μηχανικό Δ. Ζ. και ενημερώθηκε από τον πολιτικό μηχανικό Ι. Μ. Με την ως άνω διοικητική πράξη ορίσθηκε ότι την οριογραμμή του αιγιαλού αποτελεί η συνεχής ερυθρή πολυγωνική γραμμή υπό στοιχεία 1,2,3,....41,42, που απεικονίζεται στο αντίστοιχο επισυναπτόμενο στην ως άνω απόφαση τοπογραφικό διάγραμμα, της οποίας οι κορυφές εξασφαλίζονται με ορθογώνιες συντεταγμένες από το Κρατικό Τριγωνομετρικό Δίκτυο, ενώ δεν καθορίστηκε ζώνη παραλίας επειδή θεωρήθηκε ότι δεν εξυπηρετούνται οι σκοποί του άρθρου 7 παρ. 1 του ΑΝ 2344/1940.

Εντός της οριογραμμής του αιγιαλού, όπως αυτή καθορίστηκε παραπάνω, περιλήφθηκε και ένα τμήμα του ακινήτου της ενάγουσας, εμβαδού 5,45 τ.μ., το οποίο στο ως άνω από Σεπτέμβριο 2016 τοπογραφικό διάγραμμα γεωμετρικών μεταβολών του μηχανικού γεωπληροφορικής και τοπογραφίας Π. Κ., εμφανίζεται με τα στοιχεία Ν3, Ν4, Ν5, 20, Ν3.

Το ανωτέρω επίδικο τμήμα του όλου ακινήτου της ενάγουσας, εμβαδού 5,45 τ.μ., εμφανίζεται κατά τις πρώτες εγγραφές στα οικεία κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Χίου, ως ανήκον κατά πλήρη κυριότητα και κατά ποσοστό 100% στην κυριότητα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, ως τμήμα κοινόχρηστου χώρου αιγιαλού με ΚΑΕΚ ...

Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο τμήμα έχει τα χαρακτηριστικά στοιχεία αιγιαλού, ήτοι ότι είναι χερσαία ζώνη που περιστοιχίζει τη θάλασσα με ανώτατο όριο προς την ξηρά το σημείο εκείνο, μέχρι το οποίο φτάνουν, κατά τις συνηθισμένες και όχι έκτακτες αναβάσεις τους, τα κύματα της θάλασσας. Ειδικότερα, σύμφωνα με την ως άνω έκθεση της Επιτροπής επανακαθορισμού των ορίων αιγιαλού - παραλίας η περιοχή, όπου βρίσκεται και το επίδικο τμήμα, είναι βραχώδης στο μεγαλύτερο μήκος της ακτογραμμής με ψαμιτική σύσταση και ημιπεδινή στον οικισμό, η κλίση του εδάφους είναι μεγάλη, η πολύχρονη διάβρωση του ψαμίτη έχει δημιουργήσει αμμώδη ακτή πολύ μικρού πλάτους, η δε βλάστηση που υπάρχει περιλαμβάνει καλωπιστικά δέντρα (αλμυρίκια) και ελάχιστους θάμνους.

Υπάρχουν κτίσματα σε όλο το μήκος της υπό επανακαθορισμό περιοχής, υφιστάμενα από το 1910, για την εξυπηρέτηση των ψαράδων του οικισμού. Ο θαλάσσιος χώρος έχει βάθος της τάξης των 3-4 μέτρων για απόσταση 50-60 μέτρα από την ακτή, ενώ η σύστασή του είναι βραχώδης, όμοια με την κατάσταση της ακτής. Το ανάπτυγμα του πελάγους είναι μικρό εξαιτίας του προσανατολισμού και της θέσης της περιοχής και συγκεκριμένα η περιοχή βρίσκεται στο πιο στενό σημείο της Χίου και δεν επηρεάζεται από υψηλούς κυματισμούς ανοικτού πελάγους.

Ρητώς δε αναφέρεται ότι αυτό τεκμηριώνεται και από την τεχνική μελέτη του πολιτικού μηχανικού Ν. Κ., με θέμα "υπολογισμός αναρριχόμενου κύματος στην περιοχή ...", σύμφωνα με την οποία το μέγιστο ύψος που ανεβαίνει το κύμα από κατάσταση ηρεμίας είναι 55 εκατ., με αποτέλεσμα να μην καλύπτει σπίτια, αλλά μόνο τμήμα των αυλών τους.

Δεδομένου ότι ο οικισμός προϋφίσταται του 1923, του ότι αν τα υφιστάμενα κτίσματα περιλαμβάνονταν στη ζώνη της παραλίας θα καταστρεφόταν ένα παραλιακός νησιώτικος οικισμός και θα δημιουργούνταν ένα κοινωνικό πρόβλημα στην περιοχή, χωρίς όμως, ούτε την επίτευξη κοινωφελούς έργου, αφού η πρόσβαση στον αιγιαλό γίνεται από τους κάθετους - στον ήδη υπάρχοντα κατά μήκος δρόμο - δρόμους, ούτε και ουσιαστικό όφελος για το Δημόσιο, η ως άνω Επιτροπή έκρινε ότι δεν απαιτείται δημιουργία ζώνης παραλίας, γιατί εξυπηρετούνται οι σκοποί της παρ. 1 του άρθρου 7 του Α.Ν. 2344/1940.

Από την ανωτέρω έκθεση καθίσταται σαφές ότι το επίδικο τμήμα αποτελεί τμήμα του επίδικου οικοπέδου της ενάγουσας και όχι της παραλίας, πολύ περισσότερο του αιγιαλού. Στο επίδικο τμήμα έχει κατασκευαστεί τσιμεντένια βεράντα, χωρίς να αναφέρεται στα προσκομισθέντα έγγραφα ότι αυτή έχει διαβρωθεί από το κύμα, παρόλο που δύο φορές (8-6-2006 και 6-3-2008) έγινε αυτοψία στο χώρο από την Κτηματική Υπηρεσία Χίου, ούτε αποδείχθηκε ότι κάποιο έστω ελάχιστο τμήμα της επίδικης βεράντας βρέχεται από τις συνηθισμένες αναβάσεις των κυμάτων της θάλασσας, ώστε να θεωρηθεί ότι αποτελεί τμήμα αιγιαλού, δεδομένου μάλιστα ότι και στην ως άνω έκθεση της Επιτροπής σαφώς αναφέρεται ότι σύμφωνα με την τεχνική μελέτη του πολιτικού μηχανικού Ν.

Κ., το μέγιστο κύμα δεν φτάνει στα σπίτια, αλλά μόνο σε τμήμα των αυλών τους, χωρίς να προσδιορίζεται το τμήμα αυτό, εν προκειμένω δε, η βεράντα δεν μπορεί να θεωρηθεί αυλή, αλλά τμήμα του σπιτιού. Το επίδικο αποτελεί τμήμα της οικίας της ενάγουσας που είναι κτισμένη τουλάχιστον από το έτος 1915 και ουδέποτε βρεχόταν αλλά ούτε και βρέχεται από το χειμέριο κύμα, καθώς όπως στην ανωτέρω έκθεση αναφέρεται, η περιοχή βρίσκεται στο πιο στενό σημείο της Χίου, η οποία δεν επηρεάζεται από υψηλούς κυματισμούς.

Η ανωτέρω κρίση ενισχύεται και από τις παραδοχές της υπ' αριθμ. 103/22-4-2009 απόφασης του Ειρηνοδικείου Χίου, η οποία εκδόθηκε επί ανακοπής της ενάγουσας κατά του υπ' αριθμ. ... πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής και καθορισμού αυθαίρετης χρήσης δημοσίου κτήματος του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Χίου, με το οποίο η ενάγουσα είχε αποβληθεί από το επίδικο τμήμα εμβαδού (σύμφωνα με το σχετικό πρωτόκολλο) 6,88 τ.μ.

Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, με την οποία έγινε δεκτή η ανακοπή και ακυρώθηκε το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο, πιθανολογήθηκε ότι το επίδικο τμήμα δεν βρέχεται από το μέγιστο χειμέριο κύμα, δεδομένου ότι μεταξύ της θάλασσας και του επιδίκου μεσολαβεί δρόμος και μετά το λιμάνι και ότι το επίδικο απέχει από τη θάλασσα 12 περίπου μέτρα και ως εκ τούτου δεν αποτελεί τμήμα του αιγιαλού και δεν ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο.

Δεν αποδείχθηκε δε ότι το εναγόμενο άσκησε έφεση κατά της ανωτέρω απόφασης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου. Η ανωτέρω κρίση επίσης ενισχύεται και από την προσκομισθείσα υπ' αριθμ. 22/1.12.2016 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας απορρίφθηκε έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά απόφασης που έκανε δεκτή αγωγή που αφορούσε παρακείμενο του επιδίκου ακίνητο, κρίνοντας ότι δεν πρόκειται για τμήμα του αιγιαλού, ενώ στην ίδια απόφαση αναφέρονται και αποφάσεις που αφορούν άλλα τμήματα παρακείμενων ακινήτων, δυνάμει των οποίων επίσης κρίθηκε ότι δεν αποτελούν τμήμα αιγιαλού.

Κατόπιν των ανωτέρω η ένσταση του εναγομένου ότι το επίδικο τμήμα αποτελεί τμήμα του αιγιαλού, όπως κρίθηκε με την ανωτέρω απόφαση επανακαθορισμού ορίων αιγιαλού, διότι βρέχεται από τις μέγιστες πλην συνήθεις αναβάσεις των χειμέριων κυμάτων και, επομένως, κατέστη δημόσιο κτήμα, τυγχάνει ουσιαστικά αβάσιμη και απορριπτέα, καθόσον αφενός η ιδιότητα του αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα, δηλαδή τις μέγιστες αλλά συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων και δεν δημιουργείται με τον καθορισμό της οριογραμμής του από την ως άνω Επιτροπή του άρθρου 100 του ΠΔ 284/1988, αφού η διοικητική αυτή επιτροπή διαπιστώνει απλώς και χαράσσει τα όρια του αιγιαλού, όπως η φύση τον δημιούργησε, ενώ ο καθορισμός σε κάθε τοπική περίπτωση της έκτασης ως αιγιαλού ανήκει στην εκτίμηση του τακτικού δικαστή και όχι της διοίκησης, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, αφετέρου αποδείχθηκε ότι το επίδικο βρίσκεται στο πιο στενό σημείο της Χίου σε περιοχή όπου το ανάπτυγμα του πελάγους είναι μικρό, δεν επηρεάζεται από υψηλούς κυματισμούς ανοικτού πελάγους, ενώ ουδόλως αποδείχθηκε ότι το επίδικο τμήμα το φτάνουν, κατά τις συνηθισμένες και όχι έκτακτες αναβάσεις τους, τα κύματα της θάλασσας.

Το γεγονός ότι το τμήμα αυτό εσφαλμένα περιελήφθηκε ως αιγιαλός στο διάγραμμα που συνέταξε η αρμόδια Επιτροπή και θεωρείται αναγκαστικώς απαλλοτριωτέο υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου δεν επάγεται, άνευ ετέρου, τη μεταβίβαση της κυριότητάς του στο τελευταίο, με βάση όσα αναφέρθηκαν και στη μείζονα σκέψη της παρούσας, καθώς στην προκειμένη περίπτωση δεν συντελέστηκε η απαλλοτρίωση με την τήρηση της νόμιμης απαλλοτριωτικής διαδικασίας, ήτοι με το δικαστικό καθορισμό της αποζημίωσης και την εν συνεχεία καταβολή ή παρακατάθεση αυτής.

Ούτε αναιρείται η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου από το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν ανήγγειλε τις σχετικές αξιώσεις της εντός εξαμήνου από τη δημοσίευση στην ΕτΚ της σχετικής έκθεσης της Επιτροπής, αφού, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, οι αξιώσεις ιδιοκτητών ή εχόντων άλλα δικαιώματα στα ακίνητα του αιγιαλού, εφόσον δεν κατέστη δυνατό για οποιουσδήποτε λόγους να τηρηθεί ως προς αυτές η παραπάνω προδικασία, με αναγγελία τους στον Υπουργό Οικονομικών εντός της εξάμηνης προθεσμίας, τότε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 4 Ν. 2971/2001, οι αξιώσεις αυτές κρίνονται κατά την τακτική διαδικασία, υπό την έννοια ότι οι δικαιούχοι προσφεύγουν στα αρμόδια καθ' ύλην και κατά τόπο πολιτικά δικαστήρια.

Περαιτέρω, το επίδικο τμήμα, εμβαδού 5,45 τ.μ., μέρος του όλου ακινήτου της ενάγουσας, το οποίο όπως ήδη αναφέρθηκε παραπάνω, απεικονίζεται και αποτυπώνεται στο ως άνω από Σεπτέμβριο 2016 τοπογραφικό διάγραμμα γεωμετρικών μεταβολών του μηχανικού γεωπληροφορικής και τοπογραφίας Π. Κ. με τα στοιχεία Ν3, Ν4, Ν5, 20, Ν3, κατά τις αρχικές εγγραφές στα Κτηματολογικά Βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Χίου, δεν αποτυπώθηκε ορθά και καταχωρήθηκε λανθασμένα, αφού συμπεριλήφθηκε λανθασμένα, ως τμήμα κοινόχρηστου χώρου αιγιαλού, στο ακίνητο του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου με ΚΑΕΚ ....

Συνεπώς, η αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να αναγνωρισθεί ότι η ενάγουσα είναι αποκλειστική κυρία και τους ως άνω επιδίκου εδαφικού τμήματος εμβαδού 5,45 τ.μ, και περαιτέρω, έπρεπε να διαταχθεί η διόρθωση των ανακριβών αρχικών εγγραφών του ως άνω ακινήτου της στα Κτηματολογικά Βιβλία και τους Κτηματολογικούς χάρτες του Κτηματολογικού Γραφείου Χίου, ώστε και το τμήμα αυτό να καταχωρηθεί ως ιδιοκτησία της ενάγουσας σε ποσοστό 100%, με τίτλο κτήσης την προαναφερθείσα δήλωση αποδοχής κληρονομίας".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε εκφέρει όμοια κρίση, κάνοντας δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή της αναιρεσίβλητης. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (Ολ ΑΠ 23/2008).

Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων. Δεν αποκλείεται, βεβαία, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ ΑΠ 8/2016).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 552/2024, 1520/2021, ΑΠ 410/2021, ΑΠ 573/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Ειδικότερα, διατείνεται το αναιρεσείον ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη την από 05-10-2001 έγγραφη αναφορά των τοπογράφων μηχανικών Α.

Κ. (ΣΕΙΔ) και Β. Κ. (ΣΕΙΔ) περί της διενεργηθείσας αυτοψίας στην επίδικη περιοχή και την οποία προσκόμισε με επίκληση με τις προτάσεις του, τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου, όσο και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Ότι επικαλέστηκε και προσκόμισε το έγγραφο αυτό προκειμένου να αποδείξει τον ουσιώδη ισχυρισμό του ότι η αναιρεσίβλητη και ο δικαιοπάροχός της ουδέποτε κατέστησαν κύριοι του επίδικου ακινήτου, καθώς αυτό βρίσκεται εντός του αιγιαλού και ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο ως κοινόχρηστο και ανεπίδεκτο ιδιωτικής κτήσης.

Ότι στο έγγραφο αυτό αναφέρεται ότι: "Από την αυτοψία που έλαβε χώρα την 3-10-2001, προέκυψε ότι στην περιοχή έχουν κατασκευαστεί και βρίσκονται σε εξέλιξη λιμενικά έργα άνευ αδείας και ως εκ τούτου, θα πρέπει να κινηθούν οι διαδικασίες που προβλέπονται από τον ΑΝ 263/68 και το Ν. 224/94 κατά παντός υπευθύνου. Αποφασίστηκε ομόφωνα να χαραχθεί ο αιγιαλός στην προ των έργων κατάσταση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην Εγκύκλιο 66/1968 του Υπ.

Οικονομικών. Ερευνήθηκε φωτοερμηνευτικά η περιοχή από αεροφωτογραφίες του έτους 1956 και επίγειες λήψεις παλαιοτέρων ετών όπου εμφανιζόταν η περιοχή στην προ των έργων κατάσταση και με παραλία σημαντικά ευρύτερη πριν από τις συντελεσθείσες διαβρώσεις. Αναγνωρίστηκαν επί τόπου (στην περιοχή των λιμενικών έργων) και κτήματα τα οποία βρίσκονται εντός του αιγιαλού πριν από τα έργα".

Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα για το γεγονός ότι, αφενός μεν το επίδικο ακίνητο δεν αποτελεί τμήμα του αιγιαλού, αφετέρου δε ότι η αναιρεσίβλητη απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, ύστερα από την εκτίμηση των εκεί αναφερομένων αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα "Από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μερικά από τα οποία μνημονεύονται παρακάτω, χωρίς να παραλειφθεί η συνεκτίμηση κανενός, από την υπ' αριθμ. 54/17-2-2017 ένορκη βεβαίωση του Σ.

Τ. του Σ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Χίου, που λήφθηκε κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης των εναγομένων... και από τις ομολογίες για τις οποίες θα γίνει κατωτέρω ειδική και περιοριστική μνεία...". Από την κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωση, αλλά και από το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και το ανωτέρω έγγραφο, το οποίο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του.

Πλην όμως, το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά και όχι σύμφωνα με τις απόψεις του αναιρεσείοντος την αποδεικτική του δύναμη και δεν δέχθηκε τη βασιμότητα των ισχυρισμών του.

Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας, η οποία κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και τα οποία, ωστόσο, θα καταλογιστούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-03-2022 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 36/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Σεπτεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την υπηρεσία, η αρχαιότερη της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου