Supreme Court allows partial appeal in divorce property division, awarding 47,516.80 euros to wife based on equal contribution.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the first-instance judgment regarding post-divorce property division. The wife sued for a share of the husband's assets, specifically mutual funds and stocks, arguing for equal contribution to the marital wealth. The court found the first instance erred in its assessment of the husband's net income after fulfilling his support obligations, leading to a recalculation of the wife's share.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1400, 176, 178, 183, 191 of the Civil Code; The Supreme Court holds that in divorce proceedings, the division of acquired assets must be based on a precise calculation of each spouse's net contribution to the marital wealth, considering the income available after fulfilling statutory support obligations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1284 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1284/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή και Χρήστο Τζανερρίκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Απριλίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του εκκαλούντος - καθ' ου η κλήση: Ν. Γ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Φασούλη και κατέθεσε προτάσεις.
Της εφεσίβλητης - καλούσας: Δ. Κ. του Ι., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Παπαδοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/5/2005 αγωγή της ήδη εφεσίβλητης - καλούσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 542/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5326/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ως άνω εκκαλών - καθ'ου η κλήση με την από 28/3/2012 αίτησή του και τους από 11/3/2013 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 889/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 5326/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 1400/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε εκ νέου ο εκκαλών - καθ'ου η κλήση με την από 6/11/2015 αίτησή του και τους από 3/8/2016 πρόσθετους λόγους αυτής.
Εκδόθηκε η 1274/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 1400/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και κράτησε την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιόν του. Η υπόθεση επαναφέρεται για νέα συζήτηση με την από 19/3/2018 κλήση της ήδη εφεσίβλητης - καλούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα φέρεται με την από 19-3-2018 κλήση της αναιρεσίβλητης Δ. Κ., κατ' εκτίμηση του περιεχόμενου και αιτήματος αυτής, σε νέα ουσιαστική συζήτηση η από 17-6-2009 έφεση του αναιρεσείοντος, καθώς και ο από 30-9-2013 πρόσθετος λόγος έφεσης, κατά της 542/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η κρινόμενη υπόθεση είχε την ακόλουθη διαδρομή:
Η αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 31-5-2005 αγωγή της κατά του αναιρεσείοντος, με την οποία ιστορεί την μεταξύ τους τέλεση γάμου, την κατά τα αναφερόμενα περιουσιακά στοιχεία αύξηση της περιουσίας εκείνου κατά τη διάρκεια του γάμου τους, την αμετάκλητη λύση του γάμου τους με διαζύγιο, επικαλούμενη δε προσωπική της συμβολή στην αύξηση της περιουσίας αυτού, ασκεί αξίωση από αποκτήματα, αφενός με βάση τον πραγματικό υπολογισμό, επικουρικά δε κατά το τεκμαιρόμενο, από το άρθρο 1400 ΑΚ, ποσοστό.
Επί της άνω αγωγής εκδόθηκε η 542/2009 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου αυτού Δικαστηρίου, με την οποία, αφού απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη, κατά το μέρος που η αναιρεσίβλητη περιλάμβανε για τη συμβολή της στην περιουσιακή αύξηση χρονικό διάστημα προηγούμενο της τέλεσης του γάμου τους, έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή και συγκεκριμένα μόνο για την αύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος με την απόκτηση τίτλων αμοιβαίων κεφαλαίων και μετοχών, απορρίπτοντας αυτήν ως προς το φερόμενο ως απόκτημα, και περιγραφόμενο στο δικόγραφο, ακίνητο.
Κατά της απόφασης αυτής, ο αναιρεσείων άσκησε την από 17-6-2009 έφεση παραπονούμενος για τη μη απόρριψη ως αόριστης της αγωγής, επαναφέροντας σχετικό ισχυρισμό που είχε προβάλει και πρωτόδικα, και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς τη συμβολή της αναιρεσίβλητης και το μέγεθος αυτής. Το ίδιο σφάλμα, περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων, αποδίδει στην εκκαλούμενη απόφαση ο αναιρεσείων και με τον από 30-9-2013 πρόσθετο λόγο έφεσης.
Επ' αυτών εκδόθηκε η 5326/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού απέρριψε το λόγο έφεσης που αφορούσε την αοριστία της αγωγής, κατέληξε, κρίνοντας κατ' ουσίαν την υπόθεση, σε όμοια με την εκκαλούμενη απόφαση κρίση και απέρριψε την έφεση. Μετά την άσκηση κατ' αυτής της απόφασης, της από 26-3-2012 αίτησης αναίρεσης, καθώς και των από 11-3-2013 πρόσθετων λόγων αναίρεσης, από τον ήδη αναιρεσείοντα, με αιτιάσεις την εσφαλμένη μη απόρριψη της αγωγής ως αόριστης, την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 1400 ΑΚ, σχετικά με τον κρίσιμο χρόνο υπολογισμού της αξίας της τελικής περιουσίας του, την έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, τη μη λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου, ήτοι του αναφερόμενου εγγράφου, άλλως την παραμόρφωση αυτού, εκδόθηκε η 889/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία έγιναν δεκτοί οι εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κύριος και πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, εξαφανίστηκε η προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα κρίση.
Ακολούθως εκδόθηκε η 1400/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η ασκηθείσα κατά το στάδιο αυτό της δίκης αντέφεση της αναιρεσίβλητης, έγινε δεκτή η έφεση, καθώς και ο πρόσθετος λόγος έφεσης που είχε ασκήσει ενόψει της κατά παραπομπή συζήτησης ο αναιρεσείων, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και εξετάζοντας το Εφετείο την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη, το ποσό που αναφέρεται στο διατακτικό της.
Κατά της τελευταίας εφετειακής απόφασης, ο αναιρεσείων άσκησε την από 6-11-2015 αίτηση αναίρεσης, αποδίδοντας τις πλημμέλειες εκ του αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δηλαδή ότι εσφαλμένα δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου ως προς το ζήτημα της αοριστίας της αγωγής, εκ του αρ. 1 του ίδιου άρθρου, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 1400 ΑΚ, ως προς το ζήτημα του χρόνου υπολογισμού της περιουσιακής αύξησης και εκ του αρ. 8 αυτού, σχετικά με τη μη εξέταση του πρόσθετου λόγου έφεσης.
Επίσης, με τους από 3-8-2016 πρόσθετους λόγους της αναίρεσης, ο αναιρεσείων μέμφεται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για την κρίση της περί της οποίας και ο πρώτος κύριος λόγος της αναίρεσης, με τις πλημμέλειες εκ των αρ. 1 και 19 του προαναφερόμενου άρθρου, σχετικά με τον υπολογισμό της αξίας της αρχικής και τελικής περιουσίας και εκ του αρ. 11 περ.
γ' του ίδιου άρθρου για τη μη λήψη υπόψη των αναφερόμενων εγγράφων. Επί της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής, εκδόθηκε η 1274/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε τον πρώτο κύριο λόγο της αναίρεσης, καθώς και τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο πρόσθετους λόγους αυτής, δέχθηκε, δε, το δεύτερο αναιρετικό λόγο, εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως βάσιμο και αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, κρίνοντας ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αναίρεσης αφού το επιδιωκόμενο με αυτούς αποτέλεσμα είχε επέλθει με την παραδοχή του ανωτέρω λόγου.
Με την κρίση αυτή και ενόψει του ότι επρόκειτο για αναίρεση απόφασης του Δικαστηρίου της παραπομπής, κράτησε την υπόθεση για περαιτέρω νέα συζήτηση ενώπιόν του, ύστερα από επίσπευση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.
Από το άρθρο 1400 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του ν. 1329/1983, το οποίο ορίζει ότι "αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου ετελέσθη ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αυξήσεως το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αυξήσεως, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή", προκύπτει ότι, η απαίτηση του κάθε συζύγου από το άρθρο 1400 ΑΚ είναι κατ' αρχήν ενοχή αξίας (ΟλΑΠ 28/1996), δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου, άμεση ή έμμεση (ΑΠ 1696/2018).
Προϋποθέσεις της αξίωσης του συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι: α) η λύση ή ακύρωση του γάμου, ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, αφότου τελέσθηκε ο γάμος και γ) η συμβολή, με οποιονδήποτε τρόπο του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου.
Για την τελευταία είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση, το είδος της συμβολής, η αξία της και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με την αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου. Ως περιουσία νοείται το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν. Ως αύξηση της περιουσίας νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία).
Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της γένεσης της αξίωσης, δηλαδή της έγερσης της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Για την εξεύρεση της τελικής περιουσίας, υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν, κρίσιμος χρόνος θεωρείται, στη μεν περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη, στην περίπτωση δε της τριετούς διάστασης (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), ο χρόνος της άσκησης της αγωγής (ΑΠ 1473/2019, ΑΠ 492/2017, ΑΠ 1899/2014, ΑΠ 546/2009).
Για την περαιτέρω όμως αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, δηλαδή για την εξεύρεση της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος παροχής της έννομης προστασίας και ειδικότερα εκείνος της ασκήσεως της αγωγής (ΑΠ 526/2015, ΑΠ 1029/2013), σε συνέπεια με τον γενικό κανόνα του ουσιαστικού (άρθρα 297, 298 ΑΚ) και του δικονομικού δικαίου (άρθρα 69, 216 παρ. 1α, 226 παρ. 1β, 223 εδ.
τελ. ΚΠολΔ). Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν αποτελεί βάση ένστασης που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο (ΑΠ 1316/2017, ΑΠ 808/2015, ΑΠ 1899/2014). Κατά το χρόνο, δε, γέννησης της αξίωσης απαιτείται να διατηρείται η αύξηση της περιουσίας που έγινε με τη συμβολή του δικαιούχου συζύγου (ΑΠ 1550/2018, ΑΠ 2120/2017, ΑΠ 3/2016, ΑΠ 1357/2015).
Η αύξηση της περιουσίας δεν αποκλείεται να αρχίζει από μία ή περισσότερες μεν αλλά συγκεκριμένες κτήσεις του υπόχρεου, οπότε, η συμβολή του ενάγοντος υπολογίζεται με βάση την τελική αξία τούτων (ΑΠ 1553/2018, ΑΠ 318/2014, ΑΠ 566/2014, ΑΠ 269/2013). Η συμβολή του δικαιούχου ενάγοντος συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου εναγόμενου, μπορεί να συνίσταται στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή.
Εάν ως συμβολή προβάλλεται η διάθεση κεφαλαίου, δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής και το πώς αποκτήθηκε το κεφάλαιο αυτό, αλλά τούτο θα εκτιμηθεί ως στοιχείο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού είναι προφανές ότι εάν αποδειχθεί ότι καμία πηγή εισοδημάτων και γενικά απόκτησης κεφαλαίου δεν είχε εκείνος που αξιώνει συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου συζύγου, δεν μπορεί να εξαχθεί αποδεικτικό πόρισμα ότι αυτός διέθεσε κεφάλαιο για την αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου (ΑΠ 1825/2009, ΑΠ 1447/2008).
Η ως άνω, όμως, συμβολή του δικαιούχου συζύγου, μπορεί να συνίσταται και στην παροχή απ' αυτόν υπηρεσιών κάθε είδους, που μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο για την επιμέλεια και ανατροφή τέκνων, όταν και κατά το μέτρο αυτό δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών.
Το μέτρο της υποχρέωσης προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωσή της γίνεται με τον τρόπο που επιβάλλει η έγγαμη συμβίωση (ΑΠ 1550/2018, ΑΠ 1048/2009). Τέλος, ο ενάγων αρκεί να επικαλεσθεί και αποδείξει τα περιουσιακά στοιχεία που απέκτησε ο εναγόμενος κατά τη διάρκεια του γάμου με τη δική του συμβολή, την ύπαρξη αυτών κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο της λύσεως ή ακυρώσεως ή συμπληρώσεως τριετούς διάστασης, καθώς και την αξία των κατά τον ίδιο χρόνο.
Αν το περιουσιακό αντικείμενο στην απόκτηση του οποίου συνέβαλε και ο άλλος σύζυγος έχει εκποιηθεί και στη θέση του έχει υποκατασταθεί κάποιο άλλο, που σώζεται κατά τη λύση ή ακύρωση του γάμου ή τη συμπλήρωση τριετούς διάστασης, η σχετική αξίωση του δικαιούχου μετατίθεται σ' αυτό (ΑΠ 1652/2003, ΑΠ 655/1998). Η εκποίηση αυτή, την οποία μπορεί να αγνοεί ο δικαιούχος σύζυγος, ιδίως στην περίπτωση που αυτή λαμβάνει χώρα μετά την έναρξη και μέχρι τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασης, δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο της αγωγής.
Εφόσον με την αγωγή ζητείται η σε χρήμα απόδοση της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου στο μέτρο που αυτή επήλθε με τη συμβολή του δικαιούχου και από τις αποδείξεις προκύψει ότι το περιουσιακό στοιχείο στην απόκτηση του οποίου συνέβαλε ο ενάγων έχει εκποιηθεί και το τίμημα που εισπράχθηκε βρισκόταν στην κατοχή του εναγομένου κατά τον κρίσιμο χρόνο υπολογισμού της τελικής περιουσίας, το τίμημα υποκαθίσταται στη θέση του περιουσιακού στοιχείου που εκποιήθηκε και συνυπολογίζεται για την εξεύρεση του χρηματικού ποσού στο οποίο ανέρχεται η συμβολή του δικαιούχου (ΑΠ 1445/2012, ΑΠ 1652/2003).
Με την κρινόμενη από 31-5-2005 αγωγή, η αναιρεσίβλητη, επικαλούμενη την αμετάκλητη λύση του μεταξύ αυτής και του αναιρεσείοντος τελεσθέντος πολιτικού γάμου, την αύξηση της περιουσίας του τελευταίου αφενός με την απόκτηση οικοπέδου και την ανέγερση επ' αυτού οικοδομής, αξίας κατά την έγερση της αγωγής 250.000 ευρώ, αφετέρου με την απόκτηση τίτλων αμοιβαίου κεφαλαίου και χαρτοφυλακίου μετοχών, αξίας κατά τον ίδιο χρόνο 90.000 ευρώ και 100.073 ευρώ, αντίστοιχα, καθώς και τη συμβολή αυτής, με τις χρηματικές παροχές που αναφέρει, στην αύξηση της περιουσίας του, κατά ποσοστό 50%, ζήτησε να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να της καταβάλει το αιτούμενο ποσό αντίστοιχο της πραγματικής συμβολής της στην αύξηση της περιουσιακής κατάστασης εκείνου, άλλως το τεκμαιρόμενο ποσό του 1/3 της αύξησης αυτής.
Η αγωγή με την εκδοθείσα 542/2009 πρωτόδικη απόφαση, κρίθηκε μη νόμιμη ως προς την απόκτηση του ένδικου οικοπέδου και το μέρος της διώροφης οικοδομής που κατασκευάστηκε σ' αυτό πριν από την τέλεση του γάμου των διαδίκων, ακολούθως, δε, ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς την αύξηση της περιουσίας με την αποπεράτωση της κατασκευής της ως άνω οικοδομής.
Σύμφωνα με την κρίση αυτή, ο πρώτος λόγος της έφεσης του εναγομένου περί σφάλματος της απόφασης που δεν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή, είναι, αναφορικά με το φερόμενο ως απόκτημα ως άνω ακίνητο, απαράδεκτος λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος του εκκαλούντος να προσβάλει κατά τούτο την απόφαση, αφού θεωρείται νικήσας διάδικος και η απόρριψη ως μη νόμιμης και ουσία αβάσιμης της αγωγής, δεν δικαιολογεί έννομο συμφέρον του εκκαλούντος να ασκήσει έφεση προκειμένου να απορριφθεί ως απαράδεκτη κατά το μέρος αυτό λόγω αοριστίας (ΑΠ 429/2008).
Κατά τα λοιπά, η αγωγή, ως προς την επίκληση αοριστίας σχετικά με τα ως απόκτημα προσδιοριζόμενα επενδυτικά προϊόντα, στα οποία περιουσιακά στοιχεία, μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, σύμφωνα με το, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης, περιορίζεται το αντικείμενο της δίκης, και τα οποία συνιστούν συγκεκριμένες κτήσεις του εναγόμενου επί της τελικής αξίας των οποίων υπολογίζεται πλέον η συμβολή της ενάγουσας, είναι πλήρως ορισμένη, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τον πρώτο λόγο της έφεσης, καθόσον ρητά αναγράφεται στο δικόγραφο ότι, τα περιουσιακά αυτά στοιχεία, αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρεται επιπλέον και ακριβής ημερομηνία αγοράς τους, καθώς, επίσης, διότι, από το εν γένει περιεχόμενο και το ουσιαστικό νόημα αυτού (δικογράφου) σαφώς προκύπτει ότι εκτίθεται η ύπαρξη των άνω επενδυτικών προϊόντων και κατά τον κρίσιμο για την υπόθεση χρόνο, της αμετάκλητης λύσης του γάμου, κατά τον οποίο, υπολογίζεται και η αξία των περιουσιακών στοιχείων, οριζόμενη ότι είναι ίδια και κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής.
Στην προκείμενη περίπτωση από την επανεκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη οριστική απόφαση (542/2009) πρακτικά συνεδριάσεως, την …/…-3-2019 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ν.
Σ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, ληφθείσα ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εφεσίβλητης από τον επισπεύδοντα τη λήψη αυτής εκκαλούντα (βλ. την 11069/19-3-2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Καβάλας Δ. Χ.) και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Οι διάδικοι, μετά από ελεύθερη συμβίωση δύο περίπου ετών, τέλεσαν, στις 24-3-1994, στο Δημαρχείο Χαλανδρίου, νόμιμο πολιτικό γάμο. Η έγγαμη συμβίωση διακόπηκε στις 2-1-2003 και ο γάμος τους λύθηκε με την 2941/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που έγινε αμετάκλητη στις 15.3.2005. Ο εκκαλών, με το …/…..9.1003 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κρωπίας Όλγας Παπατσούνη, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε από τον Π.
Ν., ένα οικόπεδο επιφάνειας 1442 τ.μ., το οποίο βρίσκεται πλησιόχωρα του σταθμού "…" του προαστιακού σιδηροδρόμου και συγκεκριμένα επί της οδού ... της πιο πάνω πόλης. Μετά την αγορά του οικοπέδου, εκδόθηκε, ύστερα από αίτηση του εκκαλούντος, η …./1993 άδεια οικοδομής από την υπηρεσία Πολεοδομίας Μαρκόπουλου και άρχισε τις εργασίες κατασκευής της οικοδομής στο ως άνω οικόπεδο.
Μέχρι την τέλεση του γάμου των διαδίκων, είχε κατασκευαστεί ο σκελετός της οικοδομής από οπλισμένο σκυρόδεμα, είχαν κτιστεί με τούβλα οι τοίχοι αυτής και είχε διαμορφωθεί ο εξωτερικός χώρος. Οι εργασίες αποπεράτωσης συνεχίστηκαν μετά την τέλεση του γάμου των διαδίκων και κατασκευάστηκε η στέγη, έγιναν η ηλεκτρική και υδραυλική εγκατάσταση, έγιναν τα επιχρίσματα, τοποθετήθηκαν τα μάρμαρα, τα πατώματα και τα πλακάκια, καθώς επίσης οι ντουλάπες και τα ντουλάπια κουζίνας.
Η κρίση σχετικά με τις εργασίες που εκτελέστηκαν πριν και μετά το γάμο, συνάγεται ιδίως από το συνδυασμό όσων κατέθεσαν οι εξετασθέντες μάρτυρες και τα προκύπτοντα από τις προσκομιζόμενες με επίκληση Ανακεφαλαιωτικές Καταστάσεις Εντολών Ασφάλισης Οικοδομικών και Τεχνικών Εργασιών και τις αντίστοιχες αποδείξεις του ΙΚΑ για την είσπραξη των ασφαλιστικών εισφορών, καθώς και από το γεγονός ότι οι σύζυγοι, πριν ολοκληρωθούν οι εργασίες κατασκευής της οικοδομής, περί τον Ιούλιο του έτους 1994, κατοίκησαν σ' αυτήν μέχρι τη διάσπαση της έγγαμης σχέσης, χωρίς να έχει γίνει, κατά το χρόνο τούτο, μόνο το βάψιμο της οικοδομής.
Η αγορά του προαναφερόμενου οικοπέδου και η κατασκευή σ' αυτό διώροφης οικοδομής, κατά την κρίση της εκκαλούμενης πρωτόδικης απόφασης, δεν αποτελεί απόκτημα κατά την έννοια του άρθρου 1400 ΑΚ και ως προς τούτο το περιουσιακό στοιχείο απορρίφθηκε η αγωγή, η δε εφεσίβλητη, η οποία είχε προς τούτο έννομο συμφέρον, δεν προσέβαλε με έφεση την οριστική απόφαση και κατά τούτο δεν μεταβιβάστηκε η υπόθεση στο Εφετείο με την ασκηθείσα από τον εκκαλούντα-εναγόμενο έφεση.
Ο εκκαλών, μετά την τέλεση του γάμου του με την εφεσίβλητη, προέβη σε αγορά τίτλων αμοιβαίων κεφαλαίων κατατεθειμένων στην Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων της Τράπεζας Eurobank, καθώς και σε δημιουργία χαρτοφυλακίου μετοχών, διαφόρων εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών εταιρειών, στην ίδια Τράπεζα.
Σε τέτοιου είδους επενδύσεις χρημάτων ο εκκαλών δραστηριοποιήθηκε και πριν το γάμο του με την εφεσίβλητη. Όπως, όμως, καταθέτει ο αδελφός του, όταν το έτος 1993 είχε αποφασίσει την αγορά του επίδικου οικοπέδου είχε πωλήσει τους τίτλους αμοιβαίων κεφαλαίων και τα χρήματα που έλαβε είχε χρησιμοποιήσει για την καταβολή του τιμήματος του οικοπέδου.
Αυτός δε, λόγω της στενής συγγενικής τους σχέσης, παρέχει την προσήκουσα πίστη για την αλήθεια του κατατιθέμενου ως άνω πραγματικού γεγονότος. Ειδικότερα, μετά το γάμο των διαδίκων, ο εκκαλών συμμετείχε σε επένδυση χρημάτων σε αμοιβαία κεφάλαια. Τουλάχιστον, κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-2001 έως 31-12-2001, για το οποίο προσκομίζονται καταστάσεις των πράξεων "διάθεσης" και "εξαγοράς" τίτλων αμοιβαίων κεφαλαίων "ΒΡΑΧΟΣ", στις οποίες εμφαίνεται η σχετική, κατ' αυτό, επενδυτική δραστηριότητά του, συμμετείχε τις συγκεκριμένες ημερομηνίες με καταβολή της αξίας συμμετοχής στα μερίδια και τον τίτλο που εκδίδονταν κάθε φορά, με το ποσό των 29.347,03 ευρώ, όπως επίσης πωλούσε τα κατεχόμενα αμοιβαία κεφάλαια, τις αναφερόμενες ημερομηνίες, με καταβολή σ' αυτόν της αξίας εξαγοράς, που διαφοροποιούνταν ανάλογα με την απόδοση αυτών.
Έτσι, ο εκκαλών αγόραζε ένα τίτλο αμοιβαίου κεφαλαίου συγκεκριμένου χρόνου λήξης και κατά τη λήξη αυτού μετά την εξαγορά του τίτλου, αγόραζε νέο τίτλο αμοιβαίου κεφαλαίου. Ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών κατείχε ταυτόχρονα το ίδιο χρονικό διάστημα περισσότερους του ενός τίτλους αμοιβαίων κεφαλαίων.
Στην βεβαίωση της Eurobank Αμοιβαία Κεφάλαια, στην οποία αποτυπώνονται οι επενδυτικές κινήσεις του εκκαλούντος κατά το χρονικό διάστημα από 1-10-2001 έως 31-12-2001, αναγράφεται ότι, την τελευταία αυτή ημερομηνία (31-12-2001), ο εκκαλών δεν είχε ενεργά μερίδια αμοιβαίου κεφαλαίου. Όμως, από την αναφορά αυτή δεν συνάγεται κρίση ότι και το επόμενο χρονικό διάστημα μέχρι την αμετάκλητη λύση του γάμου ο εκκαλών δεν επένδυσε πάλι το ίδιο χρηματικό ποσό, όπως και το προηγούμενο χρονικό διάστημα, σε αμοιβαία κεφάλαια.
Πειστικά ο αδελφός αυτού καταθέτει ότι και κατά το χρόνο λύσης του γάμου το έτος 2005 κατείχε αμοιβαία κεφάλαια. Εξάλλου, προσκομίζεται κατάσταση του χαρτοφυλακίου του εκκαλούντος με ημερομηνία 30-6-2000 στην οποία καταχωρούνται οι κατεχόμενες από αυτόν μετοχές. Τις μετοχές αυτές κατείχε, επίσης, κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου του με την εφεσίβλητη, καθόσον δεν προκύπτει πώληση αυτών.
Η κρίση για την κατοχή τον συγκεκριμένο κρίσιμο για την υπόθεση χρόνο των άνω επενδυτικών προϊόντων, συνάγει το Δικαστήριο από τις αξιολογούμενες, κατά το βαθμό αξιοπιστίας τους, καταθέσεις των μαρτύρων. Άλλωστε, ο εκκαλών, δικαιούχος των αμοιβαίων κεφαλαίων και των μετοχών, εφόσον θα ήταν αληθές το υποστηριζόμενο από αυτόν περιστατικό πώλησης τούτων και μη κατοχής τους κατά τον προαναφερόμενο κρίσιμο χρόνο, ευχερώς θα μπορούσε να λάβει και να προσκομίσει για την απόδειξη του ισχυρισμού του βεβαίωση της ως άνω τράπεζας, από την οποία με ασφάλεια να προκύπτει αφενός μεν η κατοχή τέτοιων επενδυτικών προϊόντων κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου του με την εφεσίβλητη, αφετέρου η πώληση τούτων και μη κατοχή τους κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου.
Έτσι, οι εν πολλοίς υπεκφεύγουσες, αόριστες και αντιφάσκουσες καταθέσεις των μαρτύρων, στενών συγγενών των διαδίκων (αδελφοί αυτών και σύζυγος της αδελφής του εκκαλούντος ο εξετασθείς στην ένορκη βεβαίωση) δεν παρέχουν την προσήκουσα πίστη, λόγω της εμφανούς προσπάθειας εναρμονισμού της κατάθεσής τους με τους ισχυρισμούς του διαδίκου που πρότεινε την εξέτασή τους, για σχηματισμό διαφορετικής της εξενεχθείσας ανωτέρω κρίσης.
Σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών κατείχε κατά το χρόνο αμετάκλητης λύσης του γάμου αφενός τίτλο αμοιβαίων κεφαλαίων με αξία 29.438 ευρώ, ποσό στο οποίο ανέρχονταν, κατά μέσο όρο, η αξία εξαγοράς, καθώς και μετοχές διαφόρων εταιρειών αξίας συνολικής 43.809 ευρώ. Επίσης, αυτός κατείχε στον καταθετικό του λογαριασμό, τα κέρδη που είχε αποκτήσει από την επενδυτική δραστηριότητα των αμοιβαίων κεφαλαίων, τα οποία αντιστοιχούσαν στην προκύπτουσα, με βάση τις τιμές αγοράς και πώλησης αυτών, διαφορά.
Τα ποσά των κερδών που προέκυπταν από την πώληση των αμοιβαίων κεφαλαίων, ήτοι του περιουσιακού στοιχείου που αποτελούσε το απόκτημα, στο οποίο, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα, συνέβαλε η εφεσίβλητη, υποκαθίστανται, κατά το αντίστοιχο μέρος, στη θέση των πωληθέντων αμοιβαίων κεφαλαίων και συνυπολογίζονται για την εξεύρεση του χρηματικού ποσού στο οποίο ανέρχεται η συμβολή αυτής.
Λαμβανομένου, δε, υπόψη ότι κάθε τρίμηνο εμφάνιζαν κέρδος 497 ευρώ, σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες βεβαιώσεις της κίνησης του λογαριασμού της ως άνω τράπεζας, καθώς και ότι από την τέλεση του γάμου μέχρι την αμετάκλητη λύση αυτού, διέρρευσε χρονικό διάστημα 43,8 τριμήνων, υπολογιζόμενου στο σύνολό του ενόψει του ότι το ποσό συμμετοχής στην επένδυση προέρχονταν κάθε φορά από το υπάρχον ήδη αμοιβαίο κεφάλαιο που αποτελούσε το απόκτημα, το κέρδος ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 21.768,6 ευρώ.
Συνεπώς, η περιουσία του εκκαλούντος συζύγου, κατά τη διάρκεια του γάμου του με την εφεσίβλητη, αυξήθηκε κατά το συνολικό ποσό των 95.033,6 ευρώ. Στην εν λόγω περιουσιακή αύξηση, συμμετείχαν αμφότεροι οι διάδικοι με τα εισοδήματά τους, τη διαχείριση των οποίων είχε αποκλειστικά ο εκκαλών. Συγκεκριμένα, η εφεσίβλητη ήταν καθηγήτρια φιλόλογος και κάθε χρόνο κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης διορίζονταν σε σχολεία μέσης εκπαίδευσης λαμβάνοντας τις αντίστοιχες αποδοχές.
Μόνο το έτος 1995 δεν είχε διοριστεί και έτσι κατ' αυτό δεν είχε απολαβές από παροχή εργασίας. Τα εισοδήματά της από την παροχή της εργασίας της ανήλθαν κατά το χρονικό διάστημα από την τέλεση του γάμου (23-3-1994) έως το τέλος του έτους 2002 που διάρκεσε η συμβίωση των διαδίκων στο ποσό των 47.228,00 ευρώ. Επίσης, η μητέρα της εφεσίβλητης, Μ.
συζ. Ι. Κ., το γένος Ι. Γ., με το …/….-11-1986 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χαλκίδας Τριαντάφυλλου Ακριώτη, μεταβίβασε κατά τη ψιλή κυριότητα στην εφεσίβλητη, ένα οικόπεδο με την επ' αυτού ισόγεια οικία, που βρίσκεται στην πόλη της Χαλκίδας. Η μεταβιβάζουσα κράτησε για όλη τη ζωή της ιδίας και του συζύγου της την επικαρπία του ακινήτου αυτού.
Τούτο εκμίσθωνε σε τρίτους, τα δε μισθώματα, τουλάχιστον κατά το χρονικό διάστημα διάρκειας της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, κατέθετε σε κοινό λογαριασμό τούτων. Το συνολικό ποσό των μισθωμάτων που έλαβε η εφεσίβλητη ανέρχεται σε 28.232,00 ευρώ. Επίσης, ο πατέρας της εφεσίβλητης, με το …/….-9-1994 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Μαρίας-Νίκης Λάσκαρη, πώλησε στον Σ.
Γ. και Μ. Π., ένα αγροτεμάχιο, κείμενο στην κτηματική περιφέρεια ..., αντί τιμήματος 3.000.000 δραχμών (αντίστοιχο των 8.804 ευρώ) και το ποσό αυτό έδωσε στην εφεσίβλητη θυγατέρα του ώστε να αντιμετωπίσουν με τον εκκαλούντα σύζυγό της οικονομικές τους ανάγκες. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το συνολικό ποσό το οποίο εισέφερε η εφεσίβλητη στην κοινή οικονομία της οικογένειας ανέρχεται σε 84.264 ευρώ.
Ο εκκαλών, ήταν διορισμένος σε σχολεία της μέσης εκπαίδευσης ως καθηγητής κοινωνιολογίας. Οι αποδοχές του κατά το χρονικό διάστημα της έγγαμης συμβίωσης με την εφεσίβλητη σύζυγό του, ανήλθαν στο ποσό των 160.000 ευρώ. Εξάλλου, κατά το χρονικό διάστημα που διάρκεσε η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων, η εφεσίβλητη με την παροχή της προσωπικής της εργασίας στις οικιακές ανάγκες και την εν γένει λειτουργία του συζυγικού οίκου (καθαριότητα, ετοιμασία φαγητού, περιποίηση αμφοτέρων κλπ), εκπλήρωνε την κατά τη διάταξη του άρθρου 1389 ΑΚ, υποχρέωσή της για συνεισφορά στην αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, χωρίς η προσφορά αυτών των υπηρεσιών της να υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο.
Με όμοια υποχρέωση βαρύνεται και ο εκκαλών σύζυγος, καθόσον η κατά την ως άνω διάταξη υποχρέωση συνεισφοράς είναι κοινή των δύο συζύγων, καθενός ανάλογα με τις δυνάμεις του και γίνεται με οποιοδήποτε τρόπο. Ενόψει δε του ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών προσέφερε εργασία στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, αυτός, ως μέσο εκπλήρωσης της υποχρέωσης, κατά το υπολειπόμενο μέρος, εκπλήρωνε την υποχρέωσή του με τα εισοδήματά του, έχοντας υποχρέωση, κατά το μέτρο των συνθηκών της οικογενειακής ζωής, για τη διατροφή του ιδίου και της συζύγου του, εκπληρώνοντας την υποχρέωση με καταβολή του απαιτούμενου χρηματικού ποσού για την αντιμετώπιση των οικογενειακών δαπανών.
Επίσης, ο εκκαλών βαρύνονταν με την καταβολή χρηματικού ποσού για την ανάλογη προς τις οικονομικές του δυνάμεις διατροφή των δύο θυγατέρων του, Μ. και Χ., από προηγούμενο γάμο του, οι οποίες γεννήθηκαν τα έτη 1984 και 1986, αντίστοιχα και ήταν κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα ανήλικες. Επίσης, αυτός πλήρωνε τα απαιτούμενα για την εκτέλεση της αποπεράτωσης των εργασιών της διώροφης οικοδομής του χρηματικά ποσά.
Έτσι, αφαιρουμένων από το ανωτέρω εισόδημά του των ποσών που δαπανούσε για την εκπλήρωση των άνω υποχρεώσεών του, κρίνεται ότι απέμενε ίσο ποσό με το ποσό των ως άνω εισοδημάτων της συζύγου του, με το οποίο συνέβαλε και αυτός στην αύξηση της περιουσίας του.
Συνεπώς, καθένας των συζύγων συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας του εκκαλούντος, συνιστάμενης στην απόκτηση των τίτλων αμοιβαίων κεφαλαίων και μετοχών, κατ' ίσο ποσό. Επομένως, η αξίωση της εφεσίβλητης στα αποκτήματα του εκκαλούντος ανέρχεται σε 47.516,8 (95.033,6 χ 50%) ευρώ. Το ποσό αυτό υποχρεούται ο εκκαλών να καταβάλει στην εφεσίβλητη. Κατ' ακολουθία τούτων, η εκκαλουμένη απόφαση με την οποία υποχρεώθηκε αυτός να καταβάλει για την αιτία αυτή το ποσό των 65.925 ευρώ, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και οι σχετικοί, δεύτερος κύριος και πρόσθετος, λόγοι της έφεσης είναι βάσιμοι. Κατά παραδοχή δε των λόγων τούτων, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας επί της αγωγής, να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 47.516,8 ευρώ, με τον, κατά το άρθρο 346 ΑΚ νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επίσης, λόγω της μερικής ήττας του, ο εναγόμενος πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας, για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, αφού κατανεμηθούν ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας κάθε διαδίκου, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα της ενάγουσας (άρθρα 176, 178, 183 και 191 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την από 17-6-2009 έφεση και τον από 30-9-2009 πρόσθετο λόγο έφεσης του Ν. Γ. του Φ..
Εξαφανίζει την 542/2009 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Δικάζοντας κατ' ουσίαν επί της ως άνω από 31-5-2005 αγωγής.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή.
Υποχρεώνει τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των σαράντα επτά χιλιάδων πεντακοσίων δεκαέξι ευρώ και οκτώ λεπτών (47.516,8 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Καταδικάζει τον εναγόμενο να καταβάλει μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας από ποσό χιλίων εξακοσίων (1600) ευρώ για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ