Legislator Case Law & Legislation
1284/2019 AI generated

Supreme Court annulled labor court decision due to reliance on overturned precedent regarding wage disputes.

Case Number 1284/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court accepted the appellant's supplementary grounds for appeal against a final labor court judgment. The lower court had relied on a prior precedent establishing the appellant's right to wage differences, but that precedent was subsequently annulled by the Supreme Court itself. Consequently, the Supreme Court found the lower court's decision based on this invalid precedent to be legally flawed and annulled it.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580 of the Code of Civil Procedure; A lower court decision relying on a precedent that has since been annulled by the Supreme Court constitutes a ground for annulment under Article 559, paragraph 1, item 7, requiring the case to be remitted for retrial.

Keywords

AI generated
labor law precedent annulment wage disputes remittitur supreme court civil procedure legal error

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 paragraph 1, 569 and 144 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 and 569 of the Code of Civil Procedure
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1284 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1284/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου - Εισηγήτρια και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... (....) Α.Ε.", που εδρεύει στην .... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη, που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αβραάμ Ιορδανίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/5/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2947/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 977/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/11/2014 αίτησή της και τους από 28/3/2018 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου ανέγνωσε την από 11/10/2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του λόγου των από 28-3-2018 προσθέτων λόγων αναίρεσης της 977/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική της δαπάνης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ.

1. Η από 27-11-2014 (με αριθμό κατάθεσης 1006/4-12-2014) αίτηση αναίρεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, και το από 28-3-2018 δικόγραφο προσθέτων λόγων αίτησης(με αριθμό κατάθεσης 41/29-3-2018), κατά της 977/2014 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων επί της ασκηθείσης εφέσεως του ενάγοντος κατά της 2947/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1, 569 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτοί (άρθρ. 577 και 569 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν κατά συνεκδίκαση (άρθρο 246 ΚΠολΔ), ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 και 569 ΚΠολΔ).

2. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την ένδικη, από 25-5-2007 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εξέθετε, ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα την 1/4/1987 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου με την ειδικότητα του χειριστή προωθητήρων στην κατηγορία Τ4/1 και στο μισθολογικό κλιμάκιο 13, ότι την 1/1/1990 εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της και στο μ.κ. 12, σύμφωνα με τον Κανονισμό Κατάστασης Προσωπικού ... (ΚΚΠ/...),που επέχει ισχύ νόμου, ενώ στις 27/4/ 1992 προήχθη στο μ.κ. 8, ότι κατά τις κρίσεις που έγιναν στις 27/4/1995, 27/4/1996 και 27/4/1997 δεν εγκρίθηκε η μισθολογική του προαγωγή και παρέμεινε στάσιμος στο 8ο μ.κ., ότι το Δευτεροβάθμιο Συμβούλιο Κρίσεως της εναγόμενης (ΔΣΚ - ...), στο οποίο προσέφυγε μετά την τελευταία κρίση της 27/4/1997 με το με αριθμό16/23-2-1998 πρακτικό - απόφαση του, όπως διορθώθηκε με το με αριθμό 37/2-7-1998 πρακτικό - απόφασή του, δεχόμενο, μερικά, την προσφυγή του αποφάσισε τη μισθολογική προαγωγή του από το 8ο στο 7ο μ.κ.

από την 27/4/1997 και όχι από την 27/4/1995, με αποτέλεσμα, κατά την άσκηση της αγωγής, να έχει ενταχθεί στο 6ο και όχι στο 5ο μ.κ., και ότι το αρμόδιο όργανο της εναγομένης, παράνομα και καταχρηστικά, δεν τον ενέταξε από την 27/4/1995 στο 7ο μ.κ. Ζήτησε δε με την αγωγή, επικαλούμενος τις διατάξεις των άρθρων 938, 904 και 911 ΑΚ, αφού οι αξιώσεις του από την αδικοπραξία, είχαν παραγραφεί α) να αναγνωριστεί η μερική ακυρότητα του με αριθμό 16/23-2-1998 πρακτικού - απόφασης του Δευτεροβάθμιου Συμβουλίου Κρίσεως που τον ενέταξε στο μ.κ. 7ο από 27/4/1997 και όχι από 27/4/1995, β)και μετά τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει τις μισθολογικές διαφορές του χρονικού διαστήματος από 27-4-2005 μέχρι 26-4-2007 ποσού 15.631,77 ευρώ και να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή της επίσης να του καταβάλει τις μισθολογικές διαφορές του χρονικού διαστήματος από 27-4-2007 μέχρι 26-4-2008 ποσού 9.648,80 ευρώ, καθώς και ποσό 3000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, νομιμότοκα κατά τα ειδικότερο στην αγωγή αναφερόμενα.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 2947/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε την από 12-3-2010 έφεση ο ενάγων και επ'αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη 977/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και στην συνέχεια έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή.

Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσείουσα-εναγομένη άσκησε την από 27-11-2014 αίτηση αναίρεσης και τους από 28-3-2018 προσθέτους λόγους αυτής. 3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 1 του ΚΠολΔ, το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει τα κατά τα άρθρα 118 - 120 στοιχεία και τους λόγους της έφεσης, ήτοι τις πλημμέλειες της προσβαλλομένης πρωτόδικης απόφασης, οι οποίες συνίστανται σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή και του ίδιου του εκκαλούντος.

Οι λόγοι της έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να μπορεί να οριοθετηθεί η εξουσία του εφετείου, ενόψει, μάλιστα, της διάταξης του άρθρου 522 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση (και τους τυχόν πρόσθετους λόγους αυτής) και να είναι σε θέση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, αλλά και να μπορεί ο εφεσίβλητος να αμυνθεί, αποκρούοντας και ανασκευάζοντας αυτούς.

Η αοριστία του εφετηρίου δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλα έγγραφα, έστω και της ιδίας δίκης. Οι αόριστοι λόγοι της έφεσης εξομοιώνονται με ανύπαρκτους και απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου. Εάν όμως με την έφεση πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύονται στο εφετήριο τα επί μέρους σφάλματα αυτής ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, αλλά αρκεί να μνημονεύεται ότι εξ αιτίας της κακής εκτίμησης αυτού το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού με βάση τη καθολική αυτή επανεκτίμηση και όχι με βάση τα συνδεόμενα με αυτήν μερικότερα παράπονα του εκκαλούντος. (ΑΠ 1003/2017).

4. Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως δεν απέρριψε ως αόριστο τον δεύτερο λόγο της από 12-3-3010 έφεσης του ενάγοντος - εκκαλούντος, με τον οποίο αυτός και ήδη αναιρεσίβλητος, παραπονείτο κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, καθόσον σ'αυτόν (2ο λόγο) δεν περιέχονταν αιτιάσεις του αναιρεσιβλήτου κατά της εκκαλουμένης απόφασης, ούτε καν αναφορά περί παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ούτε κακής εκτίμησης των αποδείξεων.

Από την επισκόπηση όμως των διαδικαστικών εγγράφων και μάλιστα από την επισκόπηση της από 12-3-2010 άνω έφεσης του εκκαλούντος, ήδη αναιρεσιβλήτου και δη από την επισκόπηση της δεύτερης σελίδας αυτής, προκύπτει ότι αυτός (εκκαλών-αναιρεσίβλητος) με τον δεύτερο αυτό λόγο της έφεσής του, παραπονείτο κατά της εκκαλουμένης 2947/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ότι κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις με το να δεχθεί ότι οι αξιώσεις του από την μη ένταξή του στο 7ο μισθολογικό κλιμάκιο από 27-4-1995 (ότι) έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, με αποτέλεσμα στην συνέχεια να απορρίψει την αγωγή του δεχθέν κακώς επίσης, ότι υφίσταται δεδικασμένο που απορρέει από τις τελεσίδικες αποφάσεις 1933/2002 και 1729/2008 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και Εφετείου Αθηνών αντίστοιχα.

Κατ'ακολουθίαν το Μονομελές Εφετείο ορθά δεν απέρριψε ως αόριστο τον λόγο αυτό της έφεσης, διότι σύμφωνα και με τα αναφερθέντα στην άνω με αριθμό 3 μείζονα σκέψη, εάν με την έφεση πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως στην προκείμενη περίπτωση, που σαφώς ο εκκαλών αναφέρει "ότι η εκκαλουμένη έσφαλε στην ορθή κρίση της", δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύονται στο εφετήριο τα επί μέρους σφάλματα αυτής ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, αλλά αρκεί να μνημονεύεται ότι εξ αιτίας της κακής εκτίμησης αυτού το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, πράγματα που επίσης άνω αναφέρονται στον λόγο αυτό (2η σελίδα της έφεσης), αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού με βάση τη καθολική αυτή επανεκτίμηση και όχι με βάση τα συνδεόμενα με αυτήν μερικότερα παράπονα του εκκαλούντος.

Συνεπώς ο μοναδικός άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. 5. Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 332, 324 και 330 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο που ζητήθηκε στη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως, ως αναγκαία προϋπόθεση, την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη.

Αυτό συμβαίνει, όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια έννομη σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό το οποίο κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση. Εξαίρεση από τον κανόνα αυτό συντρέχει όταν ο κρίσιμος για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνος διέρρευσε κάτω από νομικό καθεστώς διαφορετικό από εκείνο που υπήρχε κατά τον χρόνο που ήταν κρίσιμος στην προηγούμενη δίκη και ενόψει του οποίου επιδικάσθηκε ή όχι η απαίτηση, η οποία ήταν επίμαχη στη δίκη εκείνη, αφού στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει η προϋπόθεση της ταυτότητας και στις δύο δίκες του νομικού ζητήματος, δηλαδή της νομικής αιτίας (Ολ ΑΠ 34/1992).

Δεδικασμένο δε περί των τελεσιδίκως κριθεισών εννόμων σχέσεων παράγεται και αν ακόμη η προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση είναι για οποιοδήποτε λόγο εσφαλμένη. Κατά τη νέα δίκη, στην οποία ως προδικαστική έννομη σχέση αναφύεται η τελεσιδίκως κριθείσα, εκ της οποίας αναβλύζουν άλλες αξιώσεις για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, το δικαστήριο υποχρεούται να θεωρήσει ως δεδομένη την ύπαρξη της και επ' αυτής να στηρίξει τη δικαιοδοτική κρίση του περί της υπάρξεως των μεταγενεστέρων αξιώσεων που αποτελούν, ως κύριο ζήτημα, το νομικό αντικείμενο της νέας δίκης (Ολ ΑΠ 10/2002, ΑΠ 111/2008).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ.16 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίσθηκε ως ανύπαρκτη. Στην τρίτη ως άνω περίπτωση της παραδοχής δεδικασμένου βάσει αποφάσεως που αναιρέθηκε, η αναίρεση είναι συνέπεια της από το άρθρο 579 παρ.1 του ΚΠολΔ αρχής της αποκαταστάσεως των διαδίκων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση.

Γι` αυτό και ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται και όταν η ανατροπή ή εξαφάνιση της αποφάσεως, στην οποία στηρίχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προς συναγωγή του δεδικασμένου έγινε μετά την τελευταία συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση(ΑΠ 891/2009, ΑΠ 1705/2002, ΑΠ 1378/2001, ΑΠ 1209/2003).

6. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Ότι με την 2357/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 4-7-2004 προγενέστερης αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, έγινε δεκτό ότι ο πρώτος προσλήφθηκε από τη δεύτερη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου την 1-4-1987, με την ειδικότητα του χειριστή προωθητήρων στην κατηγορία Τ4/1 και στο μισθολογικό κλιμάκιο 13 και ότι την 1-1-1990 εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της και στο μισθολογικό κλιμάκιο 12, σύμφωνα με τον Κανονισμό Κατάστασης Προσωπικού ..., ο οποίος έχει ισχύ νόμου, ενώ την 27-4-1992 προάχθηκε στο 8° μισθολογικό κλιμάκιο.

Ότι κατά τις κρίσεις που έγιναν την 27- 4-1995, 27-4-1996 και 27-4-1997 δεν εγκρίθηκε η μισθολογική του προαγωγή στο 7° μισθολογικό κλιμάκιο και ότι το Δευτεροβάθμιο Συμβούλιο Κρίσεως της εναγομένης, στο οποίο προσέφυγε αυτός μετά την τελευταία κρίση της 27-4-1997, με το με αριθμό 16/23-2-1998 Πρακτικό-απόφασή του, όπως διορθώθηκε με το με αριθμό 37/2-7-1998 Πρακτικό-απόφασή του, κατόπιν ασκήσεως από αυτόν αιτήσεως θεραπείας, δεχόμενο μερικά την προσφυγή του, αποφάσισε τη μισθολογική προαγωγή του από το 8° στο 7° μισθολογικό κλιμάκιο από την 27-4-1997 και όχι από την 27-4-1995.

Ότι η παράλειψη του Δευτεροβαθμίου Συμβουλίου Κρίσεως της εναγομένης να αποφασίσει τη μισθολογική προαγωγή του ενάγοντος από 27-4-1995 στο 7° μισθολογικό κλιμάκιο ήταν παράνομη και καταχρηστική, με συνέπεια να ζημιωθεί αυτός κατά τις μισθολογικές διαφορές που προέκυπταν από την ορθή ένταξή του στα αναφερόμενα στην ως άνω αγωγή του μισθολογικά κλιμάκια.

Με βάση δε τις πιο πάνω παραδοχές, αφού αναγνωρίσθηκε με την προαναφερθείσα με αριθμό 2357/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η μερική ακυρότητα του με αριθμό 16/23-2-1998 Πρακτικού-απόφασης του Δευτεροβάθμιου Συμβουλίου Κρίσεως της εναγομένης, που ενέταξε τον ενάγοντα στο 7° μισθολογικό κλιμάκιο από 27-4- 1997 και όχι από την 27-4-1995, ημερομηνία κατά την οποία έπρεπε να προαχθεί, επιδικάσθηκαν στον τελευταίο μισθολογικές διαφορές για τα έτη 1995-2005 συνολικού ποσού 21.705,18 ευρώ, το οποίο θα κατέβαλε η εναγομένη σε υπάλληλό της με τα ίδια με τον ενάγοντα προσόντα και το οποίο ποσό των μισθολογικών διαφορών αποτελεί, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, το περιελθόν σ' αυτήν ως μη καταβληθέν και επομένως εξοικονομηθέν από αυτήν ποσό, με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε μήνα κατά τον οποίο έγινε απαιτητή κάθε μισθολογική διαφορά, καθώς και το ποσό των 300 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη αυτός από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του υπηρεσιακού συμβουλίου της εναγομένης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Ότι κατά της πρωτόδικης εκείνης απόφασης η εναγομένη άσκησε την από 15-6-2007 έφεσή της, με την οποία, για τους περιεχόμενους σ' αυτή λόγους, ζήτησε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, προκειμένου να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της. Ότι επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε, η 1728/2008 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η άνω απόφαση, κρατήθηκε και δικάστηκε η υπόθεση επί της ένδικης αγωγής και αφού κρίθηκε ότι η ένδικη απαίτηση του ενάγοντος για μισθολογικές διαφορές δεν συνιστά "περιελθόν" κατά την έννοια του άρθρου 938 ΑΚ, αλλά οι διαφορές αυτές γεννήθηκαν με την αδικοπραξία των οργάνων της εναγομένης, και η σχετική αξίωσή του για καταβολή τους έχει υποκύψει στην παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, απορρίφθηκε στην συνέχεια η αγωγή ως μη νόμιμη.

Ότι κατά της απόφασης αυτής, ο ενάγων άσκησε την από 12-1-2010 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1823/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός από το μέρος και τη διάταξη της που αφορά στην απόρριψη της αγωγής κατά το αίτημα της για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, καθόσον με την ως άνω απόφαση έγινε δεκτό ότι οι ένδικες αξιώσεις (πλην της χρηματικής ικανοποίησης), που πρόβαλε ο ενάγων με την πιο πάνω αγωγή του, είναι νόμιμες, στηριζόμενες στη διάταξη του άρθρου 938 ΑΚ και περιεχόμενο έχουν την απόδοση του πλουτισμού που απέκτησε η εναγομένη ..., κατόπιν της παραγραφής της απαιτήσεως που είχε κατ' αυτής ο ενάγων από την αδικοπραξία, που τέλεσε σε βάρος του το αρμόδιο υπηρεσιακό της συμβούλιο, με συνέπεια να μη χορηγηθούν και οι μισθολογικές προαγωγές, να ωφεληθεί δε έτσι η εναγομένη παρανόμως τις αντίστοιχες μισθολογικές διαφορές, τις οποίες άλλως θα του κατέβαλε και ότι το Εφετείο, με τις παραπάνω παραδοχές, έσφαλε κατά την ερμηνεία της παραπάνω διάταξης του άρθρου 938 ΑΚ, ενώ αντίθετα, όσον αφορά την αξίωση προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης δεν υπέπεσε σε πλημμέλεια, διότι το αιτούμενο για την ικανοποίηση της ποσό δεν συνιστά ωφέλεια της εναγομένης.

Ότι επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω λεπτομερώς εκτεθέντα, με την 2357/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επικυρώθηκε από την ήδη εκδοθείσα μετ' αναίρεση με αριθμό 3800/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι ο ενάγων δικαιούται τις μισθολογικές διαφορές του χρονικού διαστήματος από 27-4-1995 μέχρι 26-4-2005 από τη μη προαγωγή του στο 7° μισθολογικό κλιμάκιο από 27-4-1995, ενώ με τη με αριθμό 1728/2008 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και ήδη αμετάκλητη με τη με αριθμό 1823/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, ως προς το κεφάλαιο της από 4-7-2004 αγωγής που αφορά στο περί χρηματικής ικανοποίησης αίτημα της, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι ο ενάγων δεν δικαιούται χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, διότι το αιτούμενο για την ικανοποίηση της ποσό δεν συνιστά ωφέλεια της εναγομένης.

Ότι περαιτέρω από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων δικαιούται τις μισθολογικές διαφορές του επίδικου μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος από 27-4-2005 μέχρι 26-4-2008, που πηγάζουν από την παράνομη και καταχρηστική συμπεριφορά του αρμοδίου οργάνου της εναγομένης ..., δηλαδή την παράλειψη του Δευτεροβαθμίου Συμβουλίου Κρίσεως να αποφασίσει τη μισθολογική προαγωγή του ενάγοντος από 27-4-1995 στο 7° μισθολογικό κλιμάκιο, γεγονός που κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου από τις προαναφερθείσες αποφάσεις, δεδομένου ότι, όπως αποδείχθηκε, δεν επήλθε μεταβολή του νομικού και πραγματικού καθεστώτος κάτω από το οποίο εκδόθηκαν οι προηγούμενες αποφάσεις, εκτός βεβαίως των συνδεομένων με την πάροδο του χρόνου.

Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εξακολούθησε και κατά το επίδικο μεταγενέστερο χρονικό διάστημα να εργάζεται στην επιχείρηση της εναγομένης, η οποία, λόγω της μη προαγωγής του στο προαναφερθέν μισθολογικό κλιμάκιο, επαύξησε την περιουσία της και έτσι αυτή έγινε πλουσιότερη σε βάρος του κατά το ποσό των μισθολογικών διαφορών του επίδικου μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος.

Ότι εφόσον αποδείχθηκε, ότι δεν επήλθε μεταβολή του πραγματικού και νομικού καθεστώτος, υπό το οποίο εκδόθηκαν οι προαναφερθείσες αποφάσεις, δημιουργείται δεδικασμένο από αυτές, που παρακωλύει την έρευνα του ζητήματος, αν ο ενάγων δικαιούται τις μισθολογικές διαφορές του επίδικου μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, αφού το υπό κρίση αίτημα του ενάγοντος για το επίδικο διάστημα είναι το ίδιο μ' εκείνο της προηγούμενης αγωγής, αν και αφορούσε άλλη χρονική περίοδο, και έχει ως προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος του ενάγοντος που κρίθηκε σε εκείνη τη δίκη, καθόσον πρόκειται για την ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα που αναφέρεται στις αποφάσεις που προαναφέρθηκαν.

Στην συνέχεια το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, αφού εξαφάνισε την πρωτοβάθμια 2947/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου της έφεσης ερεύνησε την αγωγή, την οποία δέχθηκε ως βάσιμη εν μέρει και κατ'ουσίαν και επεδίκασε στον ενάγοντα μισθολογικές διαφορές του άνω χρονικού διαστήματος και δη ποσό 15.631,77 ευρώ καταψηφιστικά και ποσό 9.648,80 αναγνωριστικά, νομιμότοκα κατά τις εκεί αναφερόμενα.

Δηλαδή το Εφετείο έκρινε ότι ο ενάγων δικαιούται τις μισθολογικές διαφορές του επίδικου μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος από 27-4-2005 μέχρι 26-4-2008, κατά συμμόρφωση στην με δύναμη δεδικασμένου εκδοθείσα με αριθμό 3800/2013 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία επικύρωσε την 2357/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε μεταξύ των ίδιων διαδίκων, για την ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα, και η οποία είχε δεχθεί ότι ο ενάγων δικαιούται τις μισθολογικές διαφορές προηγούμενου χρονικού διαστήματος, ήτοι από 27-4-1995 μέχρι 26-4-2005 από την μη προαγωγή του στο 7ο μισθολογικό κλιμάκιο από 27-4-1995, από παράνομη και καταχρηστική συμπεριφορά του αρμοδίου οργάνου της εναγομένης ....

Όμως, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, η απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με αριθμό 3800/2013, η οποία είχε εκδοθεί μετ'αναίρεση, εκ της οποίας το ανωτέρω δεδικασμένο, αναιρέθηκε στο σύνολό της με την 1416/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου και στην συνέχεια εκδικαζομένη η υπόθεση κατ'ουσίαν από τον Άρειο Πάγο με την από 25-2-2016 κλήση της ήδη αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τις διατάξεις 580 παρ. 3, 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 ΚΠολΔ, με την 1644/2017 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, εξαφανίστηκε η 2357/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και απορρίφθηκε στο σύνολό της, η από 4-7-2004 αγωγή του ενάγοντος για το προηγούμενο αυτό χρονικό διάστημα ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Επομένως η αναίρεση της με αριθμό 3800/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών στο σύνολό της, στην οποία στηρίχθηκε η προσβαλλομένη για τη συναγωγή του ως άνω δεδικασμένου, καίτοι εχώρησε μετά τη συζήτηση της εφέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη, στοιχειοθετεί σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην με αριθμό 5 μείζονα σκέψη, τον από τον αριθ. 16 περιπτ.γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.

Συνεπώς είναι βάσιμος ο μοναδικός σχετικός και συναφής λόγος που περιέχεται στους προσθέτους λόγους αναίρεσης της αναιρεσείουσας.

7. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αίτησης και προσθέτων λόγων, πρέπει κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου των προσθέτων λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση στο σύνολό της, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Πρέπει επίσης να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος ως νικημένος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 27-11-2014(αριθμό κατάθ.1006/2014) αίτηση αναίρεσης και τον από 28-3-2018 (αριθμό κατάθ. 41/2018)πρόσθετο αυτής λόγο.

Αναιρεί την 977/2014 απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων(2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ