Legislator Case Law & Legislation
1284/2018 AI generated

1284/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1284/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1284/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, εφόσον κατά την εκφώνηση και συζήτηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο η αναιρεσίβλητη δεν παρέστη, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο πρέπειν να δικασθεί ερήμην, πλην όμως η συζήτηση της υπόθεσης θα χωρήσει ως να ήταν παρούσα (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠοΛΔ).

Keywords

AI generated
delayed family reunification statutory rights of heir family residence permit modification of parental custody deprivation of parental authority dismissal of testamentary executor
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1284 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1284/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Γεώργιο Αποστολάκη και Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Δ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μπουρμά. Της αναιρεσίβλητης: Π. Π. του Ε., ατομικά και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της Α., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 17-11-2011 και 11-1-2013 αγωγές των ήδη αναιρεσίβλητης και αναιρεσείοντος, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 418/2013 μη οριστική και 272/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 133/2017 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-8-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται ως να ήσαν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 1061/2010, ΑΠ 407/2004).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 1821β/28.11.2017 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης με έδρα το Πρωτοδικείο Ηρακλείου Κ. Σ., που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, η αναιρεσίβλητη έχει κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.

Επομένως, εφόσον κατά την εκφώνηση και συζήτηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο η αναιρεσίβλητη δεν παρέστη, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο πρέπειν να δικασθεί ερήμην, πλην όμως η συζήτηση της υπόθεσης θα χωρήσει ως να ήταν παρούσα (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠοΛΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 1510, 1511, 1512, 1513, 1514 και 1518 ΑΚ συνάγεται, ότι η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου του (η οποία εμπεριέχει την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευση του τέκνου, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του), επί πλέον δε και την διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη που αφορά το πρόσωπο ή την περιουσία του.

Στην περίπτωση διακοπής της συζυγικής συμβίωσης, όταν ανατρέπονται πλέον οι συνθήκες της ζωής της οικογένειας, δημιουργείται κατά κανόνα (χωριστή εγκατάσταση του καθενός από τους γονείς και ανακύπτει το θέμα της διαμονής των ανηλίκων τέκνων πλησίον του πατέρα ή της μητέρας τους, η ρύθμιση δε της γονικής μέριμνας και της επιμέλειας αυτών γίνεται από το δικαστήριο.

Ως κατευθυντήρια γραμμή για την άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων των τέκνων και της προσφυγής τους στο δικαστήριο, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της άσκησής της είναι το αληθινό συμφέρον του τέκνου, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου ως μία ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα.

Για την εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας δεν παρέχονται από το νομοθέτη εκ των προτέρων προσδιοριστικά στοιχεία, πέραν από το επιβαλλόμενο στον δικαστή καθήκον να σεβαστεί την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, της κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσιακής - οικονομικής κατάστασής τους.

Η μικρή ηλικία του ανηλίκου τέκνου και το φύλο του δεν αποτελούν κυρίαρχο κατά νόμο στοιχείο για τον προσδιορισμό του συμφέροντος του ανηλίκου αναφορικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στον ένα ή τον άλλο από τους γονείς του, γιατί η άποψη ότι η γονική μέριμνα των μικρής ηλικίας τέκνων πρέπει να ανατίθεται στη μητέρα τους λόγω του ότι έχουν ανάγκη της μητρικής στοργής και ιδιαίτερων περιποιήσεων, εξακολουθεί να ισχύει, κατά τις νεότερες ιατρικές παιδαγωγικές και ψυχολογικές έρευνες, μόνο για την νηπιακή ηλικία, για την οποία αναγνωρίζεται σαφής βιοκοινωνική υπεροχή στη μητέρα, ενώ για το μεταγενέστερο χρόνο αναγνωρίζεται ο σοβαρός ρόλος του πατέρα στην όλη διαμόρφωση των διαπροσωπικών σχέσεων του τέκνου.

Στη* δικαστική, συνεπώς, κρίση καταλείπεται ευρύ πεδίο ώστε, αφού ληφθούν υπόψη, όλες οι σχέσεις και οι περιστάσεις, να καταλήξει σε ρύθμιση τέτοια, που να εξυπηρετείται καλύτερα το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου. Κρίσιμα προς τούτο στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η καταλληλότητα του ή των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγώγησης και της περίθαλψης του ανηλίκου τέκνου, και οι έως τότε δεσμοί του τέκνου με τους γονείς του.

Για το σκοπό αυτό λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότητα και η παιδαγωγική καταλληλότητα του κάθε γονέα και συνεκτιμώνται οι συνθήκες κατοικίας και η οικονομική κατάσταση τούτων. Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται επίσης, ότι οι ικανότητες των γονέων, το περιβάλλον, το επάγγελμα, η πνευματική τους ανάπτυξη και η δράση τους στο κοινωνικό σύνολο, η ικανότητα προσαρμογής τους στις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας μέσα στα πλαίσια της λογικής και ορθολογικής αντιμετώπισης των θεμάτων των νέων, η σταθερότητα των συνθηκών ανάπτυξης του τέκνου χωρίς εναλλαγές στις συνθήκες διαβίωσης, περιλαμβάνονται στα κριτήρια προσδιορισμού του συμφέροντος του τέκνου.

Αυτό δε ισχύει ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα των γονέων ως προς το διαζύγιο ή τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης. Τέλος, το συμφέρον του τέκνου λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια, προς διαπίστωση δε της συνδρομής του εξετάζονται πάντα τα επωφελή και πρόσφορα για τον ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις. Ουσιώδους σημασίας είναι και η επισημαινόμενη στο νόμο ύπαρξη ιδιαίτερου δεσμού του τέκνου, προς τον ένα από τους γονείς του και η περί αυτού ρητώς εκφραζόμενη προτίμησή του, την οποία συνεκτιμά το δικαστήριο ύστερα και από τη στάθμιση του βαθμού της ωριμότητας του, καθώς και οι τυχόν συμφωνίες που έκαναν οι γονείς του τέκνου σχετικά με την επιμέλεια και τη διοίκηση της περιουσίας του.

Με δεδομένη την ύπαρξη του εν λόγω δεσμού του τέκνου προς το συγκεκριμένο γονέα, αυτός θεωρείται ότι έχει τη δυνατότητα αποτελεσματικότερης διαπαιδαγώγησης προς όφελος του ανηλίκου και επομένως ότι είναι ο πλέον κατάλληλος για την επιμέλειά του, όμως υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο ιδιαίτερος αυτός δεσμός του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του έχει αναπτυχθεί φυσιολογικά και αβίαστα ως ψυχική στάση, η οποία είναι προϊόν της ελεύθερης και ανεπηρέαστης επιλογής του ανηλίκου, που έχει την στοιχειώδη ικανότητα διακρίσεως.

Πρέπει δε να λαμβάνεται ιδιαιτέρως υπόψη ότι ο ανήλικος, που έχει ακόμη ατελή την ψυχοπνευματική ανάπτυξη και την προσωπικότητα του υπό διαμόρφωση, υπόκειται ευχερώς σε επιδράσεις και υποβολές των γονέων ή άλλων, οι οποίες, έστω και χωρίς επίγνωση γενόμενες, οδηγούν ασφαλώς στο σχηματισμό της μονομερούς διαμόρφωσης και προτίμησης προς τον ένα από τους γονείς, οπότε η προτίμησή του δεν εξυπηρετεί πάντοτε και το αληθές συμφέρον του.

Η διάσπαση εξάλλου της έγγαμης συμβίωσης των γονέων, με συνεπακόλουθο και τη διάσπαση της οικογενειακής συνοχής κλονίζει σοβαρά την ψυχική ισορροπία του τέκνου που αισθάνεται ανασφάλεια και επιζητεί στήριγμα. Οι μεταξύ των συζύγων δημιουργούμενες έντονες αντιθέσεις ενίοτε αποκλείουν κάθε συνεννόηση μεταξύ τους, αλλά και σε σχέση με τα τέκνα τους, τα οποία όχι σπανίως χρησιμοποιούνται ως όργανα για την άσκηση παντοειδών πιέσεων και την ικανοποίηση εκδικητικών διαθέσεων.

Έτσι, υπό το κράτος της κατάστασης αυτής ο γονέας που αναλαμβάνει την γονική μέριμνα ή την επιμέλεια έχει, κατά την επιταγή του νόμου, πρόσθετα καθήκοντα και αυξημένη την ευθύνη της αντιμετώπισης των ως άνω ειδικών περιστάσεων κατά προέχοντα λόγο, και αυτό προϋποθέτει την εξασφάλιση στο τέκνο κατάλληλων συνθηκών προσαρμογής.

Εξάλλου, εφόσον το συμφέρον του τέκνου συνιστά αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το ουσιαστικό δικαστήριο, η κρίση του ως προς το αν, ενόψει των περιστάσεων που δέχθηκε, για την ύπαρξη των οποίων κρίνει ανέλεγκτα, εξυπηρετείται το συμφέρον του τέκνου, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα, αν η απόφαση περιέχει κρίση για την εξυπηρέτηση του συμφέροντος του τέκνου, πλην όμως αυτή είναι εσφαλμένη, δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν δε η απόφαση δεν έχει ως προς τούτο καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες υπόκειται σε αναίρεση κατ' άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 317/2015).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΑΠ1132/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο μεταξύ τους γάμο την 27-12-1997, από τον οποίο απέκτησαν τρία τέκνα, την Ε., που γεννήθηκε στις 13-5-1998, τον Ι., που γεννήθηκε στις 31-3-2001, και τον Α., που γεννήθηκε στις 13-6-2003, είναι δηλαδή κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης ενήλικη η θυγατέρα και τα λοιπά 17 και 14 ετών, αντίστοιχα.

Μετά το γάμο τους οι διάδικοι εγκαταστάθηκαν στο ... και, στη συνέχεια, κατοίκησαν σε διαμέρισμα, που ανήκει εν μέρει κατά κυριότητα 33% στην ενάγουσα - εναγομένη. Ήδη, ο γάμος μεταξύ των ενήλικων διαδίκων έχει λυθεί αμετάκλητα. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων δεν εξελίχθηκε ομαλά και κατά το μήνα Ιούλιο του έτους 2011, επήλθε η διάσπαση της συζυγικής σχέσης, οπότε με τη με αρ. 2934/2011, απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, εκδικάζοντας σχετική αίτηση της συζύγου με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων διατάχθηκε η μετοίκηση του καθ' ού από την οικογενειακή στέγη, η οποία παραχωρήθηκε προσωρινά στη σύζυγο, ανατέθηκε προσωρινά η άσκηση της επιμέλειας του Ι.

και Α.υ στην αιτούσα μητέρα και της επιμέλειας της Ε.ς στον καθ'ού πατέρα, υποχρεώθηκε ο τελευταίος προσωρινά στην καταβολή μηνιαίας διατροφής ποσού 160 ευρώ για έκαστο των ανηλίκων και 110 ευρώ για την αιτούσα και ρυθμίστηκε το δικαίωμα επικοινωνίας του καθ' ού με τα ανήλικα τέκνα Ι. και Α.. Η ανήλικη δε τότε Ε.

είχε αποχωρήσει ταυτόχρονα με τον πατέρα της από την οικογενειακή στέγη και διέμενε έκτοτε μαζί του. Στη συνέχεια, ο ενάγων (και ήδη αναιρεσείων) άσκησε την από 19.12.2011 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζητούσε να ανακληθεί η ως άνω με αρ. 2934/2011 απόφαση, να ανατεθεί αποκλειστικά και προσωρινά σε αυτόν η άσκηση των ανηλίκων τέκνων τους Ι.

και Α., καθώς και να διαταχθεί προσωρινά η μετοίκηση της καθ' ης από τη συζυγική οικία και να παραχωρηθεί προσωρινά σε αυτόν η χρήση της. Αφού απορρίφθηκαν οι υποβληθείσες από μέρους του ενδιάμεσα αιτήσεις προσωρινής διαταγής, ακολούθως εκδόθηκε η με αρ. 891/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που απέρριψε την παραπάνω αίτηση λόγω μη μεταβολής των πραγμάτων, που να δικαιολογεί την ανάκληση ή τη μεταρρύθμισή της.

Στη συνέχεια, κατόπιν μεταγενέστερης αίτησης του πατέρα Ε. Δ. επί της οποίας εκδόθηκε η με αρ. 1242/2013 απόφαση, ανακλήθηκε εν μέρει η με αρ. 2934/2011 απόφαση και ανατέθηκε η άσκηση της επιμέλειας του ανηλίκου Ι. στον Ε. Δ., ενώ επιπλέον καθορίσθηκε προσωρινή διατροφή για αυτόν ποσού 120 ευρώ μηνιαίως, που υποχρεώθηκε να καταβάλει η μητέρα Π.

Π., παραμένοντος του ανηλίκου Α.υ στην επιμέλεια της μητέρας του .Ο ανήλικος Ι.ς ωστόσο,είχε αποχωρήσει από την οικία της μητέρας του από το έτος 2012 πριν την έκδοση της παραπάνω απόφασης και διαμένει έκτοτε με τον πατέρα του εκφράζοντας τη δική του θέληση. Ως προς την ανάθεση της επιμέλειας του ανηλίκου Ι., κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου,δεν συντρέχει περίπτωση μεταβολής της ανάθεσης αυτής στην μητέρα λόγω της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί από το έτος 2012 μέχρι σήμερα σε συνδυασμό και με την επικείμενη ενηλικίωσή του σε σύντομο χρονικό διάστημα Οι αντίθετες αιτιάσεις της εκκαλούσας (και ήδη αναιρεσίβλητη), που αναφέρονται στον πρώτο λόγο έφεσης πρέπει ν' απορριφθούν.

Ως προς τον ανήλικο Α. για την επιμέλεια του οποίου υποβάλλεται ρητώς παράπονο με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση Α' έφεσης της εκκαλούσας μητέρας, πρέπει να σημειωθεί ότι αυτός διέμενε πάντα στην οικογενειακή στέγη με τη μητέρα• του και μόνο (9-2-2017) περί το μήνα Φεβρουάριο του τρέχοντος έτους 2017,δηλαδή αρκετούς μήνες μετά την έκδοση της εκκαλουμένης (15.7.2016) και σε εκτέλεση αυτής ενόψει της συζήτησης των εφέσεων, παρέλαβε το ανήλικο τούτο ο πατέρας και το εγκατέστησε στη δική του κατοικία όπου διαμένει και ο έτερος ανήλικος υιός Ι.ς, ενώ όπως διαπιστώθηκε η ενήλικη πλέον θυγατέρα του Ε.

έχει απομακρυνθεί από την κατοικία αυτή και κατοικεί σε άλλη στέγη. Ο ανήλικος Α.ς έχει αναπτύξει ιδιαίτερη ψυχολογική εξάρτηση με τη μητέρα του και είχε συνηθίσει στο περιβάλλον αυτής τόσο από οικογενειακή όσο και από κοινωνική άποψη, όπως το περιβάλλον αυτό είχε διαμορφωθεί με την παρέλευση τόσο ετών από τη διάσπαση της έγγαμης σχέσης των διαδίκων από το έτος 2011.

Πρέπει δε να σημειωθεί, ότι και οι δύο διάδικοι γονείς έχουν αποκτήσει νέους συντρόφους, με τους οποίους συνήθως συμβιώνουν και με τον τρόπο αυτό έχουν εξοικειωθεί τα ανήλικα χωρίς να υπάρχουν προβλήματα. Ο εναγόμενος πατέρας, έντονα υποστηρίζει ότι η ενάγουσα μητέρα δεν επιμελείται επαρκώς του προσώπου του ανηλίκου Α.υ, επικαλούμενος ότι δεν φροντίζει ικανά για την εκπαίδευσή του, με συνέπεια να υστερεί στις σχολικές του επιδόσεις, να μην του παρέχει τη δυνατότητα διενέργειας φροντιστηριακών μαθημάτων και άλλων εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων και υποστηρίζει τέλος ότι αυτή υπολείπεται στην καθημερινή παρασκευή γευμάτων και καθαριότητας.

Τα ανωτέρω στοιχεία δεν αποδείχθηκαν αληθινά, αφού ουδόλως προέκυψε ότι το ανήλικο στερείτο περιποίησης και φροντίδας από τη μητέρα του και σε καμία περίπτωση γίνεται λόγος για έλλειψη τροφής, καθώς η οικογενειακή τους στέγη όπου διαμένει η μητέρα με το ανήλικο κείται πάνω από την κατοικία των γονέων της (παππού και γιαγιάς του ανηλίκου) με τους οποίους άλλωστε έχουν ενώσει τις διατροφικές ανάγκες και σε περίπτωση απουσίας της μητέρας, σε ώρες εργασίας της, πάντα το ανήλικο επιστρέφοντας από το σχολείο λαμβάνει τροφή από τη γιαγιά του.

Τις διευκολύνσεις αυτές όμως το ανήλικο ευλόγως στερείται στην κατοικία του πατέρα του, όταν συνήθως αναγκάζεται να αναμένει την επιστροφή αυτού από την εργασία του μέχρι αργά το απόγευμα μη έχοντας άλλη αναζήτηση. Ο ανήλικος, όπως προέκυψε και από την ακρόασή του στο Δικαστήριο,που έγινε ύστερα από σχετική επικοινωνία στις 23-6-2017, όντας 14 ετών, παρά τις εντάσεις που μεσολάβησαν μεταξύ των διαδίκων όλα αυτά τα χρόνια, οι οποίες προφανώς και δεν τον άφησαν ανεπηρέαστο, φαίνεται ήρεμο, συναισθηματικό και όχι ιδιαίτερα εκδηλωτικό παιδί, το οποίο όμως έχει αποκτήσει την απαιτούμενη της ηλικίας του ωριμότητα μέσα από τις καταστάσεις της οικογένειας και συνάμα την ικανότητα να διαμορφώνει την προσωπική του άποψη σταθμίζοντας ανάλογα τις περιστάσεις .

Εκτός τούτων, αναμφίβολα έχει ανάγκη τη μητρική στοργή, αγκαλιά και φροντίδα, η οποία δεν αναπληρώνεται από άλλο πρόσωπο πέραν της μητέρας του, προς την οποία το ανήλικο δεν εκφράζει κανένα παράπονο, ούτε μπορεί να υποκατασταθεί από την εκάστοτε σύντροφο του άλλου γονέα, ακόμη και αν ο ίδιος ο πατέρας του παρέχει μεγαλύτερες γενικά εξασφαλίσεις από τη μητέρα του σε άλλους τομείς της ζωής του.

Εξάλλου, και από την ημέρα που ο πατέρας ανέλαβε την επιμέλεια αυτού, δεν αυξήθηκαν οι εκπαιδευτικές δραστηριότητες του ανηλίκου ούτε σημειώθηκε αξιόλογη μεταβολή, καθώς το ανήλικο από το Σεπτέμβριο του 2016 επαναλαμβάνει τη σχολική τάξη, που δεν προβιβάσθηκε την περσινή σχολική χρονιά και αναμενόμενο είναι να βαίνει βελτιωμένος.

Η επικοινωνία του άλλωστε με τον πατέρα του και τον αδελφό του, ενόσω διέμενε στη μητέρα του, δεν παρεμποδίσθηκε με οποιονδήποτε τρόπο και λόγω της μικρής σχετικά απόστασης των δυο κατοικιών δεν θα αποκλείεται στο μέλλον. Τέλος, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η μητέρα παραμελούσε την υγεία του ανηλίκου τούτου, αφού επανειλημμένα με δική της επιμέλεια, αυτό υπεβλήθη σε ιατρικές εξετάσεις για τη γενικότερη κατάσταση της υγείας του, οδοντοθεραπεία κλπ σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες από αυτή ιατρικές αποδείξεις παιδιάτρου, παιδοδοντιάτρου, κ.λ.π.

από το 2014 έως το 2016. Η διαγωγή του δε του τέκνου αυτού μέχρι σήμερα, ως ανήλικος, είναι η αρμόζουσα χωρίς παρεκτροπές στη συμπεριφορά του. Η μητέρα ωστόσο, είναι νέα, υγιής σε καλή ψυχοσωματική κατάσταση και δεν δύναται να κριθεί ακατάλληλη υπό την έννοια του νόμου για τη φροντίδα και επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου της Α.υ, ούτε να αποκλειστεί αδικαιολόγητα από την άσκηση των καθηκόντων της ως μητέρα, ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά που ενίοτε αυτή εκδήλωνε έναντι του αντιδίκου συζύγου της, οφειλόμενη στην πολύχρονη δικαστικής τους διαμάχη που συνίσταται όχι μόνο στην επιμέλεια και διατροφή των ανηλίκων αλλά και στη ρύθμιση της οικογενειακής στέγης, και σε αρκετές ποινικές δίκες που προκλήθηκαν από τις ίδιες αιτίες.

Όμως, οι έτερες διενέξεις των διαδίκων, πρέπει να κριθούν ανεξάρτητα από το πρόσωπο των ανηλίκων και ουδόλως να επηρεάσουν το γονικό τους ρόλο έναντι των παιδιών. Με βάση τα παραπάνω, το αληθινό συμφέρον του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων Α.υ, όπως το καθορίζουν οι βιοτικές και οι ψυχικές του ανάγκες, καθώς και οι συνθήκες που έχουν δημιουργηθεί, επιβάλλει να ανατεθεί οριστικά η επιμέλεια του προσώπου του στη μητέρα του.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε το σχετικό λόγο εφέσεως και μεταρρύθμισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αναθέτοντας την επιμέλεια του ανηλίκου Α.υ στην εκκαλούσα μητέρα του. Και περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Τέλος, όσον αφορά τη ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης, αποδείχθηκε ότι από τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων το έτος 2011 και μέχρι σήμερα, η ενάγουσα διέμενε αρχικά έως το 2012 μαζί με τα τέκνα τους Ι.

και Α. και κατόπιν έως την 9-2-2017 διέμενε μόνο με τον Α. στην οικογενειακή τους στέγη στην περιοχή .... Η κατοικία αυτή, ανήκει κατά ποσοστό 33% στην ίδια και κατά τα λοιπά σε συγγενικά της πρόσωπα, η αποκλειστική χρήση αυτής παραχωρήθηκε στην ενάγουσα προσωρινά, αμέσως μετά τη διάσπαση της έγγαμης σχέσης. Ενόψει όμως της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων, που επήλθε μετά την έναρξη της εκκρεμοδικίας, και πριν τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν είναι δυνατή η δικαστική ρύθμιση της οικογενειακής στέγης, υπό το πρίσμα της ρύθμισης που εισάγει η διάταξη του άρθρου 1393 ΑΚ, καθώς η χρονική της διάρκεια εξαρτάται από τη συνέχιση της διακοπής της έγγαμης συμβίωσης μεταξύ των συζύγων, ενώ παύει αυτοδικαίως με την αμετάκλητη λύση του γάμου τους.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος στο σύνολό της και δέχθηκε εν μέρει την έφεση της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δέχθηκε εν μέρει τις αντίθετες, αγωγές των διαδίκων. Και ειδικότερα, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, ανέθεσε την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων Α., αποκλειστικά στην αναιρεσίβλητη, απορρίπτοντας ταυτόχρονα το αίτημα του αναιρεσείοντος για μεταρρύθμιση της χρήσεως της οικογενειακής στέγης.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1510-1514 και 1518 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, δεδομένου ότι ορθώς και χωρίς παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας υπήγαγε σ' αυτές τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα περιστατικά και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό της απόφασης προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση (δικαστηρίου) στη συγκεκριμένη περίπτωση περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ έχει τις παρατιθέμενες παραπάνω πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και δη ως προς την κρίση του ότι το αληθές συμφέρον του ανήλικου τέκνου των διαδίκων Α.

επιβάλλει να έχει αποκλειστικά την επιμέλεια του προσώπου του η αναιρεσίβλητη μητέρα του. Επομένως οι εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ λόγοι του αναιρεσείοντος που προβάλλονται με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος για την ανάθεση της επιμέλειας του Α.

αποκλειστικά σ' αυτόν, λόγω του ότι η αναιρεσίβλητη έχει παθολογική ενασχόληση με το ... και παραμελεί την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της προς το ανήλικο τέκνο τους, με αποτέλεσμα να μείνει στην ίδια τάξη, ενώ στο διάστημα που διέμενε μαζί του τελείωσε με επιτυχία την Α' τάξη του Γυμνασίου καθώς και το γεγονός ότι και τα άλλα δύο μεγαλύτερα τέκνα τους συνειδητά είχαν επιλέξει να εγκατασταθούν μαζί του, είναι απαράδεκτοι γιατί ανάγονται στην αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο (Ολ ΑΠ2/2008, ΑΠ 152/2017).

Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση αφενός μεν ότι δεν έλαβε υπόψη της, την νομίμως προσκομισθείσα αμετάκλητη 1093/2018 του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου αφετέρου δε δεν ζήτησε να λάβει γνώση των εγγράφων του φακέλου του Α. και των λοιπών τέκνων των διαδίκων που τηρούνται στην Εισαγγελία των ανηλίκων του Πρωτοδικείου Ηρακλείου, όπως εκθέσεις κοινωνικών λειτουργών παιδοψυχιάτρων - παιδοψυχολόγων, ψυχιάτρου και τα οποία είχαν στην κατοχή τους οι αρμόδιες αρχές, κατ' άρθρο 232 παρ. 1β' ΚΠολΔ, παρά τις οχλήσεις του. Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο μέρος του είναι αβάσιμος, γιατί από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με τις σκέψεις, και το σύνολο των αποδεικτικών αναλύσεων που περιέχει στο αιτιολογικό της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο για την ανάθεση της επιμέλειας του ανήλικου τέκνου των διαδίκων έλαβε υπόψη και την ως άνω απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου.

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 232 παρ. 1β' ΚΠολΔ καθιερώνεται διακριτική ευχέρεια του δικαστή και όχι υπηρεσιακό του καθήκον, ώστε αν το δικαστήριο παρά την αίτηση του διαδίκου δεν διατάξει την προσκομιδή κάποιου δημόσιου εγγράφου, δεν παραβιάζει νομική του υποχρέωση και δεν θεμελιώνεται λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1792/1983 Δ16.652), ως προκύπτει δε από την προσθήκη - αντίκρουση των προτάσεων ενώπιον του εφετείου φέρεται ότι το σχετικό αίτημα υποβλήθηκε στο ακροατήριο του άνω δικαστηρίου.

Κατά συνέπεια ο λόγος αυτός κατά το δεύτερο σκέλος του είναι προεχόντως απαράδεκτος αφού το δικαστήριο δεν υπέπεσε σε κάποια αναιρετική πλημμέλεια. Εξάλλου, ως "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, των οποίων η παρά το νόμο μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτώς προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας, θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή παρακωλυτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικοί ισχυρισμοί και οι λόγοι έφεσης.

Δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα αποδεικτικά μέσα, ούτε οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση κάθε μιας εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών αυτούς γεγονότων, ούτε τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν ο ισχυρισμός, με την παραπάνω έννοια, ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 12/1991), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση έχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 11/1996).

Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Ειδικότερα ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η Ε. έχει απομακρυνθεί από την κατοικία που ζούσε μαζί του, καθώς και ότι οι διάδικοι ήδη έχουν αποκτήσει νέους συντρόφους ισχυρισμοί που δεν έχουν προταθεί νομίμως. Οι ανωτέρω παραδοχές όμως του δικαστηρίου της ουσίας δεν συνιστούν ισχυρισμούς με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης που λήφθηκαν υπόψη χωρίς να προταθούν άλλα επιχειρήματα και συμπεράσματα του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.

Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης παραπονείται ο αναιρεσείων για παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ και δη ότι απορρίψαν το εφετείο την ένστασή του εκ του άρθρου 281ΑΚ, που είχε προβάλλει πρωτοδίκως και νόμιμα επανέφερε με την έφεση παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη αυτή (ΑΚ 281). Ειδικότερα είχε ισχυριστεί ότι ο ισχυρισμός της εναγομένης σχετικά με την χρήση της οικογενειακής στέγης ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να εφαρμοστεί πλέον το άρθρο 139 ΑΚ, εφόσον πλέον δεν υπάρχει διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, αλλά αμετάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων, ασκείται καταχρηστικά εφόσον αυτή με την κακόπιστη συμπεριφορά της έγινε αποκλειστικά υπαίτια για την τριπλή αντικατάσταση του εκάστοτε διορισθέντος πραγ/να στην ένδικη διαφορά και συνακόλουθα στη σοβαρότατη καθυστέρηση στην έκδοση της οριστικής πρωτόδικης απόφασης επί των συνεκδικασθέντων αγωγών, καθόσον δεν μπορεί να επικαλείται προς όφελός της το οικείο πταίσμα σύμφωνα με τη γενική θεμελιώδη αρχή του δικαίου.

Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το εφετείο ως προκύπτει από τις παραδοχές του, όπως αυτές εκτέθηκαν παραπάνω κατά την έρευνα του πρώτου λόγου, απέρριψε την άνω ένσταση εκ του ΑΚ281 για το λόγο ότι μετά την παραδοχή του αιτήματος της ανάθεσης της επιμέλειας του ανήλικου Α.υ στην μητέρα του συντρέχει περίπτωση καταχρηστικότητας και μεταρρύθμισης των συνθηκών σχετικά με τη χρήση της οικογενειακής στέγης.

Κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης πλην όμως να αποδοθεί το κατατεθέν παράβολο στον καταθέσαντα, αφού σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ.3 τελευταίο εδάφιο, η υποχρέωση για καταβολή παραβόλου δεν ισχύει από 1.1.2017, μεταξύ άλλων και για τις διαφορές του άρθρου 592αρ3 ΚΠολΔ, ως η προκειμένη περίπτωση. Θέμα δικαστικής δαπάνης δεν τίθεται αφού η αναιρεσίβλητη λόγω της ερημοδικίας της δεν υποβλήθηκε σε έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8.8.2017 αίτηση αναίρεσης του Ε. Δ. κατά της 133/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουλίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ