1284/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/10/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Legislator headnote
AI generated1284/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1284 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1284/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη Εισηγητή και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Χ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καμπάνη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... A.E.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φωτεινή Χατζηχηδίρογλου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/10/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5392/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4785/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/1/2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 914ΑΚ οι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι: α) η παράνομη και υπαίτια ανθρώπινη συμπεριφορά β) η επέλευση ζημίας και γ) ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος (ΑΠ 889/2008, 995/2008, 422/2008).
Κατά την κρατούσα γνώμη, το παράνομο κρίνεται από το αποτέλεσμα με την έννοια ,ότι για την κατάφαση της παρανομίας ερευνάται αν προκλήθηκε παράνομη ζημία, αν δηλαδή προσβλήθηκε δικαίωμα ή έννομο συμφέρον του ζημιωθέντος. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης.
Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης εκ της θεμελιώδους δικαιϊκης αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων.
Για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση, δεν αρκεί μόνον ο χαρακτηρισμός της συμπεριφοράς του ζημιώσαντος ως παράνομης. Περαιτέρω αυτοτελής προϋπόθεση είναι η υπαιτιότητα του ζημιώσαντος, δηλαδή απαιτείται να μπορεί η συμπεριφορά του αυτή να αποδοθεί σε μια ιδιαίτερη ψυχική στάση που θεωρείται επιλήψιμη και αποδοκιμάζεται από το δίκαιο.
Με τον όρο πταίσμα ή υπαιτιότητα, ως αναγκαία προϋπόθεση για τη θεμελίωση της ευθύνης κατά το σύστημα του ΑΚ (αρθρ.300 αυτού), εννοείται ο ψυχικός δεσμός του προσώπου προς μια ενέργεια του ή προς το αποτέλεσμα της, ο οποίος (δεσμός) δικαιολογεί τη σε βάρος του μομφή από την έννομη τάξη με τη γένεση στο πρόσωπο του ευθύνης προς αποζημίωση.
Ο ψυχικός αυτός δεσμός του προσώπου προς μια ενέργεια του συνίσταται, είτε στο ότι επιδίωξε την ενέργεια αυτήν (δόλος), είτε στο ότι δεν έλαβε τα επιβαλλόμενα μέτρα έτσι ώστε να την αποφύγει. Η προϋπόθεση της υπαιτιότητας πληρούται, αν στο πρόσωπο του ζημιώσαντος υπάρχει οποιαδήποτε μορφή δόλου ή αμέλειας (βαριά ή ελαφρά).
Η υπαιτιότητα προϋποθέτει ικανότητα προς καταλογισμό (ή ικανότητα προς αδικοπραξία ή ικανότητα προς πταίσμα). Η ικανότητα προς καταλογισμό είναι απαραίτητη για την κατάφαση της υπαιτιότητας και περαιτέρω της αδικοπρακτικής ευθύνης. Απαιτείται δηλαδή η παράνομη συμπεριφορά να μπορεί να καταλογιστεί προσωπικά στο δράστη.
Ζημία είναι κάθε. δυσμενής μεταβολή στα έννομα αγαθά του προσώπου, είτε αυτά είναι περιουσιακά είτε μη περιουσιακά, ως συνέπεια της παράνομης πράξης. Η ζημία που προξενείται στα περιουσιακής φύσεως αγαθά του προσώπου, δηλαδή στα αποτιμητά σε χρήμα αγαθά, αποτελεί την περιουσιακή ζημία, ενώ αυτή που προξενείται στα ηθικά αγαθά του ατόμου ,δηλαδή σε εκείνα που συνδέονται στενά με την προσωπικότητα του (προσβολή της τιμής, της ελευθερίας, της σωματικής και ψυχικής υγείας κ.λ.π του ατόμου), αποτελεί την ηθική βλάβη.
Η ηθική βλάβη αποκαθίσταται με τη μορφή της χρηματικής ικανοποίησης στις περιπτώσεις των ΑΚ 57-59 (προσβολή του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ειδικότερα επί του ονόματος προσώπου) και 932 (αδικοπραξία).Προϋπόθεση για τη γένεση της ευθύνης κατ’ άρθρο 914 ΑΚ είναι και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας.
Ως αιτιώδης συνάφεια εννοείται η σχέση και αποτελέσματος μεταξύ του νομίμου λόγου ευθύνης παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του δράστη) και του αποτελέσματος (ζημίας). Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα τη κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα (Ολ ΑΠ 18/2004, ΑΠ 177/2008, 427/2008, 579/2008).
Η αναγκαιότητα της ύπαρξης αυτής της προϋπόθεσης για τη θεμελίωση της ευθύνης προς αποζημίωση δεν ορίζεται μεν ρητά στο νόμο, προκύπει όμως από τη γενική θεώρηση των διατάξεων που καθιερώνουν αυτή την ευθύνη. Προϋπόθεση για την εφαρμογή της ΑΚ932 αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε η τέλεση αδικοπραξίας, δηλαδή η τέλεση, είτε παράνομης και υπαίτιας πράξης κατά την ΑΚ 914, είτε και απλώς παράνομης πράξης, εφόσον δημιουργείται υποχρέωση αποζημίωσης (π.χ.
περιπτώσεις αντικειμενικής ευθύνης), χωρίς να είναι αναγκαστικά και ποινικά κολάσιμη Εξάλλου, για την αδικοπρακτική ευθύνη κατά του άρθρου ΑΚ 919 απαιτείται: α)ανθρώπινη συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β)συμπεριφορά που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (είναι δηλαδή ανήθικη, ήτοι αντίθετη κατά την κοινή ως προς την ηθική αντίληψη του χρηστώς και λογικώς σκεπτόμενου ανθρώπου. (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1652/2006, ΑΠ 1298/2006), γ)συνοδεύεται από πρόθεση επαγωγής ζημίας (απαιτείται δηλαδή δόλος του δράστη), δ)πρόκληση ζημίας σε άλλον και ε) ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας (ΑΠ 1805/2007, 135/2005).
Για την ανθρώπινη συμπεριφορά, τη ζημία, τον αιτιώδη σύνδεσμο και την ικανότητα προς καταλογισμό ισχύει ό,τι και για το άρθρο 914 ΑΚ. Περαιτέρω η γένεση της αξίωσης αποζημίωσης στην περίπτωση προσβολής (ήτοι επέμβασης με την έννοια της βλάβης ή της διατάραξης ) σε μια ή περισσότερες εκφάνσεις της προσωπικότητας, (άρθρ.57 παρ.2 ΑΚ) προϋποθέτει τη συνδρομή των όρων της αδικοπραξίας, δηλαδή, εκτός από το παράνομο της προσβολής, που απαιτείται και από το ίδιο το άρθρο 57, την ύπαρξη υπαιτιότητας (σε όσες περιπτώσεις απαιτείται αυτή για την αδικοπρακτική ευθύνη, λ.χ ΑΚ 914), ζημίας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας, κατά τα προαναφερόμενα, συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας του προσβληθέντος.
Από την παραπομπή δε του άρθρου 59 ΑΚ στα άρθρα 57 και 58 συνάγεται, ότι, εκτός της προϋπόθεσης του παρανόμου της προσβολής (που θεμελιώνεται όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή σε ενάσκηση μικρότερης σπουδαιότητας δικαιώματος ή κάτω από περιστάσεις καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του) για την αξίωση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης απαιτείται και το στοιχείο της υπαιτιότητας. (Ολ ΑΠ 812/1980, ΑΠ 265/2015, 1735/2009, 273/2008, 8/2008).
Ως προς ορισμένα ειδικά θέματα, εξ άλλου, την αδικοπρακτική ευθύνη καλύπτει η ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 8 ν.2251/1994, το οποίο ορίζει μεταξύ άλλων ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών (παρ. 1). Ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας (παρ.3).
Ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το, βάρος απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας. Προϋποθέσεις για τη θεμελίωση ευθύνης σε βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες είναι: α)η παροχή ανεξαρτήτων υπηρεσιών στα πλαίσια άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, β)η υπαιτιότητα του παρέχοντος υπηρεσίες κατά την παροχή αυτών, η οποία τεκμαίρεται και ο παρέχων φέρει το βάρος αποδείξεως της έλλειψής της (νόθος αντικειμενική ευθύνη), γ)παράνομη συμπεριφορά, δ)ζημία κατά το γενικό δίκαιο αποζημίωσης και ε)αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας.
Ειδικότερα η παράνομη συμπεριφορά του παρέχοντος δεν συναρτάται με το πραγματικό περιεχόμενο της υποχρέωσής του προς αποφυγή κινδύνων αλλά με την έλλειψη ασφαλείας των υπηρεσιών που θεμιτά δικαιούται ο καταναλωτής, καθώς και με την οικοδόμηση της εμπιστοσύνης του, στη συγκεκριμένη αγορά υπηρεσιών, ήτοι με την παραβίαση της υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας που ώφειλε κατά το νόμο, ή τη σύμβαση, ή την καλή πίστη κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις και μπορούσε να λάβει μέσα στη σφαίρα επιρροής του, κάτω από ομαλές και προβλέψιμες συνθήκες, σε τρόπο ώστε οι παρεχόμενες από αυτόν υπηρεσίες χρησιμοποιούμενες από τον καταναλωτή, να μη θέτουν σε κίνδυνο τα συμφέροντα του τελευταίου και ιδίως την ακεραιότητα της πίστης και της ασφαλούς παροχής υπηρεσιών, που τελικά είναι το προστατεύσιμο δικαίωμα.
Εφόσον συντρέχουν οι παραπάνω όροι, ο βλαπτόμενος και ο υφιστάμενος ζημία δύναται με αγωγή κατά του παρέχοντος τις υπηρεσίες να αξιώσει την αποζημίωση του (ΑΠ 1382/2009, ΑΠ 589/2001). Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 3, παρ. 1, 5 παρ. 1,2 και 22 και 23 ν. 2472/1997 για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", προκύπτει ότι απαγορεύεται από φυσικό ή νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, ή από ένωση προσώπων, η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία, κατά την οριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 2 εδ.
α’ του ως άνω νόμου, έννοια αποτελούν οι κάθε είδους πληροφορίες που αναφέρονται στο υποκείμενο των δεδομένων, (ΑΠ 499/2013, 10/2011), ακόμη και αν πρόκειται για μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία αυτών - εφόσον τα τελευταία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο, όπως το τελευταίο προσδιορίζεται στο εν λόγω νόμο, (άρθρο 2 εδ.
ε’ ), ενώ στο άρθρο 23 παρ. 1 αυτού ορίζεται, ότι, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση του υποκειμένου των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όχι μόνο αν γνώριζε, αλλά ακόμη κι αν όφειλε να γνωρίζει απλώς την πιθανότητα επέλευσης βλάβης από την προαναφερόμενη επεξεργασία των δεδομένων αυτών, εκτός αν έχει δώσει την, συγκατάθεση του το υποκείμενο των δεδομένων, που είναι φορέας της σχετικής αξίωσης ως αμέσως θιγόμενος (ΑΠ 1257/2005, ΑΠ 1567/10, ΑΠ 10/11).
Το άρθρο 22 προβλέπει ποινικές κυρώσεις για τις αναφερόμενες σ’ αυτό κατηγορίες συμπεριφορών που κρίνονται αξιόποινες. Ειδικότερα, όποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιοδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις.
Τέλος, από τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.
ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/13). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 609/13, ΑΠ 495/13, ΑΠ 1976/2014).
Με τους πρώτο και τρίτο λόγους της αναιρέσεως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 919 ΑΚ, 914 ΑΚ 8 παρ. 1 ν. 2251/1994 και 22 παρ. 4 ν. 2472/1997, η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε, ως νομικά αβάσιμη, κατ’ αποδοχή της από την αναιρεσίβλητη κατά της αντιθέτως αποφηναμένης πρωτοδίκου αποφάσεως (5392/2014 ΜΠρΑ) ασκηθείσας εφέσεως, την κατά της τελευταίας (αναιρεσίβλητης) από τον ίδιο (αναιρεσείουσα) εγερθείσα και επί των διατάξεων των παραπάνω άρθρων επιχειρουμένη να θεμελιωθεί (από 6.10.2011) αγωγή αυτού περί αποζημιώσεώς του από την σε βάρος του φερομένη ως διαπραχθείσα αδικοπραξία, δεχθείσα τη μη συνδρομή των θεμελιωτικών της επικαλουμένης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς προϋποθέσεων παρόλο που τα εκτιθέμενα στην αγωγή [πραγματικά περιστατικά] απέκλειαν την κρίση αυτή επιβάλλοντα την παραδοχή της αγωγής ως νομικά βασίμου.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, αυτή, δέχθηκε, αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του με αριθμ. ...23.3.2011 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.
Σ. ο ενάγων αγόρασε από τους Κ. και Δ. Μ. τις περιγραφόμενες στην αγωγή οριζόντιες ιδιοκτησίες. Το τίμημα συμφωνήθηκε να καταβληθεί κατά ένα μέρος με δάνειο από την εναγόμενη ποσού 128.000 ευρώ. Η μεταξύ τους δανειακή σύμβαση καταρτίσθηκε στις 13.4.2011. Από το ως άνω προϊόν δανείου, η Κ. Μ. (επικαρπώτρια του πωληθέντος) θα λάμβανε 51.400 ευρώ, ο δε Δ.
Μ. (ψιλός κύριος αυτού) το ποσό των 77.100 ευρώ. Την ίδια παραπάνω ημερομηνία η εναγόμενη άνοιξε τον με αριθμ. ... λογαριασμό ταμιευτηρίου επ’ ονόματι του (ενάγοντα) προς εξυπηρέτηση του ληφθέντος δανείου (πίστωση αρχικά του αντιστοίχου ποσού και χρέωσή του ακολούθως με τα ποσά των δόσεων προς εξόφληση και τα σχετικά έξοδα).
Το προϊόν του δανείου συμφωνήθηκε να καταβληθεί στους πωλητές εντός προθεσμίας 45 ημερών από την κατάρτιση του άνω πωλητηρίου συμβολαίου, σε περίπτωση δε που δεν θα λαμβανόταν το δάνειο ο ενάγων όφειλε να καταβάλει το πιστωθέν τίμημα εξ ιδίων χρημάτων εντός προθεσμίας 10 ημερών από τη λήξη της προθεσμίας των 45 ημερών.
Προς εξασφάλιση της άνω απαιτήσεως της εναγόμενης ο ενάγων συναίνεσε στην εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί των αγορασθέντων ακινήτων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στις 15/4/2011.
Η εναγόμενη δεν προχώρησε στην εγγραφή του σχετικού βάρους στα οικεία βιβλία την επομένη ημέρα, όπως ο ενάγων ανέμενε, ενώ στις 19/4/2011 η αλλοδαπή εταιρεία "...", της οποίας η εναγόμενη (κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς) είναι νόμιμος εκπρόσωπος στην Ελλάδα, του επέδωσε αίτηση συντηρητικής κατασχέσεως εις χείρας του ως τρίτου από απαίτηση ύψους 56.000 ευρώ που ισχυριζόταν ότι διατηρούσε σε βάρος του πωλητή Δ.Μ.
και αίτημα εκδόσεως προσωρινής διαταγής που προσδιορίσθηκε για την 4/5/2011. Ισχυριζόμενος περαιτέρω ο ενάγων ότι η ανωτέρω αλλοδαπή εταιρεία έλαβε πληροφορίες από τους εκπροσώπους της εναγομένης για επικείμενη μεταβίβαση των προπεριγραφομένων ιδιοκτησιών από τον οφειλέτη της (Δ. Μ.) προς τρίτους (ενάγοντα), χωρίς την άδεια του τελευταίου, παραβιάζοντας τα προσωπικά του δεδομένα, ότι τον "χρησιμοποίησε" για να εισπράξει από τον άνω πωλητή, τα οφειλόμενα, ότι για το λόγο αυτό καθυστέρησε να εγγράψει την προσημείωση ώστε να αποφύγει να εκταμιεύσει το ποσό του δανείου και να έχει αντικείμενο το υποβληθέν αίτημα προσωρινής διαταγής, εκθέτει ότι διαμαρτυρήθηκε με την από 28/4/2011 επιστολή του ζητώντας της να εκταμιεύσει το ποσό μέχρι την 3η Μαίου 2011 διαμαρτυρία που η εναγομένη αγνόησε.
Ισχυρίσθηκε περαιτέρω ότι στις 9.5.2011 (μετά την απόρριψη της προσωρινής διαταγής) η εναγομένη προέβη στην εγγραφή της προσημιεώσεως, αλλά δεν εκταμίευσε το δάνειο την επομένη, οπότε της επέδωσε νέα εξώδικη επιστολή, θέτοντας προθεσμία για την εκταμίευση του ποσού ως την 13η Μαίου 2011, δηλώνοντας ταυτοχρόνως ότι μετά ταύτα αποκρούει την παροχή.
Ακολούθως εκθέτει ότι την προαναφερθείσα 13.5.2011 ημερομηνία η εναγόμενη, κατέθεσε στον άνω λογαριασμό εξυπηρετήσεως του δανείου το αντίστοιχο ποσό και εν συνεχεία, χωρίς σχετική εντολή ανάληψης εκ μέρους του ή εξουσιοδότησή του το μετέφερε στους λογαριασμούς που διατηρούσαν σ’ αυτή οι πωλητές Δ. Μ. και Κ.
Μ. κατά τα ποσά των 77.100 και 51.400 ευρώ αντιστοίχως, που εδικαιούτο έκαστος από το πιστωθέν τίμημα με την αιτιολογία "σε εξόφληση του παραπάνω (...2011) πωλητηρίου συμβολαίου" και ότι η ενέργειά της αυτή συνιστούσε "τέχνασμα" για να "αποσπάσει" από τον πωλητή Δ. Μ. την ανωτέρω απαίτηση που διατηρούσε εναντίον του η συνδεόμενη με την εναγόμενη ως ανωτέρω αλλοδαπή εταιρεία.
Ότι μετά ταύτα οι πωλητές αμφισβήτησαν το προσήκον της εξοφλήσεως του πιστωμένου τιμήματος (επικαλούμενοι πως η εξόφληση με τον ως τρόπο είναι αντίθετη με τον όρο του συμβολαίου σύμφωνα με τον οποίον η πληρωμή αποδεικνυόταν αποκλειστικά με έγγραφα και συγκεκριμένα ή με ιδιωτική απόδειξη των πωλητών ή με γραμμάτια του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων ή με πράξεις μερικής εξοφλήσεως), αρνούμενοι να υπογράψουν την πράξη εξοφλήσεως και να του παραδώσουν τις πωληθείσες ιδιοκτησίες, ενώ εξέδωσαν και απόγραφο εκ του σχετικού πωλητηρίου συμβολαίου, απειλώντας εκτέλεση σε βάρος της περιουσίας του έως το ύψους του πιστωθέντος τιμήματος.
Ότι ο ίδιος πέραν της προς τους πωλητές εξώδικη διαμαρτυρίας ζήτησε με σχετική αίτηση ασφαλιστικών μέτρων την απόδοση της νομής των πωληθέντων, καλώντας τους τελευταίους (κατά προτροπή της εναγόμενης) ενώπιον της παραπάνω συμβολαιογράφου να υπογράψουν την πράξη εξοφλήσεως, ενέργεια που αυτοί αρνήθηκαν και ότι προς τούτο συντάχθηκε η .../2011 πράξη μη εμφανίσεως.
Ότι μετά την επίδοση της 4583/2011 αποφάσεως για απόδοση σ’ αυτόν της νομής των ως άνω ακινήτων, ο δικηγόρος τους τον ενημέρωσε ότι οι πωλητές εμμένοντες στην άρνηση τους περί εξοφλήσεως του τιμήματος θα προχωρούσαν σε εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης και σε εκτέλεση του απογράφου του πωλητηρίου συμβολαίου.
Επικαλούμενος τέλος το "εύλογο της αξίωσης των πωλητών για την πληρωμή του υπολοίπου τιμήματος" και την "αβεβαιότητα" των δικών που επρόκειτο να ανοιγούν, εκθέτει ότι προέβη σε συμβιβασμό (μόνον με τον Δ.Μ., παραθέτοντας το οικείο συμφωνητικό που κατάρτισε με αυτόν δυνάμει του οποίου, αφού του κατέβαλε (ο ενάγων) το ποσό των 8.000 ευρώ, ο ανωτέρω παραιτήθηκε της αξιώσεως του ως προς το ποσό των 77.100 ευρώ (αναλογούν πιστωμένο τίμημα) και του παρέδωσε το απόγραφο του επίμαχου συμβολαίου, τα κλειδιά των οριζοντίων ιδιοκτησιών, υποσχόμενος ταυτοχρόνως να υπογράψει και τη σχετική πράξη εξοφλήσεως του τιμήματος (όπως και έπραξε) και να προβεί στην τακτοποίηση με δικά του έξοδα ενός ημιυπαίθριου χώρου, ο δε ενάγων παραιτήθηκε αντιστοίχως των κατ’ αυτού αλλά και της Κ.
Μ. αξιώσεων του. Κατόπιν των ανωτέρω ισχυριζόμενος ότι έχει κατά της εναγόμενης αξίωση από την παρεπόμενη του δανείου σύμβαση ανοίγματος τραπεζικού λογαριασμού που συνιστά ανώμαλη παρακαταθήκη, ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει ως αποζημίωση από την θετική ζημία που επικαλείται ότι υπέστη:
α) το ποσό των 8.000 ευρώ που κατέβαλε στον πωλητή Δ. Μ. κατά το μεταξύ τους συμβιβασμό, πέραν του συμφωνηθέντος τιμήματος, β)2.000 ευρώ που κατέβαλε στο δικηγόρο του ως αμοιβή για τη σύνταξη των εξωδίκων και της παρούσας αγωγής, καθώς και γ)1290 ευρώ που κατέβαλε ως αποζημίωση χρήσεως στον ιδιοκτήτη της μισθωμένης εκ μέρους του οικίας (αφού ενόψει της επίμαχης αγοράς και της προοπτικής μετεγκατάστασης είχε ήδη καταγγείλει την υπάρχουσα σύμβαση) κατά το χρονικό διάστημα από 13/5/2011 (που η εναγόμενη κατέθεσε το ποσό του δανείου στο λογαριασμό του) μέχρι την 22/7/2011 (οπότε του παραδώθηκαν οι πωληθείσες οριζόντιες ιδιοκτησίες).
Τα αυτά ως άνω ποσά ισχυρίσθηκε ότι του οφείλονται ως αποζημίωση διότι συνιστούν τη θετική ζημία που υπέστη λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης ήτοι: α)κατά παράβαση του άρθρου 22 παρ. 4 του ν. 2472/1997 ανακοίνωσης εκ μέρους, της προσωπικών του δεδομένων σε τρίτα πρόσωπα με την χορήγηση της πληροφορίας στην ανωτέρω αλλοδαπή εταιρεία (δανείστρια του πωλητή Δ.
Μ.) ότι αυτός (ενάγων) επρόκειτο να αγοράσει τις επίμαχες οριζόντιες ιδιοκτησίες, β) γιατί ενήργησε αντίθετα προς τα χρηστά ήθη και την καλή πίστη καθυστερώντας σκοπίμως την εκταμίευση του δανείου, ώστε να επωφεληθεί η άνω αλλοδαπή εταιρεία που είχε υποβάλει αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής συντηρητικής κατασχέσεως εις χείρας του ως τρίτου επί της απαιτήσεως του Μ.
κάτ’ αυτού ως προς το πιστωθέν τίμημα, παρότι γνώριζε ότι ο ενάγων πιεζόταν από τις προθεσμίες του συμβολαίου, αλλά και αργότερα μετά την αποτυχία του άνω "σχεδίου" (λόγω της απόρριψης της προσωρινής διαταγής), με τη μεταφορά του ποσού του δανείου από το λογαριασμό του στο λογαριασμό του άνω πωλητή χωρίς εξουσιοδότηση του ενάγοντα, ώστε να εισπράξει "άκοπα" δια συμψηφισμού την οφειλή του πωλητή προς αυτή από άλλη αιτία, γ) της παραβίασης εκ μέρους της εναγόμενης (ως παρέχουσας τραπεζικές υπηρεσίες) του άρθρου 8παρ.1του ν.2251/1994(περί προστασίας του ενάγοντος ως καταναλωτή).
Ισχυριζόμενος τέλος, ότι λόγω της παραπάνω περιγραφόμενης παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των οργάνων της εναγόμενης προσβλήθηκε η οικονομική του ελευθερία ως έκφανση της προσωπικότητας του και υπέστη ηθική βλάβη, ζήτησε την αποκατάσταση της με την επιδίκαση (κατά παραδεκτό περιορισμό με τις προτάσεις της) του ποσού των 15.000 ευρώ ως χρηματικής ικανοποιήσεως για την αιτία αυτή, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής.
Πλην όμως η αγωγή, υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα, κατά το μέρος βεβαίως που μεταβιβάσθηκε με την έφεση της εναγόμενης στο παρόν Δικαστήριο (522 ΚΠολΔ) και ελέγχεται εν προκειμένω, δηλαδή κατά το αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης με επικαλούμενο ως γενεσιουργό λόγο της σχετικής απαίτησης, α) την αδικοπραξία κατά άρθρα 914, 919 ΑΚ, β) τις διατάξεις του άρθρου 8 ν.2251/1994 ,αλλά και γ) εκείνες των άρθρων.2, 10, 22ν.2472/1997 δεν βρίσκει νόμιμο έρεισμα στις προμνημονευθείσες διατάξεις.
Ειδικότερα οι αποδιδόμενες στην εναγομένη ενέργειες ως παρόχου υπηρεσιών δεν συνιστούν παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας για τον ενάγοντα ως πελάτη της στο πλαίσιο της συναλλακτικής (τραπεζικής) πρακτικής, ούτε ασυνεπή συμπεριφορά που να αντιβαίνει στα χρηστά ήθη και να αντίκειται στους ως άνω κανόνες δικαίου που απονέμουν συγκεκριμένα δικαιώματα και προστατεύουν συγκεκριμένα συμφέροντα του ενάγοντος.
Ο τελευταίος επικαλείται κίνδυνο των εννόμων συμφερόντων του με την παράθεση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, ήτοι τη μη απόδοση των πωληθέντων απο τους πωλητές, αμφισβήτηση του προσήκοντος της εξόφλησης εκ μέρους τους με την επίκληση σχετικού όρου του πωλητηρίου συμβολαίου όσον αφορά τον τρόπο απόδειξης της και δη μετέγγραφες αποδείξεις τους, γραμμάτια του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, πράξεις εξοφλήσεως, αλλά και την άρνηση τους να υπογράψουν την πράξη εξόφλησης.
Πλην όμως, υπό τα εκτιθέμενα, ο ανωτέρω όρος αποτελεί περιεχόμενο της μεταξύ των μερών σύμβασης αγοραπωλησίας, ρυθμίζοντας τον τρόπο απόδειξης της εξόφλησης του Τιμήματος, εξαρτώμενος από ενέργειες αναγόμενες αποκλειστικά στη βούληση των συμβαλλομένων μερών και δεν συνδέεται αιτιωδώς με οποιαδήποτε πλημμέλεια της τράπεζας.
Η τελευταία, στα πλαίσια της τραπεζικής πρακτικής, εφόσον ενέκρινε το δάνειο, όφειλε να το εκταμιεύσει, ώστε να επιτελέσει το σκοπό για τον οποίο λήφθηκε (να περιέλθει εις χείρας των πωλητών, αφού χορηγήθηκε προς κάλυψη του πιστωθέντος τιμήματος της επίμαχης ως άνω αγοραπωλησίας), ενέργεια στην οποία προέβη κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή .καταθέτοντας το ποσό στον λογαριασμό που ανοίχθηκε αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση του δανείου και μεταφέροντας το εν συνεχεία στους λογαριασμούς που διατηρούσαν στο κατάστημα της οι πωλητές σε εξόφληση του πιστωθέντος τιμήματος την 13η Μαΐου 2011, ήτοι πολύ πριν την 22α Μαΐου 2011 που θα έπρεπε ο ενάγων να καταβάλει εξ ιδίων το τίμημα αν καθυστερούσε η εκταμίευση του και η εξόφληση των πωλητών.
Εξ άλλου η επίκληση της "ανακοίνωσης" στην αλλοδαπή εταιρεία της πληροφορίας ότι αυτός( ενάγων) επρόκειτο να προβεί στην αγορά των άνω ιδιοκτησιών δεν συγκροτεί κατά περιεχόμενο την έννοια του δεδομένου", εξαχθέντος από το "αρχείο" της τράπεζας και ανακοινωθέντος σε τρίτο πρόσωπο, δεδομένου μάλιστα ότι, ούτε στο πρόσωπο της εναγομένης, ούτε σε εκείνο της αλλοδαπής εταιρείας συντρέχει η ιδιότητα του μη δικαιούμενου τρίτου προσώπου, (ΑΠ3808/2014), εφόσον υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η τράπεζα εκπροσωπούσε την άνω εταιρεία, ο δε πωλητής ήταν οφειλέτης της από άλλη αιτία, πέραν της δημοσιότητας που έλαβε η συγκεκριμένη αγοραπωλησία με τη δημοσίευση της απόφασης για την χορήγηση προσημείωσης υποθήκης και την επακολουθήσασα εγγραφή της στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου στο πλαίσιο της προστασίας των συναλλαγών.
Η ταλαιπωρία συνεπώς που υπέστη ο ενάγων, οφείλεται στην κακοπιστία του πωλητή και όχι σε ευθύνη της τράπεζας, η οποία προέβη αποκλειστικά στις ενέργειες που όφειλε να προβεί στα πλαίσια της συμβάσεως δανείου. Εντεύθεν οι παρασχεθείσες από την εναγόμενη υπηρεσίες , σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αγωγή δεν συνδέονται αιτιωδώς με την επέλευση της ηθικής βλάβης που ισχυρίζεται ότι υπέστη (αναστάτωση, στενοχώρια από την καθυστέρηση εξόφλησης του τιμήματος, τον κίνδυνο απώλειας της κατοικίας, την προσφυγή σε δικηγόρο για εξώδικες και δικαστικές ενέργειες, την απώλεια των θερινών διακοπών) από τις παρατιθέμενες ενέργειες της τράπεζας, αλλά συναρτώνται με εκείνες (τις ενέργειες) των πωλητών που αμφισβήτησαν το πραγματικό γεγονός της εξόφλησης και ενεπλάκησαν σε προπαρασκευαστικές δικαστικές ενέργειες με τον ενάγοντα, αρνούμενοι να του χορηγήσουν εξοφλητική απόδειξη.
Ομοίως η επικαλούμενη προσβολή της προσωπικότητάς του, με την έννοια της προσβολής της οικονομικής του ελευθερίας δεν συνδέεται αιτιωδώς με συγκεκριμένη παράνομη και υπαίτια πράξη της εναγόμενης, καθόσον κατέθεσε το δανεισθέν ποσό στον επίμαχο λογαριασμό εξυπηρέτησης του δανείου και εν συνεχεία το κατέβαλε στους πωλητές δια της μεταφοράς του στους αντίστοιχους στο κατάστημα της λογαριασμούς τους, προς εξόφληση του πιστωθέντος τιμήματος και εντεύθεν προς απόσβεση της προς αυτούς οφειλής του ενάγοντος.
Υπό τα ως άνω δεδομένα, εφόσον τα πραγματικά περιστατικά της αγωγής δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη θεμελίωση αυτής στις διατάξεις των άρθρων 914, 919, 932^57παρ.2, 59, 281ΑΚ, αρθρ.2, 10παρ.2, 3, 22ν.2472/1997, 8 παρ.1 ν2251/1994 πρέπει, η αγωγή να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη στο σύνολο της Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνεπώς που έκρινε την αγωγή νόμιμη κατά τις ανωτέρω διατάξεις και δέχθηκε αυτήν κατά ένα μέρος κατ’ ουσίαν επιδικάζοντας στον ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 12.000 ευρώ, έσφαλε..".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν υπέπεσε στην αποδιδομένη, με τον παραπάνω, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο πλημμέλεια αναφορικά με την ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 914, 919, 932, 57 παρ. 1, 281 ΑΚ και 22 παρ. 4 ν. 247Ζ/1997 και 8 παρ. 1 ν. 2251/94, καθόσον δέχθηκε ορθώς τη μη κατάφαση συνδρομής της εκ των θεμελιωτικών της από τον αναιρεσείοντα επικαλουμένης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης προϋποθέσεως, της παρανόμου δηλαδή ενεργείας των από την τελευταία προστηθέντων υπαλλήλων της, η οποία, κατά την ένδικη αγωγή, επιχειρείται να θεμελιωθεί στην χωρίς εντολή του δανειολήπτη - αναιρεσείοντος (ενάγοντος) μεταφορά του, δυνάμει της από 13.4.2011 δανειακής συμβάσεως χορηγηθέντος στον πρώτο (αναιρεσείοντα) και από την τελευταία (αναιρεσίβλητη) κατατεθέντος στον [προς εξυπηρέτηση αυτού (δανείου)] τηρούμενο στην ίδια επ’ ονόματι του (αναιρεσείοντος) τραπεζικό λογαριασμό (ποσού του), δανείου στους λογαριασμούς που διατηρούσαν στο κατάστημα της οι πωλητές Κ.
και Δ. Μ. Όμως (επιχειρείται να θεμελιωθεί) αβασίμως αφού η παραπάνω μεταφορά εγένετο όχι αυθαίρετα αλλά σε εκτέλεση σχετικής πρόβλεψης του παραπάνω αγοραπωλητηρίου συμβολαίου δυνάμει της οποίας κατά τα "επιλέξει" εκτιθέμενα στην αγωγή (βλ. 4η σελίδα) "το υπόλοιπο του τιμήματος αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλλει ο αγοραστής (αναιρεσείων) και δέχονται να λάβουν οι πωλητές (Κ.
και Δ. Μ.) εκ προϊόντος δανείου το οποίο θα συναφθεί μεταξύ του αγοραστή (αναιρεσείοντος) και της Τράπεζας ... (αναιρεσίβλητης) και θα καταβληθεί στους πωλητές εντός προθεσμίας 45 ημερών από σήμερα και σύμφωνα με τους όρους που η εν λόγω τράπεζα χορηγεί τα αντίστοιχα δάνεια και κατά τους όρους του δανειστικού συμβολαίου".
Η παραπάνω πρόβλεψη, η οποία παρείχε στην αναιρεσίβλητη Τράπεζα τη δυνατότητα να ενεργήσει κατά τον σύμφωνο με την ακολουθουμένη τραπεζική πρακτική και αποβλέπουσα στην εξυπηρέτηση του σκοπού του ληφθέντος δανείου (εξόφληση τιμήματος αγοραπωλησίας), τρόπο που ενήργησε (κατάθεση του προϊόντος του δανείου στο λογαριασμό του δανειολήπτη και ακολούθως μεταφορά αυτού στους λογαριασμούς των πωλητών του, διατηρούσαν στην ίδια (αναιρεσίβλητη) καθιστά σύννομη τη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης υπό την έννοια της μη αντιθέσεως της ούτε προς τα από τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ προβλεπόμενα χρηστά ήθη, δηλαδή προς την κοινή, ως προς την ηθική αντίληψη του χρηστώς και λογικώς σκεπτόμενου ανθρώπου (ΟλΑΠ 2/2008), ούτε προς την από τη διάταξη του άρθρου 8 ν. 2251/1994 απορρέουσα υποχρέωση προνοίας και ασφαλείας που, κατά το νόμο, τη σύμβαση, την καλή πίστη και τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, ώφειλε η αναιρεσίβλητη, ως παρέχουσα σχετικές τραπεζικές εργασίες, να διασφαλίσει ώστε οι προς τον αναιρεσείοντα - καταναλωτή παρεχόμενες υπηρεσίες της μη θέσουν σε κίνδυνο τα συμφέροντα του τελευταίου με αποτέλεσμα να μη μπορεί, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, να θεμελιωθεί η δια του αγωγικού δικογράφου αποδιδόμενη και επί των ως άνω διατάξεων αβασίμως επιχειρούμενη να επιστηριχθεί αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσιβλήτου.
Περαιτέρω, η επικαλούμενη ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης δεν μπορεί να θεμελιωθεί ούτε στη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 4ν 2472/1999, η οποία απαγορεύει την γνωστοποίηση της, αποτελούσας δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα του αναιρεσείοντος, ως άνω πληροφορίας, περί της εκ μέρους του δηλ. αγοράς από τους παραπάνω πωλητές των αναφερομένων στην αγωγή οριζοντίων ιδιοκτησιών και της λήψεως, προς εξόφληση του συμφωνημένου τιμήματος της εν λόγω αγοράς, δανείου από την ίδια προς μη δικαιούμενο τρίτο πρόσωπο και ειδικότερα προς την αλλοδαπή εταιρεία "... ...", αφού στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχει η προϋπόθεση της γνωστοποιήσεως σε τρίτο, μη δικαιούμενο, πρόσωπο ενόψει της διπλής ιδιότητος της αναιρεσίβλητης ως δανείστριας αλλά και εκπροσώπου της ως άνω αλλοδαπής εταιρείας, η οποία, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τρίτο, έναντι της αναιρεσίβλητης, πρόσωπο, αφού κάθε πληροφορία περιερχόμενη στην, εκπροσωπούσα την εν λόγω αλλοδαπή εταιρεία, αναιρεσίβλητη θεωρείται ως πληροφορία περιερχόμενη στην ίδια την εκπροσωπούμενη, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να γίνει λόγος για κατάφαση της από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 22 παρ. 4 ν. 247Ζ/97, ως ποινικώς κολάσιμης, προβλεπόμενης, ανακοινώσεως ή γνωστοποιήσεως δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα "τρίτο, μη δικαιούμενο πρόσωπο.
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι’ αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας της υποθέσεως, η οποία δεν συντρέχει όταν η αγωγή (ή άλλος ισχυρισμός) έχει απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη ή για οποιονδήποτε άλλο τυπικό λόγο (ΑΠ 295/2017, ΑΠ 70/2011, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 121/09).
Κατ’ ακολουθίαν αυτών ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως με την οποία προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την, επί των διατάξεων των αδικοπραξιών, επιχειρηθείσα να θεμελιωθεί ένδικη αγωγή με τις αναφερόμενες σ’ αυτή "ασαφείς και ανεπαρκείς, αιτιολογίες", κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδική αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ΤΗΝ, [από 11.1.2016 και με αριθμ. καταθ. ...] αίτηση του Α. Χ. προς αναίρεση της 4785/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΕΡΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου